Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

ΚΟΥΜΠΟΥΡΕΣ και οι 83 δεσποτάδες




Περαία 14 Φεβρουαρίου 2018
ΚΟΥΜΠΟΥΡΕΣ
και οι 83 δεσποτάδες!
ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ
ότι η πράξη της αποτείχισης
δεν είναι παράπτωμα,
αλλά ομολογία πίστης,
καρπός ευσέβειας και αγωνία
για τη ψυχή, κυρίως και πρωτίστως,
εκείνου, τον οποίο,
με την πράξη της αποτείχισης
ενημερώνουν ότι εκτροχιάστηκε
από την Οδό της Αλήθειας
και ακολουθεί τον στρωμένο
με άνθη δρόμο της απώλειας.
Ενημερωνόμαστε, σκεφτόμαστε, προβληματιζόμαστε και, ως πιστοί και όχι αδιάφοροι, κάνουμε αυτό που αυθαίρετα – δικτατορικά και, κατά βάση, αντιχριστιανικά, μας στέρησαν οι δεσποτάδες: Παίρνουμε θέση, διότι το δικαιούμαστε και διότι, επίσης, είμαστε υποχρεωμένοι να ενδιαφερόμαστε για τη διαχείριση των πραγμάτων της Εκκλησίας, κληρικοί και λαϊκοί μαζί, από κοινού, ως το βασίλειον ιεράτευμα, σύμφωνα με το δημοκρατικό πνεύμα και τους θεσμούς που επικρατούσαν ανέκαθεν στην Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Δεν γίναμε ακόμα …Βατικανό και δεν έχουμε, τουλάχιστον επίσημα, πάπα, σκέτα ή αλάθητο!
Τί συμπέρασμα βγάζουμε; Ακριβέστερα, σε ποιο συμπέρασμα οδηγούμαστε υποχρεωτικά, μετά την παραπομπή και του πατρός Θεοδώρου Ζήση στο Συνοδικό Δικαστήριο; Ότι όλοι οι δεσποτάδες είναι αθεολόγητοι και αθεόφοβοι! Φοβερό! Και, φυσικά, δεν επιχαίρουμε, το αντίθετο ακριβώς, απογοητευόμαστε κι ας αισθανόμαστε ότι πρόκειται να δικάσουν κι εμάς οι αυστηροί στον απόλυτο βαθμό απέναντι σ’ αυτούς που τους κρίνουν, ακόμη και με αγαθή πρόθεση, δεσποτάδες, αλλά όχι και απέναντι στους εαυτούς τους…
Υποχρεωνόμαστε να συμπεράνουμε ότι κανείς από τους 83 δεσποτάδες δεν γνωρίζει ή δεν έτυχε να πληροφορηθεί, ότι η πράξη της αποτείχισης δεν είναι παράπτωμα, ούτε ανυπακοή, αλλά ομολογία πίστης, καρπός ευσέβειας και αγωνία για τη ψυχή, κυρίως και πρωτίστως, εκείνου, τον οποίο, με την πράξη της αποτείχισης ενημερώνουν ότι εκτροχιάστηκε από την Οδό της Αλήθειας και ακολουθεί τον στρωμένο με άνθη δρόμο της απώλειας. Όλοι οι λαϊκοί δεν είναι όσο θα έπρεπε γνώστες των θεολογικών γραμμάτων και δογμάτων, με ευθύνη κυρίως των δεσποτάδων. Και το λέμε αυτό διότι αν ήταν όσο καλά θα έπρεπε να είναι κατηχημένοι, πρώτα απ’ όλα θα είχαμε καλύτερους δεσποτάδες, καλύτερους παπάδες και διάκους και όλους τους αρχιμανδρίτες σε μοναστήρια, όπου είναι η θέση τους και όχι σε πόστα που κολάζουν, θα γράφαμε, καθ’ υπερβολήν, και αγίους!
Όμως, όλοι οι δεσποτάδες είναι …πτυχιούχοι θεολόγοι! Και …κουμπούρες να ήταν, τα βασικά θα τα έχουν μάθει. Πώς συμβαίνει, λοιπόν, να μην ξέρουν …τίποτα περί αποτειχίσεως; Τόσο πια τους τυφλώνει η δεσποτική αλληλεγγύη και δεν έχουν συγκρατήσει στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου τους ούτε τους Ιερούς Κανόνες, ούτε πώς τους ζήτησε να είναι αντιπρόσωποί Του ο Χριστός, ούτε ότι τον επίσκοπο τον εκλέγουν οι κληρικοί και λαϊκοί (το βασίλειον ιεράτευμα) και εκείνοι τον χειροτονούν, ούτε ότι η αποτείχιση είναι ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός τρόπος υπεράσπισης της πίστης μας; Και δεν τα γνωρίζει αυτά ούτε ο Πειραιώς, ούτε ο Ναυπάκτου, ούτε ο Σπάρτης, ούτε ο Δρυϊνουπόλεως, ούτε ο Νέας Ιωνίας, ούτε ο Βεροίας, ούτε ο Καλαμαριάς; Δηλαδή, επειδή οι δεσποτάδες είναι ανώτερου βαθμού δημόσιοι υπάλληλοι και η «Εκκλησία» κρατική, οι δεσποτάδες κάνουν ότι και οι αξιοθρήνητοι βολευτές και ψηφίζουν «Ναι σε όλα», με οδηγό – τσοπάνη τον προκαθήμενο; Δηλαδή, βάζουν ψηλότερα από τη σωτηρία της ψυχής τους, τη δεσποτική αλληλεγγύη;
Οι δύο κληρικοί, οι πατέρες Θεόδωρος Ζήσης και Νικόλαος Μανώλης είναι οι αξιότεροι της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης και οι πιο αγαπητοί μεταξύ των πιστών – ευσεβών. Δεν είναι καθόλου εύκολο να αγνοήσετε αυτό το στοιχείο, γιατί τότε είναι σαν να βγάζετε τις μάσκες και σαν να μας λέτε καθαρά – κατάμουτρα ότι μόνον εσείς είστε η «Εκκλησία» και όλοι εμείς είμαστε, όπως είπε και ο νεαρός άπειρος και άθεος Τσίπρας, «ετερόκλητος όχλος»!
Όμως, με ογδόντα τρεις δεσποτάδες αυτού του επιπέδου, αθεολόγητους και αθεόφοβους, δεν γίνεται ούτε …εκκλησάκι! Εκκλησία Καθολική Αποστολική χωρίς το Βασίλειον Ιεράτευμα δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτό σημαίνει ότι έχετε μπλέξει άσχημα και συμβαίνει αυτό σε μιαν εποχή που οι πιστοί δεν είναι πια πρόβατα και εξαιτίας σας ένας μεγάλος αριθμός Χριστιανών της ταυτότητας, όπως τους θέλετε και σας βολεύει, πλημμελώς κατηχημένων, ακούει φωνές και χάνονται ψυχές και τι λόγο θα δώσετε…

Είπα και ελάλησα…

Γιατί ονομάζεται Σαρακοστή, αφού διαρκεί περισσότερο από 40 ημέρες



   Μεγάλη Σαρακοστή, ονομάζεται η νηστεία που προηγείται του Πάσχα.
    Την λέμε Μεγάλη για να την ξεχωρίζουμε από την νηστεία που προηγείται των Χριστουγέννων, η οποία χαρακτηρίζεται «Μικρή» επειδή είναι ελαφρότερη.

     Ονομάζεται Σαρακοστή επειδή γίνεται εις ανάμνηση της σαρανταήμερης νηστείας του Χριστού στην έρημο και καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα. Η αρχική της διάρκεια ήταν έξι εβδομάδες, ενώ αργότερα προστέθηκε και μία έβδομη και τελικά διαρκεί 48 ημέρες.
    Έτσι στην εποχή μας η Μεγάλη Σαρακοστή ξεκινά την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο.
Πηγή

ΟΛΑ τα κόσκινα τα δέχτηκες, πάτερ, και μας συγκίνησες, μα το κόσκινο του Οικουμενισμού δεν το δέχτηκες, και μας στενοχωρείς!

 

Τα κόσκινα και…
οι κοσκινάδες


Αρχιμ. Γρηγόριος
Καθηγούμενος Ι.Μ. Δοχειαρίου Αγίου Όρους


   Τὰ παλιά-παλιὰ τὰ χρόνια σὲ ὅλους τοὺς φούρνους ποὺ ζύμωναν ψωμί, ὑπῆρχαν οἱ κοσκινάδες, ἄνθρωποι ἐπιδέξιοι στὸ κοσκίνισμα. Στὸ συνεργεῖο τοῦ φούρνου δὲν παίρνανε βέβαια καὶ τὸ πρῶτο μίσθωμα, ἀλλὰ χωρὶς αὐτοὺς δὲν μποροῦσε νὰ γίνη καθάριο ψωμί.
     Ἐξασκημένοι σ᾽ αὐτὴν τὴν ἐργασία, κοσκίνιζαν ἀπὸ νύχτα σὲ νύχτα τὸ σιτάλευρο ποὺ ἐρχόταν ἀπ᾽ εὐθείας ἀπὸ τοὺς μύλους ἀνάμεικτο μὲ πίτουρα καὶ διάφορα σύμποδα.

    Ἔφηβος βρέθηκα στὴν Ρόδο κι ἕνα πρωὶ οἱ φίλοι μου μοῦ εἴπανε: «Θὰ πᾶμε στὴν Κοσκινοῦ». Ἦταν μιὰ ὄμορφη κωμόπολη καὶ μάλιστα εἶχε καὶ ἐκκλησία τὴν Παναγία τὴν Κοσκινοῦ.
Μόλις ἄκουσα ὅτι θὰ βρεθοῦμε σὲ μιὰ τέτοια περιοχή, μέσα μου ἔπλασα τὸ ὄνειρο ὅτι σ᾽ αὐτὴν ὑπάρχουνε καλοὶ κοσκινάδες καὶ καλὰ κόσκινα. Ὅταν ἔφθασα ὅμως ἐκεῖ, ὅσο κι ἂν ἔψαξα, τίποτα δὲν βρῆκα ἀπὸ αὐτά.
Οἱ καλοὶ φοῦρνοι εἶχαν τρία κόσκινα· τὸ χοντρὸ γιὰ τὸ πρῶτο χέρι καὶ τὰ ψιλὰ γιὰ τὸ δεύτερο καὶ τρίτο χέρι. Γι᾽ αὐτὸ ἔλεγε ὁ λαός: «Μωρέ, μὲ πέρασαν κι ἀπ᾽ τὰ τρία κόσκινα».

    Ποτὲ στὴν ζωή μου δὲν λησμόνησα τὰ τρία κόσκινα. Πιστεύω πὼς

Να, ποια είναι η κατάντια του λέοντα αντι-Οικουμενιστή Πειραιώς:


ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΕΙ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ, ΑΛΛΑ ΚΟΙΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ
ΤΟΥΣ ΜΝΗΜΟΝΕΥΕΙ, ΠΑΡΑ ΤΙΣ ΤΟΣΕΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ!!!

Εγκύκλιος του Μητροπολίτη Πειραιώς
για την Κυριακή της Ορθοδοξίας


Πειραιώς Σεραφείμ:  Η παναίρεση του Οικουμενισμού και ο Παπισμός

.........................................................................................................
Η παναίρεση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητιστικού Οικουμενισμού διαρρηγνύει την οργανική σχέση δόγματος και ήθους. Ο Οικουμενισμός έχει ουμανιστικό, ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και όχι θεολογικό, πνευματικό, θεανθρωποκεντρικό. Παραμερίζει την Πίστη, το δόγμα και την Παράδοση της Εκκλησίας και αποβλέπει περισσότερο σε πρακτικούς σκοπούς. Βλέπει την Εκκλησία κυρίως ως ανθρώπινο ίδρυμα, το οποίο ενωμένο θα δυνηθεί να αντιμετωπίσει καλύτερα τους εχθρούς του. Γι’αυτό δεν λαμβάνονται σοβαρώς υπ’ όψιν οι βασικές διαφορές περί την πίστη και το πνεύμα ανάμεσα στην Ορθοδοξία, τις αιρέσεις και τις θρησκείες, ούτε η ιστορία και η συνείδηση της Εκκλησίας.
Ιδιαιτέρως ο πρακτικός ή λαικός Οικουμενισμός, ο οποίος επιτάσσει την διαχριστιανική και διαθρησκειακή συνεργασία σε πρακτικά θέματα και τομείς και ποικίλα σύγχρονα προβλήματα (κοινωνικά, ηθικά, περιβαλλοντικά, οικολογικά κ.α.), η οποία συνοδεύεται δυστυχώς με αντικανονικές συμπροσευχές και υπογραφή κοινών κειμένων, έχει σοβαρότατες συνέπειες στο δόγμα και το ήθος.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ασφαλώς, έδειχνε και δείχνει πάντα μεγάλη ευαισθησία σ’ όλα τα ανθρώπινα προβλήματα. Ωστόσο, η από κοινού με τους αιρετικούς αντιμετώπισή τους παρουσιάζει μειονεκτήματα. Η φωνή της Ορθοδοξίας, όταν συμφύρεται με τις άλλες αιρετικές και θρησκευτικές φωνές, χάνει τη διαύγειά της και αδυνατεί να κοινοποιήσει στον σημερινό άνθρωπο τον δικό της μοναδικό τρόπο ζωής, που είναι θεανθρωποκεντρικός, σε αντίθεση με τον ανθρωποκεντρικό τρόπο ζωής των αιρετικών. Η Εκκλησία υποκύπτει στον πειρασμό της εκκοσμικεύσεως, χρησιμοποιώντας στο κοινωνικό της έργο κοσμικές πρακτικές των άλλων αιρέσεων και θρησκειών, σε βάρος του σωτηριολογικού της μηνύματος. Εκείνο, όμως, που έχει ανάγκη ο σημερινός άνθρωπος, δεν είναι η βελτίωση της ζωής του μέσω ενός εκκοσμικευμένου Χριστιανισμού, έστω κι αν αυτός μπορέσει να εξαλείψει όλες τις κοινωνικές πληγές, αλλά η απελευθέρωσή του από την αμαρτία και η θέωσή του μέσα στο αληθινό Σώμα του Χριστού, την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο πρακτικός ή λαικός Οικουμενισμός προωθείται και με τις ανταλλαγές επισήμων επισκέψεων μεταξύ υψηλοβάθμων, κυρίως, εκπροσώπων των αιρέσεων, των θρησκειών και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτές περιλαμβάνουν εγκωμιαστικές προσφωνήσεις, ασπασμούς, ανταλλαγές δώρων, κοινά γεύματα, συμπροσευχές, κοινές ανακοινώσεις και άλλες χειρονομίες φιλοφροσύνης. Ο πιστός λαός μας, όμως, όταν παρακολουθεί τις επισκέψεις από τα οπτικοακουστικά μέσα επικοινωνίας, δοκιμάζει δυσάρεστη έκπληξη· σκανδαλίζεται, πικραίνεται, απορεί, αλλά και προβληματίζεται, καθώς μάλιστα άλλοτε ακούει τους ποιμένες του να μιλούν με ορθόδοξη και αγιοπατερική γλώσσα, και άλλοτε τους βλέπει ανάμεσα στους αιρετικούς και αλλοθρήσκους να συμπεριφέρονται διπλωματικά. Ένας τέτοιος, όμως, συμβιβασμός στον χώρο της αληθείας της Εκκλησίας, ακόμα και για την ιερώτερη σκοπιμότητα, είναι επιεικώς απαράδεκτος.

Τέκνα μου αγαπητά και περιπόθητα,
Ένα γνώρισμα των αγίων Πατέρων, είτε εν Συνόδω είτε εκτός Συνόδου, ήταν πάντοτε η ακρίβεια στην διατύπωση των όρων της πίστεως και του ήθους. Κι αυτό, γιατί γνώριζαν την σημασία και την αξία της ακριβείας. Οι άγιοι Πατέρες έμεναν πάντοτε στην ακρίβεια, ακριβολογούσαν. Η ακρίβεια στο δόγμα δίνει ακρίβεια και στο ήθος, την πνευματική ζωή. Η ακρίβεια στην πίστη και η ακρίβεια και στο ήθος, δεν είναι μία σχολαστικότητα, κάτι το στείρο και άγονο, αλλά μία σπουδαιότατη ανάγκη. Η απουσία αυτής της ακριβείας είναι έργο του διαβόλου, που εδράζεται επί της ανθρωπίνης ραθυμίας, ακηδίας, τεμπελιάς, με αποτελέσμα την μεγάλη ποικιλία απόψεων περί πίστεως, αλλά και περί ήθους.
Ούτε η Ορθοδοξία μόνη μας σώζει, ούτε η ορθοπραξία. Χρειάζεται συντονισμός και των δύο˙ ορθά δόγματα, ορθή πίστη των αγίων και θεοφόρων Πατέρων και αληθής βίος, αληθές βίωμα. Μόνο η ακρίβεια στην πίστη και στο ήθος σώζει. Με αυτά τα δύο φτερά ας πετάξουμε προς τον ουρανό.
Έτη πολλά και εύδρομος η αρξαμένη Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή!

Μετά πατρικών ευχών
† ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

ΑΘΕΤΗΣΗ ΟΡΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ.


Ὁ Ὅρος τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα καὶ ἡ σημερινὴ ἀθέτησις ἀπὸ τοὺς Γ.Ο.Χ. διὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου

Τοῦ Ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ

    πως εἶναι γνωστὸ καὶ πολυσυζητημένο ἡ Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, προκειμένου νὰ ἑορτάζεται τὸ Πάσχα ἀπὸ κοινοῦ ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους, στὸν ὅρο περὶ τοῦ ἑορτασμοῦ ἐθέσπισε τέσσερις (4) προϋποθέσεις μὲ βάσι τὶς ὁποῖες θὰ ὑπολογίζετο κάθε χρόνο  ἡ ἡμέρα τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μεγαλύτερης ἑορτῆς τῶν Ὀρθοδόξων. Αὐτὲς ἀναφέρονται ἀναλυτικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη στὴν ὑποσημείωσι τοῦ 7ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος καὶ εἶναι οἱ ἑξῆς:
1) Νὰ ἑορτάζεται τὸ Πάσχα μετὰ τὴν ἐαρινὴ ἰσημερία, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη συνέπιπτε μὲ τὴν 21η Μαρτίου μὲ τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο.
2) Νὰ ἑορτάζεται τὸ Πάσχα  μετὰ τὴν πρώτη πανσέληνο  ἀπὸ τὴν ἐαρινὴ ἰσημερία.
3) Νὰ ἑορτάζεται τὸ Πάσχα μετὰ τὸ νομικὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων.
4) Νὰ ἑορτάζεται τὸ Πάσχα πάντοτε ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ.
Σήμερα, λοιπόν, μετὰ ἀπὸ χίλια ἑπτακόσια (1700) περίπου χρόνια ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, οἱ ἀκολουθοῦντες τὸ Ἰουλιανό (Παλαιό) Ἡμερολόγιο, διατείνονται μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι τηροῦν ἀπαρεγκλίτως τὸν ὅρο αὐτὸ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.
Αὐτὸ ὅμως, ὅπως φαίνεται ἐκ τῶν πραγμάτων, εἶναι λάθος καὶ ψευδές. Ἡ ἀπόδειξις εἶναι τὸ Πάσχα, τὸ ὁποῖο περιμένουμε καὶ προετοιμαζόμαστε νὰ ἑορτάσουμε, δηλαδὴ τὸ Πάσχα τοῦ 2018, καθὼς καὶ κάποια προγηγούμενα τῆς περιόδου τῶν δέκα τελευταίων ἐτῶν.
Τὸ Πάσχα, λοιπόν, τοῦ 2018 ἑορτάζεται μὲ τὸ Π.Η. (Ἰουλιανό) στὶς 26 Μαρτίου, ἐνῶ μὲ τὸ Ν.Η. στὶς 8 Ἀπριλίου. Ἔπρεπε, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸν ὅρο τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, νὰ ὑπάρχη Πανσέληνος μεταξὺ τῆς ἰσημερίας καὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα· δηλαδή, μεταξὺ 21ης Μαρτίου καὶ 26ης Μαρτίου μὲ τὸ Π.Η., ἢ 21ης Μαρτίου καὶ 8ης Ἀπριλίου μὲ τὸ Ν.Η.  Ἡ πανσέληνος αὐτῆς τῆς περιόδου, σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ  ἡμερολόγια, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται, καὶ προφανῶς παίρνουν τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὶς ἁρμόδιες ὑπηρεσίες τῶν ἀστεροσκοπίων, εἶναι στὶς 18 Μαρτίου μὲ τὸ Π.Η., ἢ στὶς 31 Μαρτίου μὲ τὸ Ν.Η. Στὴν ἡμερομηνία αὐτὴ συμφωνοῦν καὶ τὰ ἁγιορείτικα ἡμερολόγια τῶν μονῶν καὶ τῶν ζηλωτῶν Πατέρων. Ἐξ αὐτοῦ γίνεται φανερὸ ὅτι στὸ μὲν Π.Η. δὲν ὑπάρχει πανσέληνος μεταξὺ ἰσημερίας καὶ Πάσχα γιὰ τὸ ἔτος αὐτό, στὸ δὲ Ν.Η. ὑπάρχει. Ἄρα λοιπόν, ὁ ὅρος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴν προκειμένη περίπτωσι τηρεῖται μὲ τὸ Ν.Η. κι ὄχι μὲ τὸ Π.Η.
Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συνέβη καὶ κατὰ τὰ ἔτη 2007 καὶ 2010. Καὶ τότε δηλαδή, μὲ τὸ Π.Η. δὲν ὑπῆρχε πανσέληνος μεταξὺ ἰσημερίας καὶ ἑορτῆς, ἐνῶ μὲ τὸ Ν.Η. ὑπῆρχε. Ἀξιοσημείωτο ἐν προκειμένῳ εἶναι ὅτι τὸ 2010 ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα ἑορτάστηκε τὴν ἐνωρίτερη δυνατὴ ἡμερομηνία, ἡ ὁποία εἶναι, γιὰ μὲν τὸ Π.Η. 22 Μαρτίου, γιὰ δὲ τὸ Ν.Η. 4 Ἀπριλίου. Αὐτὴ ἡ ἡμερομηνία ἑορτῆς τοῦ Πάσχα γιὰ νὰ συμπέση πρέπει ἡ πανσέληνος καὶ ἡ ἰσημερία νὰ ταυτιστοῦν, δηλαδὴ ἡ πανσέληνος νὰ εἶναι στὶς 21 Μαρτίου, ὁπότε γίνεται καὶ τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων, καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα νὰ εἶναι Κυριακή, διὰ νὰ γίνη τὸ Ὀρθόδοξο Πάσχα. Ἡ πανσέληνος, λοιπόν, τὸ 2010 ἦτο 17 Μαρτίου μὲ τὸ Π.Η. ἢ 30 Μαρτίου μὲ τὸ Ν.Η. Καὶ στὴν περίπτωσι αὐτή, ὅπως ἀποδεικνύεται δὲν ὑπῆρχε πανσέληνος μεταξὺ ἰσημερίας καὶ ἑορτῆς τοῦ Πάσχα μὲ τὸ Π.Η., ἐνῶ μὲ τὸ Ν.Η. ὑπῆρχε.

Θὰ θέλαμε ἐν προκειμένῳ νὰ μᾶς ἐξηγήσουν οἱ Γ.Ο.Χ., γιατὶ συμβαίνει αὐτό· ἐνῶ δηλαδὴ κόπτονται ὅτι τηροῦν τὶς Παραδόσεις καὶ τὰ παραδιδόμενα ὑπὸ τῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων, ἐδῶ ἀθετοῦν τὸν ὅρο τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφερθῆ  ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. μᾶς ἐγκαλοῦν ὅτι ἐμεῖς ἀθετοῦμε κάποιες ἀπόφασεις Πανορθοδόξων Συνόδων, ὅπως τὶς Συνόδους τοῦ 16ου  αἰῶνος, τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτοὶ ἀθετοῦν τὴν ἀπόφασι τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου!
Καὶ ἄν, ἀκολουθώντας τὸ Π.Η., γινώμεθα παραβάτες αὐτῶν, γιὰ ποιό λόγο νὰ τὸ ἀκολουθήσωμε; Γιὰ συναισθηματικοὺς ἁπλῶς λόγους, ἢ ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Γ.Ο.Χ., γιατὶ τὸ ἄλλαξαν οἱ Μασῶνοι κ.λπ.;
Γιατί, ἐπὶ πλέον, ψεύδονται παραπλανῶντες τὸν λαόν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι τηροῦν τὶς Παραδόσεις, ἐνῶ στὴν πράξι τὶς ἀθετοῦν ἀσυστόλως καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἡ μεγαλύτερη ἀθέτησι τῆς Παραδόσεως ἐκ μέρους τῶν Γ.Ο.Χ. νομίζομε ὅτι εἶναι ἡ δογματοποίησις τῆς ἑορτολογικῆς-λειτουργικῆς ἑνότητος εἰς βάρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς. Ἐνῶ δηλαδή, οἱ Πατέρες καὶ οἱ Σύνοδοι ἐθέσπισαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα-κοινωνία ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ ἐνσωματώσεως εἰς τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, οἱ Γ.Ο.Χ. ἐθέσπισαν τὴν ἑορτολογική-λειτουργικὴ ἑνότητα, χάριν τῆς ὁποίας ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική. Τὸ παράδοξο δὲ εἶναι ὅτι ἀπεκόπησαν ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἔχοντας τὴν ἴδια ἑορτολογικὴ-λειτουργικὴ τάξι, δηλαδὴ τοὺς ἀκολουθοῦντας τὸ Π.Η.  Ἔτσι, ἀποδεικνύουν ἐμπράκτως ὅτι τὸ Π.Η. εἶναι μέγιστο καὶ ὕψιστο δόγμα.

Συνοψίζοντας, θὰ θέλαμε νὰ μᾶς ἐξηγήσουν οἱ Γ.Ο.Χ., γιατί συμβαίνει στὴν περίπτωσι τοῦ Πάσχα τοῦ 2018, καὶ τῶν λίγο παλαιότερων ποὺ ἀναφέραμε, νὰ τηρῆται ὁ ὅρος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὲ τὸ Ν.Η., ἐνῶ μὲ τὸ Π.Η. ἀθετεῖται. Ἀπευθυνόμαστε δὲ συγκεκριμένα στὰ ἱστολόγια «Ἐν τούτῳ Νίκα» καὶ «Κρυφὸ Σχολειό», στὸν καθηγητὴ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Δ. Χατζηνικολάου καί στὸν κ. Δ. Πολυμενόπουλο, γιὰ νὰ μὴ φανῆ ἀόριστη ἡ ἐρώτησις ὡς πρὸς τὸ σὲ ποιούς ἀπευθύνεται.
Ἐλπίζομε ὅτι οἱ ἀπαντήσεις τῶν ἀδελφῶν θὰ εἶναι συγκεκριμένες καὶ ὄχι ἐκτὸς θέματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο συνέβη σὲ παλαιότερο διάλογο.
Ἂν δὲ ὑπάρχουν ἐρωτήσεις σχετικές μέ αὐτή τήν ὑπόθεσι, ἀπὸ τοὺς ἀκολουθοῦντες τό Π.Η., δύνανται νὰ μᾶς τὶς καταθέσουν καὶ νὰ ἀπαντήσουμε, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα ἀπαντήσουν ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης ἐρωτήσεως.
Ἱερομόναχος
Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΟΡΙΣΑΝ ΜΑ ΜΗΝ ΕΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ


    Οἱ λόγοι δὲ δι’ οὓς ἀπαγορεύεται νὰ ἑορτάζωμεν τὸ Πάσχα μετὰ τοῦ Νομικοῦ Φάσκα εἶναι oἱ ἑξῆς τρεῖς·
   1) διότι τὸ Πάσχα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἤτοι τὸ Νομικὸν Φάσκα, εἶναι τύπος καὶ προεξεικόνισις τοῦ Πάσχα τῆς Κ. Διαθήκης, ἤτοι τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐπιβάλλεται ἀναμφισβητήτως πάντοτε νὰ προηγῆται, οὐδέποτε δὲ νὰ συμπίπτη καὶ ἐπιτελῆται τὸ ἡμέτερον μετ’ ἐκείνου·
   2) εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Νομικὸν Φάσκα ἤτοι τὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων δύναται κατὰ Νόμον νὰ ἑορτάζηται ὁποιανδήποτε ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος καὶ ἂν συμπίπτη μετὰ τῆς πανσελήνου, ἐν ᾧ ἡμεις ὀφείλομεν νὰ ἑορταζωμεν τὸ Πάσχα μόνον ἐν Κυριακῇ διὰ τὸν ἀνωτέρω εἰρημένον λόγον δι΄ ὅ, ὅταν ποτὲ τὸ Νομικὸν Φάσκα συμπίπτῃ ἐν Κυριακῇ, ἡμεῖς δὲν ἑορτάζομεν κατ' αὐτήν, ἀλλὰ τὴν ἑπομένην Κυριακὴν, ἵνα μὴ συνεορτάσωμεν μετὰ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πάσχα καὶ

   3) τὴν τοιαύτην μετὰ τὸ Νομικὸν Φάσκα ἑορτὴν τοῦ ἡμετέρου Πάσχα ἐπιβάλλει καὶ αὐτὴ ἡ τάξις τῶν γεγονότων, ὅπως τότε ἔλαβον χώραν, καθόσον εἶναι γνωστὸν ὅτι πρῶτον οἱ Ἰουδαῖοι ἑώρτασαν τὸ Πάσχα αὐτῶν καὶ ἀκολούθως ἐγένετο ἡ τοῦ Κυρίου ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασις, τῆς ὁποίας τύπον καὶ ἀνάμνησιν ἀποτελεῖ τὸ Πάσχα, ὅπερ κατ’ ἔτος ἡμεῖς ἑορτάζομεν.
    Τόσην δὲ σημασίαν ἀπέδιδεν ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸν ὅρον τοῦτον, ὅτι τοὐτέστι δὲν πρέπει νὰ συνεορτάζωμεν τὸ Πάσχα μετὰ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἢ Νομικοῦ Φάσκα, ὥστε καὶ ἡ ἐν Ἀντιοχείᾳ Τοπικὴ Σύνοδος (341) ἀναπτύσσουσα πλατύτερον τὸν Ζ' ἀποστολικὸν κανόνα ἀποφαίνεται· «Πάντας τοὺς τολμῶντας παραλύειν τὸν ὅρον τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης ἐπὶ παρουσία τῆς Εὐσέβείας τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου, περὶ τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινώνητους καὶ ἀποβλήτους εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένουσι φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρὸς τὰ καλῶς δεδογμένα· καὶ ταῦτα εἰρήσθω περὶ τῶν λαϊκῶν. Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς Ἐκκλησίας Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος ἢ Διάκονος μετὰ τὸν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπὶ διαστροφῇ τῶν λαῶν καὶ ταραχῇ τῶν Ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν καὶ μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τὸ Πάσχα, τοῦτον ἡ Ἁγία Σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς Ἐκκλησίας, ὡς οὐ μόνον ἑαυτῷ ἁμαρτίας ἀλλὰ καὶ πολλῆς διαφθορᾶς καὶ διαστροφῆς γινόμενον αἴτιον» (καν. Α'.).
   Ἐπειδὴ δὲ οἱ κανόνες τῆς προκειμένης Τοπικῆς Συνόδου ἐπικυροῦνται ἀορίστως μὲν παρὰ τῆς Δ' Οἰκουμ. Συνόδου (καν. α'.), ὡρισμένως δὲ ὑπό της ϛ΄ (καν. β΄.) καὶ τῆς Ζ΄ Οἰκ. Συνόδου (καν. α΄.) καὶ διὰ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης προσκτῶνται καὶ ἔχουσι δύναμιν οἰκουμενικήν, εὐνόητον ὁπόσον πρέπει νὰ ἐφιστῶμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀπαράβατον τήρησιν τοῦ ὅρου τούτου.
     Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον καὶ ἐπιβάλλεται ὅπως ἐπισταμένως ἐξετάσωμεν καὶ ἐπακριβῶς γνωρίσωμεν, ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ ἀκριβὴς ἔννοια τῶν διατάξεων τῶν ἁγίων καὶ ἱ. Συνόδων, δι’ ὧν ἀπαγορεύουσι νὰ ἐπιτελῶμεν τὸ Πάσχα μετὰ τῶν Ἰουδαίων· ἀπαγορεύουσι τουτέστιν αἱ ἱ. Σύνοδοι τὸv συνεορτασμὸν τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα μετὰ τοῦ Πάσχα τῶν συγχρόνων Ἰουδαίων ὀφειλόμενον εἰς τυχαίαν καὶ ἀνεύθυνον οὕτως εἰπεῖν σύμπτωσιν προερχομένην ἐκ πλάνης περὶ τὸν ὑπολογισμὸν ἢ ἐκ τῆς παρεκκλίσεως τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ  τῶν σχετικῶν διατάξεων τῆς μωσαϊκῆς νομοθεσίας, ἢ ἀπαγορεύουσι τὸν συνεορτασμὸν τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα μετὰ τοῦ Πάσχα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἢ τοῦ ἄλλως λεγομένου Νομικοῦ Φάσκα, ὀφειλόμενον εἰς πεπλανημένην γνώμην τῶν χριστιανῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι πρέπει νὰ ἑορταζωσι τὸ Πάσχα τῆς Κ. Διαθήκης, ἤτοι τὸ χριστιανικὸν Πάσχα, τῇ πρώτῃ πανσελήνῳ τοῦ ἔαρος, 14η τοῦ μηνὸς Νισᾶν, τοὐτέστι τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καθ' ἣν ἐτελεῖτο καὶ ὤφειλε νὰ τελῆται κατὰ τὸν μωσαϊκὸν νόμον τὸ τυπικὸν Πάσχα τῆς Π. Διαθήκης ἤτοι τὸ Νομικὸν Φάσχα;
   Θετικώτερον προσέτι καθορίζουσα ἡ Α' Οἰκουμ. Σύνοδος τὴν πανσέληνον, μεθ' ἣν δέον νὰ ἐπιτελῆται τὸ Πάσχα, διατάσσει, ὅπως ἡ πανσέληνος αὕτη ἀκολουθῇ ἢ συμπίπτῃ μετὰ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας· ἤτοι διὰ τοῦ ὅρου τούτου ἀπαγορεύεται ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα πρὸ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, ἐπιβάλλεται δὲ νὰ ἑορτάζηται τοῦτο πάντοτε μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν.
    Ὁ δὲ λόγος δι’ ὃν ἐπιβάλλεται νὰ ἐπιτελῆται ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν καὶ ὄχι πρὸ αὐτῆς, ἀναφέρεται ἐν ταῖς Ἀποστολικαῖς Διαταγαῖς· «ὑμεῖς δὲ φυλάσσεσθε ἀκριβῶς τὴν ἰσημέριον τροπὴν τῆς ἐαρινῆς ὥρας... ἐπιτηροῦντες .... ὅπως μή.... πλάνης γενομένης ἀγνοίᾳ, δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐπιτελέσωμεν τὸ Πάσχα»· καὶ ἀλλαχοῦ· «δεῖ ὑμᾶς, ἀδελφοί, τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα ἀκριβῶς ποιεῖσθαι μετὰ πάσης ἐπιμελείας μετὰ τροπὴν ἰσημερινήν, ὅπως μὴ δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἑνὸς παθήματος μνείαν ποιῆσθε, ἀλλ’ ἅπαξ τοῦ ἔτους τοῦ ἅπαξ ἀποθανόντος» (Ἀποστ. Διαταγ. βιβλ. ε΄ κεφ. 17)· ἐπίσης ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐν τῇ ἐπιστολῇ αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἀπολειφθέντας τῆς Α' Οἰκουμ. Συνόδου Ἐπισκόπους γράφει· «...ἐκεῖθεν οὖν τοίνυν κἂν τούτῳ τῷ μέρει τὴν ἀλήθειαν οὐχ ὁρῶσιν ὡς δὴ κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτοὺς πλανωμένους τῆς προσηκούσης ἐπανορθώσεως τῷ αὐτῷ ἔτει δεύτερον τὸ Πάσχα ἐπιτελεῖν· τίνος χάριν τούτοις ἑπόμεθα, οὓς δεινὴν πλάνην νοσεῖν ὡμολόγηται; δεύτερον γὰρ τῷ ἑνὶ ἐνιαυτῷ οὐκ ἄν ποτε ποιεῖν ἀνεξόμεθα» (Εὐσεβ. βίος Κωνσταντ. III 18. 10. Σωκρ. Ἱστ. 1,9. Θεοδωρ. Ἱστ. Α'. 10)· ὁ δὲ ἱ. Ἐπιφάνιος σαφέστερον ἀναφέρει τὰ ἑξῆς· «κέχρηται γὰρ (ἡ Ἐκκλησία) οὐ μόνον τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ τῆς σελήνης, ἀλλὰ καὶ τῷ δρόμῳ τοῦ ἡλίου, ἵνα μὴ ἑνὶ ἐνιαυτῷ δύο Πάσχα ποιοῦντες ἐν τῷ ἑτέρῳ μηδὲ ἓν Πάσχα τελέσωμεν· δι’ ὃ παρατηρούμεθα μὲν τὴν τεσσαρεσκαιδεκάτην, ὑπερβαίνομεν δὲ τὴν ἰσημερίαν, φέρομεν δ' ἐπὶ τὴν ἅγιαν Κυριακὴν τὸ τέλος τῆς συμπληρώσεως» (Ἐπιφ. κατὰ τεσσαρεσκαιδ.).
   Πρὸς πληρεστέραν τῶν λεγομένων κατανόησιν ἀναγκαῖον θεωροῦμεν νὰ σημειώσωμεν καὶ τὰ ἑξῆς· Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ σεληνιακὸν ἔτος εἶναι μικρότερόν τοῦ ἡλιακοῦ κατὰ 11 περίπου ἡμέρας· ἕνεκα τούτου ὅταν ἡ πανσέληνος τύχῃ π.χ. τῇ 12 Ἀπριλίου, τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ γίνῃ τῇ 1· ἐὰν δὲ ἡ πανσέληνος τύχῃ τῇ ἰδίᾳ ἡμέρᾳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας (21 Μαρτίου π. ἡμ.) τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ γίνῃ ὡσαύτως ἡ πανσέληνος 11 περίπου ἡμέρας πρὸ τῆς ἰσημερίας ταύτης, ἑπομένως δὶς θὰ γίνῃ Πάσχα ἐντὸς τοῦ ἴδιου ἔτους, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔτος (τροπικόν, ἀκριβὲς ἡλιακόν) λέγοντες ἐννοοῦμεν τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπερ περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν δύο ἐαρινῶν διαβάσεων τοῦ κέντρου τοῦ ἡλίου ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον, ἵνα μὴ ἐπιτελῶμεν τὸ Πάσχα δὶς ἐντὸς τοῦ ἰδίου ἔτους ἐπιβάλλεται νὰ ἑορτάζωμεν τοῦτο μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν καὶ ὄχι πρὸ αὐτῆς.
Μητροπολίτη Μαρωνείας Ἄνθιμου