Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

Εύσχημοι τρόποι διασπάσεως του αγώνα εναντίον της Παναιρέσεως! --Πού είδαν τα περί ακύρων μυστηρίων στην πράξη της Εκκλησίας;

     
   

   Τὸ ἄρθρο τοῦ κ. Ρίζου (ἐδῶ) προκάλεσε ἕνα γόνιμο προβληματισμό, ὅπως φάνηκε ἀπὸ τὰ σχόλια.  Γιὰ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα μὲ ποιό φιλάνθρωπο τρόπο πορεύεται ἡ Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία, ἀλλὰ καὶ χωρὶς ἐκζήτηση καὶ ἐφαρμογὴ ἀκραίων καὶ ἀπόλυτων θέσεων, παρουσιάζουμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη γεγονότα ἀπὸ μιὰ παρόμοια ἐποχή, ὅπως καταγράφονται ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας κ. Βλάσιο Φειδᾶ.
    Εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ  ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει τὸν Νεστοριανισμὸ καὶ τὸν Μονοφυσιτισμό. Διάφορα ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα μεταπλάττουν, ἐπαναβιώνουν καὶ ἀκολουθοῦν –μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο– κακόδοξες θέσεις καταδικασμένες ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἐπίσκοποι, Ἱερομόναχοι, ἱερεῖς, καὶ βέβαια πολλοὶ λαϊκοί, δέχονται ἢ ἀναπαραγάγουν κακόδοξες θέσεις ποὺ εἶχαν καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, οἱ ἴδιοι ὅμως αὐτοὶ ἱερωμένοι, ποὺ ὑπεστήριζαν αὐτὲς τὶς κακοδοξίες, δὲν εἶχαν καταδικασθεῖ ἀπὸ Σύνοδο, ἀλλά, ἂν καὶ μετέφεραν τὸν δηλητηριώδη ἰὸ καταδικασμένης αἱρέσεως, λειτουργοῦσαν ὡς νόμιμοι Ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς, καὶ συγκροτοῦσαν Συνόδους, ἀντιμαχόμενοι οἱ μὲν τοὺς δέ. Στὰ δὲ κείμενα τῶν ὀρθοδόξων ποιμένων, δὲν ὑπάρχει καμία ἀναφορὰ περὶ ἀκύρων μυστηρίων τῶν κακοδόξων ἢ αἱρετικῶν μέχρι τὴν τελική τους καταδίκη, παρὰ μόνο ἡ  –μετὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς σωστῆς Οἰκονομίας καὶ ὄχι τῆς νεόκοπης ποὺ σήμερα λανθασμένα ἐφαρμόζεται– ἀνάγκη διακοπῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ αὐτούς.
     Ὅσοι δὲν ἀποδέχονται αὐτὴ τὴν ἐξ ἀνάγκης Οἰκονομία τῆς Ἐκκλησίας, μποροῦν νὰ μᾶς ποῦν πῶς ἐξηγοῦν καὶ πῶς κρίνουν τὴν ταραγμένη ἐκείνη περίοδο, κατὰ τὴν ὁποία, ἐνῶ στὴν πράξη ἡ Ἐκκλησία οἰκονομεῖ τοὺς πιστούς, ταυτόχρονα καταπολεμᾶ τὴν αἵρεση;  Ἄραγε τότε, ἐπὶ δεκαετίες οἱ πιστοὶ ἐλάμβαναν ἄκυρα μυστήρια;
    Μήπως πολλοὶ ἀδελφοί, παρασυρόμενοι ἀπὸ “εἰδήμονες” ρασοφόρους,  κάνουν σύγχυση κάποιων πραγμάτων; Δὲν ἀντιλαμβάνονται, δηλαδή, ὅτι εἶναι ἄλλο πρᾶγμαἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τοὺς αἱρετικοὺς ψευδεπισκόπους –γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὸν μολυσμὸ καὶ νὰ πολεμήσουμε τὴν αἵρεση, καὶ ἄλλο πρᾶγμα νὰ ἀποφανθοῦμε ἐμεῖς  –χωρὶς ἀπόφαση Συνόδου (ἀκόμα κι ἂν αὐτὴ δὲν λάβει ποτὲ μέρος, διότι βρισκόμαστε στὰ ἔσχατα)–  ἀπὸ πότε τὰ μυστήρια εἶναι ἄκυρα; Γιατί λοιπόν, ἀπαιτοῦν νὰ γίνουν τέτοιες διασπαστικὲς διεργασίες, τὴν στιγμὴ ποὺ χιλιάδες πιστοὶ βρίσκονται σὲ μιὰ φοβερὴ σύγχυση, δὲν γνωρίζουν ποιόν καὶ τί νὰ ἀκολουθήσουν καὶ μ’ ὅλα αὐτὰ τὰ καμώματα συμπεραίνουν ὅτι εἶναι καλύτερα νὰ παραμείνουν ἐκεῖ ποὺ εἶναι;
     Τὸ νὰ θεωροῦμε κατ’ οἰκονομίαν ἔγκυρα τὰ μυστήρια, ἂν θέλετε, αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ αὐστηρότερο (χειρότερο) ἀπὸ τοῦ νὰ τὰ θεωροῦμε ἄκυρα, γιὰ ὅσους βέβαια ἐν γνώσει τους κοινωνοῦν ἀπὸ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές. Καὶ γιατί αὐτό; Διότι, ἂν τὰ μυστήρια εἶναι ἄκυρα, μικρὸ τὸ κακό. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ μυστήρια τῶν μὴ καταδικασμένων-κεκριμένων αἱρετικῶν εἶναι ἔγκυρα, τότε, αὐτοὶ ποὺ ἐν γνώσει κοινωνοῦν, ἀντὶ φωτισμὸ καὶ χάρη, παίρνουν κολασμὸ καὶ καταδίκη, διότι καταφρονοῦν τὶς Ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ τῶν Ἁγίων ποὺ ἐντέλλονται τὴν ἄμεση ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς («ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν» καὶ «χαίρειν αὐτοῖς μὴ λέγητε»!) καὶ ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς ψευδεπισκόπους καὶ ψευδοδιδασκάλους, ποὺ ἂν καὶ μέλη ἀκόμα τῆς Ἐκκλησίας σαπρά καὶ πρὸς ἐκκοπήν, ἔχουμε ἐντολὴ ἁγιογραφικὴ νὰ προσέχουμε καὶ νὰ ἀποφεύγουμε τὴν μετ’ αὐτῶν κοινωνία· νὰ τοὺς ἀπομονώνουμε, νὰ μὴν ἐκκλησιαζόμαστε ἐκεῖ ὅπου αὐτοὶ λειτουργοῦν, καὶ νὰ ζητοῦμε τὴν καταδίκη τους ἀπὸ τὴν Σύνοδο. Ἐμεῖς (τὸ ἐμεῖς δικαιολογεῖται γιατὶ ἀπευθυνόμαστε πρὸς ἀποτειχισμένους) εἴμαστε ἀσφαλισμένοι, ἐφόσον ἔχουμε ἀποτειχιστεῖ. Ἀφοῦ τηροῦμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, δὲν κινδυνεύουμε. Ἀντιθέτως, ἂν τηρώντας την, τὴν ἑρμηνεύσουμε αὐθαίρετα, διασποῦμε τὸν ἀντιαιρετικὸ ἀγῶνα καὶ κινδυνεύουμε καὶ ἐμεῖς νὰ πέσουμε σὲ πλάνη.
    Εἶναι ὡς ἐκ τούτου παράδοξο, τὸ γιατί κάποιοι δημιουργοῦν αὐτὲς τὶς ἀντιπαλότητες, καὶ διαμάχες, καὶ ἐχθρότητες, καὶ ἀπολυτότητες, καὶ δὲν μένουν στὴν Ἀποτείχιση, περιμένοντας μία Σύνοδο τῶν Ὀρθοδόξων νὰ λύσει αὐτὰ τὰ προβλήματα! Ὅταν συμπεριφέρονται ἔτσι, καὶ μάλιστα ἔχοντας πάρει ἀρνητικὲς ἀπαντήσεις ὡς πρὸς τὶς θέσεις τους ἀπὸ τὴν πλειοψηφία τῶν ἀποτειχισμένων, πῶς κατόπιν ζητοῦν ἑνότητα στὸν ἀγώνα; Ἔχουν φέρει τὰ πάνω-κάτω (πρὸς ἀνακούφιση τῶν Οἰκουμενιστῶν), πότε μιλώντας, ὡς νέες αὐθεντίες κι αὐτοί, γιὰ ἄκυρα μυστήρια, πότε –ἀποφαινόμενοι ὡς Πάπες– καὶ προτρέποντας μας ἀδιακρίτως καὶ ἀνοήτως, πὼς πρέπει νὰ γυρίσουμε στὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, παρότι τοὺς ἔχουμε ἐξηγήσει πολλάκις ὅτι οἱ πιστοὶ δυσκολεύονται ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν ἀποτείχιση· πῶς τότε (σὰν τοὺς Φαρισαίους) θὰ φορτώσουμε κι ἄλλο φορτίο –φορτίο δυσβάστακτο– στοὺς ὤμους τους, δυσκολεύοντας ἀκόμα περισσότερο τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἀγώνα κατὰ τῆς Παναιρέσεως; Χωρὶς νὰ ἔχει ἐξασφαλιστεῖ τὸ Ἄλφα (γιὰ τοὺς λάτρες τῆς Ἀλφαβήτου) ποὺ εἶναι ἡ ἑνότητα, αὐτοὶ φθάνουν στὸ Ὠμέγα, ἀναδεικνύοντας ἑαυτοὺς ἀλλὰ ὑποσκάπτοντας τὸν ἀντιαιρετικὸ ἀγῶνα; Δὲν θὰ τοὺς κάνουμε λοιπὸν τὴ χάρη, νὰ γίνουμε νεκροθάφτες αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα. Ἀφήνουμε αὐτὸ τὸ ἄχαρο ἀγώνισμα στὴν ἀδιακρισία τους.
    Ἂς ξανασκεφθοῦν λοιπόν, νηφάλια, σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση κι ὄχι σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόλυτες θέσεις τους, ποὺ ἐπικαλύπτουν μὲ παρερμηνεῖες Κανόνων καὶ εὐλογοφανεῖς συλλογισμούς: Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἑνότητα στὸν ἀγώνα, νὰ γίνει Σύνοδος Ἀποτειχισμένων, ὅταν οἱ μὲν ἀποτειχισμένοι ἀποκλείουν τοὺς δὲ γιὰ θέματα τόσο σοβαρά, ποὺ δὲν εἶναι ἁρμόδιοι νὰ λύσουν μεμονωμένα ἄτομα, ἀλλὰ τὸ σύνολο τῶν Πατέρων ἐν μετανοίᾳ, ταπεινώσει καὶ διακρίσει;

Φειδᾶ Βλασίου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Α΄,
Δ΄ ἔκδ., σελ. 620-630



Πῶς πρέπει νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μας ἀπὸ τὴν πολυπραγμοσύνη καὶ τὴν περιέργεια


Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου

      Καθὼς εἶναι ἀνάγκη νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μας ἀπὸ τὴν ἀγνωσία, ὅπως εἴπαμε πρίν, ἔτσι παρομοίως εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν φυλᾶμε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν πολυπραγμοσύνη, τὴν ἀντίθετή της ἀγνωσίας. Γιατὶ, ἀφοῦ τὸν γεμίσουμε ἀπὸ πολλοὺς λογισμοὺς μάταιους καὶ ἄτακτους καὶ βλαπτικούς, τὸν κάνουμε ἀδύνατο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη ἐκεῖνο ποὺ ταιριάζει στὴν ἀληθινὴ ἀπονέκρωσί μας καὶ τελειότητα. Γι᾿ αὐτό, πρέπει νὰ εἶσαι σὰν πεθαμένος ἐντελῶς, σὲ κάθε ἔρευνα τῶν ἐπιγείων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ μπορεῖ νὰ ἐπιτρέπωνται, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀναγκαία. Καὶ μαζεύοντας πάντα τὸ νοῦ σου, ὅσο μπορεῖς μέσα στὸν ἑαυτό σου, κάνε τὸν ἀμαθῆ ἀπὸ τὰ πράγματα ὅλου τοῦ κόσμου τὰ πράγματα.
       Τὰ μηνύματα, οἱ καινούργιες εἰδήσεις καὶ ὅλες οἱ μεταβολὲς καὶ οἱ ἀλλοιώσεις, μικρὲς καὶ μεγάλες του κόσμου καὶ τῶν βασιλείων, ἂς εἶναι γιὰ σένα τέτοιου εἴδους, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουν καθόλου (1). Ἀλλὰ καὶ ἂν σοῦ προσφέρωνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐναντιώσου σὲ αὐτά, ἀπομάκρυνέ τα ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὴ φαντασία σου. Ἂς εἶσαι δὲ προσεκτικὸς ἐραστὴς στὸ νὰ καταλάβης τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ οὐράνια, μὴ θέλοντας νὰ γνωρίζῃς ἄλλο μάθημα στὸν κόσμο, παρὰ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ τὴ ζωή του καὶ τὸν θάνατο καὶ τὸ τί ζητάει αὐτὸς ἀπὸ σένα· καὶ βέβαια θὰ εὐχαριστήσῃς πολὺ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἔχει γιὰ ἐκλεκτοὺς καὶ ἀγαπημένους του ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ φροντίζουν νὰ κάνουν τὸ θέλημά του.
    Ἐπειδή, κάθε ἄλλο ζήτημα καὶ ἔρευνα, εἶναι ἐγωισμὸς καὶ ὑπερηφάνεια, δεσμὰ καὶ παγίδες τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος σὰν πανοῦργος, βλέποντας ὅτι ἡ θέλησις ἐκείνων ποὺ προσέχουν στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι δυνατὴ καὶ ἰσχυρή, γυρεύει νὰ νικήσῃ τὸ νοῦ τους μὲ τέτοιες περιέργειες, γιὰ νὰ κυριεύσῃ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Ὁπότε, συνηθίζει πολλὲς φορὲς νὰ τοὺς δίνη σκέψεις δῆθεν ὑψηλές, λεπτὲς καὶ περίεργες καὶ μάλιστα στοὺς εὔστροφους στὸ νοῦ καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι εὔκολοι νὰ ὑψηλοφρονήσουν.
     Γιατὶ αὐτοὶ αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ συνομιλία ἐκείνων τῶν ὑψηλῶν σκέψεων, στὶς ὁποῖες νομίζουν ψεύτικα ὅτι ἀπολαμβάνουν τὸν Θεό, ξεχνοῦν νὰ καθαρίσουν τὴν καρδιά τους καὶ νὰ προσέχουν στὴν ταπεινὴ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ στὴν ἀληθινὴ ἀπονέκρωσι· καὶ ἔτσι ἀφοῦ δεθοῦν μὲ τὸ δεσμὸ τῆς ὑπερηφάνειας, γίνονται εἴδωλο τοῦ ἴδιου τοῦ νοῦ τους· καὶ στὴ συνέχεια, λίγο λίγο, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν, φθάνουν νὰ λογαριάσουν, ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκη πλέον ἀπὸ τὴν συμβουλὴ καὶ τὴ νουθεσία τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ συνήθισαν νὰ προστρέχουν σὲ κάθε τους ἀνάγκη στὸ εἴδωλο τῆς δικῆς τους κρίσεως· πρᾶγμα, ποὺ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο καὶ δύσκολο νὰ ἰατρευθῇ· διότι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ εἶναι πλέον περισσότερο ἐπικίνδυνη ἀπὸ ἐκείνη τῆς θελήσεως.
      Ἐπειδή, ἡ μὲν ὑπερηφάνεια τῆς θελήσεως, ὄντας φανερὴ στὸ νοῦ, εὔκολα θὰ μπορῇ καμιὰ φορὰ νὰ ἰατρευθῇ, ὑποτασσόμενη σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ πρέπει. Ὁ νοῦς ὅμως ὅταν ἔχῃ σταθερὴ γνώμη ὅτι ἡ κρίσις του εἶναι καλύτερη ἀπὸ τῶν ἄλλων, ἀπὸ ποιόν θὰ μπορῇ νὰ ἰατρευθῇ καὶ πῶς νὰ ὑποταχθῆ στὴν κρίσι τῶν ἄλλων, ἐκεῖνος ποὺ δὲν τὴν ἔχει τόσον καλὴ σὰν τὴν δική του; Ἂν ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ νοῦς, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίσῃ καὶ νὰ καθαρίσῃ τὴν ὑπερηφάνεια τῆς θελήσεως, εἶναι ὁ ἴδιος ἀσθενής, τυφλὸς καὶ γεμάτος ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ποιός ἔπειτα μπορεῖ νὰ τὸν γιατρέψει; καὶ ἂν τὸ φῶς εἶναι σκοτάδι καὶ ὁ κανόνας εἶναι λάθος, πῶς θέλει νὰ φωτίσῃ ἢ νὰ διορθώσῃ τὰ ἄλλα; Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀντισταθῇς τὸ γρηγορώτερο σὲ αὐτὴ τὴν ἐπικίνδυνη ὑπερηφάνεια τοῦ μυαλοῦ, προτοῦ νὰ διαπεράση μέσα στὸ νοῦ τῶν κοκκάλων σου καὶ ἀντιστεκόμενος, βάλε χαλινάρι στὴν ὀξύτητα τοῦ νοῦ σου καὶ ὑπόβαλε τὴ δική σου γνώμη στὴ γνώμη τῶν ἄλλων καὶ γίνε ἀνόητος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ εἶσαι σοφώτερος ἀπὸ τὸν Σολομώντα· «Ὅποιος νομίζει ὅτι εἶναι σοφὸς μὲ τὰ μέτρα αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ αἰῶνα, ἂς γίνῃ μωρός, γιὰ νὰ γίνῃ πραγματικὰ σοφός» (Α´ Κορινθ. 3,18).


1. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ μέγας Βασίλειος προστάζει, νὰ εἶναι σὲ μᾶς, σὰν μιὰ πικρὴ γεῦσι ὅλα τὰ κοσμικὰ διηγήματα· «ἤτω σοι πικρὰ γεῦσις, ἡ τῶν κοσμικῶν διηγημάτων ἀκρόαση, κηρία δὲ μέλιτος, τὰ τῶν ὁσίων ἀνδρῶν διηγήματα» (Λόγος ἀσκητικὸς περὶ ἀποταγῆς)" καὶ ὁ προφήτης Δαβίδ, λέει· «Διηγήσαντό μοι παράνομοι ἀδολεσχίας, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ὁ νόμος σου Κύριε» (Ψαλμ. ριη᾿ 85).

Πηγή