Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποτείχιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποτείχιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019

«Π.Π.»: Αδελφέ, Βασίλη, γιατί ψεύδεσαι;


«Εὐλογημένη» ἡ ἀποτείχιση,
ἀλλά …μὴν ἀποτειχίζεσαι!

 Ἡ διαστρέβλωση τῆς ἀποτειχίσεως ἀπὸ τοὺς συνεργάτες τῆς ὁμάδας τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση

Μέχρι τώρα δημοσιεύτηκαν οὐκ ὀλίγα κείμενα τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ποὺ παρουσίαζαν τὴν κρυστάλινη χριστιανικὴ διδασκαλία γιὰ τὴ στάση τοῦ κάθε πιστοῦ ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς κι ὅσους κοινωνοῦν μαζί τους, ἐπειδὴ αὐτοὶ διασποῦν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, διαστρέφουν τὴν Ἀλήθεια της, μολύνουν τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς κακόδοξες θέσεις τους. Εἶναι Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἡ ἀπομάκρυνση ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς «ἀτάκτως περιπατοῦντας»[1], πόσο μᾶλλον καὶ κυρίως ἀπὸ τοὺς «μισθωτοὺς ποιμένες»[2], τοὺς «ψευδεπισκόπους»[3], τοὺς «ψευδαδέλφους»[4], ἢ τοὺς ἔχοντας μὲν ὀρθόδοξο φρόνημα, ἀλλὰ κοινωνοῦντας μὲ αἱρετικούς, ἀφοῦ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας  «οὐχ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν διατέτμηται μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν τὰ αὐτὰ φρονεῖν ἀλλήλοις λεγόντων διασπᾶται»[5] .
Ἐξιχνιάστηκε μέχρι λεπτομερειῶν ἡ στάση τῶν Ἁγίων· ἡ ἄμεση καὶ ἐνστικτώδης ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς· ἡ «καλὴ οἰκονομία» ποὺ εἶναι ἐπιτρεπτὴ καὶ τὰ χρονικά της ὅρια, πέρα ἀπὸ τὰ ὁποῖα καθίσταται «κακὴ οἰκονομία», καὶ κατεδείχθη ὅτι ἡ οἰκονομία στὸν ἀγῶνα ἐνάντια στὴν αἵρεση, ἔτσι ὅπως τὴν ἐφαρμόζουν ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ, δὲν εἶναι μόνο «κακή», μετα-πατερικὴ καὶ ἀντιπατερική, καὶ ἄρα δὲν δρᾶ ἀποτελεσματικά, δὲν σταματᾶ τὴν ἐπέκταση τῆς αἱρέσεως, ἀλλὰ ἀντίθετα διευκολύνει ἀφάνταστα τὴν αἵρεση καὶ ἐδῶ τὴν Παναίρεση νὰ προωθηθεῖ, νὰ ἁπλώσει ρίζες βαθειὲς στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, καὶ νὰ ἐγκαθιδρυθεῖ, προσβάλλοντας, ἀλλοιώνοντας καὶ μολύνοντας ψυχὲς καὶ φρονήματα. Καὶ ὅπως συμβαίνει πάντα στὸν πνευματικὸ βίο, ἡ μία κακοδοξία ἐπιφέρει τὴν ἑπόμενη. Τώρα φυσικά, τὴν κακόδοξη αὐτὴ στάση δὲν τὴν διαδίδουν οἱ προαναφερόμενοι πατέρες, ἀλλὰ τὰ πνευματικά τους παιδιά.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

Καθώς οι Ποιμένες δεν συγκινούνται από την επέκταση της αιρέσεως, αλλά σιωπούν, συμβιβάζονται και κοινωνούν αφόβως και ασεβώς με τους Οικουμενιστές, αρχίζει νέα σειρά αποτειχίσεων


Δήλωση Αποτειχίσεως

τοῦ κ. Βασιλείου Δαμουλάκη



ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΑΜΗΝ.
«καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν·
διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς μαθηταῖς σου. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς·
λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19,39).


Αθήνα, 29 Ιουνίου 2019
Των αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Από: Βασίλειος Π. Δαμουλάκης
Προς: Ι. Αρχ. Αθηνών, Αρχ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο Β΄ (Αρμόδια Επισκοπή)
Κοιν. ‘Α: Μητ. Ι. Μ. Ν. Ιωνίας και Φιλ/είας κ. Γαβριήλ. (Οικεία Επισκοπή τώρα & ανέκαθεν)
Κοιν ‘Β: Πνευματικό πατήρ Πρωτοπρεσβύτερο Π. Νεκτάριο Ι. Ν. Κ. Θεοτόκου Ν. Φ.

Θέμα: Δήλωση Αποτειχίσεως, Ομολογία Πίστεως, Κατάθεση Ερωτήματος, Αίτηση Απαντήσεως.
«Ταύτα ουν παρακαλούμεν διορθώσεώς τε τυχείν εκκλησιαστικής
και της προς τους αιρετικούς κοινωνίας υμάς απέχεσθαι, ειδότας ότι το εν τούτοις αδιαφορείν
την επί του Χριστού παρρησίαν ημών αφαιρείται»
(Μέγας Βασίλειος Επ. 262)

-ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ-

«στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου»

    Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμε, Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας κ. Γαβριήλ, πατήρ Νεκτάριε, με αυτήν μου την επιστολή σας δηλώνω ότι λαμβάνω την απόφαση να εφαρμόσω τον 15ο Ιερό Κανόνα της Α&Β Οικ. Συνόδου [i], αλλά πρωτίστως να υπακούσω στις αμέτρητες εντολές του Ευαγγελίου για την ορθοπραξία, όταν εμφανίζονται ψευδοποιμένες και καταχραστές του λόγου του Κυρίου μας, διακόπτοντας την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί σας αλλά και με όσους κοινωνούν με εσάς σύμφωνα με τα προστάγματα των Αγίων Πατέρων, προς Δόξαν Του Αγίου Τριαδικού Θεού και Του Κυρίου και Θεού ημών Ιησού Χριστού.
    Διακόπτω την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί σας, όσο κι αν αυτό με θλίβει αφάνταστα, όχι μόνο γιατί δεν έχετε πράξει τίποτα απολύτως εναντίον της φοβερής Παναιρέσεως που λυμαίνει την εκκλησία μας, αλλά και γιατί συγκαταλέγεστε πια μέσω της απραξίας σας, της συνεργασίας σας, της κοινωνίας σας με τους οικουμενιστές καθώς και της εγκαταλείψεως του ποιμνίου στα φοβερά δόντια αυτών των προβατόσχημων λύκων, στους «εργαζομένους την ανομίαν». [ii]
    Διακόπτω την εκκλησιαστική κοινωνία μέχρι αποκαταστάσεως της Ορθής κατά τους Αγίους Πατέρες Πίστης και την συνοδική καταδίκη της ήδη καταγνωσμένης αίρεσης του οικουμενισμού, των κακοδόξων, των αιρετικών, των αιρετικόφρονων και των «διπλωματών» [iii]. Καταδικάζω την αίρεση και ομολογώ την Αλήθεια Του Κυρίου Ιησού Χριστού, όπως αυτή μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες μάρτυρες, ομολογητές, απόστολοι, ισαπόστολοι, απολογητές, κάνοντας Υπακοή στους λόγους τους και τους λόγους των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που επιτάσσουν την διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τους αιρετικούς, τους αιρετίζοντες και τους σιωπούντες. [iv]
    «παραγγέλλομεν δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ παντὸς ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος καὶ μὴ κατὰ τὴν παράδοσιν ἣν παρέλαβον παρ᾿ ἡμῶν» (Β Θεσ 3,6).
    «6 Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον, 7 ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μὴ τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. 8 ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾿ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. 9 ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾿ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλάτας 1).

-ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ-
νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος
ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ.
ᾧ ἀντίστητε στερεοὶ τῇ πίστει,
εἰδότες τὰ αὐτὰ τῶν παθημάτων τῇ ἐν κόσμῳ ὑμῶν ἀδελφότητι ἐπιτελεῖσθαι (Α Πετρ. 5,8-9).
     Δηλώνω ρητά ότι,  δεν αρνούμαι την ιεροσύνη των επισκόπων και κληρικών καθώς και τα Άγια Μυστήρια που τελούνται στους Ορθόδοξους Ιερούς Ναούς της επίσημης Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, εφόσον αυτά τελούνται κανονικώς, διότι δεν είναι κεκτημένα κανενός αλλά ανήκουν Στον Άγιο Τριαδικό Θεό.
    Αρνούμαι να αποδεχτώ την ψευτοσύνοδο του Κολυμπαρίου ως

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

Η κακόδοξη αρχή της «ανεξαρτησίας» της Ορθοδοξίας σε κοινωνία με την αίρεση!



«Συμφυές με την πλάνη το ψεύδος»
(Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς – Αντιρρητικός ΣΤ΄1,2 – Ε.Π.Ε. 6)

«Κάθε κακοδοξία έχει μέσα της την ανακολουθία και αυτεπιβουλία…».

         Τοῦ Ν. ΣΑΚΑΛΑΚΗ

Αναμφίβολα, κάποιες «θεολογικές» διατυπώσεις, σήμερα, εκλαμβάνονται ως ομολογία πίστεως στην Εκκλησία, χωρίς να βρίσκονται σε απόλυτη σχέση με ό,τι πιστεύει – φρονεί η Εκκλησία και με ό,τι αποτελεί Πατερική παράδοση.
Παράδειγμα, οι δηλώσεις του π. Αιμιλιανού της Σιμωνόπετρας ενώπιον του Σεβ. Μαξίμου, που είχε μεταβεί στο Άγιο Όρος ως Πατριαρχικός έξαρχος, για την σταθερότητα επαναφοράς του μνημοσύνου του Οικουμενικού Πατριάρχη και την τιμωρία της Ι. Μ. Εσφιγμένου.
- π. Αιμιλιανός: «δι’ αυτό ενώπιον υμών, άγιε πρόεδρε, ομολογώ, ότι η αφοσίωσίς μου προς την μητέρα μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν είναι τοιαύτη, ώστε θα προετίμων να πλανώμαι, αλλά να έχωμαι στερρώς της Αγίας Μητρός Εκκλησίας, παρά να αληθεύω ανεξαρτήτως απ’ αυτήν, διότι δεν θα έχω την βεβαιότητα ότι πατώ σε έδαφος ασφαλές» (Πρακτικά της Συνεδρίας Β΄ (συνάξεως) της 28-9-79, σ. 2).
Σ’ αντίθεση με τον π. Αιμιλιανό, ο αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς δηλώνει:

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

Παγιώνεται από την ομάδα Ζήση η μεταπατερικὴ θεωρία περὶ «ευσεβών» και η εσαεί κοινωνία μετά των αιρετικών!


Σχολιασμὸς τῆς ὁμιλίας
του π. Ἀναστάσιου Γκοτσόπουλου
ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ὁρισμὸ τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, ἀπὸ ἕνα φαινομενικὰ πολέμιό της!

    Ἡ ὁμάδα τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, διὰ μέσου τῆς sui generis ἀποτειχίσεώς τους, εἰσήγαγαν, προωθοῦν καὶ παγιώνουν διὰ τῶν μελῶν της (ποὺ ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἀποτειχισμένους καὶ μὴ ἀποτειχισμένους), τὴν μεταπατερικὴ κακόδοξη θεωρία περὶ «εὐσεβῶν», θεωρώντας «εὐσεβεῖς» ποιμένες, ὅλους αὐτοὺς ποὺ κοινωνοῦν μὲ τὴν παναίρεση τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν!!!
   Νομιμοποιοῦν δηλαδή –ἀντιτιθέμενοι σὲ σύνολη τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση– τὴν κοινωνία μετὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν, εἰσάγοντας τὴν μεταπατερικὴ κακόδοξη θεωρία (πρωτοφανῆ στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία) τῶν «εὐσεβῶν» ποιμένων, ποὺ ὅμως …κοινωνοῦν μετὰ τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τοὺς μνημονεύουν!
    Γιὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ὅποιος κοινωνεῖ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἀκοινώνητος, γιὰ τοὺς μεταπατέρες (π. Θεόδωρο Ζήση, π. Ἄγγελο Ἀγγελακόπουλο, π. Νικόλαο Μανώλη, π. Φώτιο Βεζύνια καὶ τὸν π. Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο -τοῦ ὁποίου τὴν ὁμιλία σχολιάζουμε) εἶναι κοινωνικός!

   Τέτοια παράδοξα συμβαίνουν, ὅταν κανεὶς ἀσχολεῖται μὲ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, προβάλλοντας τὴν δική του μόρφωση καὶ τὸ δικό του παράδειγμα πρὸς μίμηση ἀλλὰ χωρὶς θέληση να ἀκολουθήσει τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων!

    Τὰ παραπάνω λέγονται εἰσαγωγικὰ στὸν σχολιασμὸ  τῆς πρόσφατης περὶ ἀποτειχίσεως ὁμιλίας στὴν Πάτρα τοῦ μὴ ἀποτειχισμένου  π. Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου (ποὺ ἀκολουθεῖ). Μὲ τὴν ὁμιλία του αὐτὴ ὁ π. Ἀναστάσιος προσπάθησε  ἀνεπιτυχῶς  νὰ δικαιώσει τὴν προσωπική του στάση –τοῦ εὐσεβοῦς, ἀλλὰ μὴ ἀποτειχισμένου(!!!)– καὶ τὴν στάση τῆς ὁμάδος Ζήση, δίνοντας πιστοποιητικὸ Ὀρθοδοξίας στὸν μητροπολίτη του Χρυσόστομο, παρότι ἀποδέχτηκε ἀδιαμαρτύρητα τὶς ἀποφάσεις τῆς Κολυμπαρίου Συνόδου καὶ μάλιστα πρόσφατα ἐπισκέφτηκεεὐχαρίστησετίμησε τὸν ἀρχηγέτη τῆς παναιρέσεως Βαρθολομαῖο στὸ Φανάρι!!!
    Ἡ ὁμιλία αὐτὴ τοῦ π. Ἀναστασίου, εἶναι ἀσφαλῶς ἡ πιὸ ἀνεύθυνη (καὶ κακόδοξη θὰ ἔλεγα) ἐργασία του. Μέχρι τώρα ἔχουμε ἀναρτήσει πολλὲς καλὲς ἐργασίες-ἄρθρα του, παρότι σὲ κάποια ἔχουμε ἐκφράσει τὴν διαφωνία μας, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὁμιλία του ἀμαυρώνει ἐπισήμως τὸ ὅλο ἔργο του, γιατὶ τὸν ἀποδεικνύει ὑποστηρικτὴ μετα-πατερικῶν θέσεων τῶν πατέρων Θ. Ζήση καὶ Ν. Μανώλη, ποὺ μόνο κακὸ ἕως τώρα ἔκαναν στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸν ἀγώνα κατὰ τῆς Παναιρέσεως.
    Ἀπομαγνητοφωνήσαμε καὶ σχολιάζουμε στὴ συνέχεια τὰ κυριότερα σημεῖα τῆς ὁμιλίας του· ἐκεῖ θὰ φανοῦν ὁλοκάθαρα οἱ μεταπατερικὲς θέσεις τῆς ὁμάδος Ζήση.
Σημάτης Π.
Σχολιασμὸς τῆς ὁμιλίας
του π. Ἀναστάσιου Γκοτσόπουλου
ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ὁρισμὸ τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, ἀπὸ ἕνα φαινομενικὰ πολέμιό της!

Εἶπε ὁ π. Ἀναστάσιος (ἀπὸ τὸ 26:00 καὶ μετά):
    Ὁ ΙΕ΄ κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου οὐσιαστικὰ περιβάλλει μὲ κανονικὴ ἰσχὺ τὴν πάγια παράδοση καὶ πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἐδικαιοῦτο κάθε χριστιανὸς νὰ διακόψει τὴν κοινωνία μὲ Ἐπισκόπους, ἀκόμα καὶ μὲ Πατριάρχες, ὅταν αὐτοὶ ἔπεφταν σὲ αἱρέσεις… Τί προβλέπει λοιπὸν ὁ ΙΕ΄ κανόνας;

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018

Σκέψεις για έγκυρα-άκυρα μυστήρια (Ζ΄ μέρος)

Η ΣΤΑΣΗ ΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ἔγκυρα καὶ ἄκυρα μυστήρια
 Ὁ μολυσμός
 Ἡ Ἀποτείχιση τῶν πιστῶν
 * Ἡ Οἰκονομία 
Ζ΄ μέρος


Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΑΓΑΠΗΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΜΗΝΑ ΕΝΔΗΜΟΥΣΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΝΘΙΜΟ

Ἐκκλησία πάντα οἰκονομεῖ, ἀλλὰ ἡ οἰκονομία της δὲν γίνεται πρὸς βλάβην τῆς Πίστεως· ἡ οἰκονομία δὲν παραδίδει τὸ ποίμνιο βορὰ στοὺς αἱρετικούς,  οὔτε διὰ τῆς οἰκονομίας ἐπιτρέπεται ἀμαχητὶ στοὺς αἱρετικοὺς νὰ ἐπεκτείνουν τὴν αἵρεση, νὰ ἀλλοιώσουν τὴν Πίστη καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλλουν χωρὶς ἀντίσταση.
Ἔχει ἀναφερθεῖ πολλάκις τὸ παράδειγμα τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου. Ὁ ἅγιος Κύριλλος καὶ ὁ Ρώμης Κελεστίνος, ἀφοῦ διαπιστώθηκε ἡ κακοδοξία του, τοῦ ἔδωσαν διορία δέκα (10) ἡμερῶν! (ὄχι 20 καὶ περισσότερο χρόνων, ὅπως σήμερα)  μετανοήσει καὶ νὰ ἀποπτύσσει τὴν αἵρεση. Παραδείγματα, ὡς τοῦ Νεστορίου, ὑπάρχουν κι ἄλλα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία.
Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνο τοῦ μὴ καταδικασμένου μονοφυσίτη, μὰ κανονικοῦ πατριάρχη Κων/πόλεως Ἀνθίμου, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὸν μὴ καταδικασμένο ἀλλὰ οἰκουμενιστὴ πατριάρχη Βαρθολομαῖο. Σημειωτέον ὅτι ὁ πατριάρχης Ἄνθιμος ἦταν φιλομονοφυσίτης, ὀπαδὸς καταδικασμένης –ἀπὸ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο– αἱρέσεως καὶ σύμφωνα μὲ τὶς ἀντιπαραδοσιακὲς ἀπόψεις τινῶν, δὲν θὰ χρειαζόταν νὰ καθαιρεθεῖ ἀπὸ ἄλλη Σύνοδο, ὡς ὀπαδὸς κεκριμένης αἱρέσεως! Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀκολουθήσει ἄλλη ὁδό, ποὺ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὶς ζηλωτικὲς καὶ μετα-πατερικὲς αὐτὲς τοποθετήσεις. Ὁ Ἄνθιμος ἀνῆλθε στὸν θρόνο μὲ τὴν συμπαράσταση τῆς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας (συζύγου τοῦ Ἰουστινιανοῦ).
Ἄμεση ἦταν ἡ ἀντίδραση τῶν μοναχῶν τῆς Κων/πόλεως· καὶ γιατὶ ἡ μετάθεσή του στὴν Κων/πολη δὲν ἦταν Κανονική (ἦταν ἀντίθετη μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες), καὶ διότι ὁ ἴδιος ἦταν κακόδοξος. Ὁ Ἄνθιμος ἀγνόησε τὶς ἀντιδράσεις τῶν μοναχῶν καὶ δὲν ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις τους, ὡς πρὸς τὸ ἂν ἀποδέχεται π.χ. τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Αὐτοὶ τὸν κατήγγειλαν στὸν Πάπα Ρώμης Ἀγαπητό.
 Ἀντίθετα μὲ ὅσα πράττουν οἱ σημερινοὶ «ὀρθόδοξοι» καὶ «εὐσεβεῖς» ἐπίσκοποι, ὁ τότε ὀρθόδοξος Πάπας Ἀγαπητός, ὅταν βρέθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὄχι μόνο ἀρνήθηκε νὰ συλλειτουργήσει μετὰ τοῦ Ἀνθίμου, μιᾶς καὶ ὁ

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Για να παραμείνει και κοινωνήσει με τους αποτειχισμένους θυσιάζει τη ζωή της και το βρέφος της!


Ἡ στάση των πιστῶν ἀπέναντι στους αἱρετίζοντες ψευδεπισκόπους

   Κάποια ἀκόμα παραδείγματα ἀποτειχίσεως τοῦ πιστοῦ λαοῦ μᾶς παραδίδει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος, ποὺ πρέπει νὰ τὰ μελετήσουμε ὅλοι, γιὰ νὰ δοῦμε, πόσο πίσω εἴμαστε ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς Χριστιανούς. Ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ τὰ δοῦν οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστές ἡμι-αποτειχισμένοι καὶ νὰ ξανασκεφτοῦν, πόσο κακὸ κάνουν μὲ τὴν ἐσφαλμένη διδασκαλία τους, διὰ τῆς ὁποίας, ἀντὶ οἱ πιστοὶ νὰ διδάσκονται νὰ ἐφαρμόσουν τὴν ἁγιοπατερικὴ πρακτικὴ τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς κι ἀπ’ ὅσους κοινωνοῦν μαζί τους, προτρέπονται –ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Θεσσαλονίκης καὶ Πτολεμαΐδος– νὰ κοινωνοῦν μαζί τους!

   Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἐκδίωξε ἀπὸ τὴν ἐπισκοπὴ τῶν Ἐδεσσηνῶν τὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο Βάρσην, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος «τὰς τῆς ἀρετῆς ἀπήστραπτε λαμπηδόνας» (Νικηφόρος Κάλλιστος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 636D),  καὶ στὴ θέση του τοποθέτησε κάποιον ἀρειανόφρονα ποὺ ἦταν ὄνομα καὶ πρᾶμα” Λύκος!
     «Ἐπειδὴ γὰρ τὸν εἰρημένον Βάρσην τῆς ποίμνης ἐστέρησεν, Λύκον ἀντικαθίστη» (π. παρ.).
    Ὅμως τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν ἀντέδρασε μὲ σφοδρότητα καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἔρθει σὲ κοινωνία μὲ τὸν προβατόσχημο λύκο καὶ ψευδεπίσκοπο Λύκο. Γι’ αὐτὸ ΟΛΟΙ βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ συγκεντρώθηκαν σὲ ἕναν εὐκτήριο οἶκο ἀφιερωμένο στὸν ἀπόστολο Θωμᾶ.
     Καὶ ὁ βασιλιᾶς Οὐάλης ἔδωσε ἐντολὴ στὸν ἔπαρχο Μόδεστο νὰ ἐκδιώξει μὲ στρατιωτικὴ ἐπιχείρηση τὸ πλῆθος ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, κάνοντας χρήση ἀκόμα καὶ τῶν σπαθιῶν!
    Ὁ Μόδεστος ἑτοιμάστηκε νὰ πραγματοποιήσει τὴν διαταγή. Ἀλλ’ ὅμως τὴν προηγούμενη ἡμέρα (γιὰ ἀδιευκρίνιστους λόγους)

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Για να μαθαίνουν Ποιμένες και λαϊκοί, οι κοινωνούντες με τους αιρετικούς Οικουμενιστές, την Παράδοση της Εκκλησίας


«...Καίπερ ποιμένα μὴ ἔχοντες, ὅμως τὰ ποιμένων ἔδρων»!



  Ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος (13ος-14ος αἰ.) διακρίθηκε ὡς ἱστορικός, ἐξηγητὴς τῶν Γραφῶν, ποιητὴς ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων κ.λπ.
    Ἀπὸ τὴν «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία» του παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες -ἐκτὸς τῶν ἄλλων- καὶ γιὰ τὴν στάση τῶν πιστῶν ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις. Παρουσιάσαμε καὶ ἄλλοτε κάποια κείμενα γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Σήμερα παρουσιάζουμε τὴν στάση τῶν πιστῶν τῶν Σαμοσάτων, στὸ μεσοδιάστημα μεταξὺ Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅταν μὲ παρεμβάσεις τῶν αἱρετικῶν αὐτοκρατόρων ἢ τῶν εὐνοουμένων ἀπ’ αὐτοὺς Ἀρειανοφρόνων Ἐπισκόπων, ἐδιώκοντο οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καὶ στὴν θέση τους ἐγκαθίσταντο Ἀρειανόφρονες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν καταδικαστεῖ ἀπὸ Σύνοδο. Στὴν περίπτωση αὐτὴ οἱ πιστοὶ ἐφάρμοζαν τὴν ἁγιοπατερικὴ στάση τῆς Διακοπῆς Κοινωνίας Ἀποτειχίσεως, πολὺ πρὶν αὐτὸ κατοχυρωθεῖ ἀπὸ τὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου.
    Ὅπως, λοιπόν (μᾶς διηγεῖται ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος) ἡ συμμορία τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου εἶχε ἐκδιώξει ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες τοὺς Ὀρθοδόξους Ποιμένες, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὰ Σαμόσατα· ἔδιωξε τὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο Εὐστάθιο καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐγκατέστησε τὸν Εὐνόμιο. Καὶ τότε οἱ Ὀρθόδοξοι ὅλοι, ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, σταμάτησαν νὰ ἐκκλησιάζονται! Καὶ ὁ Ἐπίσκοπος ἔμεινε μόνος στὸ Ἐπισκοπεῖο, καὶ κανεὶς δὲν τὸ ἐπισκεπτόταν, οὔτε τοῦ μιλοῦσε!
    «Ὡς γὰρ οἱ τῆς Ἀρείου συμμορίας ὅλας τὰς ἐκκλησίας τῶν ποιμένων γυμνώσαντες, καὶ ἐπὶ Σαμόσατα ἕτερον ἀντ’ Εὐσταθίου, Εὐνόμιον ὄνομα ἀντεισήγαγον· οὐδεὶς τῶν ἁπάντων, οὐ πένης, οὐ πλούσιος, οὐ νέος, οὐ πρεσβύτης, ἁπλῶς οὐδεὶς φάναι εἰς τὴν ἐκκλησίαν εἰσῄει, ὥσπερ ἦν ἔθος· μόνος δ’ ἐκεῖνος τῷ ἐπισκοπείῳ διῆγεν, οὐδενὸς αὐτὸν οὐθ’ ὁρῶντος, οὔτε τὸ παράπαν λόγον μεταδιδόντος. Καίτοι φασὶν αὐτὸν ἄλλως ἐπιεικῆ τε ὄντα καὶ μέτριον· καὶ τοῦτο παρίστησιν».
    Καὶ ἐπειδὴ πῆγε σὲ δημόσιο λουτρὸ καὶ οἱ ὑπηρέτες ἔκλεισαν τὶς πόρτες, ἔμαθε ὅτι ἔξω ὑπῆρχε ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων καὶ πρόσταξε τοὺς ὑπηρέτες νὰ ἀνοίξουν τὶς πόρτες, ὥστε ὅποιος θέλει νὰ χρησιμοποιήσει τὸ λουτρό. Καὶ ἐπειδὴ κάποιοι μπῆκαν μέσα τοὺς προέτρεπε νὰ μποῦν κι αὐτοὶ στὰ λουτρά. Ἀφοῦ ὅμως οἱ εἰσελθόντες παρέμεναν ἐν σιγῇ χωρὶς νὰ μπαίνουν στὰ λουτρά, θεώρησε τὴν στάση αὐτὴ ὡς στάση σεβασμοῦ στὸ πρόσωπό του, γρήγορα ἔφυγε ἀπὸ τὸ λουτρό.
    «Ἐπειδὴ γὰρ εἰς δημόσιον ἦκε λουτρόν, τῶν οἰκετῶν ἐγκλεισαμένων τὰς θύρας, πλῆθος πρὸ τῶν θυρῶν ἐστάναι μαθών, τοῖς οἰκέταις αὖθις ἀναπετάσαι τὰς θύρας τοῦ βαλανίου ἐνεκελεύετο, καὶ ἀδεὼς τοῦ λουτροῦ κοινωνεῖν τῷ βουλομένῳ ἐπέτρεπε. Τὸ ἴσον δὲ καὶ ἐν τοῖς θόλοις ἔνδον ἐποίει. Ἐπεὶ δ’ εἰσῄεσάν τινες καὶ κύκλῳ εἰστήκεσαν, συμμετέχειν τῶν θερμῶν ὑδάτων προὐτρέπετο. Ὡς δ’ ἱστάμενοι καὶ ἔτι σιγὴν ἤσκουν, τιμὴν τὴν στᾶσιν ὑπολαβών, θᾶττον καταλιπὼν τὸ θερμόν, ἀπηλλάττετο».
    Αὐτοὶ ὅμως (ὅταν ἔφυγε) ἐπειδὴ θεώρησαν ὅτι ἂν χρησιμοποιοῦσαν τὸ ἴδιο νερὸ γιὰ τὸ λουτρό τους, ἦταν σὰ νὰ συμμετεῖχαν στὸ μολυσμὸ τῆς αἱρέσεως, ἔχυσαν τὸ νερὸ στοὺς ὑπονόμους καὶ πῆραν τὸ λουτρό τους, ἀφοῦ γέμισαν τὰ λουτρὰ μὲ ἄλλο νερό!
   «Οἱ δὲ συμμετασχεῖν τὸ ὕδωρ τοῦ τῆς αἱρέσεως ἄγους νομίσαντες, ἐκεῖνο μὲν τοῖς ὑπονόμοις ἐξέχεον· ἕτερον δὲ κεράσαντες, ἀπελούοντο».
    Ὅταν αὐτὸ τὸ ἔμαθε ὁ Εὐνόμιος, ἀμέσως ἐγκατέλειψε τὴν πόλη καὶ ἐπέστρεψε «σπίτι» του! Διότι θεώρησε ἄσκοπο καὶ ἀνόητο νὰ παραμένει σὲ μιὰ πόλη, ποὺ ὅλοι εἶναι ἐναντίον του!
    «Ὁ δὴ μαθὼν ὁ Εὐνόμιος, εὐθὺς τὴν πόλιν λιπών, οἴκαδε ἴετο· λίαν γὰρ ἀνόητον ᾤετο πόλει δυσμενῶς ἐχούσῃ κοινῶς παραμένειν αἱρεῖσθαι. Καὶ οὕτω μὲν ἐκεῖνος ἐκὼν ἀπεχώρει Σαμοσάτων» (Νικηφόρος Κάλλιστος, P.G. 146, 633BD).

«...Καίπερ ποιμένα μὴ ἔχοντες, ὅμως τὰ ποιμένων ἔδρων»!

    Ὅταν ἀπεχώρησε ὁ Εὐνόμιος ἀπὸ τὰ Σαμόσατα οἱ Ἀρειανοὶ τοποθέτησαν ἄλλον Ἐπίσκοπον, «Λούκιον ὄνομα, λύκον ὄντως καὶ οὐ ποιμένα. Τά γε μὴν πρόβατα, καίπερ ποιμένα μὴ ἔχοντες, ὅμως τὰ ποιμένων ἔδρων, ἄσυλον διατηροῦντες τὸ δόγμα τῆς πίστεως» (ὅπ. παρ., P.G. 146, 633D636ΑΒ).
    Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι οἱ πιστοί, διαπιστώνοντας ὅτι ὁ ποιμένας ποὺ τοὺς διόρισαν ἦταν ψευδοποιμένας, λύκος ἀντὶ ποιμήν, δὲν περίμεναν τὴν ἀπόφαση κάποιας Συνόδου, ἀλλὰ ἔπραξαν αὐτοὶ ἐκεῖνα ποὺ ἔπρεπε νὰ πράξει ὁ ποιμένας· κι ἔτσι μὴ κοινωνοῦντες μὲ τὸν ψευδοποιμένα Ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Λούκιο, διατήρησαν ἀκέραιο τὸ δόγμα τῆς Πίστεως, ὅπως θὰ δοῦμε.
     Καὶ πρὸς αὐτόν -οἱ πιστοὶ τῶν Σαμοσάτων- φέρθηκαν μὲ παρόμοιο τρόπο, ὅπως καὶ πρὸς τὸν Εὐνόμιον, ὅπως φάνηκε ἀπὸ ἕνα συμβάν.
     Κάποια μέρα, δηλαδή, καὶ ἐνῶ τὰ παιδιὰ ἔπαιζαν πετώντας μιὰ σφαῖρα τὰ μὲν πρὸς τὰ δέ, περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἐπίσκοπος Λούκιος. Καὶ συνέβη ἡ σφαῖρα νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς παιδιοῦ καὶ νὰ περάσει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τῆς ἡμιόνου στὴν ὁποία καθόταν ὁ ἐπίσκοπος Λούκιος. Καὶ τὰ παιδιὰ «ἀνωλόλυξαν», φώναξαν ἔντρομα, γιατί περνώντας κάτω ἀπὸ τὸ ζῶο τοῦ αἱρετικοῦ, πίστεψαν ὅτι μολύνθηκε! (Καὶ πῶς θὰ παίξουν μετά).
    Αὐτός, μὴ κατανοώντας τὴν συμπεριφορὰ τῶν παιδιῶν, εἶπε σὲ ἕνα ἀκόλουθό του νὰ παραμείνει στὸ χῶρο καὶ νὰ μάθει γιατὶ φέρθηκαν ἔτσι τὰ παιδιά. Καὶ (εἶδε ὁ ἀκόλουθος) ὅτι τὰ παιδιὰ ἄναψαν φωτιὰ καὶ ἔρριξαν τὴν σφαῖρα πάνω της, θέλοντας νὰ τὴν ἀπολυμάνουν-«καθαρίσουν» ἀπὸ τὸ μολυσμὸ (ποὺ πῆρε περνώντας κάτω ἀπὸ τὴν ἡμίονο τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου).
    Καὶ ἐπιλέγει ὁ Θεοδώρητος (ἀπὸ τὸν ὁποῖον δανείστηκε τὸ περιστατικὸ ὁ Νικηφόρος): Εἶναι βέβαια παιδικὴ ἡ ἀντίδραση, ἀλλὰ δείχνει πόση ἀποστροφὴ εἶχαν οἱ κάτοικοι Σαμοσάτων, πρὸς τοὺς Ἀρειανόφρονες, ποὺ διέστρεφαν τὸ Δόγμα τῆς Πίστεως:
    «Καὶ μειρακιῶδες μὲν ἴσως τοῦτο· ὅμως ἱκανόν ἐστι δεῖξαι ὅσον ἡ πόλις αὕτη ἔντροφον εἶχε τὸ μῖσος πρὸς τοὺς τὸ δόγμα τῆς πίστεως ᾑρημένους παραχαράττειν» (ὅπ. παρ., P.G. 146, 636ΑΒ).
Π.Σ. 

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Σκέψεις και προτάσεις προς αποτειχισμένους


Παρέμβασις (σκέψεις καὶ προτάσεις) εἰς τὴν ἀπὸ 19/9/2018 ἐπιστολὴ τοῦ σεβαστοῦ καὶ ἀγωνιστοῦ ἱερέως  π. Σταύρου Βάϊου

Τοῦ  Ἱερομονάχου  Εὐθυμίου  Τρικαμηνᾶ

λαβα καθυστερημένα λόγῳ ἀπουσίας μου εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ κείμενο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ σεβαστοῦ καὶ ἀγαπητοῦ ἱερέως π. Σταύρου Βάϊου, τὸ ὁποῖο βέβαια ἀπευθύνετο πρὸς ἅπαντας τοὺς ἀποτειχισμένους ἀπὸ τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πατέρες καὶ ἀδελφούς, καὶ τὸ ὁποῖο, ὡς ἦτο φυσικό, ἐμελέτησα προσεκτικά. Ὡς ἐκ τούτου δοθείσης τῆς εὐκαιρίας θέλω νὰ καταθέσω κάποιες σκέψεις καὶ προτάσεις, οἱ ὁποῖες δύνανται ἴσως νὰ βοηθήσουν εἰς τὴν ἐπίλυσι τῶν δημιουργηθέντων προβλημάτων.
Κατ’ ἀρχὰς δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ εἶναι πολὺ καλὸ καὶ βοηθᾶ ὅλους μας εἰς τὴν συνειδητοποίησι κάποιων πνευματικῶν πραγμάτων ποὺ ἀφοροῦν τὴν μεταξύ μας σχέσι καὶ τὴν συμπεριφορά μας. Βοηθάει στὴν ἀναγνώρισι τῶν λαθῶν μας, τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας κ.λπ. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖο ὅλοι μας εἴμεθα ἔνοχοι, διότι ὅλοι εἴμεθα ὑπὸ τὴν ἐπίρροια τῶν παθῶν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν παραμένομε εἰς τὸ νὰ ἐκθέσωμε τὶς ἀπόψεις μας μὲ σωστὸ τρόπο, ἀλλὰ παρεκτρεπόμεθα σὲ χαρακτηρισμούς, ὑποτιμήσεις τῶν ἄλλων κ.λπ., ὅπως πολὺ σωστὰ περιέγραψε ὁ π. Σταῦρος.
Ἡ παρέμβασις ἡ ἰδική μου ἔγκειται σὲ δύο σημεῖα.
1) Εἶναι ἀρκετὴ ἡ διόρθωσις αὐτῶν τῶν λαθῶν καὶ σφαλμάτων καὶ ἡ μετάνοια δι’ ὅλα αὐτά, μὲ τὴν ὁποία καταλήγει στὴν ἐπιστολή του ὁ π. Σταῦρος, διὰ νὰ ὑπάρξη ταύτισι καὶ συμπόρευσι τῶν Ἀποτειχισμένων ἀπὸ τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;
2) Μήπως πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμε καὶ στὶς θέσεις μας καὶ νὰ μετανοήσωμε, τρόπον τινὰ δι’ αὐτές, ἐπειδὴ αὐτὲς εἶναι τὸ ἀγκάθι καὶ ἡ αἰτία ὅλων τῶν προβλημάτων καὶ ἀπὸ αὐτὲς ξεκινοῦν καὶ οἱ διαπληκτισμοί, οἱ κακοὶ τρόποι συμπεριφορᾶς, ἐκφράσεων κ.λπ. καὶ εἶναι ἡ ἀφετηρία ὅλων τῶν ἀντιπαραθέσεων;
Ἂν ὑπονοῆ ὁ π. Σταῦρος καὶ τὴν μετάνοια ὡς πρὸς τὶς θέσεις μας, τότε ἐγείρεται τὸ πρόβλημα, ποῖοι πρέπει νὰ μετανοήσουν, ὥστε νὰ ὑπάρξη σύγκλισις καὶ ταύτισις ἀπόψεων καὶ θέσεων.
Μήπως νὰ μετανοήσουν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι τὸ Ἡμερολόγιο οὔτε θέμα Πίστεως εἶναι, οὔτε Παραδόσεως, οὔτε στὴν Ἁγία Γραφὴ ὑπάρχει κάτι τὸ ὁποῖο νὰ ἀναφέρεται εἰς αὐτό, οὔτε κάποιος ἱερὸς Κανόνας ἀναφέρει κάτι, ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς, οὔτε κάποιος Ἅγιος ἐδίδαξε κάτι παρόμοιο, οὔτε τέλος πάντων στὴν διαχρονικὴ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε συμφωνία στὴν ἀποδοχὴ ἑνὸς ἡμερολογίου;
Μήπως πρέπει πάλι νὰ μετανοήσουν αὐτοὶ πού, ἀντιθέτως, θεωροῦν τὸ Ἰουλιανὸ Ἡμερολόγιο θέμα Πίστεως, Παραδόσεως ἱερᾶς καὶ ἀμετακινήτου, βασικὸ θέμα προκειμένου νὰ ἔχουν μὲ κάποιον ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, τὸ θεωροῦν θέμα σωτηρίας, τὸ ἔχουν ἱεροποιήσει (ἴσως καὶ εἰδωλοποιήσει), θεωροῦν ὅτι, ἂν δὲν ἀκολουθῆς τὸ Π.Η. ἀλλὰ τὸ Ν.Η., εἶσαι μέσα στὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔστω κι ἂν ἔχης ἀποτειχιστῆ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καί, τέλος πάντων, πρέπει νὰ γίνη ἀγώνας προκειμένου νὰ ἐπανέλθουμε στὸ Π.Η.;
Μήπως, ἐπίσης, πρέπει νὰ μετανοήσουν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι δηλώνουν καὶ πιστεύουν ὅτι τὰ μυστήρια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἄκυρα, καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ ἀποτειχίστηκαν, δέχονται ἀδιακρίτως τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τοὺς μεταδίδουν τὴν θεία Κοινωνία κ.λπ., καὶ δι’ αὐτὸ ἔχουν κάνει μία, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενο, μεσοβέζικη Ἀποτείχιση, ἡ ὁποία βέβαια ἀρέσει στοὺς Ἀντιοικουμενιστές, ἴσως καὶ στοὺς Οἰκουμενιστές, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν διώκονται, οὔτε καθαιροῦνται ἀπὸ αὐτούς κ.λπ.;
Μήπως τέλος πρέπει νὰ μετανοήσουν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦν μέσα στὴν Ἀποτείχισι ὡς ἀρχηγοὶ καὶ πρωτοστάτες, μὲ ἀξιώσεις οἱ ἄλλοι νὰ τοὺς ἀκολουθοῦν  ἀδιαμαρτύρητα, νὰ ἀποφασίζουν μόνοι των διὰ τὸ δέον γενέσθαι σὲ κάθε περίπτωσι καὶ πρόβλημα, νὰ ἔρχωνται ὡς ἀρχηγοὶ σὲ ἐπικοινωνία μὲ Ἀποτειχισμένους καὶ Ἀντιοικουμενιστὲς ἄλλων χωρῶν (Ρωσίας, Ρουμανίας κ.λπ.), νὰ συνεργάζωνται καὶ νὰ συμφωνοῦν μαζί των ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὑπολοίπων καὶ χωρὶς κατ’ οὐσίαν συμφωνία καὶ ἐξουσιοδότησι ἀπὸ τὴν σύναξι τῶν Ἀποτειχισμένων καὶ τρόπον τινά, νὰ θεωροῦν ὅτι ἡ Ἀποτείχισι ἀρχίζει καὶ τελειώνει σὲ αὐτοὺς καὶ σὲ ὅσους συμφωνοῦν μαζί τους;
Ἡ παρέμβασίς μας λοιπόν εἰς τὴν ἐπιστολὴ τοῦ π. Σταύρου ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι πρέπει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ διευκρινισθῆ ἂν πρέπη νὰ μετανοήσωμε μόνο ὡς πρὸς τὴν συμπεριφορά μας, τὶς ἐκφράσεις μας, τὸν ἐγωϊσμό μας κ.λπ., ἢ πρέπει νὰ μετανοήσωμε καὶ ὡς πρὸς τὶς θέσεις μας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρέπει νὰ δηλωθῆ ἡ ὁδὸς ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀκολουθηθῆ, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῆ ἡ συμφωνία καὶ νὰ ἐπέλθη ἡ ὁμόνοια. Διότι ὅλα ὅσα ἀναφέρει στὴν ἐπιστολή του ὁ σεβαστὸς π. Σταῦρος εἶναι θεωρητικὰ καὶ προσωπικά, καὶ πρέπει νὰ διευκρινισθοῦν καὶ οἱ πρακτικὲς πλευρές, ὥστε αὐτὰ νὰ ὑλοποιηθοῦν.

Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Παντελής άγνοια ή συνειδητή διαστρέβλωση της Πατερικής διδασκαλίας και ασέβεια στον Όσιο;




Παρέμβασις δευτέρα εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση τῆς Ἡμερίδος εἰς τὴν Θεσ/νίκη μὲ θέμα:

«Περιπτώσεις Οἰκονομίας στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία» (Δεῖτε ἐδῶ κι ἐδῶ) 
              
Τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ


     Μελετώντας διεξοδικώτερα τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση εἰς τὴν ἐν λόγῳ Ἡμερίδα, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσι νὰ δευτερολογήσω, μὲ τὸν σκοπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἀληθείας, τῆς ἐνημερώσεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ εἰδικὰ ὅσων ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τὴν αἵρεσι, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνη σὲ Ὀρθόδοξες βάσεις καὶ ὄχι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενο, κατὰ τρόπον μεσοβέζικο· ἢ ὅπως λέει ὁ λαός, νὰ εἴμεθα ἀποτειχισμένοι, παίζοντας συγχρόνως σὲ διπλὸ ταμπλώ.
    Ἐπίσης πρέπει νὰ ἀποκατασταθῆ ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, διότι τὸν ἐπαρουσίασαν ὡς δῆθεν δεχόμενο τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, ὡς ἀκραῖο καὶ αὐστηρό, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναγκασθῆ ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος νὰ διορθώση τὶς αὐθαιρεσίες του, ὡς δεχόμενο τὴν μεσοβέζικη Ἀποτείχισι καὶ τὸ νὰ παίζη κανείς, ἐνῶ εἶναι Ἀποτειχισμένος, σὲ διπλὸ ταμπλώ.
    Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸν θὰ παρουσιάσωμε τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου καὶ τὴν ἐν γένει στάσι του, ὄχι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ αἱρετικούς, Μοιχειανοὺς καὶ Εἰκονομάχους.
    Ἡ θέσις τοῦ Ὁσίου στὸ θέμα αὐτὸ θὰ δείξη ὁλοφάνερα τί διδάσκει ὁ Ὅσιος καὶ πόσο ἐμεῖς τὸν μετεμφιέσαμε σὲ σημεῖο νὰ τὸν κάνουμε ἀγνώριστο, δίκην κοσμικῶν ἀνθρώπων κατὰ τὶς ἀπόκριες.
    Ὑπάρχουν δεκάδες χωρία, τὰ ὁποῖα μᾶς δείχνουν τὴν θέσι τοῦ Ὁσίου εἰς τὸ σημεῖο αὐτό, ἐμεῖς δὲ θὰ παρουσιάσωμε τὰ σημαντικώτερα, διὰ νὰ μὴν κουράσωμε τοὺς ἀναγνῶστες, κάνοντας στὸ κάθε ἕνα μικρὴ ἑρμηνεία καὶ σχολιασμό.
   «Ταῦτα ἐστί, πάτερ ἅγιε, τὰ φοβοῦντα καὶ συστέλλοντα  ἡμῶν τὴν καρδίαν. Καὶ διὰ ταῦτα πρὸς τὸ μὴ κοινωνῆσαι αὐτῷ τε καὶ τῷ προηγησαμένῳ πατριάρχῃ, ἐπὰν μετεδίδοι τῷ μοιχεύσαντι, ἀπεκλείσθην ἐγὼ μὲν ἐν ᾧ καθέζῃ τόπῳ, ὁ ἡγούμενος δὲ καὶ οἱ λοιποὶ σὺν τῷ ἀρχιεπισκόπῳ ἐν τῇ Θεσσαλονίκῃ ὑπερορισθέντες. ἀλλ’ ὁ Θεὸς πάλιν ἐπισυνήγαγεν ἡμᾶς εὐχαῖς σου· καὶ οὐδ’ οὕτως ὡς ἔτυχεν ἡνώθημεν τῷ πατριάρχῃ, εἰ μὴ ὡμολόγησε καλῶς ἡμᾶς πεποιηκέναι. ἐὰν οὖν, ὅτε ἡ μοιχεία ἦν καὶ ἡ τῶν κανόνων παράβασις, οὐχ ὑπεστάλημεν δυνάμει Θεοῦ, πῶς οὖν ἄρτι, ὅτε εὐσεβοῦσά ἐστιν ἡ βασιλεία, ἕνεκεν ἑνὸς πρεσβυτέρου καθῃρημένου ὑποσταλησόμεθα καὶ προδώσομεν τὴν ἀλήθειαν, κινδυνεύοντες κατὰ ψυχήν; Οὐδαμῶς, ἀλλὰ πάντα ἡμῖν φορητὰ μέχρι θανάτου ἢ μετασχεῖν τῆς ἐκείνου κοινωνίας καὶ τῷ ἐκείνῳ συλλειτουργούντων, ἕως ἂν παύσῃ τῆς ἱερουργίας, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ προτέρου» (Φατ. 21,55,29. –Minge 99, 972B).
    Πρέπει ἐδῶ πρὸς κατανόησι νὰ ἀναφέρωμε τὰ ἑξῆς. Ὁ Ὅσιος ποτὲ δὲν ἔκανε διακοπὴ μνημονεύσεως χωρὶς διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας σὲ πλήρη μορφή, ὅπως σήμερα σὲ πολλοὺς ἀκούγεται, ὅτι δηλαδὴ θὰ διακόψωμε τὴν μνημόνευσι, ἀλλὰ ὄχι τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, σὰν διαμαρτυρία κ.λπ. Ὁ Ὅσιος ἔκανε τὸ ἀντίθετο. Δηλαδὴ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἔστω καὶ ἂν κατ’ οἰκονομία ἐμνημόνευε ἄχρι καιροῦ. Ἡ διακοπὴ λοιπὸν τῆς μνημονεύσεως ἦτο τὸ τέλος καὶ ὄχι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διαστάσεως καὶ ἐσήμαινε τὴν πλήρη ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς μέχρι βαθμοῦ ἑστιάσεως.
    Στὸ κείμενο αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐπαρουσιάσαμε, ὁ Ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ὁ ἅγιος Ταράσιος ὁμολόγησε ὅτι καλῶς ἔπραξε ὁ Ὅσιος διακόπτοντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν Πατριάρχη καὶ ὄχι ὅτι δῆθεν ἦτο αὐστηρὸς καὶ διορθώθηκε ἡ αὐστηρότης του ἀπὸ τὴν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο, ὅπως ἰσχυρίστηκε ὁ π. Σεραφεὶμ Ζήσης στὴν εἰσήγησί του.
     Τέλος ὁ Ὅσιος δὲν ὑπολόγισε τὶς ἐπιπτώσεις τῆς Ἀποτειχίσεως, ὅπως ἐμεῖς κάνουμε σήμερα, δημιουργώντας πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ μεσοβέζικες Ἀποτειχίσεις.
2. «Ἀλλὰ τί πάθωμεν; ὅτι ἐντολὴ Θεοῦ πρόκειται καὶ κανόνες πατρικοὶ οἱ ἀπείργοντες ἡμᾶς ἐκ τῆς τοιαύτης κοινωνίας» (Φατ. 21, 55, 61. –Migne 99, 969D).
    Εἶναι πολὺ σημαντικὸ τὸ χωρίο αὐτό, μαζὶ μὲ ἄλλα παρόμοια, διότι ὁ Ὅσιος τὶς Εὐαγγελικὲς Ἐντολὲς καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες περὶ Ἀποτειχίσεως δὲν θεωροῦσε ὅτι ἐτέθησαν καὶ ἀφοροῦσαν τοὺς καταδικασμένους ὑπὸ συνόδου αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς κακῶς φρονοῦντας, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχαν καταδικαστεῖ. Οἱ Ἀντιοικουμενιστὲς ὅμως σήμερα, καὶ ἴσως κάποιοι Ἀποτειχισμένοι, διαφορετικὰ φρονοῦν ἀπὸ τὸν Ὅσιο, θεωρώντας ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀναφέρονται στοὺς καταδικασμένους ὑπὸ Συνόδου αἱρετικοὺς καὶ ἔτσι βολεύονται, τρόπον τινά, καὶ δικαιολογοῦν αὐτὸν τὸν ἐκκλησιαστικὸ συναγελασμό. Αὐτὸ κατ’ ἐπέκτασι ἀφορᾶ καὶ τοὺς δεχομένους τὴν δυνητικὴ λεγομένη ἑρμηνεία τοῦ 15ου  Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καὶ τὴν θέσι μας ὅτι εἶναι δεκάδες οἱ ἱεροὶ Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν διὰ τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
3) «… Ἐκεῖνο ἐν ἐμαυτῷ λέγων, ὅτι, ἐπεὶ οὐκ εἰμὶ ἐπισκόπου ἔχων ἀξίωμα δυνάμενος ἐλέγχειν, ἀρκετόν μοι ἡ οἰκεία φυλακὴ καὶ τὸ μὴ μετασχεῖν με τῆς τε ἐκείνου κοινωνίας καὶ τῶν ἐκείνῳ ἐν γνώσει συλλειτουργούντων, ἕως ἂν ἐκ μέσου γένηται τὸ σκάνδαλον» (Φατ. 25, 70, 69. –Minge 99, 989D).
    Διὰ τὸν Ὅσιο, τονίζεται ἐδῶ, διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐσήμαινε ὅτι δὲν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικὰ καὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ ἐν γνώσει συλλειτουργοῦσαν μὲ τοὺς αἱρετικούς.
4) «Ἀλλ’ ἐλέησον ὁ ποιμὴν ὁ καλός, ἀλλὰ βοήθησον, ὁ ἰατρὸς ὁ ἐπιστήμων, τὴν ποίμνην σου, τὰ πρόβατά σου, τὰς ἐκκλησίας σου, τρόποις σοφίας σου, λόγοις συνέσεώς σου, φαρμάκοις ἰατρείας σου τὸ ἓν πρόβατον ἀπεῖρξαι μόνης τῆς ἱερουργίας καὶ τὰ ὅλα κερδῆσαι, καὶ μὴ τῇ τοῦ ἑνὸς ψώρᾳ λυμανθῆναι τὴν ἐκκλησίαν, ἣν περιεποιήσατο ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν τῷ οἰκείῳ αἵματι» (Φατ. 25,70,83, P.G.99. –Migne 99, 992A).
    Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος ὅτι ἡ πλάνη καὶ ἡ αἵρεσις ἑνὸς μολύνει ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ὅταν τὴν ἀνεχόμεθα ἢ καλύπτομε καὶ δὲν Ἀποτειχιζόμεθα ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μολύνονται ὅλοι, ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία.
5) «Βεβήλωσις οὖν τῶν ἁγίων ἐστίν, ὦ ἀδελφέ, τοῦτον ἱερουργεῖν, καὶ σύγχυσις παντελὴς τῶν κανόνων τὸ μὴ τὰ τοιαῦτα φυλάττεσθαι. τί γὰρ λέγει καὶ ὁ Χρυσόστομος; ὅτι οὐκ ἀκίνδυνόν ἐστι τὸ ἀνεξέταστον ἐπὶ τοῦ ἱερέως, οὐ περὶ πίστεως, ὡς οἴει, τοῦτο λέγων, ἀλλὰ περὶ τῆς κατὰ τὸν βίον ἀκριβείας. ἐκζητεῖν τοίνυν καὶ ἀνερευνᾶν ἕκαστον ὅπως ἔχει οὐ δέον· ἡ χάρις γὰρ καὶ ἐπὶ τοὺς ἀναξίους διὰ τοὺς προσιόντας κάτεισιν. εἰς δὲ τοὺς προδήλως κατεγνωσμένους, ὧν ἐστιν εἷς καὶ ὁ Ἰωσήφ, μάλα ἀνομίαν μεγάλην συνάψας ἀναφανδὸν τῆς οἰκουμένης, ἣν ὁ Κύριος ἀπέφηνεν, καὶ ἐναγέστερος τοῦ μοιχεύσαντος χρηματίσας ὁ τοῦτον συζεύξας, τὸ μὴ διαστέλλεσθαι κατὰ τὸν Θεολόγον προδοσία τῆς ἀληθείας σαφὴς καὶ τῶν κανόνων παράλυσις» (Φατ. 28, 77, 53. –Migne 99, 1000Β).
    Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ φανερὰ καὶ ἀδιάντροπα σφάλλουν κατὰ τὴν πίστι καὶ κατὰ τὴν ζωή. Χρησιμοποιεῖ μάλιστα τὴν διδασκαλία τῶν μεγάλων φωστήρων τῆς οἰκουμένης Χρυσοστόμου καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
6) «Τί δὲ συμπέρασμα; τὸ ἀπὸ παντὸς ἱερέως ἀδιαβλήτου κατὰ τὸν Θεολόγον καὶ Χρυσόστομον μετέχειν. ὁ μὲν γὰρ φησίν, ἔστω σοι πᾶς ἀξιόπιστος εἰς τὴν κάθαρσιν, μόνον ἔστω τις τῶν ἐγκρίτων καὶ μὴ προδήλως κατεγνωσμένων, μηδὲ τῶν τῆς πίστεως ἀλλοτρίων· ὁ δέ, περιεργάζου, πολυπραγμόνει· οὐ γὰρ ἀκίνδυνος ἡ ἀνεξέταστος κοινωνία. Περὶ γὰρ μεγάλων ὁ κίνδυνος.
Ἐκζητήσωμεν τοίνυν καὶ πολυπραγμονήσωμεν, παρ’ οὗ ὀφείλομεν κοινωνῆσαι. εἰ τὴν πίστιν ὁμολογοίη ὀρθήν, εἰ μὴ χρήμασι κεχειροτόνηται, εἰ μή τι ἄλλο τῶν κατὰ τὸν βίον αὐτοῦ ὑποπτευομένων καὶ ἠκουσμένων σφαλερῶν ἀληθές. εἰ δὲ ὅτι τὴν χειροτονίαν καταγομένην ἔχει ἀπὸ τοῦ δεῖνος,, εἴτε ἐξ αἱρετικοῦ εἴτε ἐκ χρηματοχειροτονήτου, αὐτὸς δὲ οὔτε αἱρετικὸς οὔτε ἐν γνώσει ἐκ χρηματολήπτου εἴτουν Σιμωνιακοῦ κεχειροτονημένος, ὁμολογοίη δὲ ὅμως τὴν πᾶσαν ἀλήθειαν, τήν τε πίστιν φυλάττειν καὶ τοὺς κανόνας ἀπαρατρώτους, τούς τε κατ’ ἀμφότερα παρατετραμμένους ἀποβαλλόμενος, οὐδεὶς ἡμῖν λόγος ἀποχῆς πρὸς αὐτόν· ἀκατάγνωστος γὰρ ὁ τοιοῦτος κατὰ τοὺς προδεδηλωμένους ἁγίους, καὶ δι’ αὐτῶν κατὰ πάντας» (Φατ. 53, 157, 68.  –Migne 99, 105Α).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος μᾶς διδάσκει τὶς προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ ὑπάρχουν γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσωμε μὲ κάποιον ἐκκλησιαστικά. Χρησιμοποιεῖ, ὅπως πάντα, τὴν διδασκαλία τῶν πρὸ αὐτοῦ ἁγίων. Πρέπει λοιπόν, αὐτὸς μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπικοινωνήσωμε ἐκκλησιαστικὰ νὰ ἔχη ὀρθόδοξο πίστι, νὰ μὴν ἔχη χειροτονηθῆ ἐπὶ χρήμασι, καὶ νὰ μὴν εἶναι δημόσια κατηγορημένος γιὰ σοβαρὰ παραπτώματα.
7) «Δὸς αὐτός, εἴπερ ἔχοις, ἐκ θείων φωνῶν ὅτι οὐχ αἵρεσις, καὶ μή μοι πλῆθος ἐποίσῃς μηδὲ τοὺς νυκτερικοὺς θεοσεβεῖς αὔχει, γνωστικούς τε οὓς λέγεις καὶ ἰδιώτας καὶ φίλους. εἰ γὰρ θεοσεβεῖς, ποῦ ἡ παρρησία; Καὶ εἰ γνωστικοί (καὶ οὐχ ὅτι οὐκ εἰσὶ λέγω· ὁμολογῶ γὰρ πολλοὺς καὶ ὑπὲρ ἐμὲ τὸν ἰδιώτην), ἀλλ’ εἴπερ ἔχουσιν ἀλήθειαν, δείξωσιν γνωστικῶς ἐξ  αὐτῆς τῆς ἀληθείας, καὶ μὴ ἐκ παραδειγμάτων, ἐξ ἁρμοζόντων δέ, ἀλλὰ μὴ ἐξ ἀσυμβάτων καὶ ὑπεναντίων τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἀποστολικοῖς καὶ πατρικοῖς κανόσιν. Καὶ εἰ φίλοι κατὰ Θεόν, πῶς τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἑτεροδόξων κοινωνοῦντες; οὐ γὰρ φίλοι οἱ τοιοῦτοι ἀληθινοὶ καὶ πιστοί» (Φατ. 48, 137, 238. –Migne 99, 1081).
    Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴ «νυκτερινοὺς θεοσεβεῖς» ὀνομάζει ὁ Ὅσιος αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν παρρησία νὰ ὁμολογήσουν μὲ λόγια καὶ ἔργα, ποὺ εὑρίσκουν τρόπους συμβιβασμοῦ διὰ νὰ μὴ διωχθοῦν, ποὺ εἶχαν μεσοβέζικη Ἀποτείχισι, ἐφ’ ὅσον εἶχαν κοινωνία ἐκκλησιαστικὴ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς κ.λπ. Ὅλοι αὐτοί, λέει ὁ Ὅσιος, δὲν εἶναι φίλοι τοῦ Χριστοῦ ἀληθινοὶ καὶ πιστοί.



    Θὰ ἀναφέρωμε ἐν συνεχείᾳ καὶ δύο-τρία τμήματα ἀπὸ ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν τὴν Εἰκονομαχικὴ αἵρεσι.
8) «Αὕτη ἡ εὐαγγελικὴ ἡμῶν πίστις τῶν ἁμαρτωλῶν, αὕτη ἡ ἀποστολικὴ ἡμῶν ὁμολογία τῶν εὐτελῶν, εἰ δ’ οὖν, ἡ πατροπαράδοτος ἡμῶν θρησκεία τῶν ἐλαχίστων, παρὰ ταύτην οὐχ ὅτι ὁ τίσδε καὶ τίσδε τῶν νῦν ἢ τῶν πάλαι, ἀλλ’ οὐδ’ εἰ Πέτρος καὶ Παῦλος (εἴπωμεν γὰρ τὰ ἀνένδεκτα ὡς ἐνδεχόμενα) οὐδ ἂν ἐξ αὐτῶν ἥκῃ τῶν οὐρανῶν δογματίζων καὶ εὐαγγελιζόμενος, δυνάμεθα αὐτὸν κοινωνὸν προσήκασθαι, ὡς μὴ στοιχοῦντα τῇ ὑγιαινούσῃ τῆς πίστεως διδασκαλίᾳ. Καὶ πρὸς ταῦτα, ὅ,τι ἂν δοκῇ τῇ ἐξουσίᾳ ὑμῶν, ἑτοίμη ἡ ταπείνωσις ἡμῶν μέχρι θανάτου ὑποστῆναι ἢ ἐξάρνους ἡμᾶς γενέσθαι τῆς τοιαύτης ἡμῶν εἰλικρινοῦς ὁμολογίας» (Φατ. 71, 191, 61. –Migne 99, 1120Α).
   Ἐδῶ ὁ Ὅσιος ἀπευθύνεται μὲ ἄλλους ἡγουμένους στὴν Εἰκονομαχικὴ Σύνοδο τοῦ 815. Κάνει δὲ θαυμασία ὁμολογία πίστεως καί, ὅπως βλέπουμε στὸ σημεῖο αὐτό, δὲν δέχεται σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, ὄχι αὐτὸν τὸν ὁποῖο κατεδίκασε ἡ Σύνοδος, ἀλλὰ αὐτὸν ὁ ὁποῖος δὲν στοιχεῖ κατὰ πάντα στὴν ὑγιαίνουσα πίστι, ἔστω καὶ ἂν ὑποτεθῆ ὅτι εἶναι ἕνας ἀπόστολος ἢ ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἐστοίχισε στὸν Ὅσιο καὶ τοὺς ἄλλους Πατέρες τὴν τελευταία καὶ φοβερότερη ἐξορία, μὲ φοβερὰ μαρτύρια, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἦτο χαρτοπόλεμος μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθά του.
9) «Μὴ οὖν ἀθυμήσῃς, μᾶλλον μὲν οὖν εὐχαρίστως οἶσον, φέρε· οἶδεν γὰρ ἡμῖν ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ διὰ τῶν ἐναντίων καὶ θλιπτικῶν οἰκονομεῖν τὰ συμφέροντα, μετὰ δὲ πάντα ἔργον τὸ φυγεῖν τὴν κοινωνίαν τῆς χριστομάχου αἱρέσεως, ἧς ἡ μέθεξις μελαίνει τὴν ψυχὴν καὶ ἀπόλλυσιν. ὅσον οὖν δύνῃ, φρόντιζε σαυτοῦ, ὅτι τὰ μὲν ἄλλα, κἂν ἀφῃρήμεθα, οὐδὲν μέγα (κἂν μὴ βουλώμεθα γάρ, πάντες πάντα καταλείψοιμεν, γυμνοὶ πρὸς τὸν κριτὴν μεταχωροῦντες ὡς ἐγεννήθημεν), τὴν δὲ πίστιν ζημιούμενοι τὸ μέγιστον καὶ μόνον τῶν κινδύνων· μετὰ ταύτης γὰρ ἐξελευσόμεθα καὶ αὐτὴ ἡμῖν παρασταίη μόνη μετὰ τῶν ἔργων ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως αἰωνίως» (Φατ. 144, 260, 16).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ἡ συμμετοχὴ στὴν αἵρεσι μαυρίζει τὴν ψυχὴ καὶ κολάζει τὸν ἄνθρωπο.
10) «Ὡς ἤδη ἀρθείσης τῆς εἰρήνης, ἀφ’ οὗ Χριστὸς ἔφη, εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν μέχρι δεῦρο, καὶ ἐρρυπωμένης οὔσης τῆς ἐκκλησίας αὐτοῦ, ἣν ὁ ἱερὸς Παῦλος βοᾷ μὴ ἔχειν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ’ εἶναι ἁγίαν καὶ ἄμωμον, οἱ μὲν τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δέ, εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίστησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (Φατ. 276, 411, 65. –Migne 99, 1164A).
   Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος ὅτι μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς αἱρέσεως ἐρυπώνεται ἡ Ἐκκλησία καὶ ἐπίσης ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ τὴν αἵρεσι κολάζονται, ἔστω καὶ ἂν ἔχουν μέσα τους Ὀρθόδοξο πίστι.
11) «Σάρκες κοπτόμεναι, αἵματα ρέοντα, ἡ καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένη κωδωνιζομένη τῷ διωγμῷ, πᾶσα ἡ ὑπ’ οὐρανὸν ὡς εἰπεῖν στοναχίζουσα καὶ κατακλάουσα. καὶ σύ, ὦ τρισάθλιε, ἑαλωκὼς τῇ ψυχοθφόρῳ κοινωνίᾳ καὶ μένων εἰς τὸ ὀλετήριον (ἐπὰν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον) λέγεις εὖ ἔχειν καὶ ἐγγελᾷς τοὺς χριστοφόρους, μᾶλλον δὲ αὐτὸν τὸν Χριστόν, ὑπὲρ οὗ καὶ τὸ πάσχειν; Ποῖον δὲ καὶ διεσώσω ναόν, τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ μιάνας, σεαυτόν; τίνας δὲ καὶ ἀδελφοὺς ἐφυλάξω, διεφθορότας τῇ ὀλεθρίᾳ  σου κοινωνίᾳ, κἂν ἐν βρώμασι; Σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπὴ ἀπωλείας, σὰρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτὴρ ἀλλ’ οὐ φωστήρ. ταῦτα αὐτὴ ἡ ἀλήθεια βοᾷ πρὸς τοὺς οὕτως ἀσεβοῦντας· οὕς, εἰ μὴ μετανοήσωσιν ἐπιλέγειν οὕτως ἄθεα, οὐ χριστιανοὺς ἡγητέον» (Φατ. 432, 607, 36. –Migne 99, 1337Β).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος κατηγορεῖ δριμύτατα κάποιον ἡγούμενο, ὁ ὁποῖος μὲ τοὺς μοναχούς του ἔμεινε στὸ μοναστήρι μὲ συμβιβασμό, δῆθεν γιὰ νὰ τὸ σώση καὶ νὰ μὴ τὸ καταλάβουν οἱ Εἰκονομάχοι. Ἀναφέρει ὅτι καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς μοναχούς του τοὺς κατέστρεψε μὲ  τὸν συμβιβασμὸ αὐτὸν καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὴν αἵρεσι.
12) «Ἡ τρίτη ἐπιβολὴ τοῦ λόγου, ὅτι εἰσί τινες μοναχοί ὡς τὸ δοκεῖν τῆς ὀρθῆς πίστεως ἀντεχόμενοι καὶ πολλούς διωγμοὺς ὑπὲρ ἀληθείας ὑπομεμενηκότες, συναναστρεφόμενοι δὲ ὅμως καὶ συνεσθίοντες τοῖς αἱρετικοῖς, καὶ συγκαταβαίνοντες, καὶ ἀδιάφορον τὸ πρᾶγμα οἰόμενοι, ὡς παρά τινι πατρί νενομοθετημένοι, τρία ταῦτα φυλάξασθαι·  μὴ εὐλογεῖσθαι ὑπὸ τῶν αἱρετιζόντων· μὴ συμψάλλειν αὐτοῖς προαρχομένοις· καί τό ἀπέχεσθαι τῆς κοινωνίας τοῦ ἄρτου αὐτῶν. παρὰ τὰ διατεταγμένα τοῖς ἁγίοις Πατράσι τό λεγόμενον. Οὔτε γὰρ συναναστρέφεσθαι, οὔτε συνεσθίειν, οὔτε συμψάλλειν, οὔθ' ὅλως ἔχειν τινὰ κοινωνίαν πρὸς αὐτούς καταδέχονται· ἀλλὰ καὶ τὸ οὐαὶ ἐπιφθέγγονται τοῖς μέχρι βρώματος καὶ πόματος καὶ σχέσεως κοινωνοῦσιν αὐτοῖς. ὥστε ἐκκήρυκτος καὶ ἀλλοτριοδιδάσκαλος ὁ ἐκεῖνα λέγων, ὅστις ἂν εἴη ἐν ἀνθρώποις» (Φατ. 500, 740, 53. –Migne 99, 1541Β).
     Εἶναι θαυμασία ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου εἰς τὸ σημεῖο αὐτό, δὲν δέχεται δὲ καμία ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὄχι μόνο ἐκκλησιαστική, ἀλλὰ θὰ λέγαμε καὶ τὴν ἐξωτερικὴ καὶ κοσμική. Αὐτὴ εἶναι λέγει, ὄχι ἡ ἰδική του διδασκαλία, ἀλλὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ὅποιος διδάσκει διαφορετικὰ εἶναι ἀποκηρυγμένος καὶ πλανεμένος διδάσκαλος.
13) «Ἐγὼ δὲ οὐκ οἴομαι, φίλτατε, ὅπερ ἐσήμανας πρόσωπον οὕτω καί λέγειν καὶ πράττειν. Καὶ πῶς γὰρ ὁ ἐν βαθμῷ ἱεραρχίας ἀνηγμένος χαμαιζήλως ἄγοιτο; πῶς δὲ καὶ ὁ ἠθληκώς δι' ὁμολογίας συνυποφέρεται τοῖς ἀζηλώτοις καὶ ἀνιέροις; Φὴς γὰρ λέγειν αὐτόν, ὅτι τὸ καθέζεσθαι εἰς ἐπισκοπεῖον, ἐν ᾧπερ ἠσέβησεν ὁ κατέχων, τὸ κωλῦον οὐδέν· καὶ τὸ παρὰ συγκαταβατῶν ἀνεπισκόπων σιτίζεσθαι, οὐδέν μάχεται τῷ κανόνι τῆς εὐσεβείας. Καὶ πῶς τοῦτο οὐ μάχεται τῇ ἀληθείᾳ, τοῦ ἁγίου Δαυΐδ ψάλλοντος· Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου, τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν. Πῶς δὲ οὐ κοινωνία, εἴπερ δεῖ καθέζεσθαι ἐν τόπῳ τοιούτῳ, κἀκ τῶν τοιούτων σιτίζεσθαι; οὐκ ἔχει φύσιν κἂν μὴ ἐκεῖσε κάθηταί τις, ἐκεῖθεν δὲ τρέφοιτο, αὐτὴ ἡ δόσις καὶ λῆψις κοινωνίαν ἐργάζοιτο· φησὶ γὰρ ὁ Ἀπόστολος· Οἴδατε καὶ ὑμεῖς Φιλιππήσιοι ὅτι ὅτε ἐξῆλθον ἀπὸ Μακεδονίας, οὐδεμία μοι Ἐκκλησία ἐκοινώνησε χάριν δόσεώς τε καὶ λήψεως, εἰ μὴ ὑμεῖς μόνον· ὅτι καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἅπαξ καὶ δὶς εἰς τὴν χρείαν μοι ἐπέμψατε. Εἰ οὖν τὸ ἅπαξ, καὶ δὶς λαβεῖν, κοινωνίαν ἀπέφηνε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· τὸ ἀεὶ λαμβάνειν τίς δ’ ἄν, τίς εὖ φρονῶν οὐ φεύξοιτο ὡς ἀντίθετον φωτός;» (Φατ. 466,668,9. –Migne 99, 1392D).
    Εἰς τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ Ὅσιος, χρησιμοποιώντας τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, διδάσκει ὅτι ὁποιαδήποτε δοσοληψία μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὅσον ἀφορᾶ τὸ νὰ δεχόμεθα ἐλεημοσύνη ἀπὸ αὐτοὺς ἢ ὁποιαδήποτε βοήθεια, ἀπαγορεύεται καὶ θεωρεῖται ἐπικοινωνία μὲ τὴν αἵρεσι. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ δι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ τοὺς αἱρετικούς.
    Αὐτὸς ἦταν ὁ Ὅσιος ὡς πρὸς τὰ θέματα τῆς μνημονεύσεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἀναφέραμε πολλὰ τμήματα τῶν ἐπιστολῶν του διὰ νὰ γίνη κατανοητὸς ὡς πρὸς τὶς θέσεις του ἤ, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, νὰ φανῆ ἡ διαστροφή, ἡ ἀλλοίωσις τὴν ὁποία ὑπέστη εἰς τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση. Ὁ π. Σεραφεὶμ δηλαδή, τὸν λέοντα τὸν παρουσίασε ὡς ἀγριοκάτσικο, μὲ τὸν σκοπό, ὅπως φαίνεται, νὰ τὸν προσαρμόση στὸ μυθιστόρημα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ 15ου  Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καὶ βέβαια, τῆς μεσοβέζικης Ἁποτειχίσεως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία δυνάμεθα νὰ εἴμεθα καὶ ἀποτειχισμένοι καὶ νὰ ἐπικοινωνοῦμε ἐκκλησιαστικὰ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς ἢ ἔστω μὲ μερικοὺς ἀπ’ αὐτούς.
     Θὰ ἤθελα τριτολογώντας νὰ ἀναφέρω κάτι ἀκόμη σχετικὰ μὲ τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση, ὅσον ἀφορᾶ κάποιες κατηγορίες ἐναντίον τῶν Ἀποτειχισμένων καὶ τὴν περίπτωσι τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας.
Ἱερομόναχος
Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς