Τρίτη 13 Μαρτίου 2012


ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΑΝΤΙΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Τοῦ ὁμότιμου Καθηγητὴ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Ἰωάννη Κορναράκη

Κατὰ τὴν φετεινὴ πατριαρχικὴ ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸν Ἱ. Ν. τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στὸ ΦΑΝΑΡΙ, ὁ Πατριαρχικὸς Ἄμβωνας –μὲ ἀνοίκειες γιὰ τὴν ἱερότητα τοῦ χώρου ἐκφράσεις καὶ ἐπιθέσεις κατὰ τῶν αἰτίων καὶ τῶν ὑπαιτίων τῆς κρίσεως τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας– δὲν εἶχε ἐπίγνωση ὅτι, ἀπὸ τὸν ἴδιο αὐτὸν χῶρο ξεκίνησαν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα διεμόρφωσαν τὴν «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, στὴν σημερινή της εἰκόνα.
Διότι, οὔτε «ἀκραῖα στοιχεῖα», οὔτε «προκατειλημμένα», «ἄρρωστα μυαλὰ» τοῦ ἐξωτερικοῦ τοῦ Πατριαρχείου χώρου, εἶναι ὑπεύθυνα γιὰ τὴν κρίση τῆς «σύγχρονης» πατριαρχικῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ θρῆνος, ὅμως, τοῦ κηρύγματος γιὰ τὴν «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία –θρῆνος προστασίας τῆς «Ὀρθοδοξίας» αὐτῆς– εἶναι δικαιολογημένος, διότι προέρχεται ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ χῶρο· δηλαδή, ἀπὸ τὸν ἴδιο χῶρο πού, ὅπως θὰ ἀποδείξουμε πιὸ κάτω, ἔδωσε τὶς ἀφορμὲς γιὰ νὰ γεννηθεῖ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ πατριαρχικὴ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, τὴν ὁποίαν, ὄχι μόνον προστατεύει καὶ ἀποδέχεται, ἀλλὰ καὶ καθιερώνει ὡς τὴν γνήσια Ὀρθοδοξία καί, μάλιστα, κατὰ τὴν ἴδια τὴν ἑορτὴ τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας!
Μὲ τὴν προβολὴ καὶ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ «σύγχρονη» θεολογία, ὁ πατριαρχικὸς χῶρος ἐννοεῖ, βεβαίως, ὅτι περιποιεῖ τιμὴ στὸ ἔργο του: στὴν οἰκουμενιστικὴ ἀποτύπωση τῆς εἰκόνας μιᾶς Ὀρθοδοξίας ἀντιπατερικῆς καὶ παγκοσμιοποιημένης!!!
Ἔτσι, ἡ προβολὴ τῆς εἰκόνας τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ «Ὀρθοδοξία» τοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ ὁ Πατριαρχικὸς Ἄμβωνας συνηγόρησε τρεῖς φορὲς ὑπὲρ τῆς αὐθεντικότητας τῆς «σύγχρονης» θεολογίας.
Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ καθιέρωση τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας ὡς «Ὀρθοδοξίας» τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἴκου, ἀκολουθεῖ χρονικῶς τὸ Διεθνὲς Συνέδριο τῆς Ἀκαδημίας τῶν Θεολογικῶν Σπουδῶν, ποὺ ἔγινε στὸν Βόλο, ἀπὸ 3 ἕως 6 Ἰουνίου 2010, μὲ θέμα: «Πατερικὴ σύνθεση ἢ Μετα-πατερικὴ θεολογία»1· ἤτοι: «ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες, μὲ ἐπαναδιατύπωση ἢ ἀναθεώρηση τῆς θεολογίας τους, ἢ ἀπατερικὴ θεολογία, θεμελιωμένη στὶς ἀρχὲς τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ τῆς παγκοσμιοποιήσεως;»!
Εἶναι γεγονὸς πολλαπλῶς ἀποδεδειγμένο ὅτι, ἡ προαναφερθεῖσα ΑΚΑΔΗΜΙΑ τῆς Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ἔχει πλέον ἐξελιχθεῖ σὲ ἐργαστήριο οἰκουμενιστικῶν συνεδρίων καὶ σχετικῶν ἄλλων προσπαθειῶν (ὅπως, π.χ., τιμητικὴ ἐκδήλωση πρὸς χάριν τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰ. Ζηζιούλα, τοῦ πρωτομάστορα τῆς προσπάθειας ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὸν Παπισμό). Εἶναι, δηλαδή, χῶρος ἀποδομήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας2.
δη, μὲ τὸ τελευταῖο αὐτὸ ἀντιπατερικὸ συνέδριο, τὸ 2010, ὁ πατριαρχικὸς χῶρος συγκέντρωσε ὁμόφρονές του γιὰ νὰ ἀποδομήσει τὴν αὐθεντία τῆς πατερικῆς θεολογίας, τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Τὰ Πρακτικὰ τοῦ ἐν λόγῳ συνεδρίου ἔχουν δημοσιευθεῖ στὸ ἐπιστημονικὸ περιοδικὸ τῆς Ἱ. Συνόδου ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ. 2/2010, σσ. 317-324.
Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐντελῶς ἀντιπατερικὸ καὶ ἀνορθόδοξο κείμενο, ἡ ἔκδηλη διγλωσσία καὶ ἡ ἀμφισημία τοῦ ὁποίου καλύπτουν τὶς σαρωτικὲς ἀλλαγές, τὶς ὁποῖες προτίθενται νὰ πραγματοποιήσουν οἱ σύνεδροι, ἐὰν κάποιος ὁμόφρονάς τους Ἐπίσκοπος διοικήσει τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως, οἱ τελικὲς ἀποφάσεις τους ἔχουν πειστικὴ σαφήνεια καὶ δείχνουν «ποῦ τὸ πάνε» οἱ σύνεδροι· δηλαδή, τί, ἀκριβῶς, θέλουν νὰ ξηλώσουν στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποῦ μπορεῖ νὰ φθάσει τὸ ξήλωμα αὐτό!!!
Λέγουν, λοιπόν: «Σχετικὰ μὲ τὴν Παράδοση, θὰ χρειασθεῖ νὰ διακρίνουμε μεταξὺ τῶν στοιχείων της, ποιά ἀπὸ αὐτὰ μποροῦν νὰ ὑπερβαθοῦν καὶ ποιά ὄχι. Ποιά ἀπὸ αὐτὰ μποροῦν νὰ συνιστοῦν καθαρὰ θεολογικοὺς συντελεστὲς καὶ ποιά ἀποτελοῦν καθαρὰ ἱστορικὰ καὶ πολιτιστικὰ στοιχεῖα. Ἡ γλῶσσα, ἡ ὁρολογία, ἡ δυνατότητα τῆς μετάφρασης τῶν βιβλικῶν καὶ λειτουργικῶν κειμένων, οἱ λειτουργικὲς μορφές, τὰ Τυπικά, τὰ ἐθιμικὰ καὶ πολιτισμικὰ στοιχεῖα τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς (ἀμφίεση κλήρου, λειτουργικὰ ἔθιμα, τέμπλο κ.ἄ.) εἶναι προφανῶς ὑπερβάσιμα. Στοιχεῖα ὅμως, τῆς Παράδοσης, ὅπως ἡ προσευχή, ἡ μετάνοια, ἡ νηστεία, ὁ ἀγῶνας κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν, ἡ ἐμπειρία τῆς χάρης, τῆς θέωσης, τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι στοιχεῖα ποὺ μποροῦν νὰ ὑπερβαθοῦν; Τὴν ἴδια ἀμηχανία προκαλεῖ ἡ ἀμφισβήτηση τῆς “αὐθεντίας” τῶν Συνόδων, μὲ τὸ πρόσχημα τῶν αὐτοκρατορικῶν ἐνδιαφερόντων καὶ παρεμβάσεων»3.
Ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρουσες εἶναι καὶ οἱ παρακάτω ἐπισημάνσεις τοῦ Συνεδρίου τῆς πρότασης ἀποδομήσεως ὁλόκληρης τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν χοάνη τῆς σαρωτικῆς παγκοσμιοποιήσεως!!!
Στὸ συγκεκριμένο συνέδριο ἐπισημάνθηκε:
1. -«Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναδιατύπωσης τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας στὴν κάθε πολιτισμική της συνάφεια, ἡ ὁποία ἀνάγκη ἔτυχε καθολικῆς ἀποδοχῆς ἀπὸ τοὺς συνέδρους»!
2. -«Ἡ ἀνάγκη γιὰ ὑπέρβαση τῆς ἐσωστρέφειας ἀπὸ τὴν κίνηση τῆς ἐπιστροφῆς πρὸς τοὺς Πατέρες»!
3. -«Ἡ ἀνάγκη ἰσχυρῆς γονοποιητικῆς παρουσίας τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας στὶς διάφορες θεολογικές, καὶ ὄχι μόνον, ζυμώσεις στὸ παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, καθὼς καὶ ἡ ἀνάγκη διαλόγου μὲ τὶς φυσικὲς καὶ κοινωνικὲς ἐπιστῆμες. Συνάμα, παρατηρήθηκαν πολλαπλὲς διαστάσεις τῆς “κίνησης” τῆς ἐπιστροφῆς στοὺς Πατέρες, διαστάσεις ἐσωστρέφειας καὶ μοιρολατρείας, ἀποθέωση τοῦ παρελθόντος καὶ θεολογικὴ ἀπομόνωση»4.
Αὐτὰ καὶ μόνον τὰ συμπεράσματα τοῦ συνεδρίου, συνδυαζόμενα μὲ τὶς ἀκραῖες θέσεις κάποιων συνέδρων, δείχνουν ὅτι, στὸ συνέδριο τῆς ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ τοῦ Βόλου, κυριάρχησε οὐσιαστικὰ ἡ ἀποστροφὴ καὶ ἡ ἀπέχθεια πρὸς τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ προσπάθεια μεταλλάξεως τῆς παρακαταθήκης τῆς ἐξ ἀποκαλύψεως ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ σὲ παγκοσμιοποιημένο σκιάχτρο θρησκευτικῆς παρανοίας!!!
* * *
Ἡ σχετικοποίηση ἤ, μᾶλλον, ἡ ἀπόρριψη τῆς διαχρονικῆς παρουσίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἀπόρριψη τοῦ εὐαγγελικοῦ καὶ πατερικοῦ λόγου. Ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴν παγκοσμιοποιημένη εἰκόνα της, εἶναι κενὸς λόγος. Ἡ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία εἶναι φάντασμα κακόγουστο μπροστὰ στὴν αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία τῶν Πατέρων.
Ἡ αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία, στὴν χαρισματική της εἰκόνα, εἶναι μιὰ διαχρονικὴ λυτρωτικὴ παρουσία, ποὺ δὲν πάσχει ἀλλοίωση, οὔτε ἀπὸ τὸν χρόνο, οὔτε ἀπὸ τὸ μῖσος καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν ἀρνητῶν τῆς ὑπόστασής της. Ὁ ἅγιος Μάξιμος σημειώνει: «ὁ πνευματικὸς Νόμος τῆς Νέας Διαθήκης τῷ πνεύματι νεάζει …διὰ παντὸς ἐνεργούμενος. Ἡ γὰρ Χάρις ἀπαλαίωτος»5. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἰδίας ὁμιλίας του –σχολιάζοντας τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»– ὁ ἅγιος Μάξιμος σημειώνει ὅτι, ὁ θεῖος ἀπόστολος τὸ εἶπε αὐτό, «εἰδὼς ἀεὶ καινὸν τὸ μυστήριον, μηδέποτε περιλήψει νοὸς παλαιούμενον»6.
Ὅσον καὶ ἂν προσπαθοῦν, μὲ ὀρθολογιστικοὺς βερμπαλισμοὺς καὶ οἰκουμενιστικὲς λογικές, οἱ ἄνθρωποι τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ παρακωλύσουν τὴν διαχρονικὴ ἀκτινοβολία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπὶ τῶν πιστῶν, ποὺ ἔχουν τὰ λογικά τους καὶ ξέρουν ποιοί εἶναι καὶ ποῦ πάνε!
* * *
Ἡ Συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
στὴν δημιουργία μιᾶς ἀντιπατερικῆς
«σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας

Ἡ σύγχρονη Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸ 1948 μέχρι σήμερα, εἶναι γραμμένη μὲ πολλὲς σελίδες οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος.
Ὁ ἑκάστοτε οἰκοδεσπότης τοῦ πατριαρχικοῦ οἴκου ἡγεῖτο προσπαθειῶν ἑνώσεως τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἑνωθοῦν. Τὸ μάτι τοῦ Πατριαρχείου, σταθερὰ στραμμένο πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους χώρους, ἀπεμπολοῦσε τὶς ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς χάριν μιᾶς ἐκκοσμικευμένης χριστιανοσύνης, ἀποξενωμένης ἀπὸ τὴν ἰκμάδα τῶν αὐθεντικῶν εὐαγγελικῶν καὶ πατερικῶν ἀληθειῶν.
Ἰδιαίτερα ὁ σημερινὸς οἰκοδεσπότης τοῦ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ἔδειξε μεγάλη κινητικότητα στοὺς ἑτεροδόξους χώρους καὶ συμμετεῖχε σὲ ἑτερόδοξες λειτουργικὲς πράξεις.
Τὸ κορυφαῖο γεγονός, ποὺ ἐσχάτως καταγράφει τὴν ἔντονη ἀποδόμηση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Βαρθολομαίου, εἶναι ἡ συλλειτουργία καὶ τοῦ Πάπα, κατὰ τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Πατριαρχείου, τὴν 30η Νοεμβρίου 2006. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀπὸ τὸν ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου –μὲ δεμένα τὰ χέρια του μὲ τὸν Πάπα–, διαδηλώνουν ἀμφότεροι τὴν κοινὴ ἀπόφασή τους νὰ ἑνωθοῦν ἡ Ὀρθόδοξη ΕΚΚΛΗΣΙΑ μὲ τὸν Παπισμό.
Σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ κορυφὴ τῆς «Ὀρθοδοξίας», μὲ τὰ πολλὰ καὶ γνωστὰ σὲ ὅλους οἰκουμενιστικά της ἀνοίγματα, ἔδωσε τὸ θάρρος σὲ πολλοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς οἰκουμενιστὲς νὰ προχωροῦν σὲ πράξεις ἀποδομήσεως καὶ προδοσίας τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἐπιλεκτικῶς, θὰ ἐπισημανθοῦν μερικὰ ἀκραῖα ἀνοίγματα, τὰ ὁποῖα εὐθυγραμμίζονται  μὲ τὴν πατριαρχικὴ πρωτοβουλία –ἀλλὰ καὶ σκοπιμότητα– νὰ προκύπτουν στὸν ὀρθόδοξο χῶρο ἀνατρεπτικὲς ἐνέργειες κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἕνωση τοῦ Πατριαρχείου μὲ τὸν Παπισμὸ θὰ γίνει ὁπωσδήποτε. Καί, κάποια στιγμή, ὁ ὀρθόδοξος κόσμος, ποὺ ἀγνοεῖ τὴν πραγματικότητα, ἢ ἐκεῖνοι ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθεῖ, θὰ ἐκπλαγοῦν.
Τὸ θέμα τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς ἔχει ἤδη «κλειδώσει», πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, στὸν γνωστὸ διάλογο μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν στὴν Ραβέννα τῆς Ἰταλίας. Στὸν διάλογο αὐτόν, οἱ ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι ἐψήφισαν καὶ ἀποδέχθηκαν, αὐτούσιο, τὸ παπικὸ κείμενο ποὺ τοὺς παρουσίασαν οἱ παπικοὶ «ἑταῖροι» τους.
Σύμφωνα μὲ τὸ κείμενο αὐτό, ἡ παπικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτυπώνεται μὲ τὴν εἰκόνα πυραμίδος. Στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδος, εἶναι ὁ Πάπας. Ὅποιος Ἐπίσκοπος δὲν θὰ ἀποδέχεται τὸν Πάπα, θὰ μένει ἐκτὸς τῆς παπικῆς «ἐκκλησίας», ποὺ εἶναι ἡ μόνη ὁλοκληρωμένη καὶ ὁριστικῶς διαμορφωμένη μὲ τὴν ρωμαϊκὴ παράδοση.
Ὁ Πατριάρχης ἔχει προωθήσει αὐτὴν τὴν ἕνωση μὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ πρωτοπαλλήκαρου τῆς ἑνώσεως αὐτῆς: τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰωάννη Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος εἶναι πασίγνωστος γιὰ τὴν διαχρονική του ἐπιμονὴ στὸ κυρίαρχο καὶ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, καὶ ὄχι στὸ πρωτεῖο τιμῆς.
Ξαφνικά, λοιπόν, θὰ πληρώσουν τοὺς ναούς μας παπικοὶ πιστοί, γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου τοῦ Πάσχα τῶν ὀρθοδόξων μὲ τοὺς παπικούς!
Ι. -Ἤδη, καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος –ἀκραῖος οἰκουμενιστής– συνέπλευσε μὲ τὸν Πατριάρχη στὰ ἀνοίγματα πρὸς τοὺς οἰκουμενιστικοὺς χώρους. Ἔφερε καὶ αὐτός, πρὶν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, τὸν Πάπα στὴν Ἀθήνα, καὶ πανηγύρισε τὸ γεγονὸς μὲ φιέστες καὶ ἐκδηλώσεις μειοδοσίας τῆς Ὀρθοδοξίας.
Λίγο πρὶν ἔλθει ὁ Πάπας στὴν Ἀθήνα, καὶ ἀφοῦ εἶχε ὀργανώσει τὰ πάντα γιὰ τὴν ὑποδοχή του, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐκάλεσε τέσσερεις ὁμοτίμους καθηγητὲς Πανεπιστημίου –μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν ὑπογράφοντα τὸ παρόν– γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ συντάξει τὰ σχετικὰ κείμενα ποὺ θὰ διάβαζε ἐνώπιον τοῦ Πάπα, οὕτως ὥστε αὐτὰ νὰ ἔχουν ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξο χαρακτῆρα. Ὡστόσο, προσωπικῶς διαπίστωσα ὅτι, τὰ συγκεκριμένα κείμενα ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιον τοῦ Πάπα χωρὶς τὶς διορθώσεις μας.
Τὸ 2003, δύο χρόνια μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάπα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εἰσηγήθηκε τὸν νεωτερισμὸ τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης» τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς Ἀναγεννήσεως ποὺ εἶχε στὸ μυαλό του, δημοσιεύθηκε τὸ ἴδιο ἔτος, στὸ περιοδικὸ ΕΚΚΛΗΣΙΑ7, ὡς συνοδικὸ κείμενο, γραμμένο ἀπὸ καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π. Θεσσαλονίκης. Τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτυπώνει, μὲ γνώμονα τὴν ἀρχὴ τῆς μετανεωτερικότητος, τὶς σαρωτικὲς ἀλλαγές ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπὸ τὶς προτεινόμενες αὐτὲς ἀλλαγές, ἀναφέρουμε δύο:
α) Λόγῳ τῶν προόδων τῶν ἀνθρωπιστικῶν καὶ κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίζεται ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νὰ συμπορευόμαστε μὲ αὐτὲς τὶς προόδους καὶ τὶς πολιτιστικὲς ἐξελίξεις.
β) Γιὰ τοὺς ἰδίους λόγους, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίζεται συνεχῶς καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ πλατύτερη ἐπαναδιατύπωση τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ –προταθεῖσα καὶ σὲ ἄλλο κείμενο τοῦ ἰδίου, σὲ ἐπετηρίδα τῆς Σχολῆς– ἐξηγεῖ ὅτι, στὸ μυστήριο αὐτό, δὲν προσερχόμαστε γιὰ νὰ γίνουμε ἅγιοι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε πνεῦμα ἀλληλεγγύης μεταξύ μας (στὸ πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως), γιὰ νὰ φθάσουμε στὰ ἔσχατα!!!
Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, τὸ συνοδικὸ αὐτὸ κείμενο πρότεινε, κατ’ οὐσίαν, τὸν διαρκῆ ἐπαναπροσδιορισμὸ τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ!!!
Εἶναι περίεργο ὅτι, κανεὶς Ἐπίσκοπος δὲν παρουσιάσθηκε γιὰ νὰ τὸ στηλιτεύσει. Οὔτε ἡ Διαρκὴς Ἱ. Σύνοδος ἔδωσε σημασία στὸ ὀκτασέλιδο Ὑπόμνημα τοῦ ὑπογράφοντος, τὸ ὁποῖο παραδόθηκε νομίμως σὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς Συνόδου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
ΙΙ. -Πρὸ δεκαετίας, περίπου, στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ., ἐκπονήθηκαν –καὶ ἔγιναν ἀποδεκτές– δύο διατριβές, οἱ ὁποῖες «ἀπεδείκνυαν» ὀρθοδόξους δύο αἱρετικοὺς τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος: τὸν Διόσκορο καὶ τὸν Σεβῆρο (τὸν ἀποκαλούμενο «ἀκέφαλο» στὸ σχετικὸ τροπάριο τοῦ Ὄρθρου τῆς Ἀκολουθίας τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων).
Ἡ δικαιολογία καὶ τὸ αἴτιο τῆς ἐκπονήσεως τῶν ἐν λόγῳ διατριβῶν εἶναι ὅτι, ἀμφότερες προλειαίνουν τὸ ἔδαφος, ὥστε, μελλοντικὴ Σύνοδος νὰ πεισθεῖ γιὰ τὰ «ὀρθόδοξα» φρονήματα τῶν δύο –Συνοδικῶς καταδικασθέντων– αἱρετικῶν.
ΙΙΙ. -Ἡ «ὀρθοδοξοποίηση» τῆς σωτηριολογικῆς προτεσταντικῆς διδασκαλίας περὶ τῆς «ἀοράτου Ἐκκλησίας»:
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος –μὲ μεγάλο ἔργο στὸν χῶρο τῆς Ἱεραποστολῆς στὴν Ἀφρική, ἀλλὰ καὶ προσφορᾶς στὴν Αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Ἀλβανίας– λόγῳ τῆς ταυτίσεώς του μὲ τὸ ἐπιστημονικό του ἀντικείμενο (δηλαδή, μὲ τοὺς ἀλλοθρήσκους καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὸ Ἰσλάμ), προέβη σὲ παραχάραξη εὐαγγελικοῦ χωρίου, προκειμένου νὰ δείξει ὅτι, ἀκόμα καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν θὰ σωθοῦν ὁπωσδήποτε, διὰ τῆς «ἀόρατης Ἐκκλησίας»!!!
Τὸ ἐπίμαχο χωρίο, τὸ ὁποῖο παραχάραξε, ἀνήκει στὴν Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κεφ. 3, στ. 6. Στὸ χωρίο αὐτό, ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἀναφέρεται στὸν τρόπο τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ θὰ σωθοῦν, ἀφοῦ τοὺς κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἀποδεχθοῦν: «Τὰ ἔθνη εἶναι συγκληρονόμα καὶ σύσσωμα καὶ συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας αὐτοῦ ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ εὐαγγελίου».
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, ὅμως, στὸ ἔργο τοῦ Ἴχνη ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ὑπερβατικοῦ8, ἀντικαθιστᾶ τὴν φράση «διὰ τοῦ εὐαγγελίου», μὲ τὴν φράση «διὰ τῆς ἐκκλησίας», ἀναπτύσσοντας, ἔτσι, τὴν διδασκαλία τῆς ἀόρατης σωτηρίας! Μὲ τὴν παραχάραξη αὐτή, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ξεπεράσει τὴν αὐθεντικὴ ἀποστολικὴ διδασκαλία περὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνῶν, διὰ τῆς ἀπὸ μέρους τους ἀποδοχῆς, ἐφαρμογῆς καὶ βιώσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Σημειώνοντας δὲ ὅτι, «οἱ παλαιότεροι ὅσο καὶ οἱ νεότεροι θεολόγοι τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τόνισαν ὅτι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας», ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι, σὲ αὐτὴν τὴν «ἀόρατη Ἐκκλησία», καὶ τὰ ἔθνη «δύνανται νὰ ἀνήκωσι ἀοράτως καὶ οἱ ἐθνικοί, οἱ ἑτερόδοξοι…» (σσ. 423-4).
Ὅμως, στὴν ὀρθόδοξη σωτηριολογία δὲν ὑπάρχει πουθενὰ χῶρος ποὺ νὰ ἀνήκει σὲ περιοχὴ ἀόρατης σωτηρίας. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ εἶναι προτεσταντική, σκοτεινὴ καὶ ἀδιευκρίνιστη. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ὁ Θεὸς σώζει μὲν ὅλον τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἀλλὰ μὲ ὁρατὲς καὶ συγκεκριμένες ἐνέργειες. Τὴν θεωρία περὶ «ἀόρατης σωτηρίας» ἐδημιούργησαν οἱ διαμαρτυρόμενοι, γιὰ νὰ ξεπεράσουν δυσκολίες προσωπικοῦ χαρακτῆρα (ὅπως τὴν ρωμαιοκαθολική τους προέλευση καὶ τὴν κυριαρχία τοῦ δυτικοῦ ὀρθολογισμοῦ).
* * *
Αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα δείγματα τῆς ἀπορρίψεως, ἢ ἀποδομήσεως, ἀρχῶν τῆς ἀληθείας τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Πατέρων, δείχνουν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχρονικῆς οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος τοῦ ὑποτιθεμένου «κέντρου» τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, στὸν Πατριαρχικὸ Οἶκο, τὴν Ὀρθοδοξία τῆς πατερικῆς παρακαταθήκης διαδέχθηκε ἡ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, μεταλλαγμένη στὰ μέτρα τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς μετανεωτερικότητος.
* * *
Ὁ ὑπογράφων συνέταξε τὸ πάρον κείμενο, ὧν συνεπὴς στὸν διδακτορικό του ὅρκο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας: «ὅπου γῆς βρεθῶ, θὰ ὑποστηρίζω τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ὅλοι οἱ διδάκτορες δίνουν τὸν ὅρκον αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἐπίσκοποι ὁρκίζονται νὰ ἐπιτελοῦν τὰ καθήκοντά τους θεοφιλῶς καὶ νὰ ἀνταποκρίνονται μὲ θεῖο ζῆλο στὴν τήρηση τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν διδαγμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ὅσοι Ἐπίσκοποι ἀφήνουν ὀρθάνοιχτη τὴν θύρα στὸν οἰκουμενιστικὸ χῶρο καὶ ἀναλαμβάνουν δραστηριότητες ποὺ ἀκυρώνουν τὴν προσωπική τους ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν σεβασμό τους ἔναντι τοῦ ἀξιώματός τους ὡς κληρικῶν καὶ ὡς ἀνθρώπων τῆς ἐκκλησίας, ἀποβαίνουν ἐπιλήσμονες τοῦ ὅρκου τους.
Σὲ μία τέτοια περίπτωση, φαίνεται νὰ ἐνεργεῖ τὸ μιαρὸ ἔργο του, ὁ Ἀντίχριστος, καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἰωάννης Κορναράκης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. -Περιοδ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τ. 2/2010, σσ. 317-324.
2. -Πρὸ ἐτῶν, ἡ συγκεκριμένη Μητρόπολις συγκάλεσε συνέδριο Ὀρθοδόξων καὶ Ἀγγλικανῶν, καί, μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, τοὺς κάλεσε νὰ λειτουργηθοῦν στὸ Γυναικεῖο Μοναστῆρι τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν Πηλίου. Ὅταν οἱ προσκεκλημένοι ἔφθασαν καθυστερημένοι στὸν Ναό, οἱ ἀδελφὲς τῆς Ἱ. Μονῆς ἔσπρωχναν τοὺς ὀρθοδόξους πρὸς τὸν νάρθηκα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Σχετικὲς φωτογραφίες δείχνουν τοὺς ἀγγλικανοὺς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Ναοῦ μὲ τὸ ἀντίδωρο στὸ χέρι, ἐνῶ σημειώθηκε ἰδιαιτέρως ἡ παρουσία μιᾶς ἀγγλικανῆς ἱερείας.
3. -Περιοδ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ, στὸ ἴδιο τεῦχος, σ. 322.
4.-Στὸ ἴδιο, σ. 320.
5. -Περὶ θεολογίας καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, PG 90, στ. 1120.
6. -Στὸ ἴδιο, στ. 1181.
7. -Περιοδ. ΕΚΚΛΗΣΙΑ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τ. Ἰούνιος 2003, σσ. 413-418.
8. -Συλλογὴ θρησκειολογικῶν μελετημάτων, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, α.χ., σσ. 423-4. Βλ. καὶ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἰ. Φωτοπούλου, Θεανδρικὴ Καθολικότητα ἢ Πανθρησκειακὴ Παγκοσμιότητα, Ἀθήνα 2003, τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ ἐπιτυχῶς ὀρθοδόξως τὶς κακοδοξίες τοῦ βιβλίου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας, μὲ τίτλο Παγκοσμιότητα καὶ Ὀρθοδοξία, Ἀθήνα 2000.


Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠ. ΜΥΡΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ



ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ  ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΕΤΑΙ  ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟΤΑΤΑ
ΚΑΙ ΑΝΟΙΚΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑ-ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ,
ΠΙΚΡΗ ΑΠΟΦΥΣΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Μέρος Α΄

Στόμα τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ὁ μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, κατ' αὐτὴν τὴν "Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας", καὶ ὄχι στόμα τοῦ ἱεροῦ Χρυσόστομου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρει καὶ τοῦ ὁποίου τὴν διδασκαλία ἀτυχῶς χρησιμοποίησε· ἀντὶ νὰ ἐξάρει τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὕβρισε ἀνεντίμως ὅσους "ἕπονται τοῖς ἁγίοις πατράσιν" καὶ ἀρνοῦνται τὴν ὑπὸ τοῦ Φαναρίου προωθούμενη "Μετα-πατερικὴ θεολογία". Καὶ μόνο στὴ σκέψη τῆς συσπειρώσεως τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἐνάντια στοὺς καινοτόμους οἰκουμρενιστές, τὸ Φανάρι πανικοβάλλεται καὶ ἀντιδρᾶ σπασμωδικῶς.
 Εἶπε ὁ μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος στὸ κήρυγμα ποὺ ἐξεφώνησε τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ Φανάρι: «Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, πρὶν ἀπ’ ὅλα, πιστεύει ὅτι ἡ χριστιανικὴ τελείωση εἶναι δυνατό καὶ στὸν παρόντα κόσμο μας! Παρὰ τὰ προβλήματα ποὺ δημιουργοῦμε ὅλοι μας καὶ πάντοτε! Ὅμως ὅποιος ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ ἀγαπᾶ ὅ,τι ἀγαπᾶ Θεός! Ἡ δὲ Ὀρθοδοξία, περὶ ἧς ὁ λόγος σήμερον, εἶναι ἡ Θεολογία τῶν πάντων!».
Νὰ ἁγιάσει τὸ στόμα σου, ἅγιε Μύρων. Ποιός ἄλλος λόγος, ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὸν ποὺ ἐκστόμισες, θὰ μποροῦσε καλύτερα νὰ ἀποδείξει, ὅτι τὸ ναυάγιο τοῦ πατριάρχη Βαρθολομαίου, καὶ ὅσων ἀπὸ ἐσᾶς τὸν ἀκολουθοῦν, εἶναι δεινό; Ἀλήθεια, μπορεῖ «νὰ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ» ὁ κ. Βαρθολομαῖος, ἀφοῦ δὲν κάνει «ὅ,τι ἀγαπᾶ ὁ Θεός!». Καὶ ὁ Θεός, κ. Χρυσόστομε, δὲν ἀγαπᾶ τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες ποὺ ἔχει διατυπώσει καὶ ἀποδέχεται, προωθεῖ καί εὐνοεῖ ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ὑπάρχει ἀντίρρηση σ’ αὐτό; Μήπως, δηλαδή, ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὴν “μετα-πατερικὴ θεολογία”; Μήπως τὴν “βαπτισματικὴ θεολογία”, ἢ τὴν “θεωρία τῶν κλάδων”, ἢ τὴν θεολογία τῶν “ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν” καὶ τῶν “δύο πνευμόνων”; Μήπως ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς τὴν κακόδοξη καὶ συγκρητιστικὴ περὶ ἑνὸς Θεοῦ «θεολογία» (ποὺ ἀπὸ αἰώνων ἔχει καταδικασθεῖ Συνοδικὰ) τὴν ὁποία ἀποδέχεται ὁ Πατριάρχης καὶ διδάσκει ὅτι ὅλες οἱ μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες ἔχουν τὸν ἴδιο Θεό; Μήπως ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ ἐπέδιδε Κοράνιο –χαρακτηρίζοντάς το μάλιστα ὡς ἱερὸ– στὸν πρόεδρο τῆς Coca-Cola, ὅπως ἔκανε ὁ Πατριάρχης;
Μήπως ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων «περί ἧς ὁ λόγος σήμερον» καὶ ἡ ὁποία –ὅπως μᾶς λέτε– εἶναι «ἡ Θεολογία τῶν πάντων» περιλαμβάνει καὶ ἐπικροτεῖ τὴν ἀποδοχὴ τῶν νέων Εἰκονομάχων Προτεσταντῶν, ποὺ ἔχουν ἀπορρίψει τὶς ἅγιες εἰκόνες; Περνάει, μήπως, στὸ νοῦ σας –ἔστω καὶ κατ’ ὑπόνοιαν– ὅτι ἦταν δυνατὸν οἱ Ἅγιοι Πατέρες νὰ ἐκφέρουν ἐπαίνους πρὸς τοὺς τότε Εἰκονομάχους, ὅπως κάνει ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος; Ἤ, ἔχετε νὰ μᾶς ὑποδείξετε Ἅγιους Πατέρες, ποὺ συνωστίζοντο ἐπὶ δεκαετίες στοὺς πολυώνυμους Διαλόγους (ὅπως οἱ δορυφοροῦντες τὸν Πατριάρχη πράττουν) μὲ τοὺς πάσης φύσεως ἄθεους ἢ ἑτερόδοξους; Κι ἂν ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς παρέστη στὴ Φερράρα, καὶ ἔδειξε γιὰ λίγες βδομάδες ἀνοχὴ πρὸς τὸν Πάπα Εὐγένιο καὶ τὰ κοπέλια του, στὴ συνέχεια εἶπε τό: «ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ τοὺς Λατίνους, ὅπως ἀπομακρύνεται κανεὶς ἀπὸ τὰ φίδια!».
Μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ἢ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, νὰ παρίστανται καὶ νὰ ὁμιλοῦν στὸ Π.Σ.Ε. καὶ νὰ λέγουν μὲ καμάρι, ὅπως ὁ Πατριάρχης σας: «συμμετέχομεν μετὰ μεγίστης χαρᾶς καὶ βαθείας πρὸς τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν εὐγνωμοσύνης εἰς τὴν χαρμόσυνον ταύτην ἐπέτειον» τοῦ Π.Σ.Ε. ποὺ «κηρύσσει τὸν Χριστόν καὶ μόνον τὸν Χριστόν»; (Ἑλβετία, 17/2/08, ὁμιλία κ. Βαρθολομαίου γιὰ τὰ 60 χρόνια ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Π.Σ.Ε.).
Ἐπικαλεῖσθε, βέβαια, βλάσφημα (προφανῶς γιὰ νὰ δικαιολογήσετε τὶς μετὰ τῶν αἱρετικῶν συνευρέσεις σας) καὶ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος πράγματι συνδιαλέχθηκε μὲ τοὺς μουσουλμάνους Ἀχαιμενίδες· ξεχνᾶτε νὰ σημειώσετε ὅμως, ὅτι ὁ Ἅγιος βρισκόταν σὲ δυσμενῆ κατάσταση (εἶχε ἀπ’ αὐτοὺς συλληφθεῖ), καὶ στὶς μετὰ τῶν μουσουλμάνων συνομιλίες ἔκανε ὁμολογία Πίστεως, δὲν ἐδίστασε δηλ. νὰ ὁμολογήσει ἐνώπιόν τους ὅτι δὲν δέχεται καὶ δὲν ἀγαπᾶ τὸν προφήτη τους Μωάμεθ, λέγοντάς τους ὅτι αὐτὸς ποὺ δὲν πιστεύει στοὺς λόγους τοῦ διδασκάλου δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγαπᾶ τὸν διδάσκαλο ὡς διδάσκαλο.
Ποιός ἄραγε ἔχει περισσότερη ἀγάπη ἐσεῖς ἢ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Ἐκεῖνοι, ἤθελαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ἔλθουν εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας καὶ νὰ σωθοῦν διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς, μᾶς δίδαξαν ὅμως νὰ μὴ ἐξαπατούμεθα ἀπὸ τοὺς ἐμμένοντας στὴν πλάνη καὶ μὲ αὐστηρότητα ἐφάρμοσαν πρὸς τοὺς κακοπροαίρετους αἱρετικοὺς τὴν εὐαγγελικὴ καὶ Παύλεια διδασκαλία: «μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Ἀντίθετα ἐσεῖς, ἀφήνετε ἐν γνώσει σας τοὺς αἱρετικοὺς στὴν πλάνη τους, νὰ νομίζουν ὅτι θὰ σωθοῦν χωρὶς νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἁγία Ὀρθοδοξία.
Καὶ ἔχετε μοῦτρα, ἐσεῖς οἱ σύμμαχοι τῶν νέων Εἰκονομάχων νὰ ἀποκαλεῖτε «ἀρρωστημένα μυαλά», ὅσους ἐμμένουν στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση; Ὅσους ξεσκεπάζουν τὶς κακοδοξίες σας; Ἔχετε μοῦτρα νὰ μιλᾶτε γιὰ «ἐν Τριάδι Θεόν», ἐσεῖς ποὺ ἔχετε καταστεῖ μὲ τὶς πράξεις σας φίλοι τῶν ἐχθρῶν τοῦ «ἐν Τριάδι Θεοῦ»;
Νά, τί γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος (τὸν ὁποῖον ἐπικαλεστήκατε μονομερῶς καὶ ἀσχέτως), ὅταν ἑρμηνεύει τὸν ψαλμωδό. Ἔφευγε ὁ ψαλμωδός, λέγει, μακριὰ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ὕβριζαν τὸν Θεὸν τρέχοντας, καὶ δὲν ἀναμιγνυόταν μὲ ὅσους ἐπεδίδοντο σὲ κάθε εἴδους πονηρία καὶ αἵρεση, γιατὶ ὅλους αὐτοὺς τοὺς εἶχε ὡς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ: «διὰ τὴν εἰς τὸν Θεὸν ὕβριν ἀποπηδῶντα, καὶ φεύγοντα τὴν πρὸς ἐκείνους συνουσίαν. Καὶ γὰρ καὶ τοῦτο τῆς ἀπωλείας τοῖς Ἰουδαίοις αἴτιον γέγονε, τὸ τοῖς πονηροῖς ἀναμίγνυσθαι». Καὶ συνεχίζει: «διὰ τοῦτο φεύγει καἀποπηδᾷ, ὅτι ἐπήρθησαν κατὰ τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης, ὅτι παρηνόμουν, ὅτι βλάσφημα ἐφθέγγοντο ρήματα. …Οὕτω καὁ Θεὸς ἐπηγγείλατο, ἐχθραίνειν τοῖς ἐχθροῖς1 καἀντικεῖσθαι τοῖς ἀντικειμένοις αὐτοῖς. Ταῦτα γὰρ μάλιστα φιλίας τεκμήρια»2.
Καὶ ἀλλοῦ:  «σπερ γαπν τ φς, τ σκτος πεχθνεται· οτως τν νμον το Θεο γαπν, τος παρανμους λογισμος κα πρξεις μισε, κα τοτων ποστροφ γπησς στι πρς τς το νμου παγγελας»3.
Καὶ γιὰ νὰ μὴ κατηγορηθοῦμε πὼς παρερμηνεύουμε τὸν ἅγιο Πατέρα, παραθέτουμε τὴν διευκρίνηση. Μισοῦμε λοιπόν, ἐρωτᾶ,  τοὺς ἀνθρώπους; Καὶ ἀπαντᾶ· ὄχι τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὴν πονηρὴ πράξη καὶ τὸ αἱρετικό δόγμα: «Μισεῖν μέν, οὐκ ἐκείνους δέ, ἀλλὰ τὸ δόγμα, οὐ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὴν πονηρὰν πρᾶξιν, τὴν διεφθαρμένην γνώμην. Ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος ἔργον Θεοῦ, ἡ δὲ πλάνη ἔργον τοῦ διαβόλου. Μὴ τοίνυν ἀναμίξῃς τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ τοῦ διαβόλου»4.
Καὶ συμπεραίνει γιὰ ὅσους τότε, ὡς οἱ πατριαρχικοὶ σήμερα, συνεργάζοντο μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ: Καὶ δυστυχῶς ἐμεῖς ἔχουμε φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο ξεπεσμοῦ, ὥστε ὄχι μόνον δὲν «μισοῦμεν τοὺς παραβάτας, ἀλλὰ καὶ ὡς φίλους ἀσπαζόμεθα», ἐνῶ ἔπρεπε «τοῖς τοιούτοις μηδὲ τὸ χαίρειν λέγειν· Οὐκ ἔστι γὰρ εἰρήνη τοῖς ἀσεβέσι, λέγει Κύριος· καὶ μετ' αὐτῶν ἐσθίομεν καὶ πίνομεν, ὧν καὶ τὴν ἀπάντησιν ἀποφεύγειν ὀφείλομεν...».
Καὶ προτρέπει: Μιμησώμεθα οὖν καὶ ἡμεῖς τὸν προφήτην,  καὶ  μισήσωμεν τοὺς ποιοῦντας τὰς παραβάσεις, ἵνα μὴ διὰ τῆς ἀδιαφόρου ἡμῶν κοινωνίας πρὸς αὐτοὺς συνεργοὶ τῆς παραβάσεως αὐτῶν εὑρεθῶμεν»5.

«ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ»


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
(1) «χθρο δ το Θεο... κα ο τν αρσεων ρχηγο. —Κα τ τος φλους τιμν Θεο κα τ μισεν τος χθρος τε κα σεβες· το γρ Θεο πντας θλοντος σωθναι, πς δι' πτης διαστρφων χθρός, μ συγχωρν ες πγνωσιν ληθεας λθεν. Τλειον μσος μσουν ατος. Τλειον δ μσος, τ μ χριν τρου, δι τε τ μνον εναι χθρος Θεο γινμενον, ς κα τελεα πρς τ γαθν γπη, μν τ πθ τ πρς ατ γινομνη· οτως ον τος χθρος Θεο μνον, λλ' ο δι πθος μισν, κτηκμενος π' ατος κατ τν ερηκτα προφτην· ζλον ζλωκα τ Κυρίῳ παντοκρτορι, νθ' ν κατλιπν σε ο υο ερουσαλμ.
(2) Χρυσοστόμου Ἰω.,  Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΛΗʹ Ψαλμόν, Vol 55, pg 418, ln 41ἑξ.
(3) Χρυσοστόμου Ἰω., Εἰς 118ο  Ψαλμόν, [Sp.], v. 55, pg 697, ln 50.
(4) Χρυσοστόμου Ἰω., Εἰς A’ πρὸς Κορινθίους v. 61, pg 282, ln 6.  –Καὶ  Θεοδώρητου Κύρου, Ἑρμηνεία εἰς τοὺς Ψαλμούς,  v. 80, p. 1941, l. 37): «Οχ τος μισοντς σε, Κριε, μσησα, κα π τος χθρος σου ξετηκμην;...  Μισ μν γρ ς παρανμους, οκτερω δ ς νθρπους. Κα πενθεν μν ατος δι τν φυσικν συμπθειαν ναγκζομαι· βδελττομαι δ πλιν ατος δι τν πολλν πονηραν».
(5) Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τὸν 100ο  Ψαλμό, [Sp.], v. 55, pg 633, ln 15.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

Ὁμιλία 10
Κατὰ τὴν δευτέρα Κυριακὴ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς

Ὑπόθεσιν ἔχουσα τὸν ἐν Καπερναοὺμ ἰαθέντα παρὰ τοῦ Κυρίου Παράλυτον...

Σήμερα θὰ εἴπω πρὸς τὴν ἀγάπη σας ὡς προοίμιο τὰ ἴδια τὰ δεσποτικὰ λόγια, μᾶλλον δὲ τὴν πεμπτουσία τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρυγματος· «μετανοεῖτε, διότι ἤγγισε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
Καὶ δὲν ἤγγισε μόνο, ἀλλὰ καὶ εἶναι μέσα μας· διότι, εἶπε πάλι ὁ Κύριος, «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι μέσα μας». Καὶ δὲν εἶναι μόνο μέσα μας, ἀλλὰ σὲ λίγον καιρὸ φθάνει περιφανέστερα, γιὰ νὰ καταργήση κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμι καὶ νὰ προσφέρη τὴν ἀκαταμάχητη ἰσχύ, τὸν ἀδαπάνητο πλοῦτο, τὴν ἀναλλοίωτη καὶ ἄφθαρτη καὶ ἀτελεύτητη τρυφὴ δόξα, ἐξουσία καὶ δύναμι, σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ζήσει ἐδῶ κάτω κατὰ τὸ θέλημα καὶ τὴν ἀρέσκεια τοῦ Θεοῦ...
Ὁ ἔρως τῆς ἀνθρωπίνης δόξης ἀπεμάκρυνε τοὺς Φαρισαίους ἀπὸ τὴν πίστι πρὸς τὸν Κύριο· γι' αὐτὸ ἔλεγε πρὸς αὐτούς, «πῶς μπορεῖτε νὰ πιστεύετε σ' ἐμένα, δεχόμενοι δόξα ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ μὴ ζητώντας τὴ δόξα ἀπὸ τὸν μόνο Θεό;».
Ἄλλους πάλι τοὺς ἐμπόδισαν ἀπὸ τὴν προσέλευσι (πρὸς τὸν Κύριο) ἀγροὶ καὶ γάμοι καὶ φροντίδες βιωτικῶν ἔργων, πράγματα ποὺ ἡ πάρεσις τοῦ σώματος τὰ παρέλυσε ὅλα καὶ τὰ ἐξέβαλε ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τοῦ παραλύτου. Καὶ γι' αὐτὸ στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἡ νόσος εἶναι μερικὲς φορὲς ἀνώτερη τῆς ὑγείας, διότι συνεργεῖ στὴ σωτηρία τους, καὶ τὶς μὲν ἔμφυτες ὁρμὲς πρὸς τὴν κακία ἀμβλύνοντας, τὸ δὲ χρέος τῶν σφαλμάτων ἐξοφλώντας κατὰ κάποιον τρόπο διὰ τῆς κακώσεως, τοὺς καθιστᾶ δεκτικοὺς πρῶτα τῆς ψυχικῆς θεραπείας, ἔπειτα καὶ τῆς θεραπείας τοῦ σώματος, καὶ μάλιστα ὅταν ὁ ἀσθενής, κατανοώντας ὅτι τὸ κτύπημα εἶναι θεραπεία ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ βαστάζει γενναίως, προσπίπτει μὲ πίστι στὸν Θεὸ καὶ ἐπικαλεῖται τὸν ἱλασμὸ διὰ τῶν ἔργων μὲ ὅση δύναμι ἔχει.
Τοῦτο ὑπέδειξε κατὰ τὴν δύναμί του καὶ ὁ παράλυτος καὶ παρέστησε ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του, ἂν καὶ οἱ Φαρισαῖοι, μὴ μπορώντας νὰ τὸ συλλάβουν, ἐβλασφημοῦσαν κι' ἐγόγγυζαν· «ἀφοῦ εἶδε», λέγει, «ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστι τους, δηλαδὴ τοῦ κλινήρους ποὺ κατεβαζόταν καὶ αὐτῶν ποὺ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ στέγη, λέγει στὸν παραλυτικό, τέκνο, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτιές σου»...
Ἀλλ' οἱ Γραμματεῖς, ὅταν ἄκουσαν αὐτά, «διαλογίζονταν», λέγει, μέσα τους, γιατί λάλει αὐτὸς βλάσφημα; ποιός μπορεῖ νὰ ἀφήση ἁμαρτίες, ἐκτὸς ἑνός, τοῦ Θεοῦ;». Ὁ δὲ Κύριος, γνωρίζοντας ὡς ποιητὴς καρδιῶν καὶ τοὺς ἀφανεῖς λογισμοὺς τῶν καρδιῶν τῶν Γραμματέων, λέγει πρὸς αὐτούς· «τί διαλογίζεσθε αὐτὰ τὰ πράγματα στὶς καρδιές σας; τί εἶναι εὐκολωτερο, νὰ εἴπω στὸν παραλυτικό, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτιές σου ἢ νὰ τοῦ εἴπω, σήκω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ περιπάτει;».
Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς Γραμματεῖς ὁ Κύριος ἀδυνατοῦσε νὰ θεραπεύση τὸν παράλυτο, κατέφυγε πρὸς τὸ ἀφανὲς μέρος, τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων, ποὺ καὶ μόνο νὰ τὴν εἴπης μὲ τὸν λόγο, καὶ μάλιστα τόσο αὐθεντικῶς καὶ προστακτικῶς, εἶναι μὲν βλάσφημο, ἀλλὰ εὔκολο καὶ στοὺ καθενὸς τὸ χέρι. Γι' αὐτὸ λέγει πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος, ἐὰν ἤθελα νὰ ἐκφέρω κενοὺς λόγους, ποὺ δὲν ἔχουν ἀποτέλεσμα σὲ πράξεις, θὰ ἦταν ἐξ ἴσου εὔκολο νὰ εἴπω χωρὶς πρακτικὸ ἀντίκρυσμα καὶ τὴν ἔγερσι τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν. Γιὰ νὰ μάθετε ὅμως ὅτι ὁ λόγος μου δὲν εἶναι ἀνενεργός, καὶ ὅτι δὲν κατέφυγα στὴν ἄφεσι τῆς ἁμαρτίας ἐπειδὴ τάχα ἀδυνατῶ νὰ προσφέρω τὴν θεραπεία τῆς νόσου, ἀλλ' ἔχω ἐξουσία θεϊκὴ ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς Υἱὸς ὁμοούσιος μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα, ἂν καὶ ἔγινα ὁμοούσιος μὲ σᾶς τοὺς ἀχαρίστους κατὰ σάρκα -τότε λέγει στὸν παραλυτικό-, «σοῦ λέγω, σήκω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου· καὶ ἀμέσως ἐσηκώθηκε καὶ παίρνοντας τὸ κρεββάτι του ἐξῆλθε ἐμπρὸς στὰ μάτια ὅλων».
Εἶναι ἀντίθετα πρὸς τοὺς διαλογισμοὺς τῶν Γραμματέων καὶ ὁ λόγος καὶ τὸ θαῦμα τοῦτο, σὲ μερικὰ ὅμως σημεῖα καὶ συμφωνοῦν. Πραγματικὰ τὸ ὅτι κανεὶς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ἀφ' ἑαυτοῦ νὰ συγχωρήση ἁμαρτίες, τὸ ἀποδεικνύουν ἀληθινό, ἐκεῖνο ὅμως τῶν Φαρισαίων, τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ψιλὸς ἄνθρωπος ἀλλ' ὄχι Θεὸς παντοδύναμος, τὸ ἀποδεικνύουν ψευδὲς καὶ ἀσύνετο· διότι αὐτό, ποὺ δὲν εἶδε ποτὲ κανεὶς οὔτε ἄκουσε, ἐφανερώθηκε τώρα, ὁ ἴδιος Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει διπλῆ φύσι καὶ ἐνεργεια· ἐλάλησε κατὰ τὸν τρόπο μας ὡς ἄνθρωπος, ἔκαμε ὅσα θέλει μὲ μόνο τὸν λόγο του καὶ τὸ πρόσταγμά του ὡς Θεὸς καὶ ἐπιβεβαίωσε μὲ τὰ ἔργα ὅτι καὶ στὴν ἀρχή, κατὰ τὸ ψαλμικό, αὐτὸς τὰ πάντα «εἶπε καὶ ἔγιναν, διέταξε καὶ ἐκτίσθηκαν». Γι' αὐτὸ καὶ τώρα στὸ λόγο του ἀμέσως ἐπακολουθησε τὸ ἔργο. Πραγματικὰ ἀμέσως ἐσηκώθηκε ὁ παραλυτικὸς «καὶ ἀφοῦ πῆρε τὸ κρεββάτι του ἐξῆλθε ἐμπρὸς στὰ μάτια ὅλων, ὥστε νὰ θαυμάζουν ὅλοι». Ἡ μὲν ἄφεσις τῶν πταισμάτων μὲ τὸν λόγο ἐνεργεῖται καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἂν κάμη κάποιος πταῖσμα σὲ βάρος τους· ἀσθένεια δέ, καὶ μάλιστα τόσο σοβαρή, νὰ φυγαδευθῆ μὲ πρόσταγμα καὶ λόγο μόνο εἶναι στὴν ἐξουσία μόνο τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπισημαίνει ὅτι ἐθαύμασαν ὅλοι ὅσοι εἴδαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεό, δηλαδὴ ἀσφαλῶς τὸν ἴδιο τὸν ἐκτελεστὴ τοῦ παραδόξου τούτου ἔργου, μᾶλλον δὲ αὐτὸν ποὺ πράττει ἔνδοξα καὶ ἐξαίσια ἔργα, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀριθμος· «ἔλεγαν, ὅτι ποτὲ ἕως τώρα δὲν εἴδαμε τέτοια πράγματα».
Ἀλλ' ἐκεῖνοι μὲν ἀποδίδοντας τὴν δοξολογία μὲ λόγια καὶ παρουσιάζοντας τὸ θαῦμα μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ προηγούμενα ἔλεγαν αὐτά: ποτὲ δὲν εἴδαμε ἕως τώρα τέτοια πράγματα· ἐμεῖς ὅμως ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ λέγωμε τώρα τοῦτο (διότι εἴδαμε πολλὰ καὶ πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὸ θαύματα ποὺ ἐτελέσθηκαν ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς διαδόχους των στὴ συνέχεια μὲ μόνη τὴν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ)· ἐμεῖς λοιπόν, ἀδελφοί, ἂς τὸν δοξάσωμὲ μὲ ἔργα τώρα, λαμβάνοντας καὶ τὸ θαῦμα τοῦτο ἀναγωγικῶς ὡς ὑπόδειγμα πρὸς τὴν ἀρετή.
Διότι ὁ καθενὰς ἀπὸ τοὺς προσκολλημένους στὶς ἡδονὲς εἶναι παράλυτος στὴν ψυχή, κατακείμενος ἐπάνω στὴν κλίνη τῆς ἡδυπαθείας καὶ τῆς φαινομενικῆς σαρκικῆς ἀνέσεως ἐπάνω σ' αὐτὴν· ἀλλ' ὅταν πειθόμενος στὶς εὐαγγελικὲς παραινέσεις μὲ τὴν ἐξομολόγησι κατανικᾶ τὶς ἁμαρτιές του καὶ τὴν ἀπὸ αὐτὲς προκληθεῖσα παράλυσι τῆς ψυχῆς του, φέρεται πρὸς τὸν Κύριο ἀπὸ τὶς ἑξῆς τέσσερις δυνάμεις· τὴν αὐτοκριτική, τὴν ἐξομολόγησι τῶν προηγουμένων ἁμαρτιῶν, τὴν ὑπόσχεσι ἀποχῆς ἀπὸ τὰ κακὰ στὸ μέλλον καὶ τὴν δέησι πρὸς τὸν Θεό.
Ἀλλ' αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ φέρουν κοντὰ στὸ Θεό, ἂν δὲν ξεσκεπάσουν τὴν ὀροφή, ρίπτοντας κάτω τὰ κεραμίδια καὶ τὸ χῶμα καὶ τὰ ἄλλα ὑλικά. Ὄροφος δὲ εἶναι σ' ἐμᾶς τὸ λογιστικὸ τῆς ψυχῆς, ἐφ' ὅσον εὑρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶναι σ' ἐμᾶς· ἔχει δὲ τοῦτο πολὺ ὑλικὸ εὑρισκόμενο ἐπάνω του, τὴν σχέσι πρὸς τὰ πάθη καὶ τὰ γήινα. Ὅταν λοιπὸν αὐτὴ ἡ σχέσις λυθῆ καὶ ἀποτιναχθῆ ἀπὸ τὰ τέσσερα προλεχθέντα, τότε πραγματικὰ μποροῦμε νὰ κατεβασθοῦμε, δηλαδὴ νὰ ταπεινωθοῦμε ἀληθινὰ καὶ νὰ προσπέσωμε καὶ νὰ προσεγγίσωμε τὸν Κύριο, νὰ ζητήσωμε καὶ νὰ λάβωμε ἀπὸ αὐτὸν τὴν θεραπεία»...
(Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔργα 9, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις “Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”, σελ. 253-271).

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Βιογραφία Αγ. Γρηγοριου Παλαμα



Ὁ  ἅγιος  Γρηγόριος  ὁ  Παλαμᾶς

Σύντομη βιογραφία


μεγάλος αὐτὸς θεολόγος καὶ θεοφόρος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γεννήθηκε στὴν Βασιλίδα τῶν Πόλεων τὸ ἔτος 1296 καὶ ἦτο γυιὸς εὐσεβεστάτων καὶ εὐγενῶν γονέων τοῦ Κων/νου καὶ τῆς Καλλονῆς. Ὁ πατέρας του κατεῖχε ὡς συγκλητικὸς ἐξέχουσα θέσι στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ καὶ λόγῳ τοῦ χριστιανικοῦ του ἤθους καὶ τῆς μορφώσεώς του προσελήφθη καὶ ὡς παιδαγωγὸς τοῦ διαδόχου-ἐγγονοῦ τοῦ Ἀνδρονίκου Β' τοῦ Παλαιολόγου. Εἶχε καλλιεργήσει πολλὲς ἀρετές, ἀσκοῦσε τὴ νοερὰ προσευχή, πολὺ διαδεδομένη τότε στὸ Βυζάντιο, κι ἐκοσμεῖτο μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ἀπὸ ἕναν τέτοιο λοιπὸν πατέρα γεννημένος ὁ Ἅγ. Γρηγόριος μεγάλωσε μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον μοναστικό, καθὼς καὶ οἱ δύο γονεῖς του ἀνέτρεφαν καὶ τὰ πέντε παιδιά τους μὲ μοναχικὴ αὐστηρότητα, ἐνῶ στὸ σπίτι τους ἐφιλοξενεῖτο πλῆθος μοναχῶν ἀπὸ τὸ Ἅγ. Ὄρος κι ἐκεῖ συζητοῦσαν θέματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Πρὶν ἐκδημήσει πρὸς Κύριον ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου ἐκάρη μοναχὸς μετωνομασθεὶς εἰς Κωνστάντιο καὶ παρὰ τὶς παροτρύνσεις τῆς συζύγου του Καλλονῆς νὰ ἀναθέσουν μετὰ τὴν κοίμησί του τὰ ὀρφανὰ στὸν αὐτοκράτορα ποὺ τοὺς ὑπεραγαποῦσε, αὐτὸς ἀπάντησε ὅτι τὰ παιδιὰ τὰ ἐμπιστεύεται στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ποὺ ἐλάτρευε. Ἔτσι κι ἔγινε, διότι ἡ Μητέρα ὅλου τοῦ κόσμου ἀνέλαβε στὴν προστασία της τὸν Ἅγιο καὶ τὴν οἰκογένειά του, καθὼς ἀρχικὰ μὲν ἐφώτισε τὸν αὐτοκράτορα νὰ τοὺς παρέχη τὴν προστασία του καὶ κατόπιν τοὺς ἀνέλαβε ὡς ὁδηγὸς καὶ προστάτης, ἀφοῦ ὅλοι τους ἀκολούθησαν τὸν ἀναχωρητικὸ δρόμο τοῦ μοναχισμοῦ.
Ὁ Γρηγόριος λοιπὸν παραδίδεται στὴν ἐκμάθηση τῶν γνώσεων τῆς κοσμικῆς σοφίας μέσα στὰ ἀνάκτορα, κι ἔχοντας σοφοὺς διδασκάλους ὅπως τὸν Γρηγόριο τὸν Δριμὺ καὶ τὸν Θεόληπτο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας, ἐσπούδασε μὲ ἐξαιρετικὴ ἐπίδοση Γραμματική, Ρητορική, Φυσική, Λογικὴ καὶ Θεολογία σὲ σημεῖο ποὺ ὁ αὐτοκράτορας ἐξαιτίας τῆς δεινῆς καταρτίσεως καὶ μορφώσεώς του νὰ ἐπιθυμῆ νὰ τοῦ ἀναθέση ἀνώτατα πολιτικὰ ἀξιώματα στὸ παλάτι.
Ὁ Γρηγόριος ὅμως θεωρώντας ὅλα τὰ ἐπίγεια, τὶς δόξες, τὶς τιμὲς καὶ τὰ πλούτη ὡς σκύβαλα, ἀποφασίζει νὰ ἐγκαταλείψη τὰ ἐγκόσμια, ἐμοίρασε ὅλη τὴν περιουσία του κι ἀφοῦ ἔπεισε κι ὅλους σχεδὸν τοὺς πλησιεστέρους συγγενεῖς του, τὴν μητέρα του, τ' ἀδέλφια του ἀκόμη καὶ τοὺς δούλους του νὰ δεχθοῦν τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα καὶ τοὺς ἐγκατέστησε σὲ μοναστήρια ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Κων/πολι μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του Μακάριο καὶ Θεοδόσιο γιὰ τὸ Ἅγ. Ὄρος.
Ἀφοῦ ἐπέρασαν τῆ Θρᾴκη ἔφθασαν στὸ Παπίκιο ὄρος ὅπου καὶ ἀναγκάσθηκαν νὰ παραχειμάσουν συνεργείᾳ τῆς Θείας Προνοίας, διότι πολλοὶ ὠφελήθηκαν οἱ μοναχοὶ ἐκεῖ ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τὸ ἦθος τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος κατετρόπωσε καὶ τοὺς Μασσαλιανοὺς κι ἀπέδειξε τὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεσι τους, ἐνῶ αὐτοὶ προσπάθησαν νὰ τὸν θανατώσουν μὲ δηλητηριασμένη τροφή, τὴν ὁποία ὁ Ἅγιος θείᾳ συνεργείᾳ τὴν ἀπέφυγε δίδοντάς τη στὰ σκυλιὰ μὲ ἀποτέλεσμα ἕνα ἐξ αὐτῶν νὰ πεθάνη, ἀποκαλύπτοντας ἔτσι τὸ προορατικὸ χάρισμα ποὺ τοῦ εἶχε χαρίσει ὁ Θεός.
Τὴν Ἄνοιξι τοῦ 1317 ἔφθασε μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του στὴ Λαύρα τοῦ Βατοπεδίου κι ἐκεῖ ὑπετάχθη στὸν θεῖο Νικόδημο κι ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα. Ὡς μοναχὸς ἀσκοῦσε κάθε ἀρετὴ μὲ ταπείνωσι πολλή, μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες, μὲ μάζεμα τῶν λογισμῶν καὶ ἀκατάπαυστη προσευχὴ καὶ πάντα εἶχε ὡς προστάτιδα καὶ βοηθὸ καὶ μεσίτρια τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὴν ὁποία εἶχε συνεχῶς μπροστὰ του.
Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι μία ἡμέρα ἐκεῖ ὅπου ἡσύχαζε κατὰ μόνας κι εἶχε ὅλο τὸ νοῦ του στραμμένο στὸ Θεό, ἐμφανίσθηκε μπροστά του ὁ σεβάσμιος Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ εἶπε στὸν Ἅγιο ὅτι τὸν ἀπέστειλε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος νὰ τὸν ἐρωτήση γιὰ ποιό λόγο συνεχῶς προσεύχεται φωνάζοντας πρὸς τὸν Θεό: «Φώτισέ μου τὸ σκότος»; Καὶ ὁ Ἅγιος ταπεινὰ ἀπάντησε: «Μὰ τί ἄλλο νὰ ζητῶ ἐγὼ ὁ γεμᾶτος πάθη κι ἁμαρτίες, παρὰ νὰ τύχω τοῦ ἐλέους καὶ φωτισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ κάνω τὸ θέλημά του;». Τοῦ λέγει τότε ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὅτι ἡ Παναγία μέσῳ αὐτοῦ τοῦ ὑπόσχεται ὅτι θὰ τοῦ εἶναι βοηθὸς καὶ στὴν παροῦσα καὶ στὴν μέλλουσα ζωὴ κι ἔγινε ἄφαντος.
Ἀφοῦ ἔμεινε σ' αὐτὸν τὸν γέροντα ὁ Ἅγιος τρία χρόνια, μετὰ τὴν ἀποβίωσί του ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Λαύρα τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου ὅπου κι ἐκεῖ ἐγκαταβίωσε γιὰ τρία ἀκόμη χρόνια. Ἐκεῖ κατέπληξε ὅλη τὴν ἀδελφότητα μὲ τὶς ἀρετές του καὶ τὸν ἀσκητικό του βίο. Ἐκυρίευσε μὲ θαυμαστὸ τρόπο ὄχι μόνο τὰ ἄλογα πάθη, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς φύσεως, ἔτσι ὥστε νὰ ζῆ ὡς ἀσώματος. Ἔτρωγε καὶ κοιμόταν ἐλάχιστα ἴσα -ἴσα γιὰ νὰ μὴ σαλευθῆ ὁ νοῦς του. Ἐπειδὴ ὅμως ἔτρεφε ἀκατάσχετο ἔρωτα πρὸς τὴν ἡσυχία, ἔφυγε ἀπὸ τὴ Λαύρα κι ἐπῆγε στὴ σκήτη Γλωσσία, ὅπου εὑρίσκοντο κι ἄλλοι ἀναχωρητὲς κι ἀποτελοῦσε τὸ κέντρο τοῦ ἁγιορείτικου ἡσυχασμοῦ (τὴ σημερινὴ Προβάτα). Ἐκεῖ ἡσύχαζε κι ἕνας ἄλλος κορυφαῖος καὶ περιβόητος ἡσυχαστής, ὁ Γρηγόριος ὁ Βυζάντιος, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἐν τέλει ὁ μύστης καὶ διδάσκαλος τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου στὴν νήψη, στὴ νοερὰ προσευχὴ καὶ στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ κι ἄλλα μυστικὰ χαρίσματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰπωθοῦν μὲ λόγια. Τόση δὲ κατάνυξι, ἀκατάπαυστα δάκρυα καὶ συντριβὴ κατεῖχε ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ποὺ ἐπότιζε τὸ ἔδαφος ἐκεῖ ὅπου προσηύχετο.
Δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ μείνη ἐκεῖ στὸ ἡσυχαστήριο τῆς Γλωσσίας γιὰ πολύ, διότι, ἐξαιτίας τοῦ κινδύνου ἀπὸ τὶς καταδρομὲς τῶν Ἀγαρηνῶν ἐναντίον τῶν μοναχῶν, ἀναγκάσθηκε ὁ Ἅγ. Γρηγόριος μὲ ἄλλους συνασκητές του νὰ φύγη. Πηγαίνοντας στὴ Θεσσαλονίκη συμφώνησαν νὰ πάνε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ προσκύνημα τῶν Ἁγ. Τόπων. Τότε λοιπόν, θέλοντας ὁ Ἅγ. Γρηγόριος νὰ μάθη ἂν ἡ ἀπόφασίς τους αὐτὴ ἦταν ἀρεστὴ στὸ Θεό, προσευχόμενος εἶδε ἕνα ὅραμα ὅπου ὁ Ἅγ. Δημήτριος παρουσιάσθηκε ὡς Δοῦκας καὶ τὸν ἐκράτησε ἐκεῖ στὴν πόλι τῆς Θεσσαλονίκης μὲ διαταγὴ τοῦ Βασιλέως, ἐνῶ στοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς ἐπέτρεψε νὰ μεταβοῦν στὸν προορισμό τους. Αὐτὴ ἡ ἀποκάλυψις ἐσήμαινε ὅτι δὲν τοῦ ἐπετράπη νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸ Ἅγ. Ὄρος καὶ τὴ Θεσσαλονίκη διότι ἐκεῖ ἔμελλε νὰ πολεμήση μὲ βαρεῖς λύκους ποὺ ἐπρόκειτο νὰ πέσουν στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ ὑπερασπιστῆ τὴν ὀρθόδοξη πίστι καὶ διότι ἐπρόκειτο νὰ λάβη τὴ χάρι ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ὑπερασπισθῆ τὴν ὀρθόδοξη πίστι κατὰ τρόπο ἀπαράμιλλο στὴ δύσκολη αὐτὴ χρονικὴ περίοδο ὡς ὁ μοναδικὸς Θεολόγος στὴν ἐποχή του.
Τότε οἱ συνασκητές του τὸν παρεκάλεσαν νὰ δεχθῆ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης καὶ κατόπιν νὰ μεταβοῦν στὴν σκήτη τῆς Βεροίας, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ κτίσουν ἱερὸ ἡσυχαστήριο. Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἐδέχθη τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης ἀφοῦ πρῶτα προσευχόμενος εἶχε μὲ θαυμαστὸ τρόπο πάλι τὴν συγκαταθέσι καὶ συναίνεσι τοῦ Θεοῦ.
Μετὰ τὴ χειροτονία του, ἔπειτα ἀπὸ ἐτήσια περίπου παραμονὴ στὴ Θεσσαλονίκη μετέβησαν στὴ σκήτη τῆς Βεροίας τὸ 1326, ὅπου ἄρχισαν ἐκ νέου τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες πρὸς τὴ θέωσι. Πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος ἡσύχαζε «κατὰ μόνας» καὶ μόνο τὸ Σαββατοκύριακο ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελί του γιὰ νὰ λειτουργῆ, νὰ συνομιλῆ πνευματικὰ καὶ νὰ νουθετῆ τοὺς μοναχοὺς συνασκητές του.
Ἐκεῖ λοιπὸν ἐπρόσθετε νηστεία στὴ νηστεία, ἀγρυπνία στὴν ἀγρυπνία καὶ μὲ τὴ συνηθισμένη πηγὴ τῶν δακρύων του καθάριζε τὸ ὀπτικὸ μέρος τῆς ψυχῆς καὶ διὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς ἀνεβίβαζε τὸν καθαρὸ νοῦ του πρὸς τὸν Θεὸ ἐπιτυγχάνοντας τὴν ἄμεση κοινωνία καὶ ἕνωσι μ' Αὐτόν. Γι' αὐτὸ ὅλοι τὸν εἶχαν ὡς πρότυπο καὶ παράδειγμα πρὸς μίμησι καὶ τὸν ἐθαύμαζαν ὑπερβολικά. Πολλὲς φορὲς μάλιστα τὸν ἔβλεπαν νὰ ἀλλοιώνεται στὴν ὄψι καὶ νὰ γίνεται τὸ προσωπὸ τοῦ φωτεινὸ καὶ λαμπρό, μεταμορφωμένο μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἰδιαίτερα μετὰ ἀπὸ τὴ Θ. Λειτουργία ἢ τὴν ἐξοδό του ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριό του.
Δὲν ἐπέρασαν ὅμως πέντε χρόνια καὶ τὸ 1331 ἀναγκάσθηκε λόγῳ συχνῶν ἐπιδρομῶν τῶν Ἰλλυριῶν (Ἀλβανῶν) νὰ ἀναχωρήση γιὰ τὸν Ἄθω, στὸ ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγ. Σάββα ἔξω ἀπὸ τὴ Μονὴ τῆς Λαύρας τοῦ Ἀγ. Ἀθανασίου. Ἐκεῖ ἀκολούθησε τὸ ἴδιο ἀσκητικὸ καὶ ἡσυχαστικὸ πρόγραμμα κι ὁ μοναδικός του σκοπὸς ἦτο ἡ νήψις, ἡ ἡσυχία τοῦ νοῦ, ἡ νοερὰ προσευχή, ἡ θεωρία καὶ ἡ ἕνωσις μὲ τὸ Θεό.
Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἅγιος σὲ κάποια ἐπιστολή του, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, γιὰ τὴν πρακτικὴ ὄψι τῆς μοναχικῆς τελειώσεως:
«Ὅταν ὁ νοῦς ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ ὅλα τὰ αἰσθητὰ κι ὑψωθῆ πάνω ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς γύρῳ ἀπὸ αὐτὰ ζάλης καὶ κατοπτεύση τὸν ἐσωτερικὸ ἀνθρωπο, πρωτίστως ἀφοῦ δῆ τὸ ἄσχημο προσωπεῖο ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν περιπλάνησι μὲ τὰ ὑλικὰ καὶ φθαρτά, σπεύδει νὰ τὸ καθαρίση μὲ τὸ πένθος.
»Στὴ συνέχεια ἀφοῦ ἀφαιρέσει τὸ ἀπαίσιο αὐτὸ προσωπεῖο καὶ ἀφοῦ ἡ ψυχὴ παύσει νὰ διασπᾶται μὲ τέτοια ἀσήμαντα πράγματα, ὁ νοῦς προχωρεῖ ἀπερίσπαστος στὰ πραγματικὰ ἄδυτα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ προσεύχεται στὸν Πατέρα μυστικά. Αὐτὸς τότε παραχωρεῖ ἀρχικὰ τὴν εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ποὺ ὡς δῶρο διευκολύνει τὰ ἄλλα χαρίσματα καὶ τελειοποιεῖ τὴν ταπείνωσι ποὺ γεννᾷ τὶς ἄλλες ἀρετές. Αὐτὰ γεννοῦν τελειότερη χαρὰ καὶ προκαλοῦν στὴν ψυχὴ μακάρια ἀγαλλίασι ποὺ μετατρέπει τὸ πένθιμο δάκρυ σὲ γλυκὸ καὶ πλημμυρίζει τὸν ἀνθρωπο μιὰ χαρμολύπη ἔτσι ποὺ ἡ δέησις στὴν προσευχὴ νὰ μεταβάλλεται σὲ εὐχαριστία ἀτελειώτη.
»Ὅταν ὁ νοῦς ξεπεράση αὐτὸ τὸ πρακτικὸ στάδιο ἀνεβαίνει ἀκόμη ψηλότερα καὶ ὑπερβαίνει καὶ τὰ νοητά, τότε βλέπει καὶ γεύεται ἀγαθὰ ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὰ ἐκφράση κανεὶς μὲ λόγια καὶ κάνει λόγο γιὰ τὸ στάδιο τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅπου μὲ τὴ δύναμι τοῦ Ἁγ. Πνεύματος βλέπει τὰ ἀθέατα, ἀκούει ἄρρητα ρήματα κι ἑνώνεται μὲ τοὺς ἀγγέλους ποὺ δοξολογοῦν τὸ Θεό».
Ἀξίζει ἐδῶ νὰ σημειωθῆ ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸ τοῦ βίου του. Ἐκεῖ στὸ ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγ. Σάββα μία ἡμέρα ὅπου ἦτο ὁ νοῦς τοῦ στραμμένος καὶ προσηλωμένος στὸ Θεὸ μὲ τὴ νοερὰ προσευχὴ τοῦ ἐφάνη σὲ ὅραμα πῶς κρατοῦσε στὰ χέρια τοῦ ἕνα ἀγγεῖο μὲ γάλα, τὸ ὁποῖο ξεχύλιζε κι ἐχύνετο κάτω κι ἔπειτα τοῦ ἐφάνη ὅτι τὸ γάλα μετετράπη σὲ εὐωδιαστὸ κρασί, τὸ ὁποῖο κι αὐτὸ ξεχύλιζε καὶ τοῦ κατέβρεχε τὰ ρούχα καὶ τὸ σῶμα του, γεμίζοντας εὐωδία τὸν τόπο, αἰσθανόμενος ταυτόχρονα μεγάλη χαρὰ γι' αὐτὰ ποῦ ἔβλεπε. Τότε τοῦ ἐφάνη πὼς ἔνας ἀξιωματικὸς τὸν ἐρώτησε «γιατὶ Γρηγόριε δὲν μεταδίδεις καὶ στοὺς ἄλλους τοῦτο τὸ θαυμάσιο ποτό, ποὺ ἀναβλύζει πλουσιοπάροχα ἀλλὰ τὸ ἀφήνεις νὰ χύνεται μάταια; Δὲν γνωρίζεις ὅτι εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ τὸ μεταδίδης παντοῦ;». Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε διστακτικὰ ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἄνθρωποι νὰ τοῦ τὸ ζητοῦν μὲ πόθο ἀλλὰ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ εἶπε ὅτι: « κι ἔτσι νὰ ἔχουν τὰ πράγματα ἐσὺ Γρηγόριε πρέπει νὰ κάνης τὸ χρέος σου καὶ νὰ τὸ μεταδίδης», κι ἀνεχώρησε.
Τότε ὁ Ἅγιος ἐπάνηλθε ἀπὸ τὸν λεπτὸ ἐκεῖνο ὕπνο ὅπου τὸν κατέλαβε κι ἐκάθετο πολλὲς ὧρες περιλαμπόμενος ἀπὸ Θεϊκὸ φῶς. Ἐφανέρωνε δὲ ἡ μεταβολὴ ὅπου ἔγινε ἀπὸ τὸ γάλα στὸ κρασί, ὅτι ἀπὸ τὴν ἠθικὴ καὶ ἁπλὴ διδασκαλία ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἔμελλε νὰ περάση στὴ δογματικὴ καὶ οὐράνια διδασκαλία καὶ νὰ μεταδώση τοὺς ποταμοὺς αὐτῆς σὲ ὅλους.
Τότε ἄρχισε νὰ συγγράφη ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ λόγους περὶ Θεοῦ, γεμάτους σοφία καὶ θεία ἔμπνευσι. Πρῶτος του λόγος ὁ διὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγ. Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, πρώτου οἰκιστοῦ τοῦ Ἄθωνος, δεύτερος λόγος στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου κ.ο.κ. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν ἕνας τέτοιος πνευματικὸς φάρος, μέγας στὴν ἀρετὴ καὶ στοὺς λόγους νὰ κάθεται κρυμμένος σὲ κάποια γωνία, ψηφίζεται ἡγούμενος ἀπὸ τοὺς ἐγκρίτους πατέρες τοῦ Ἄθωνος στὴ Μονὴ Ἐσφιγμένου, ὅπου ἐγκαταβίωναν 200 μοναχοί. Ἐκεῖ ἐτέλεσε πολλὰ θαυμάσια καὶ ἄξια νὰ εἰπωθοῦν θαύματα, ἀπεδίωξε ἀπὸ ἀδελφοὺς δαιμόνια, μετέβαλλε δι' ἁγιασμοῦ καὶ διὰ τῶν προσευχῶν καὶ δεήσεών του ἄκαρπα δένδρα σὲ καρποφόρα, ἐγέμισε μὲ τὰ ἀναγκαῖα τὴ μονὴ ὅπου ὑπῆρχαν ἐλλείψεις, ἀνεδείχθη ἔτι περισσότερο τὸ προορατικό του χάρισμα καὶ γενικὰ ἐκοσμήθη μὲ ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγ. Πνεύματος.
Δὲν πέρασε ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ τὸ 1334 ἀφήνει τὴν ἡγουμενία κι ἐπιστρέφει πάλι στὴν ποθητή του ἡσυχία, στὴ σκήτη τοῦ Ἁγ. Σάββα στὴ Λαύρα. Τότε εἶχε ἐμφανισθῆ στὴ Θεσσαλονίκη κι ὁ λατινόφρων Βαρλαὰμ ἀπὸ τὴν Καλαβρία τῆς Ἰταλίας καὶ ἐνῶ ἀρχικὰ παρουσιάσθηκε ὡς φιλομοναχὸς καὶ τάχα κατήγορος τῶν ὁμοφύλων τοῦ Λατίνων, ξεσκεπάσθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο ὡς πλάνος καὶ δόλιος καὶ μάλιστα πολέμιος τοῦ μοναχισμοῦ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν.
Στὴ δύσκολη αὐτὴ στιγμὴ τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἀναδείχθηκε σὲ μεγάλο Θεολόγο καὶ ἐκκλησιαστικὸ ἡγέτη, ἐφάμιλλος κατὰ πάντα τῶν προγενεστέρων μεγάλων πατέρων καὶ Θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας ὅπως τοῦ Ἁγ. Βασιλείου, τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὑπερασπίζοντας τὴν Ὀρθοδοξία σὲ δύο ζητήματα, στὴ διδασκαλία γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ στὴν ἡσυχαστικὴ ἄσκησι.
Ὁ Βαρλαὰμ μὲ τὶς θεωρίες του ἰσχυριζόταν ὅτι μπορεῖ νὰ φθάση κανεὶς στὸ Θεὸ διὰ τῆς γνώσεως τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ἔμπειρος τοῦ ἀληθινοῦ δρόμου ποὺ ὁδηγεῖ στὴ θεογνωσία ἐδίδασκε ὅτι μόνον διὰ τῆς καθάρσεως καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ μπορεῖ κανεὶς νὰ δῆ τὸν Θεό. Ἄρχισε μάλιστα ὁ Βαρλαὰμ νὰ γράφη κατὰ τῶν ἡσυχαστῶν, κατὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς μυστικῆς θεωρίας, νὰ συκοφαντῆ καὶ νὰ κατηγορῆ ὡς αἱρετικούς, Μασσαλιανούς, ὀμφαλοψυχίτας, εὐχίτας τοὺς μοναχοὺς καὶ νὰ προσπαθῆ νὰ ἀποδείξη ὅτι οἱ θεόσοφοι Πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἦταν οἱ αἴτιοι τῆς πλάνης τῶν μοναχῶν. Τότε ἀκριβῶς οἱ μοναχοὶ τῆς Θεσσαλονίκης ἔγραψαν στὸν Ἅγιο Γρηγόριο καὶ τὸν παρακαλοῦσαν θερμὰ νὰ ὑπερασπιστῆ τὴν ὀρθοδόξη πίστι, νὰ πολεμήση τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη μεταβῆ στὴ Βασιλεύουσα καὶ προβάλλοντας ὡς δόλωμα τὴν ἔξω σοφία παρέσυρε στὴν κακοδοξία καὶ στὴν πλάνη του ὅλους ἀκόμη καὶ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα, ἐπηρεάζοντας τοὺς ἀρνητικὰ ἐναντίον τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν. Ἀσκοῦσε τέτοια ἐπιρροὴ ὁ Βαρλαὰμ μέ τὶς φιλοσοφικὲς γνώσεις καὶ τὴ δεινὴ κατάρτισί του στοὺς κύκλους τῶν λογίων, τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τοῦ Πατριάρχη τοῦ Βυζαντίου, ὥστε κατάφερε νὰ τοὺς παραπλανήση ὅλους. Ὁ πλέον κατάλληλος λοιπὸν γιὰ νὰ πολεμήση καὶ νὰ κατατροπώση τις αἱρετικὲς τοῦ δοξασίες ἦτο μόνον ὁ Ἅγ. Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη ἀνταπεξέλθει ἐναντίον τοῦ Βαρλαὰμ σὲ ἕνα εἶδος προκαταρκτικοῦ ἀγῶνος, ὅταν ἔγραψε τὸ 1335 δύο ἀποδεικτικοὺς λόγους «Περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» μὲ τοὺς ὁποίους κατωχύρωσε ἀπὸ κάθε πλευρὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ θέμα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ τῆς Ἁγ. Τριάδος ἀνατρέποντας τὴ φράγκικη διδασκαλία ποὺ ἐξέφραζε ὁ Βαρλαάμ.
 Ἀφήνοντας λοιπὸν τὴν ἀγαπημένη του ἡσυχία ὁ Ἅγιος κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1337 ἔρχεται στὴ Θεσσαλονίκη ὅπου ἀρχικὰ οἱ πρῶτες κινήσεις του ἦταν εἰρηνικές. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς νουθεσίες, συμβουλὲς καὶ ἐκκλήσεις πρὸς τὸν Βαρλαὰμ γιὰ εἰρήνευσι καὶ ὁμόνοια, ἀφοῦ αὐτὸς παρέμενε ἀμετανόητος κι ἀδιάλλακτος ἐπιδόθηκε στὴ συγγραφὴ ἔργων ὅπως ἐννέα βιβλίων μὲ τίτλο «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων» χωρισμένα σὲ τρεῖς τριάδες, ὑπακούοντας στὴν παράκλησι τῶν ἡσυχαστῶν μοναχῶν νὰ τοὺς βοηθήση.
Τότε ἀποφάσισε ὁ Ἅγιος νὰ γνωστοποιήση τὰ σχετικὰ μὲ τὶς ἐνέργειές του στοὺς Ἁγιορεῖτες μοναχοὺς καὶ πηγαίνοντας στὸ Ἅγ. Ὅρος τὸ 1340 συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Ἰσίδωρο ἀνεδείχθη μέγας ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας κι ἡ διδασκαλία του ἐπικυρώθηκε μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Ἁγιορείτικου Τόμου, δηλαδὴ μιᾶς ἐκθέσεως γιὰ τὴν ἠσυχαστικὴ διδασκαλία, κατωχυρωμένης μὲ χωρία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἔριδες συνεχίζοντο, κι ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Βαρλαὰμ ἦτο τόση μεγάλη ἀκόμη καὶ πρὸς τὸν Πατριάρχη, ἐκλήθησαν ὁ ἱερὸς Γρηγόριος κι οἱ δικοί του ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα νὰ μεταβοῦν στὴν Κων/πόλι κατὰ τὴν Ἄνοιξι τοῦ 1341 γιὰ νὰ κριθοῦν καὶ νὰ ἀπολογηθοῦν ὡς ὑπεύθυνοι παραβάσεως. Παίρνοντας λοιπὸν ὁ Ἅγιος τοὺς πιὸ κορυφαίους τοῦ φίλους τὸν Ἰσίδωρο, τὸν Μᾶρκο καὶ τὸν Δωρόθεο ἔφθασε στὴν Πόλι κι ἐκεῖ κατώρθωσε διὰ τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς δεινῆς θεολογικῆς του καταρτίσεως νὰ ἀνατρέψη τὶς πλάνες τοῦ Βαρλαάμ, νὰ ἐπαναφέρη πάλι στὴν Ὀρθοδοξία ὅλους ὅσους πλανήθηκαν ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἴδιο τὸν Πατριάρχη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἀποδεχθοῦν ἅπαντες ὡς διδάσκαλο τῆς εὐσεβείας καὶ ὁμόφωνο μὲ τοὺς ἁγίους πατέρες, ἀποδιδόντάς του θερμὲς εὐχαριστίες.
Ἐνῶ δὲ ὁ Πατριάρχης ἤθελε νὰ ἐξετασθῆ τὸ ζήτημα σὲ συνοδικὸ δικαστήριο ὡς διοικητικῆς φύσεως, ἡ αὐτοκράτειρα Ἄννα Παλαιολογίνα ἐπέμενε τῆ συναινέσει καὶ ἐπιθυμίᾳ τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου νὰ συγκροτηθῆ Σύνοδος γιὰ νὰ ἀρθῆ ἡ πλάνη τοῦ Βαρλαὰμ καὶ νὰ εἰρηνεύση ἡ Ἐκκλησία. Ἀφοῦ λοιπὸν συνέδραμον θείᾳ νεύσει κι ἄλλοι ὁμόφρονες τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου ἀπὸ ἄλλα μέρη στὴ Κων/πόλι συνασκητὲς τοῦ Ἁγίου, ὅπως ὁ Δαυΐδ, ὁ Διονύσιος κ.ἄ. καὶ ἐρχομένου καὶ τοῦ αὐτοκράτορος τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Γ' ἀπὸ ἐκστρατεία στὴ Θεσσαλία συγκροτήθηκε Σύνοδος στὸ Ναὸ τῆς Ἁγ. Σοφίας στὶς 10 Ἰουνίου 1341.
Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ποὺ ἔγινε παρουσίᾳ κλήρου καὶ λαοῦ –διότι τότε ἐπικρατοῦσε ἡ εὐλογημένη παράδοσις, σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴν σημερινὴ κατάστασι, νὰ παρίστανται στὶς συνόδους κλῆρος καὶ λαός– κατεδίκασε τὴ διδασκαλία καὶ τὰ συγγράμματα τοῦ Βαρλαάμ, ἀφώρισε τὸν ἴδιο καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ ὁμολογήση (ἔστω κι ὑποκριτικὰ) πὼς καταδικάζει κι ὁ ἴδιος τὰ συγγράμματά του ὡς αἱρετικὰ καὶ ψευδῆ.
Ὁ μὲν Βαρλαὰμ λοιπὸν κατησχυμένος κατέφυγε στοὺς φίλους του Λατίνους, ἐμφανίζεται, ὅμως, στὸ προσκήνιο ἕνα νέος κληρονόμος τῆς πλάνης του, ὁ Γρηγόριος Ἀκίνδυνος, ὁ ὁποῖος συμφωνοῦσε μὲ τὸν Βαρλαὰμ στὸ θέμα τῆς ταυτίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Συγκροτείται ἐκ νέου Σύνοδος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὸν Αὔγουστο τοῦ 1341 μὲ τοὺς ἰδίους συνέδρους καὶ παρόντος τοῦ κυβερνῶντος βασιλέως Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ, ὡς ἐπιτρόπου τοῦ διαδόχου τοῦ θρόνου, ἀφοῦ εἶχε πεθάνει ὁ αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος Γ'. Καὶ πάλι ὁ θεῖος Γρηγόριος ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας κατετρόπωσε τὴν πλάνη τοῦ Ἀκινδύνου κι ἔσωσε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴ νέα κακοδοξία. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου ἐκδόθηκε Συνοδικὸς Τόμος μὲ τὸν ὁποῖο κατοχυρώθηκαν κι οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ Ἰουνίου, στὴν ὁποία δὲν εἶχε ἐκδοθῆ τότε εἰδικὸς τόμος μὲ τὰ πρακτικά.
Μὲ τὸν θάνατο τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Γ' καὶ μετὰ πάροδο δύο μηνῶν ξεσπᾶ ἐμφύλιος πόλεμος κι ἄρχισε ἡ ραγδαία πτῶσις τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ σχηματισμὸς ἑνὸς κόμματος ἀντιπάλου πρὸς τὸν Καντακουζηνὸ μὲ ἡγέτες τὸν Δοῦκα Ἀλέξιο Ἀπόκαυκο καὶ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα ἀπετέλεσε τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὴν ἐμφύλιο σύγκρουσι. Ὁ Δοῦκας διέδωσε παντοῦ ὅτι ὁ Καντακουζηνὸς ἐσχεδίαζε νὰ ἀφαιρέση τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα ἀπὸ τὸν ἐννεαετὴ υἱὸ τοῦ Ἀνδρονίκου Ἰωάννη Ε' κι ἔπεισε τὴν αὐτοκράτειρα Ἄννα ὅτι αὐτὴ μπορεῖ νὰ κυβερνήση μὲ τὴν συμπαράστασι τοῦ Πατριάρχη. Κι ἐνῶ ὁ Πατριάρχης ὡς ὤφειλε ἔπρεπε νὰ συγκρατῆ τὶς ἔριδες, τὸν φθόνο καὶ τὶς ἀλόγιστες ὁρμὲς καὶ μὲ κάθε φροντίδα νὰ συνάγη τοὺς πιστοὺς σὲ εἰρήνη κι ὁμόνοια, ἐφρόντιζε νὰ ἐξάπτη ὁλοένα καὶ περισσότερο τὴ μάχη καὶ τὴ διαίρεσι ἔχοντας ἀντιπαλο ὡς πρὸς αὐτὰ τὸν μεγάλο Ἅγ. Γρηγόριο ὁ ὁποῖος συνιστοῦσε εἰρήνη κι ἀξίωνε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα νὰ πράττη τὰ ἁρμόζοντα στὸ σχῆμα καὶ στὸ ἀξίωμά του.
Μὴ ἀνεχόμενος λοιπὸν αὐτὴ τῆ συμπεριφορὰ τοῦ ἁγίου ὁ Πατριάρχης γεμᾶτος μῖσος, ὀργὴ καὶ ἐμπάθεια, ὡς μισθωτὸς καὶ ὄχι ὡς πραγματικὸς ποιμήν, στρέφεται κατὰ τῆς εὐσεβείας καὶ σηκώνει πόλεμο κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀναιρώντας τὰ θεῖα δόγματα, καταδιώκοντας τὸν ἅγιο Γρηγόριο καὶ τὴν ἱερὴ συνοδεία του καὶ κατηγορώντας τον ὅτι πρεσβεύει καὶ διδάσκει αἱρετικὰ καὶ κακὰ δόγματα· τὸν συκοφαντεῖ ὅτι εἶναι ὑπαίτιος τοῦ ἐμφυλίου καὶ τὸν καταδικάζει σὲ φυλάκισι σὲ σκοτεινὴ φυλακή. Στὸν ἀληθινὸ δὲ αἱρετικὸ καὶ πολέμιο τῆς ἀληθείας Ἀκίνδυνο ἀποδίδει τιμές, χειροτονώντας τὸν μάλιστα διάκονο καὶ καθιστώντας τον διδάσκαλο καὶ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ τὸν προώριζε καὶ γιὰ ἐπισκοπικὴ θέσι.
Παρεμβαίνει τότε ἡ Βασίλισσα Ἄννα Παλαιολογίνα μὲ τὸ φωτισμὸ τῆς θείας χάριτος κι ἀφοῦ ἔμαθε ὅτι ὁ Πατριάρχης ἐχειροτόνησε διάκονο τὸν ἀναθεματισμένο ἀπὸ Σύνοδο Ἀκίνδυνο, τὸν ἐξεδίωξε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἔμεινε δὲ ὁ Ἅγ. Γρηγόριος στὴ φυλακὴ κλεισμένος γιὰ τέσσερα χρόνια, κακουχούμενος καὶ βασανιζόμενος ἀπὸ ταλαιπωρίες κι ἀσθένειες τοῦ σώματος μὲ ἐντονώτερη τὴν ἀσθένεια τοῦ ἥπατος. Τότε, ἔχοντας ὡς γραμματέα τὸν ἀφοσιωμένο μαθητή του Δωρόθεο, συνέγραψε θαυμαστοὺς δογματικοὺς καὶ θεολογικοὺς λόγους πρὸς ὑπεράσπισι τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τὸ 1347 ὅταν καταδικάσθηκε πλέον ὁ Πατριάρχης ἀπὸ Σύνοδο ὡς αἱρετικός, ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἀποβάλλεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀποκαθίσταται ἡ ἀλήθεια, λάμπει ἡ Ὀρθοδοξία καὶ σταματᾶ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, ἀφοῦ οἱ βασιλεῖς ἦλθαν σὲ ὁμόνοια καὶ συμφωνία μεταξὺ τους ἀναγνωρίζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.
Τότε ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν φυλακὴ ὁ Ἅγ. Γρηγόριος κι ἐπιστρέφει στὴ Θεσσαλονίκη μετὰ τόσους κόπους κι ἀγῶνες ὡς μέγας Ὁμολογητὴς ἀφοῦ εἶχε χειροτονηθῆ τὸν Μάϊο τοῦ 1347 στὴν Κων/πόλι Μητροπολίτης, παρὰ τὴ θέλησί του,  μετὰ ἀπὸ προτροπὴ τοῦ νέου Πατριάρχου Ἰσιδώρου καὶ τοῦ Βασιλέως Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐμφύλιος πόλεμος στὴ Θεσσαλονίκη δὲν εἶχε σταματήσει, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἅγιος ἦτο τοποθετημένος μὲ τὸ μέρος τοῦ Καντακουζηνοῦ, ἐκδιώκεται καὶ φεύγει γιὰ τὸ Ἅγ. Ὄρος ὅπου οἱ πατέρες τὸν ἐδέχθησαν μὲ μεγάλη χαρὰ κι ἤθελαν νὰ τὸν κρατήσουν κοντά τους, ἕως ὅτου σταματήσουν οἱ ταραχὲς στὴ Θεσσαλονίκη.
Ἐκεῖ παρακινηθεὶς ἀπὸ τὸν Στέφανο Δοῦσαν, ἄρχοντα τῶν Βουλγάρων, νὰ μεταβῆ στὴν Κων/πόλι γιὰ νὰ μεσολαβήση γιὰ τὴν ἐπίλυσι τοῦ ἐμφυλίου πολέμου ἐδέχθηκε μετὰ ἀπὸ πολλὲς πιέσεις νὰ ἀνέλθη στὴν Κων/πόλι. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅταν ἐπέστρεψε πάλι στὴ Θεσσαλονίκη μετὰ ἀπὸ προτροπὴ τοῦ Πατριάρχου Ἰσιδώρου καὶ τῶν Βασιλέων, ἐπειδὴ ἐνόμιζαν ὅτι εἶχαν παύσει οἱ ταραχὲς κι οἱ διαμάχες ἐκεῖ, ἐμποδίσθη γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ ἀρχιερεὺς νὰ ἀναλάβη τὴν διαποίμανσι τοῦ ποιμνίου του. Τότε καταφεύγει στὴ νῆσο Λῆμνο, ὅπου πολὺ ὠφέλησε τοὺς ἐκεῖ πιστοὺς μὲ τὴ διδασκαλία του καὶ τὰ θαύματά του, χαρακτηριστικώτερο τῶν ὁποίων ἦτο ἡ θεραπεία ἀπὸ τὴν θανάσιμη νόσο τῆς πανώλης στὴν περιοχή.
Τέλος οἱ πρόκριτοι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, ὅταν τὸ 1350 ἦλθε ἐπὶ τέλους ὁ Καντακουζηνὸς στὴ Θεσσαλονίκη ἀπομακρύνοντας τοὺς στασιαστὲς κι ἐπιβάλλοντας τὴν τάξη, ἑτοίμασαν τριήρη καὶ μετέβησαν οἱ ἴδιοι νὰ μεταφέρουν τὸν μεγάλο ἀρχιερέα στὸ ποίμνιό του ποὺ τὸν περίμενε μὲ λαχτάρα καὶ χαρά. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς ἐπανόδου τοῦ Ἁγίου στὴ Μητρόπολί του ἐγένετο λαμπρὴ ὑποδοχή, ὅλοι ἔψαλλαν αὐθόρμητα νεύσει Θεοῦ, χωρὶς νὰ καταλάβουν ποῖος ἔδωσε τὸ σύνθημα γιὰ τὴν ψαλμωδία, ἀναστασίμους ὕμνους κι ὄχι τὰ συνηθισμένα τροπάρια στὴν ὑποδοχὴ τῶν ἀρχιερέων, καθὼς τοὺς ἐφαίνονταν ὅτι βλέπουν σὰν ἄλλο ἀκριβῶς Χριστὸ τὸν μαθητῆ καὶ μιμητὴ τοῦ Χριστοῦ, σὰν ἐπανερχόμενο ἀπὸ τὸν ἄδη καὶ τὸ μνῆμα τῶν διωγμῶν καὶ τῆς ἐξορίας, ἑορτάζοντας πραγματικὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὴν λαμπρὴ Ἀνάστασι. Ἐν συνεχείᾳ ἀκολούθησαν λιτανεῖες τῶν θείων εἰκόνων, Θ. Λειτουργία, συστάσεις πρὸς τὸ ἱερατεῖο, διδαχὲς καὶ νουθεσίες τοῦ Ἁγίου γιὰ εἰρήνη καὶ ὁμόνοια στὸ λαό.
Μὲ τὴν πρᾶξι καὶ τὸ ὑπόδειγμά του, τὸ ἦθος του καὶ τοὺς λόγους του ὁ Ἅγιος τοὺς κατέπληξε ὅλους καὶ τοὺς ἔφερε σὲ μεγάλη προκοπὴ καὶ βελτίωσι. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ὁμόφρονες τοῦ Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου δὲν ἔπαυαν νὰ ταράσσουν τὴν Ἐκκλησία μὲ τὶς κακοδοξίες τους, ὁ βασιλιὰς μετὰ τοῦ Πατριάρχου Καλλίστου, διαδόχου τοῦ Ἰσιδώρου, ἀποφασίζουν νὰ συγκροτήσουν νέα μεγάλη Σύνοδο, παρακαλώντας τὸν Ἅγιο νὰ παραστῆ ὡς ἀξιώτερος ὅλων. Ἔτσι κι ἔγινε.
Μὲ τοὺς πύρινους λόγους, τὰ συγγράμματά του καὶ τὶς δεῖνες δημηγορίες τοῦ ὁ Ἅγιος ἐκήρυξε τὰ ὀρθόδοξα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας κατατροπώνοντας τὴν μερίδα τῶν ἀντιησυχαστῶν μὲ ἀρχηγὸ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν καθηγητῆ Νικηφόρο Γρηγορᾶ, στὴ Σύνοδο ποὺ συγκροτήθηκε στὴν Κων/πόλι στὶς 28 Μαΐου τοῦ 1351, ἡ ὁποία κι ὁλοκληρώθηκε σὲ πέντε συνεδρίες καὶ ἐθέσπισε τὰ ἀκόλουθα:
α) ὅτι ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ θείας οὐσίας καὶ θείας ἐνεργείας, β) ὅτι ἡ θεία ἐνέργεια εἶναι ἄκτιστος, γ) ὅτι αὐτὸ δὲν προκαλεῖ στὸ Θεὸ καμμιὰ σύνθεσι, δ) ὅτι ἡ θεία καὶ ἄκτιστος ἐνέργεια ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους θεότης, ε) ὅτι ἡ θεία οὐσία καὶ ἡ θεία φυσικὴ ἐνέργεια εἶναι ἀχώριστες καὶ στ) ὅτι τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου εἶναι ἄκτιστο.
Στὴ συνέχεια ἀφοῦ συντάχθηκε ὁ τόμος μὲ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου κι ὑπογράφηκε ἀπὸ τοὺς παρισταμένους συνοδικούς, παρεδόθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνὸ στὸν Πατριάρχη μὲ ἐπίσημη τελετὴ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ περιελήφθηκε στὸ Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας κι ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία.
Ἡ θέσις τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὴν προκειμένη Σύνοδο ἦτο ἐφάμιλλη μὲ τὴ θέσι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου στὴν Α' Οἰκουμενικὴ σύνοδο, τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στῆ Β' Οἰκουμενική, τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας στὴν Γ' Οἰκουμενικὴ κ.ο.κ. καὶ γενικὰ ἡ θεολογία του ἀπετέλεσε τὸ καταστάλαγμα ὁλοκλήρου τῆς Θεολογίας τῶν μεγάλων διδασκάλων καὶ πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ ἦτο ὁ γνήσιος ἐκφραστὴς των στὴν ἐποχὴ του.
Ἐπιστρέφοντας ὅμως κατόπιν στὴν Μητρόπολί του, στὴ Θεσσαλονίκη, ἐμποδίζεται γιὰ τρίτη φορὰ ἀπὸ τὸν Βασιλέα Ἰωάννη Παλαιολόγο, νὰ ἀναλάβη τὰ ἀρχιερατικά του καθήκοντα καὶ κατέφυγε πάλι στὸ Ἅγ. Ὄρος. Μετὰ πάροδο τριῶν μηνῶν, μὲ παρέμβασι πάλι τῆς φιλοχρίστου κι εὐσεβοῦς βασιλίσσας Ἄννας Παλαιολογίνας, ἐπιστρέφει στὴν μητρόπολί του προσκεκλημένος τοῦ Βασιλέως, ὁπότε καὶ ἐποίμανε πλέον μὲ ἡσυχία καὶ εἰρήνη τὸ ποίμνιό του.
Μετὰ ἀπὸ ἑνὸς ἔτους εἰρηνικὴ διαποίμανσι τοῦ πιστοῦ λαοῦ στῆ Θεσσαλονίκη ἀσθένησε βαριά, ἀφοῦ ἦτο πολὺ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὶς κακουχίες, τοὺς ἀκαταπαύστους κόπους, τὶς συνεχεῖς ἀποδημίες καὶ μετακινήσεις τοῦ, ἔτσι ὥστε ὅλοι νὰ ἀναμενοῦν τὸν βέβαιο θάνατό του. Ἐπειδὴ ὅμως ἄλλα ἦσαν τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τὸν ἐτοίμαζε γιὰ ἄλλους δύσκολους ἀγῶνες, ἀνάρρωσε κι ἐγύρισε στὴ ζωὴ νὰ συνεχίση τὸ θεάρεστο ἔργο του.
Τότε λοιπόν, φέροντας ἀκόμη τὰ σημάδια τῆς ἀσθενείας του, ἐστάλη ἀπὸ τὸν Βασιλέα Ἰωάννη Παλαιολόγο στὴν Κων/πόλι πρὸς τὸν πεθερό του Ἰωάννη Καντακουζηνὸ προκειμένου νὰ τοὺς συμφιλιώση. Καθὼς μετέβαινε μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴ νῆσο Τένεδο, ὅπου εὑρισκόταν ὁ Ἰωάν. Παλαιολόγος, πρὸς τὴν Πόλι, ἀναγκάσθηκε νὰ προσεγγίση στὴν Καλλίπολι, ἡ ὁποία μόλις εἶχε κυριευθῆ ἀπὸ τοὺς Τούρκους μετὰ τὴν καταστροφή της ἀπὸ φοβερὸ σεισμὸ τὸ 1354. Τότε ὁ ἅγιος συνελήφθη αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Ἀχαιμενίδες (Ἀγαρηνοὺς) καὶ μετεφέρθη στὴν Ἀσία ὅπου ἐκεῖ στὴν Λάμψακο, στὶς Πηγές, στὴν Προύσσα καὶ στὴν Νίκαια μετὰ ἀπὸ πολλὲς συναντήσεις μὲ μωαμεθανοὺς διδασκάλους καὶ συζητήσεις μὲ τοὺς αἰνιγματικοὺς Χιόνες, τοὺς ἔφραξε τὰ στόματα μὲ τὴ διδασκαλίᾳ του. Ἐλέγχοντας μὲ παρρησία τὴν πλάνη τους, κι ὁμολογώντας τὴν ὀρθοδόξη πίστι, μὴ φοβούμενος τὰ βασανιστήρια ἂν καὶ εὑρισκόταν σὲ ἐχθρικὸ ἔδαφος καὶ στηρίζοντας τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους χριστιανούς, ἀναδείχθηκε μάρτυς ἀναίμακτος καὶ μέγας ὁμολογητής. Ὕστερα ἀπὸ ἕναν χρόνο ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ κάποιους Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν τὰ λύτρα γιὰ τὴν ἀποφυλάκισί του.
Ἐπιστρέφει λοιπόν, ἀφοῦ διέτριψε γιὰ λίγο καιρὸ στὴν Κων/πολη, στὴν Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία βρῆκε διψασμένη καὶ ἀπότιστη ἀπὸ διδασκαλία καὶ ἀνομβρία. Ποτίζει ἄφθονα μὲ τὸν ζωτικὸ λόγο του τὶς διψασμένες ψυχές, θεραπεύοντας μαζὶ μὲ τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα καὶ καθοδηγεῖ ὅλον τὸν μοναχικὸ κόσμο, μέχρις ὅτου ἔφθασε καὶ τὸ δικό του τέλος, τὸ ὁποῖο καὶ προεῖδε, ἀφοῦ εἶπε στοὺς φίλους του ὅτι θὰ κοιμηθῆ κατὰ τὴν 14η Νοεμβρίου, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ἔτσι κι ἔγινε.
Πορευόταν πρὸς τὴν οὐράνια ζωὴ ὁ Ἅγιος κι ἐψιθύριζε ἀκατάπαυστα «τὰ ἐπουράνια, στὰ ἐπουράνια» ὥσπου κι ἐτελεύτησε σὲ ἡλικία 63 ἐτῶν. Ὁ θάνατός του τὸ 1359 ἦταν τὸ μακάριο τέλος μιᾶς θαυμαστῆς ζωῆς στὸν ἐπιγειο κόσμο καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς αἰωνίου ζωῆς δίπλα στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄφησε τὸ ἀσκητικὸ σῶμα του, τὸ κελὶ του γέμισε ἀπὸ οὐράνιο, παράδοξο φῶς, τὸ ἴδιο οὐράνιο φῶς ποὺ τὸν κατηύγαζε σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, κι ἔλαμπε ὁλοκληρο τὸ πρόσωπό του, κι ἀκόμη ὁ ἅγιος τάφος του ἔγινε κατοικητήριο φωτὸς καὶ πηγὴ ἰαμάτων καὶ χαρισμάτων καὶ θεραπευτήριο ἀσθενειῶν, γεγονὸς ποὺ μαρτυρεῖται ἀπὸ πλῆθος πιστῶν.
Δικαίως λοιπὸν ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας τὸν ἀνεκήρυξε Ἅγιο καὶ θαυματουργὸ καὶ μέγα δογματικὸ Θεολόγο της, ἰσότιμο τῶν μεγάλων προγενεστέρων του Θεολόγων καὶ οἰκουμενικῶν διδασκάλων καὶ συναγωνιστῆ καὶ σύμψυχο αὐτῶν ὅσον ἀφορᾷ στὰ θέματα τῶν αἱρέσεων, ἀφοῦ ἡ ὅλη διδασκαλία του ἀποτελεῖ διασάφησι, σύνοψι κι ἀνάπτυξι τῆς διδασκαλίας αὐτῶν καὶ κατενοήθη ὄντως ἀπὸ αὐτὴν ὡς «τῶν Θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλος».

Ἐπιμέλεια: Χ.Ν.