Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Φωτης Κοντογλου - Παραμονη Χριστουγεννα


     Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.
Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.
Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ
λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.
Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.
Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια

Μνήμη της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος Ευγενίας


(24 Δεκεμβρίου)


ag-Eygenia

   Αυτή η Αγία Ευγενία γεννήθηκε από γένος ευγενικό, σαν ένα ευγενές κλωνάρι και μία δόξα του γένους της, καταγόμενη από την παλαιά Ρώμη, στα χρόνια του βασιλιά Κομμόδου, το έτος 270. Οι γονείς της ονομάζονταν Φίλιππος και Ευγενία. Οι οποίοι έλαβαν από τον τότε βασιλιά, ως τιμή και αξίωμα, το να πάνε στην Αλεξάνδρεια και να κατοικήσουν σε αυτήν μαζί με την θυγατέρα τους την Ευγενία. Αυτή λοιπόν η μακαρία έφυγε κρυφά από τους γονείς και όλους τους συγγενείς της. Και αφού πήρε δύο υπηρέτες, βγήκε την νύχτα έξω από το σπίτι των γονέων της. Και πηγαίνοντας σε έναν Επίσκοπο με ανδρικά ρούχα, έλαβε από εκείνον το Άγιο Βάπτισμα. Έπειτα, αφού έκειρε τις τρίχες της κεφαλής, ώνομάσθηκε Ευγένιος. Έτσι πήγε σε ένα Μοναστήρι κατά τα βαθειά χαράματα και εκεί ασκούσε η μακαρία κάθε αρετή με πόνους και μόχθους. Με ασκητικούς αγώνες και με στάσεις και με αγρυπνίες ολονύχτιες. Τί να πολυλογώ; Τόσο πολύ έλαμψε στις

Απαράδεκτη προπαγάνδα από τον Δημητριάδος

Τι θα έλεγαν οι Μάγοι για τα Χριστούγεννα στη σημερινή Ελλάδα

μάγοι

– Μπαλτάσαρ, στο ξαναλέω: Kάναμε λάθος!
– Τί λάθος Γκασπάρ; Η σπηλιά ήταν άδεια. Το ΄δε κι ο Μελχιόρ.
– Ναι, ναι! Άδεια ήταν.
– Έπρεπε να ψάξουμε κι άλλο. Μπορεί να φτάσαμε σε λάθος σπηλιά.

– Μα, τί λες τώρα! Κάθε χρόνο στη σπηλιά αυτή φτάνουμε. Αποκλείεται να κάναμε λάθος. Άλλωστε, έχουμε την πιο τρανή απόδειξη.
– Ποια;
– Το αστέρι. Δεν είδες πως το αστέρι δεν στάθηκε από πάνω; Δεν είδες πως μας έδειχνε το δρόμο προς τη Δύση;
– Αυτό είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να το εξηγήσω.
– Τί να εξηγήσεις Γκασπάρ; Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Φέτος ο Χριστός δεν θα γεννηθεί στου Αγίους Τόπους.
– Αγίους Τόπους! Μα τί λες Μελχιόρ; Πού να βρεθεί η αγιοσύνη ανάμεσα σε τόσο τρόμο, τόσες εκρήξεις, τόσο αίμα και τόσα ερείπια! Ερημιά! Όλοι ψάχνουν έναν τρόπο να πάρουν των ομματιών τους.
– Αυτά βλέπω κι εγώ και μια παράξενη υποψία έχει σφηνωθεί στο μυαλό μου Γκασπάρ.
– Τί υποψία;

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: περί Ενανθρωπήσεως του Κυρίου μας




  
  «Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε, Χριστός επί γης, υψώθηκε. Ασατε τω Κυρίω πάσα η γη».
    Μ' ένα λόγο: Ας ευφραίνωνται οι ουρανοί και ας αγάλλεται η γη για τον επουράνιο, που κατόπιν έγινε επίγειος. Ο Χριστός παρουσιάζεται με ανθρώπινο σώμα, αγαλλιάσθε με τρόμο και χαρά. Με τρόμο για την ενοχή της αμαρτίας και με χαρά για την ελπίδα της σωτηρίας.
     Πάλι διαλύεται το σκοτάδι, πάλι υπάρχει το φως. Πάλι τιμωρείται με σκοτάδι η Αίγυπτος και πάλι ο ισραηλιτικός λαός φωτίζεται με τον πύρινο στύλο. Ο λαός που καθόταν στο σκοτάδι της αγνοίας, ας δη το μεγάλο φως της θεογνωσίας. «Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε τα πάντα καινά». Το νεκρό γράμμα υποχωρεί. Το πνεύμα επικρατεί. Οι σκιές του νόμου περνούν. Η αλήθεια θριαμβεύει.
    Ο Μελχισεδέκ, που ήταν ένας τύπος, τώρα δείχνει ποιόν προεσήμαινε, δηλαδή τον Χριστό. Αυτός, που ως Θεός δεν έχει μητέρα, γεννιέται χωρίς πατέρα. Γιατί στον Δημιουργό της φύσεως δεν ισχύουν οι φυσικοί νόμοι.
    Όλα τα έθνη χειροκροτήστε, γιατί «παιδίον εγεννήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν, ου η αρχή επί του ωμού αυτού και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος».
    Ας φωνάζη δυνατά ο Ιωάννης Βαπτιστής: «Ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου». Και εγώ θα φωνάζω την δύναμη και τη σημασία της μεγάλης αυτής ημέρας (των Χριστουγέννων).
    Αυτός που είναι άναρχος και αιώνιος, τώρα λαμβάνει αρχή. Αυτός που είναι αυθύπαρκτος, δημιουργείται. Αυτός που είναι άπειρος, χωρείται στην περιορισμένη ανθρώπινη φύση. Αυτός που πλουτίζει με τα αγαθά Του τον κόσμο, γίνεται φτωχός, παίρνοντας ανθρώπινο σώμα, για να πλουτίσω εγώ με την θεότητά Του. Ποιος μπορεί να παραστήσει πόσος είναι ο πλούτος της αγαθότητός Του;
    Γι' αυτό και συ μαζί με τον Αστέρα τρέξε και μαζί με τους Μάγους φέρε Του για δώρα, χρυσό και λιβάνι και σμύρνα. Τίμησέ Του ως Βασιλέα και Θεό και ως Λυτρωτή, που νεκρώθηκε για σένα. Μαζί με τους ποιμένες δόξασέ Τον, με τους αγγέλους υμνησέ Τον, με τους αρχαγγέλους σκίρτησε από χαρά. Ας είναι κοινή η πανήγυρις των ουρανίων και των επιγείων δυνάμεων».

"Αι αγγελικαί προπορεύεσθε δυνάμεις..." (Προεόρτια)


 Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία