Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Μη Κυβερνητική Οργάνωση η Εκκλησία;



Ο Αρχιεπίσκοπος από μόνος του, ως Πάπας,
αποφάσισε να παραχωρήσει εκκλησιαστική περιουσία;

Ή μήπως υπάρχει μυστική απόφαση της Ιεραρχίας που αγνοούμε;

Η εκκλησιαστική περιουσία αποτελεί ιδιοκτησία του/τους;




«ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ» (ΜΚΟ) ή Α.Ε.

ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ


«Πόνος και θλίψη από Ανασκόπηση Εκκλησ. γεγονότων» (Γ. Παπαθανασόπουλος)

Παρόλον που ο δημοσιογράφος κ. Παπαθανασόπουλος Γ., έχει λόγο να αντιπολιτεύεται τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο (αφού υπήρξε στενός συνεργάτης του πρώην Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου), δεν μπορούμε να αντιπαρέλθουμε τις εν τίτλω αλήθειες που εκφράζει σε πρόσφατο δημοσίευμά του στο ιστολόγιο “ΑΚΤΙΝΕΣ”.
Γράφει για την «Ανασκόπηση των Εκκλησιαστικών Γεγονότων, όπως την παρουσίασε ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος (89,5FM) την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Όποιος είχε την υπομονή να ακούσει νόμιζε ότι ακούει τον απολογισμό ενός φιλανθρωπικού σωματείου, που ανταγωνίζεται όλα τα άλλα και που επιδιώκει να αποδείξει ότι επιτελεί πλούσιο κοινωνικό  έργο και ότι ενεργεί κατάλληλα ώστε να αυξήσει τις οικονομικές του δυνατότητες. Στην τρίωρης διάρκειας εκπομπή ο ακροατής δεν είχε σε κανένα σημείο την εντύπωση ότι πρόκειται για ανασκόπηση του έργου της Εκκλησίας, δηλαδή του παρατεινόμενου στους αιώνες Θεανθρώπου Λυτρωτή, δια του Οποίου οδηγεί τους ανθρώπους στη σωτηρία, ασκούσα την τριπλή απολυτρωτική ενέργεια Του».
Αντί της υπηρέτησης του σωτηριώδους αὐτού έργου, η θεσμική Εκκλησία της Ελλάδος δεν διαφέρει σε τίποτα από ένα Ανώνυμο φιλανθρωπικό οργανισμό, ο οποίος εβαπτίσθη «μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος», και του οποίου δεν ελέγχονται οι οικονομικές συναλλαγές!
Στο άρθρο του καλού δημοσιογράφου παρελαύνουν οι δραστηριότητες της «Εκκλησίας» του Ιερώνυμου και των ομοίων του οικονομισάριων, οι οποίοι παράγουν «φιλανθρωπικό» έργο με τις ανεξέλεγκτες «δεκάρες» του λαού, τις μετοχές και τις διάφορες επιδοτήσεις. Έτσι στην Ανασκόπηση, που παραθέτει ο δημοσιογράφος διάβαζε κανείς
• για περιουσία της Εκκλησίας (που χωρίς συμφωνία της Ιεραρχίας ο Αρχιεπίσκοπος αποφάσισε να παραχωρήσει, –άγνωστον με ποιές προθέσεις και σκοπιμότητες),
• για τις 3.600.000 μερίδες φαγητού που μοίρασε η ΜΚΟ, τα κοινωνικά παντοπωλεία, το ιατρείο και το κοινωνικό φαρμακείο (καμιά αναφορά στην πηγή των εσόδων),
• για το επίδομα για το τρίτο τέκνο στη Θράκη, κι αυτό κουτσουρεμένο, αφού «χρήματα από τη δισκοφορία των Χριστουγέννων του 2011 απέστειλαν μόνο οι 43 από τις 82 Ιερές Μητροπόλεις»!
• για το αόριστο έργο των «Συνοδικών Επιτροπών» και τα πολυδάπανα ταξίδια των μελών της, κ.λπ
Στη συνέχεια ο δημοσιογράφος ομιλεί για «τα παραληφθέντα εκκλησιαστικά γεγονότα» κατά μήνα το έτος 2012.
Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η παρακάτω αναφορά του δημοσιογράφου:
«Στην Εγκύκλιο 2925 της Ιεράς Συνόδου, με θέμα τις Ιερατικές κλήσεις" περιέχονται χοντρά χριστολογικά, εκκλησιολογικά και θεολογικά λάθη, όπως λ.χ. ότι "Ο Χριστός είναι ανοιχτός σε νεωτερισμούς" και ότι είναι "ρηξικέλευθος επαναστάτης", τα οποία επισήμανε ο υπογράφων (σημ. σ. Παπαθανασόπουλος). Σε επιστολή του προς τον υπογράφοντα ο Συνοδικός Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος αναφέρει σχετικά:

" Αγαπητέ κ. Παπαθανασόπουλε, έλαβα το σχόλιο σας στην Εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, της οποίας είμαι κι εγώ μέλος και ειλικρινά σας ευχαριστώ πολύ για την ενημέρωση. Δεν εγνώριζα τίποτα.

Εγώ να υπάρχει η υπογραφή μου κάτω από ένα τέτοιο κείμενο το αρνούμαι κάθετα. Ας βάλει την υπογραφή του ο συντάκτης.

 Διαφωνώ με το κείμενο, με το ήθος που αυτό εκφράζει και φυσικά με την προφανώς πάγια συνοδική τακτική της εν αγνοία μου χρήσεως του ονόματος μου.

Ελπίζω να μην το έχω υπογράψει χωρίς να το έχω καταλάβει. Το μόνο παρήγορο είναι ότι δεν διαβάστηκε στη μητρόπολη μας.

Αύριο θα ψάξω να βρω ολόκληρη την Εγκύκλιο.

Δεν ξέρω πώς πρέπει να αντιδράσω, αλλά σκέπτομαι διάφορα. Ελπίζω να φωτίσει ο Θεός για το καλύτερο.

Σας ευχαριστώ πολύ

Ο Μ&Λ Νικόλαος

Η επιστολή έχει ημερομηνία 19 Μαρτίου 2012. Έκτοτε δεν υπήρξε καμία ενημέρωση του υπογράφοντα για την αντίδραση του Σεβ. Μητροπολίτη Μεσογαίας και για το αποτέλεσμα που αυτή είχε».

Τέλος, από την ανάλυση του δημοσιογράφου καταφαίνεται, ότι τα μεγάλα θέματα που είναι ανοικτά και απασχολούν σήμερα το σώμα της Εκκλησίας, όπως
• το μάθημα των Θρησκευτικών (που μεταλλάσσεται σε ά-Χριστη θρησκειολογία)
• η νέα ταυτότητα ή κάρτα του Πολίτη,
• το πρόβλημα του Οικουμενισμού,
• οι αντικανονικές παρεμβάσεις του Πατριάρχη, που ζητεί την τιμωρία Επισκόπου και ιερέων που εξασκούν κριτική στο Φανάρι, και αντίθετα αγκαλιάζει τον όμοιόν του (ως προς την αλλοίωση στοιχείων της Πίστεως) Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο,
• το πρόβλημα στην Μητρόπολη Ναυπάκτου (η γνωστή «κόντρα» του οικείου Μητροπολίτη με το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως Ναυπάκτου),
όλα αυτά ουδόλως εθίγησαν.

Θλιβόμαστε και μεις, μαζί με το δημοσιογράφο και όλους τους πιστούς, καθώς βλέπουμε η «Εκκλησία» των Δεσποτάδων (εκτος λίγων εξαιρέσεων) να ασχολείται πρωτίστως με έργα βιτρίνας και όχι με την ουσία της Πίστεως και το λυτρωτικό έργο που αποτελεί την κύρια αποστολή τους.
Μαζί με τη θλίψη μας να εκφράσουμε και έντονες επιφυλάξεις και τους φόβους μας για το «τί κρύβεται» πίσω από την προσωπική απόφαση του Αρχιεπισκόπου, για παραχώρηση εκκλησιαστικής γης, σε ακτήμονες και απόρους.
Μήπως (όπως πιό πάνω αναφέραμε) κρύβει σκοπιμότητες και αποτελεί ένα εύσχημο τρόπο για την μελλοντική παραχώρηση της περιουσίας στο Κράτος; Μήπως η Τρόϊκα αποφάσισε κι αυτό το ανοσιούργημα και βρήκε σύμμαχο στο «μακαριώτατο» πρόσωπό του;
Λεόντιος Διονυσίου

Αφορισμοί Οικουμενιστών





 Τοῦ κ. Νικολάου Σωτηροπούλου, θεολόγου




«Τὸ κακὸ μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς ἐκκλ. ἡγέτες παράγινε»


 
κ. Νικόλαος Σωτηρόπουλος καὶ πάλι βρίσκεται στὸ μάτι τοῦ κυκλῶνα τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι μανιάζουν, ἐπειδὴ ἐπανῆλθε τὸ θέμα τοῦ παράνομου, παράτυπου καὶ φασιστικοῦ ἀφορισμοῦ του ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ πραγματοποιήθηκε πρὶν 18 χρόνια ὑπὸ τὴν διεύθυνση τοῦ ἀρχηγέτη τῶν Οἰκουμενιστῶν Πατριάρχη Βαρθολομαίου.

Καὶ ρωτᾶμε αὐτούς, ποὺ μπορεῖ κατὰ τὰ ἄλλα νὰ ἔχουν χίλιες δυὸ διαφωνίες μὲ τὸν κ. Σωτηρόπουλο:
Γιατί, ἐνῶ τὸ θέμα ποὺ ἐπανῆλθε στὴ ἐπικαιρότητα εἶναι αὐτὸ τοῦ  ἄδικου καὶ παράνομου ἀφορισμοῦ του, αὐτοὶ παραβλέπουν ὑποκριτικὰ τὸν ἀφορισμὸ καὶ ἀσχολοῦνται μόνο μὲ τὶς ἐναντίον του κατηγορίες; Γιατί ἀρνοῦνται νὰ πάρουν θέση γιὰ τὸ θέμα τοῦ μεσαιωνικοῦ ἀφορισμοῦ, δίκην Ἱερᾶς Ἐξετάσεως, ποὺ τοῦ ἐπεβλήθη μὲ τὴν ὑψηλὴ ἔγκριση τοῦ κ. Βαρθολομαίου;

Ἀφορίστηκε, ναὶ ἢ ὄχι, χωρὶς νὰ κληθεῖ σὲ ἀπολογία; Ἀφορίστηκε, ναὶ ἢ ὄχι, χωρὶς νὰ τοῦ ἔχει ἀποσταλεῖ ὣς καὶ σήμερα τὸ κατηγορητήριο, χωρὶς νὰ τοῦ ἔχει ἀποσταλεῖ ὣς καὶ σήμερα ἡ ἐπίσημη ἀπόφαση τοῦ ἀφορισμοῦ; Αὐτὰ λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Ἱ. Κανόνες, τὸ στοιχειῶδες ἀνθρώπινο δίκαιο; Αὐτὴ ἡ φασιστικὴ εἰκόνα-μορφὴ τῆς «ἐκκλησίας» τοὺς ἐκφράζει;

Ἀκόμη καὶ οἱ Ἑβραῖοι, ἂν καὶ δίκασαν μὲ μιὰ δίκη παρωδίας τὸν Κύριο καὶ τὸν πρωτομάρτυρα Στέφανο, τοὺς ἐπέτρεψαν νὰ ἀπολογηθοῦν. Οἱ σύγχρονοι Οἰκουμενιστὲς ξεπέρασαν καὶ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ Ἑβραίους. Τὰ χαμόγελα, τὶς καλωσύνες καὶ τὶς ἀνοιχτὲς ἀγκαλιὲς τὶς ἔχουν γιὰ τοὺς ἑτερόδοξους. Γιὰ τοὺς ἐπιμένοντας ὀρθόδοξα, ἔχουν τοὺς ἐκφοβισμούς, τὶς ἀπειλές, τοὺς ἀφορισμούς. Θυμίζουν τὴν συμπεριφορὰ τῶν Ἰουδαίων ἔναντι τοῦ πρωτομάρτυρα: «Ἀκούοντες δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ' αὐτόν» (Πράξ. 7, 54).

Δὲν νομίζουμε πὼς χρειάζεται νὰ ἀσχοληθεῖ κανεὶς περισσότερο μ’ αὐτούς.

Μὲ ἀφορμὴ ὅλο αὐτὸν τὸν θόρυβο, δημοσιεύουμε δύο μικρὰ κείμενα τοῦ κ. Σωτηρόπουλου. Τὸ ἕνα δημοσιεύτηκε στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο», φ. 1680, 2007 μὲ τίτλο "Σαθρὰ ἐπιχειρήματα". Τὸ ἄλλο εἶναι ἀπομαγνητοφώνηση ἀπὸ συμμετοχή του σὲ συζήτηση στὸ Πατρινὸ κανάλι SuperB τὸ ἔτος 1996. Καὶ τὰ δυὸ καταφέρονται κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶναι  ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους συγχρόνους θεολόγους ποὺ μὲ τὸν τρόπο του μάχεται ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δὲν φοβᾶται νὰ ἐλέγξει τοὺς ὑψηλὰ ἱσταμένους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας γιὰ τὰ αἱρετικά τους φρονήματα γι’ αὐτὸ καὶ εἰσέπραξε τὸν ἄδικο ἀφορισμό, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τιμὴ γιὰ τὸν ἴδιο καὶ μομφὴ καὶ ὄνειδος γι΄ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐπέβαλαν.




Α΄.  ΣΑΘΡΑ  ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ



ΤΟ ΚΑΚΟ μὲ τοὺς οἰκουμενιστὲς ἐκκλησιαστικοὺς ἡγέτες παράγινε. Καὶ ἀπὸ τὶς διαμαρτυρίες τῶν εὐσεβῶν δὲν ἱδρώνουν τὰ αὐτιά τους. Ὅλο τὸν ἱδρῶτα τους ἔχυσαν κατὰ τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ἀγωνία τους ν΄ ἀναρριχηθοῦν στοὺς ὑψηλοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θρόνους. Καὶ γιὰ ἄλλη περίπτωση δὲν ἄφησαν οὔτε μιὰ σταγόνα ἱδρῶτος. Γι’ αὐτὸ οἱ εὐσεβεῖς ζητοῦν νὰ γίνη κατὰ τῶν οἰκουμενιστῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν κάτι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὶς διαμαρτυρίες. Καὶ ἰσχυρότερο ἀπὸ τὶς διαμαρτυρίες εἶνε τὸ νὰ παύσουν κληρικοὶ τὸ μνημόσυνο προϊσταμένων, ἰδίως δὲ τοῦ ἀρχιοικουμενιστοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου. Ἡ παῦσι τοῦ μνημοσύνου θὰ στοιχίση στοὺς ἐνόχους. Καὶ ἴσως σκεφθοῦν τὶς εὐθῦνες καὶ τὴν ἐνοχή τους, καὶ ἀλλάξουν μυαλὸ καὶ τακτική.

Ἀλλ' ἐκτὸς τῆς Ἱ. Μονῆς Ἐσφιγμένου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ καὶ ἑνὸς ἢ δύο ἀκόμη κληρικῶν, θὰ εὑρεθοῦν ἄλλοι ἥρωες κληρικοί, γιὰ νὰ παύσουν καὶ αὐτοὶ τὸ μνημόσυνο ἐνόχων στὸ ὕψιστο ζήτημα τῆς Πίστεως; Ἡ παῦσι τοῦ μνημοσύνου δὲν στοιχίζει μόνο στοὺς ἐνόχους· στοιχίζει καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ παύουν τὸ μνημόσυνο, στοιχίζει ἀπηνεῖς διωγμούς. Γι’ αὐτὸ καὶ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι προηγουμένως ἦταν ὑπὲρ τῆς παύσεως τοῦ μνημοσύνου, τώρα, κατόπιν, ὅπως φαίνεται, καταθλιπτικῶν πιέσεων, καὶ ὑπολογισμοῦ συνεπειῶν, κόστους δηλαδὴ σ’ αὐτούς, λέγουν, ὅτι δὲν πρέτει νὰ παυθῆ τὸ μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου καὶ ἄλλων. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν παλινῳδία τους φέρουν δύο ἐπιχειρήματα.

Δὲν πρέπει, λέγουν, νὰ γίνη παῦσι τοῦ μνημοσύνου χάριν τῆς ἑνότητος τῆς ἐκκλησίας, καὶ γιὰ νὰ μὴ καθαιρεθοῦν οἱ παύοντες τὸ μνημόσυνο καὶ βρεθοῦν ἐκτὸς Ἐκκλησίας.

Σαθρὰ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἀντίθετα πρὸς τοὺς Ι. Κανόνες, τὸν ΛΑ΄ Ἀποστολικὸ καὶ τὸν ΙΕ' τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δύναται κληρικὸς νὰ παύση τὸ μνημόσυνο προϊσταμένου γιὰ θέμα πίστεως καὶ δικαιοσύνης.

Κατὰ τὸν ΙΕ' Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου οἱ παύοντες τὸ μνημόσυνο δὲν προσβάλλουν τὴν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ' ἐνεργοῦν ὑπὲρ τῆς ἑνότητας· δὲν δημιουργοῦν σχίσμα, ἀλλ' ἐνεργοῦν κατὰ τοῦ σχίσματος. Ἐπὶ λεξει ὁ Κανὼν λέγει: «Οὐκ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμαν, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι».

Ἐπίσης ὁ Κανὼν γι' αὐτοὺς τοὺς κληρικοὺς λέγει, ὅτι, ὄχι μόνο δὲν ὑπόκεινται σὲ ἐπιτίμιο, ἄλλα καὶ εἶνε ἄξιοι τιμῆς. Καὶ συνεπῶς, ἂν ἀδίκως καθαιρεθοῦν, δὲν εἶνε ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἀλλ' ἀξιώτερα μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Καθαιρέθηκαν ἀδίκως καὶ μεγάλοι Πατέρες καὶ εἶνε οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι τῆς ἐκκλησίας

Ἂς παυθῆ λοιτὸν τὸ μνημόσυνο τῶν προδοτῶν τῆς Πίστεως, μήπως μετανοήσουν καὶ σωθοῦν. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτούς.





_____________________________________________________



 Β΄ 

Κανάλι Πατρῶν SuperB Ἔτος 1996

Ἐκπομπὴ Βαγγέλη Κουτρουμπέλη

Θέμα: «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἡ Ἀλήθεια»

Καλεσμένος ὁ κ. Νῖκος Σωτηρόπουλος

Στο http://www.youtube.com/watch?v=2ZQumY-eFNM&feature=player_embedded



Σωτηρόπουλος: Νὰ σᾶς διακόψω. Εἴπατε ὅτι ἑτοιμάζεται μιὰ νέα Φερράρα-Φλωρεντία. Δὲν ἑτοιμάζεται, ἤδη ἔχει γίνει μιὰ νέα Φερράρα-Φλωρεντία τὸ 1993 στὸ Μπάλαμαντ τοῦ Λιβάνου, ὅπου ἀπὸ τὶς δεκαπέντε (15) τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἐννέα (9) Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν  τῶν περισσοτέρων ὑπέγραψαν τὴν ἐπαίσχυντη συμφωνία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἐξισώνεται μὲ τὸν Παπισμό· καὶ μάλιστα ὁ Παπισμὸς ἔχει τὸ προβάδισμα. Ἔγινε ἡ νέα Φερράρα-Φλωρεντία. Στὴ συμφωνία αὐτὴ λένε ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία (ποὺ δὲν εἶναι Ἐκκλησία, εἶναι αἵρεσις), αὐτὴ, λέει, ἔχει τὴ συνείδηση ὅτι εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία καὶ κατόπιν ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπὸ ἀντίδραση καὶ ἀπὸ ἀντιζηλία πρὸς τοὺς Παπικοὺς εἴπαμε, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία. Ἀγαπητὲ τηλεθεατά, ἔγινε ἡ Φερράρα καὶ ἡ Φλωρεντία καὶ κοιμᾶται ὁ πολὺς Ὀρθόδοξος κόσμος, γιατὶ οἱ συνειδητοὶ χριστιανοὶ ποὺ διαμαρτύρονται εἶναι λίγοι».

(SuperB, Ἐκπομπὴ Βαγγέλη Κουτρουμπέλη μὲ θέμα «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἡ Ἀλήθεια», Καλεσμένος ὁ κ. Νῖκος Σωτηρόπουλος. Πάτρα 1996, 1:15:40-1:18:30).



«Οἱ κοσμικοὶ Δεσποτάδες... εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστοῦ; Μόνο τὰ μυστήρια ἰσχύουν ἀπ’ αὐτούς, ἐπειδὴ εἶναι χειροτονημένοι Ὀρθόδοξοι. Κατὰ τὰ ἄλλα εἶναι συμφορά. Νὰ δοξάζουμε, ὅμως, ἐπαναλαμβάνω τὸ Θεό, διότι ἔχουμε καὶ ...καλοὺς ἐπισκόπους... κι ἔχουμε καὶ πολλοὺς καλοὺς ἱερεῖς ἀκόμα. Ἐκεῖνο ποὺ πάλι σπανίζει, εἶναι τὰ ἡρωϊκὰ πνεύματα. Στὴν Ἀθήνα τρεῖς τέσσερις ἱερεῖς, ὅταν μὲ εἶδαν στὸ Ναό, ἦρθαν ὅλοι καὶ μὲ ἠσπάσθησαν. Νὰ πῶ καὶ κάτι ποὺ ντράπηκα, μερικοὶ ἔσκυψαν νὰ μοῦ φιλήσουν τὸ χέρι...

Λέω.. Νὰ ῤθῶ τὴν ἄλλη Κυριακὴ νὰ μιλήσω στὸ ναό σας;

Ξέρεις, λένε, ἀναγνωρίζουμε ὅλο τὸ δίκαιό σας· ἐὰν ἔρθεις καὶ μιλήσεις μᾶς κλάδεψε ὁ Δέσποτας.

Δὲν ἔχουμε ἥρωες. Ἔχουμε καλοὺς ἱερεῖς, ἀλλὰ ὄχι τόσο καλούς, ὥστε νὰ μὴν εἶναι δειλοί. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι πνεῦμα δυνάμεως καὶ ὄχι δειλίας, νὰ δώσει στοὺς ἱερεῖς δύναμη ἀπὸ τὴ δύναμη ποὺ ἔδωσε τὴν Πεντηκοστή, ὥστε νὰ γεννηθοῦν ἥρωες μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ νὰ μὴν ὑπολογίζουν κακοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ νὰ ὑπολογίζουν τὸ Χριστό.

Τηλεθεατής: Γιατί αὐτοὶ οἱ καλοὶ Ἐπίσκοποι, δὲν κόβουν τὸ Μνημόσυνό του;

Σωτηρόπουλος: Γιατὶ δὲν εἶναι τόσο καλοί, ὥστε νὰ μὴν εἶναι δειλοί. Δὲν θέλουν νὰ ἔχουν περιπέτειες...



Ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι παναίρεση, εἶναι πανθρησκεία, θρησκευτικός συγκρητισμός. Εἶναι χειρότερος κι ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό, διότι θέλει νὰ ἑνώσει ὅλες τὶς αἱρέσεις κι ὅλες τὶς ψεύτικες θρησκεῖες μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Εἶναι ἀνατροπὴ τῶν πάντων».

(SuperB, Ἐκπομπὴ Βαγγέλη Κουτρουμπέλη μὲ θέμα «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἡ Ἀλήθεια», Καλεσμένος ὁ κ. Νῖκος Σωτηρόπουλος. Πάτρα 1996, 2:10:40-1:20:00).


Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Μεταπατερική θεολογία-Οικουμενισμός





ΑΛΛΟ ΕΝΑ -ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ- ΔΕΧΟΝΤΑΙ
  ΟΙ ΚΑΚΟΔΟΞΕΣ ΘΕΣΕΙΣ

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ κ. ΙΩΑΝΝΗ ΖΗΖΙΟΥΛΑ 



ναίρεση τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστικῶν θεωριῶν  πραγματοποιεῖ μὲ ἐπιτυχία ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος στὸ νέο του βιβλίο, ποὺ κυκλοφόρησε τὸ 2012 μὲ τίτλο: «Μεταπατερικὴ Θεολογία καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Πατερικὴ Ἐμπειρία».

Ὁ Μητροπ. Ναυπάκτου μὲ τὸν ἀείμνηστο π. Ἰωάννη Ρωμανίδη
Ὡς γνωστὸν κυριότερος ἐκφραστὴς καὶ εἰσηγητὴς στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο αὐτῶν τῶν θεωριῶν εἶναι τὸ δεξὶ χέρι τοῦ κ. Βαρθολομαίου (καὶ ὄχι μόνο), ὁ μητρ. Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας.


Ἀπὸ αὐτὸ τὸ βιβλίο παραθέτουμε ἕνα τμῆμα (σελ. 49-62), γιατὶ αὐτὸ τὸ νέο ἔτος 2013 –ὅπως ὅλες οἱ ὣς τώρα κινήσεις, προσπάθειες, ἐξαγγελίες καὶ ἄλλες ἐνέργειες τῶν Οἰκουμενιστῶν Πατριαρχῶν, Ἐπισκόπων καὶ θεολόγων δείχνουν– προβλέπεται ἰδιαίτερα κινητικὸ πρὸς περαιτέρω ἐμπέδωση καὶ ἐπέκταση τῶν κακόδοξων Οἰκουμενιστικῶν ἰδεῶν καὶ σχεδιασμῶν.

Ἐλπίζουμε ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι θὰ ἀντιληφθοῦν πὼς δὲν ὑπάρχουν πολλὰ περιθώρια χρόνου· πὼς ἡ φωτιὰ κάτω ἀπὸ τὴ χύτρα μὲ τὸ βατραχάκι, ποὺ ἔχει ἀνάψει ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, φτάνει σὲ βαθμοὺς βρασμοῦ. Ἴσως εἶναι ὕστατος χρόνος πανορθοδόξου δράσεως ἐναντίον τῆς γαυριώσας καὶ ἀηδῶς ἐπαιρομένης αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
(Οἱ ἔγχρωμες ὑπογραμμίσεις δικές μας).






3. Ἐφαρμογὲς τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας στὴν σύγχρονη θεολογικὴ σκέψη



βάση τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας εἶχε ἐμφανισθῆ πρὶν πολλὰ χρόνια, ὅπως προαναφέρθηκε, καὶ μεταφερόταν ἀνεπιγνώστως καὶ στὴν Πατρίδα μας μὲ τὶς μεταφράσεις ἔργων τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων στὰ ἑλληνικά, ἀλλὰ τελευταία γίνεται εὐρύτατος λόγος γιὰ μεταπατερικὴ θεολογία, ἐπειδὴ προκάλεσε τὴν κοινὴ ἐκκλησιολογικὴ συνείδηση. Χωρὶς νὰ ἀπολυτοποιῶ τὰ πράγματα καὶ τὶς καταστάσεις θὰ ἐντοπίσω ἐνδεικτικὰ μερικὲς χαρακτηριστικὲς διδασκαλίες πο εἶχε παρατηρήσει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καὶ σὲ μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ ἦταν σύμφωνος καὶ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι.

πρώτη μεταπατερικὴ ἄποψη, ποὺ δὲν παρατηρεῖται σὲ ὅλη τὴν βιβλικοπατερικὴ παράδοση, εἶναι ὅτι ἑρμηνεύεται ἡ ἐκκλησιολογία καὶ ἡ ἀνθρωπολογία μὲ βάση τὴν Τριαδολογία καὶ ὄχι τὴν Χριστολογία. Ὑπάρχει μιὰ τάση σήμερα νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν Τριαδολογία καὶ ὄχι γιὰ τὴν Χριστολογία, ὅπως παρατήρησε ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γράφει σὲ ἐπιστολή του στὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι: «Ἡ περιγραφὴ ποὺ κάνετε τῆς ἐπιθυμίας κάποιων νὰ χρησιμοποιοῦν μιὰ Τριαδικὴ διατύπωση ἀντὶ γιὰ τὴν τρέχουσα Χριστολογικὴ εἶναι χαρακτηριστικὴ τῆς μυωπίας τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων πολυμαθῶν» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰεροθέου, π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικὸς θεολόγος..., σελ. 125).

Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπὸς μὲ τὴν δημιουργία του εἶναι εἰκόνα τοῦ Λόγου. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἀρχέτυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ὅτι Αὐτὸς εἶναι διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγεννήθηκε ὁ ἄνθρωπος, γιὰ αὐτὸ καὶ σαρκώθηκε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Βεβαίως, ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἀφοῦ κοινὴ εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ γνωρίζουμε τὸν Πατέρα ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὅπως εἶπε ὁ Ἴδιος: «ὁ ἑωρακῶς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα; Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι;» (Ἰω. ιδ', 9-10). Ἔτσι, δὲν μπορεῖ κανεῖς νὰ κάνη ἀναλογίες μεταξὺ Ἐκκλησίας, ἀνθρώπου καὶ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἑρμηνεύουμε τὴν ἐκκλησιολογία καὶ τὴν ἀνθρωπολογία μὲ βάση τὴν Χριστολογία.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» (Β' Κορ. δ', 4). Καὶ ἀλλοῦ: «ὅς ἐστιν εἰκὼν του Θεοῦ τοῦ ἀόρατου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι' αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται» (Κολ. α', 15-16).

Ἔτσι, ὁ Χριστὸς εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός, δι' Αὐτοῦ δημιουργήθηκαν τὰ πάντα, Αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ δι' Αὐτὸν ἔγινε ἡ ἀπολύτρωση καὶ ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ εἶναι εἰκὼν Εἰκόνος, ὁπότε ἡ δομὴ τοῦ ἄνθρωπου εἶναι Χριστολογικὴ καὶ ἡ ἐνηλικίωση τοῦ ἀνθρώπου συμπίπτει μὲ τὴν Χριστοποίηση, ἀφοῦ πρέπει νὰ φορέση «τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουράνιου», τοῦ Χριστοῦ (Α' Κορ. ιε', 49) καὶ νὰ φθάση «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ', 13), καὶ αὐτὸ «ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι» (Ἐφ. δ', 14). Ἑπομένως, ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ «ἀρχέτυπο» τοῦ ἄνθρωπου καὶ ὁ προορισμὸς τοῦ ἄνθρωπου εἶναι Χριστολογικός, νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δι' Αὐτοῦ μὲ τὸν Πατέρα ἐν Ἅγίῳ Πνεύματι, καὶ τελικὰ ἐν Χριστῷ ἑρμηνεύεται ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ πνευματική του ἐνηλικίωση (Παναγιώτη Νέλλα, Ζῷον θεούμενον, ἐκδ. Ἐποπτεία, Ἀθήνα 1979, σελ. 19 κ.ε.).

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἀντιμετωπίζοντας τὸν Ἄρειο, διδάσκει ὅτι μόνον ὁ Λόγος, τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι κατὰ φύση εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι εἶναι κατὰ Χάρη καὶ ὄχι κατὰ φύση εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Στὰ ἔργα του κατὰ τῶν Ἀρειανῶν συχνὰ ἀναφέρεται στὸ ὅτι ὁ Λόγος εἶναι ἡ πραγματικὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα ἄλλωστε μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ποὺ εἴδαμε προηγουμένως. Σὲ ἕνα σημεῖο γράφει ὅτι ὁ Λόγος «ἀναλλοίωτος ἡ εἰκὼν τοῦ ἄτρεπτου Θεοῦ ἂν εἴη» (Μ. Ἀθανασίου, Ἔργα, τόμ. 2, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 128). Ἀλλοῦ γράφει ὅτι ὁ Λόγος «οὐκ ἔστι κτίσμα οὐδὲ τῶν γεννητῶν, ἄλλα ἴδιος Λόγος καὶ εἰκὼν τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 404) καὶ ἀλλοῦ «εἰκὼν ἀληθινή τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 50).

Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὑπογραμμίζει τὴν ἀλήθεια ὅτι μόνον ὁ Λόγος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Πατρὸς καὶ ἐμεῖς γίναμε εἰκόνες λόγῳ τῆς ἀληθινῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὁ Λόγος. Συγκεκριμένα ἀποφαίνεται, ἀπαντώντας στοὺς Ἀρειανούς: «πῶς ον, τούτων οὕτως ὄντων, μόνος οὗτος Υἱὸς μονογενὴς καὶ Λόγος καὶ Σοφία ἐστίν; ἢ πῶς, τοσούτων ὄντων μοίων τῷ Πατρί, μόνος οτος εἰκών ἐστι;». Στὴν συνέχεια, ἀναφέροντας διάφορα χωρία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποα πρέπει νὰ γίνουμε οἰκτίρμονες ὅπως ὁ Πατὴρ ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ νὰ γίνουμε μιμητὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγάπησε, γράφει: «"τίς ὁμοιωθήσεται τῷ Κυρίῳ ἐν υἱοῖς Θεοῦ;" περὶ δὲ αὐτοῦ, ὅτι μόνος εἰκὼν ἀληθινὴ καὶ φύσει τοῦ Πατρός στιν. Εἰ γὰρ καὶ κατ' εἰκόνα γεγόναμεν καὶ εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ἐχρημάτισαμεν, ἀλλ' οὐ δι' ἑαυτοὺς πάλιν, λλὰ διὰ τὴν ἐνοικήσασαν ἐν ἡμῖν εἰκόνα καὶ ἀληθῆ δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστὶν ὁ Λόγος αὐτοῦ, ὁ δι' ἡμᾶς ὕστερον γενόμενος, σάρξ, ταύτην τῆς κλήσεως ἔχομεν τὴν χάριν» (Μ. Ἀθανασίου, Ἔργα, τόμ. 3, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 40-42).

Ἀπὸ τὸ χωρίο ατ τοῦ Μ. Ἀθανασίου φαίνεται σαφέστατα ὅτι ἡ μόνη κατὰ φύση εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι ὁ Λόγος, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε κατὰ Χάρη εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα γιὰ τὴν ἐνοικήσασα μέσα μας εἰκόνα καὶ ἀληθινὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὁ Λόγος ποὺ γιὰ μᾶς ἐνηνθρώπησε. Ἑπομένως, ἡ Χριστολογία εἶναι ἡ βάση τῆς ἀνθρωπολογίας.

δεύτερη μεταπατερικὴ θεολογία εἶναι ἡ θεωρία περὶ τῆς «ὀντολογίας τοῦ προσώπου». Αὐτὴ ἡ ἄποψη εἶναι μεταπατερικὴ γιὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους.

Κατ' ἀρχὰς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπορρίπτουν τὴν ὀντολογία, τὴν ὁποία ταυτίζουν μὲ τὴν μεταφυσικὴ καὶ ἡ ὁποία καταδικάσθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπως φαίνεται στὸ «Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας». Ἡ θεολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος στηρίζεται στὴν ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία τῶν θεοπτῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων, καὶ ὄχι στὴν φιλοσοφία καὶ τὸν στοχασμὸ τῶν αἱρετικῶν. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ ἀρειανοὶ καὶ οἱ ἀρειανίζοντες προκειμένου νὰ ὁμιλήσουν γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ χρησιμοποιοῦσαν τὶς ἀρχὲς τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες (Μ. Ἀθανάσιος καὶ Καππαδόκες) στηρίζονταν στὴν δική τους προσωπικὴ ἐμπειρία καὶ στὴν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων, γι' αὐτ καὶ χρησιμοποιοῦσαν χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ νὰ ἀντικρούσουν τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν.

Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Πατέρες κάνουν λόγο γιὰ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λόγῳ τοῦ τροπικοῦ καὶ δυναμικοῦ Μοναρχιανισμοῦ, ποὺ ἐμφανίσθηκε στὴν ἐποχή τους, καὶ ὑποστήριζαν ὅτι ὁ ἕνας Θεὸς ἐκφράζεται μὲ τρεῖς τρόπους-προσωπεῖα (τροπικὸς Μοναρχιανισμὸς) καὶ ὅτι ὁ Λόγος καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι δυνάμεις τοῦ Πατρὸς (δυναμικὸς Μοναρχιανισμὸς) ἀλλὰ τὰ βλέπουν μέσα ἀπὸ τὴν θεολογία τοῦ «τριλαμποῦς τῆς μίας θεότητος» καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν φιλοσοφία. Οἱ Πατέρες ποτὲ δὲν ὑποστήριξαν ὅτι τὸ πρόσωπο ὑποστασιάζει τὴν φύση-οὐσία, οὔτε ὅτι τὸ πρόσωπο εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς φύσεως-οὐσίας, ὅπως ὑποστήριζε ὁ Σαβέλλιος ποὺ ἦταν ἕνας τροπικὸς μοναρχιανιστής, ἀλλὰ τόνιζαν ὅτι τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα (ἀγέννητο, γεννητό, ἐκπορευτὸ) εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῶν προσώπων (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίουεροθέου, Τὸ πρόσωπο στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τς Θεοτόκου (Πελαγίας), ἔκδ. δ', 2005, σελ. 142-152). Οὔτε ποτὲ ὑποστήριζαν ὅτι προηγεῖται τὸ πρόσωπο-ὑπόσταση τῆς οὐσίας, ἀφοῦ τὸ πρόσωπο ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν οὐσία καὶ τὰ προσωπικὰ ἰδιώματα.

Ἔπειτα, οἱ ἅγιοι Πατέρες ποτὲ δὲν συνέδεσαν τὴν φύση μὲ τήν ἀνάγκη, ὥστε στὴν συνέχεια νὰ συνδέσουν τὴν θέληση-βούληση μὲ τὸ πρόσωπο, ὅπως λένε οἱ σύγχρονοι θεολόγοι χρησιμοποιώντας φιλοσοφικὸ στοχασμό. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀφ' ἑνος μὲν δίδασκαν ὅτι τὸ κατὰ φύση δὲν σημαίνει καὶ κατ' ἀνάγκη, καὶ ὅτι ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ βούληση εἶναι τῆς φύσεως -ὄχι τοῦ προσώπου- καὶ ἡ προαίρεση διαφέρει τῆς φυσικῆς βούλησης. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι σημαντικὴ ἡ διδασκαλία τοῦ γίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ γιὰ τὴν φυσικὴ θέληση-βούληση καὶ τὴν προαίρεση (Μαξίμου τοῦ μολογητο, εἰς Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν, τόμ. 15Α, σελ. 12 κ.ε. Βλ. παρακάτω σελ. 303).

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀποψεις συγχρόνων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔχει ἀξία διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, ὅτι ἡ φύση συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ ἡ βούληση μὲ τὸ πρόσωπο, δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν στηρίγματα στὴν πατερικὴ θεολογία. Ὁπότε, ἡ ἄποψη ὅτι οἱ Πατέρες «αὐτὸ ποὺ μαρτυροῦν εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν θεότητά του, ἡ δυνατότητά του νὰ ἐνανθρωπίζει, νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τοῦ νθρώπου ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε προκαθορισμὸ τόσο τοῦ τρόπου τῆς θεότητας ὅσο καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνθρωπότητας» (Χρήστου Γιανναρᾶ, Ἕξι φιλοσοφικὲς ζωγραφιές, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 2011, σελ. 78)· καὶ ἡ ἄποψη ὅτι «τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ Τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ Τριαδικὸ Θεὸ» (Τὰ Μαθήματα Χριστιανικῆς δογματικῆς τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου κυκλοφοροῦν μὲ διάφορες μορφές. Στὴν εἰσήγηση ποὺ ἔκανα στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς χρησιμοποίησα τὴν μορφή, τὸν τίτλο καὶ τοὺς ἀριθμοὺς σελίδων τῶν σημειώσεων ποὺ κυκλοφοροῦσαν στὸ Ἐκκλησιαστικὸ Λύκειο Πατρῶν. Ἐδῶ θὰ γίνουν παραπομπὲς στὶς σημειώσεις στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ἤτοι: Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, Μαθήματα Χριστιανικῆς δογματικῆς, Σημειώσεις ἀπὸ τὶς παραδόσεις τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου, Καθηγητῆ Ἰωάννη Ζηζιούλα. Μέρος Α', Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 111), καὶ «ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως (ἐνν. στὸν ἄνθρωπο) ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» (ἔνθ. νωτ. σελ. 112) εἶναι ἀπαράδεκτες ἀπὸ πλευρᾶς ὀρθοδόξου θεολογίας. Καὶ αὐτὸ γιατ οἱ Πατέρες συνδέουν τὴν θέληση-βούληση μὲ τὴν φύση, ὁπότε ὑπάρχει μία θέληση καὶ βούληση στὸν Θεό, καθὼς ἐπίσης ἐντοπίζουν τὴν διαφορὰ μεταξὺ θέλησης-βούλησης καὶ προαίρεση. Βεβαίως, ἄλλο εἶναι τὸ «θέλειν» καὶ ἄλλο εἶναι τὸ «πῶς θέλειν».

Ἀκόμη, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν τὸν νθρωπο μέσα ἀπὸ τὸ κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ (τοῦ Λόγου) καὶ δὲν ἔκαναν φιλοσοφικὲς ἀναλύσεις περὶ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, κατ' ἀναλογία μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, ἀφοῦ ἀπορρίπτουν τὸ analogia entis τῆς μεταφυσικῆς καὶ ὑποστηρίζουν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναλογία μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου (Andrew Sopko, Prophet of Roman Orthodoxy the Theology of John Romanides, Synaxis Press, Canada 1998, σελ. 147-150). Ἡ λεγομένη «ὀντολογία τοῦ προσώπου» μὲ τὴν ταυτόχρονη περιφρόνηση τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἐκλαμβάνεται ὡς εὐσεβισμός, εἶναι μεταπατερικὴ ἄποψη, γιατ ἀγνοεῖ τὴν διάκριση μεταξὺ ψυχικοῦ-σαρκικοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, ὅπως παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο (Α' Κορ. β', γ΄ 1-3, Γαλ. 17-18).

Ἐπὶ πλέον ἡ ἄποψη περὶ «κοινωνίας προσώπων» εἶναι ἀπορριπτέα ἀπὸ τὴν πατερικὴ-ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία, γιατ δὲν ὑπάρχει κοινωνία προσώπων οὔτε στὸν Τριαδικὸ Θεὸ οὔτε στὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ οὔτε στους ἀνθρώπους. Στὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὑπάρχει κοινωνία φύσεως-οὐσίας καὶ κοινὴ ἐνέργεια, ὄχι ὅμως κοινωνία προσώπων, διότι ὑπάρχουν καὶ τὰ ἀκοινώνητα (ἀγέννητο, γεννητό, ἐκπορευτό). Ἡ ἀλληλοενοίκηση τῶν προσώπων δὲν εἶναι κοινωνία τῶν προσώπων. Στὸν Θεάνθρωπο Χριστό ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων εἶναι καθ' ὑπόσταση καὶ δὲν ὑπάρχει ἕνωση προσώπων, γιατὶ δὲν ὑπάρχουν δύο πρόσωπα στὸν Χριστό, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Νεστοριανισμός. Καὶ ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δι' Αὐτοῦ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Πρόσωπα καὶ "κοινωνία προσώπων", Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση, τεῦχ. 171, Ὀκτ. 2010, σελ. 8-9).

Συνάρτηση τῆς προηγουμένης μεταπατερικῆς ἄποψης εἶναι καὶ τὰ περὶ προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου κατὰ ψυχολογικὸ τρόπο, μὲ τὴν ψυχολογοποίηση τῆς ἀνθρωπολογίας, ὅταν μάλιστα περιφρονῆται ἡ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Τελικά, ἀποτελεῖ μεταπατερικὴ ἄποψη ὁ βολονταριστικὸς (βουλησιοκρατικὸς) περσοναλισμός.

Γιὰ τὸ θέμα τῆς ὀντολογίας τοῦ προσώπου καὶ τὸν βολονταριστικὸ περσοναλισμὸ γίνεται ἀναφορὰ σὲ ἕνα κεφάλαιο ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ νομίζω δείχνει ὅτι οἱ ἀναλύσεις περὶ τοῦ προσώπου στὸν Θεὸ καὶ ἡ ἄποψη περὶ προσώπου στὸν ἄνθρωπο μᾶς ἦλθαν ἀπὸ τὴν Δύση καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν γερμανικὸ ἰδεαλισμὸ καὶ ὑπαρξισμό.

τρίτη μεταπατερικὴ διδασκαλία εἶναι ἡ λεγομένη «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» (Andrew Sopko, ἔνθ. νωτ. σελ. 150-153). Βεβαίως, κανεὶς δὲν ἀρνεῖται τὴν μεγάλη ἀξία τῆς θείας Εὐχαριστίας κατὰ τὴν ὁποία κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρὸς τὴν ὁποία κατευθύνονται ὅλα τὰ Μυστήρια καὶ ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ θεία Εὐχαριστία νὰ ἀνεξαρτητοποιηθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

Κατ' ἀρχὰς ὑπάρχει στενὴ σχέση μεταξὺ Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξίας καὶ Εὐχαριστίας, ὅπως τὸ βλέπουμε στὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, Ἐπίσκοπο Λυῶνος (βλ. Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Ἐκκλησία, Ὀρθοδοξία καὶ Εὐχαριστία παρὰ τῷ Ἁγίῳ Εἰρηναίῳ, εἰς Χριστός, ἀρχὴ καὶ τέλος, ἔκδ. Ἵδρυμα Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθήνα 1983, σελ. 109-146). Δὲν ὑφίσταται Ἐκκλησία χωρὶς Ὀρθοδοξία καὶ Εὐχαριστία, οὔτε Ὀρθοδοξία χωρὶς Ἐκκλησία καὶ θεία Εὐχαριστία, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑφίσταται θεία Εὐχαριστία ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ θεία Εὐχαριστία δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὀρθόδοξη ἔξω ἀπὸ τὴν κανονικὴ δομὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις μετοχῆς σὲ αὐτήν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Κανόνες τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταγράφουν τὶς προϋποθέσεις μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεία Εὐχαριστία καὶ τὴν θεία Κοινωνία ποὺ εἶναι ἡ ἄσκηση καὶ ὁ ἡσυχαστικὸς τρόπος ζωῆς. Ἡ θεία Εὐχαριστία δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκαταστήση τὴν καθαρση τὸν φωτισμὸ καὶ τήν θέωση, οὔτε, βεβαίως, καὶ τὸ ἀντίστροφο. Ἰσχύει καὶ ἐδῶ τὸ συναμφότερο.

Ἀκόμη, ἐκτὸς τῆς θείας Εὐχαριστίας βασικὰ κέντρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, τὸ δόγμα καὶ ἡ προσευχή, τὰ ὁποῖα προϋποθέτει ἡ θεία Εὐχαριστία. Ὑπάρχει βαθύτατος συνδυασμὸς μεταξὺ lex credendi (νόμος πίστεως) καὶ lex orandi (νόμος προσευχῆς). Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι Προεστὼς τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ἀλλὰ ταυτοχρόνως (πρέπει νὰ) εἶναι καὶ Προφήτης ποὺ κηρύττει προφητικὸ λόγο στοὺς ἐκκλησιαζόμενους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ πορευθοῦν ἀπὸ τὸ κατ' εἰκόνα στὸ καθ' ὁμοίωση. Βεβαίως, μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν θεία Εὐχαριστία ὑπάρχουν διάφορες πνευματικὲς ἡλικίες, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐνεργεῖ καταλλήλως σὲ ὅλους. Ἔπειτα, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ Μυστήρια ἐνεργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κατάσταση τῶν κανονικῶν Κληρικῶν καὶ τῶν λαϊκῶν, ὅμως ὅσοι κοινωνοῦν τῶν ἄχραντων Μυστηρίων δὲν ὠφελοῦνται, ἐὰν δὲν συμμετέχουν στὴν καθαρτική, φωτιστικὴ καὶ θεοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.

Ἐπὶ πλέον ἐσχατολογικὴ ἑρμηνεία τῆς θείας Εὐχαριστίας μὲ ἀπόρριψη ἢ ὑποτίμηση τῆς νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς παραδόσεως εἶναι μεταπατερικὴ διδασκαλία, ξένη πρὸς τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐσχατολογικὴ βίωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὴν θεία Εὐχαριστία -ὅσο ζοῦμε τὴν βιολογικὴ ζωὴ- εἶναι συνάρτηση τῆς μετοχῆς τοῦ Χριστιανοῦ στὴν καθαρτική, φωτιστικὴ καὶ θεοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς στὴν Μυσταγωγία του δὲν παρουσιάζει μόνον τὴν ἐσχατολογικὴ πλευρὰ τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ διάστασή της, ὡς ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ στὴν καρδιά, πότε οἱ φιλόθεοι ἀξιώνονται νὰ δοῦν μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἀρεμβάστου νοὸς τὸν Ἴδιο τὸν Λόγο καὶ Θεό (βλ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, εἰς Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν, τόμ. 14, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 39 κ.ε.). Ἔτσι, δὲν νοεῖται ἐσχατολογικὴ βίωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὴν θεία Εὐχαριστία ἔξω ἀπὸ τὴν ἐνεργοποίηση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ τὸ ἅγιο Χρῖσμα, αὺτό ποὺ λέγεται ἀπό τους Πατέρες ἱερὸ θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς.

Ὅλα αὐτὰ ἔκαναν τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη νὰ λέγη ὅτι δὲν εἶναι ἡ Εὐχαριστία ποὺ κάνει τὴν Ἐκκλησία νὰ εἶναι ὄντως Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ ποὺ κάνει τὴν Εὐχαριστία νὰ εἶναι ὄντως Εὐχαριστία. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ «ἄλογο» (δόγμα-Κανόνες) προηγεῖται τοῦ «κάρου» καὶ ὄχι τὸ ἀντιστροφο (Andrew Sopko ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 147 καὶ 128). Ἄλλωστε, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μὲ τὰ δόγματα καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, δὲν ὑφίσταται Εὐχαριστία, μὲ τὴν ὀρθόδοξη σημασία τῆς λέξεως. Ὁπότε μποροῦμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ ἐκκλησιαστική Εὐχαριστία καὶ ὄχι γιὰ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία.

τέταρτη μεταπατερικὴ ἄποψη, ποὺ εἶναι συνέπεια τῆς προηγουμένης, εἶναι ὁ ὑπερτονισμὸς τοῦ ἀναστάσιμου χαρακτῆρα τῆς Ὀρθόδοξης 'Ἐκκλησίας μὲ ὑποτίμηση τῆς σταυρικῆς ζωῆς, δηλαδὴ ἡ διάσπαση μεταξ το μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς θεοπτίας τῆς δόξης τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Μερικοὶ μεταπατερικοὶ θεολόγοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως, ἐνῶ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες ζοῦν τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Πρόκειται γιὰ διχοτόμηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀφοῦ ξεχωρίζεται ὁ Σταυρὸς ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ὅταν παρουσιάζεται ἡ δόξα τῆς αἰώνιας Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ μέθεξη αὐτῆς τῆς δόξας τῆς Ἀναστάσεως μὲ παραθεώρηση τῆς καθάρσεως καὶ τοῦ φωτισμοῦ, ποὺ συνιστοῦν βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, δηλαδὴ ὅταν χωρίζεται ἡ Ἀνάσταση ἀπὸ τὸν Σταυρό, αὐτὸ εἶναι μεταπατερικὴ θεολογία, ποὺ δὲν συντονίζεται μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ βίωση τοῦ Σταυροῦ δὲν συνδέεται μόνον μὲ τὴν ἄσκηση, τὴν λεγόμενη πράξη, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν θεωρία, γι' αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος κάνει λόγο γιὰ τὴν διπλὴ πράξη τοῦ Σταυροῦ, δηλαδὴ τὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία. Γράφει: «Ἡ πρᾶξις τοῦ σταυροῦ διπλή ἐστι, καὶ τοῦτο πρὸς τὸ διπλοῦν τῆς φύσεως τὸ διαιρούμενον εἰς δύο μέρη». Ἡ μὲν μία, δηλαδὴ ἡ πράξη, «τὸ παθητικὸν μέρος τῆς ψυχῆς καθαρίζει ἐν τῇ δυνάμει τοῦ ζήλου», καὶ συνδέεται μὲ τὴν ὑπομονὴ στὶς θλίψεις τῆς σαρκός, ἡ δὲ ἄλλη, δηλαδὴ ἡ θεωρία, «τῇ ἐνεργείᾳ τῆς ἀγάπης τῆς ψυχῆς, ἥτις ἐστὶν ἐπιπόθησις φυσική, ἥτις διυλίζει τὸ νοητὸν μέρος τῆς ψυχῆς», καὶ συντελεῖται «ἐν τῇ λεπτῇ ργασίᾳ τοῦ νοῦ καὶ ἐν τῇ θείᾳ ἀδολεσχίᾳ καὶ τῇ διαμονῇ ἐν τῇ προσευχῇ, καὶ τὰ ἑξῆς». Σαφῶς ἐδῶ ἐννοεῖται ὅτι ἡ δόξα τοῦ Σταυροῦ μετέχεται καὶ στὴν πράξη καὶ στὴν θεωρία (Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Λόγοι ἀσκητικοί, κριτικὴ Ἔκδοση Μάρκελλου Πιράρ, Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων, Ἅγιον Ὄρος, α' ἔκδ. 2012, σελ. 230).

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σὲ ὁμιλία του κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἀναπτύσσει διεξοδικὰ ὅτι ἡ βίωση τοῦ Σταυροῦ σημαίνει βίωση τῆς πράξεως καὶ τῆς θεωρίας τοῦ Λόγου, ὅπως ἔγινε στοὺς Προφῆτες καὶ Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὅπως βιώνεται στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

Γιὰ τὴν θεοπτία τοῦ Μωϋσέως στὴν Βάτο γράφει: «Οὕτως οὖν καὶ ἡ κατὰ Μωϋσῆν ἐκείνη τῆς καιομένης καὶ μὴ κατακαιομένης βάτου θεωρία Σταυροῦ μυστήριον ἦν, τοῦ κατὰ τὸν Ἀβραὰμ ἐκείνου μυστηρίου μεῖζον καὶ τελεώτερον» (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔργα, τόμ. 9, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 292). Ἐπίσης, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου περικλείει ὅλο τὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας: «ὅτι ὁ τοῦ Κυρίου Σταυρὸς ἐστὶ πᾶσαν ἐμφαίνων τῆς ἐν σαρκὶ τούτου παρουσίας τὴν οἰκονομίαν καὶ τὸ κατ' αὐτὴν ἅπαν ἐμπεριέχων μυστήριον καὶ πρὸς πάντα τείνων τὰ πέρατα καὶ πάντα περιλαμβάνων τὰ ἄνω τὰ κάτω τὰ πέριξ τὰ μεταξὺ» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 318). Γι' αὐτὸ ὁ ἅγιος Γρηγόριος κατακλείοντας τὴν ὁμιλία προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ προσκυνήσουν τὸν τόπο ποὺ στάθηκαν τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸν Σταυρό, «ὡς ἂν καὶ κατὰ τὴν ὑπερδεδοξασμένην μέλλουσαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσίαν, αὐτὸν προηγούμενον ἰδόντες ἐν δόξῃ ἀγαλλιασώμεθα καὶ σκιρτήσωμεν ἄληκτα, τῆς ἐκ δεξιῶν στάσεως καὶ τῆς ἐπηγγελμένης μακαρίας φωνῆς καὶ εὐλογίας ἐπιτυχόντες, εἰς δόξαν τοῦ κατὰ σάρκα δι' ἡμᾶς σταυρωθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 322-324).

Ἑπομένως, ἡ μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ γίνεται στὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία, σὲ ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, στὰ Μυστήρια καὶ τὴν θεία Λειτουργία, δηλαδὴ στὴν μέθεξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, δὲν χωρίζεται ποτὲ ὁ Σταυρὸς ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ μέθεξη αὐτῆς τῆς θείας ἀγάπης ποὺ συνιστᾶ τὴν σωτηρία τοῦ ἄνθρωπου.

Δυστυχῶς, αὐτὲς οἱ μεταπατερικὲς ἀπόψεις, ποὺ δὲν τὶς συναντᾶμε στὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ὁποῖες σὲ μερικὰ σημεῖα εἶναι στοχαστικὲς μεγεθύνσεις διδασκαλιῶν τῶν Πατέρων, ἔχουν εἰσρεύσει στὴν νεοελληνικὴ θεολογία καὶ πρέπει νὰ γίνη ἀποκάθαρσή της. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, σχολιάζοντας αὐτὲς τὶς ἄποψεις, γράφει ὅτι τὸ πρόβλημα γιὰ τὴν σύγχρονη, ἀλλ καὶ τὴν μελλοντικὴ θεολογία, δὲν εἶναι ὁ σχολαστικισμός, ὁ ὁποῖος κτυπήθηκε πολύ, ἀλλά, κυρίως, οἱ ἀπόψεις γιὰ τὴν «ὀντολογία τοῦ προσώπου», τὴν «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» καὶ τὴν διχοτομία μεταξὺ «τῆς θεολογίας τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς θεοπτίας τῆς δόξης τῆς ἀναστάσεως» (βλ. Andrew Sopko, ἔνθ. νωτ. σελ. 146 κ.ε.).

Πάντως, τὸ κύριο καὶ βασικὸ γνώρισμα τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων εἶναι ὅτι ὑποτιμοῦν ἢ ἀρνοῦνται τὴν νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, κυρίως χλευάζουν ἀπρεπέστατα τὰ περὶ καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, ποὺ εἶναι ὁ πυρήνας τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει ἐξήγηση γι' αὐτὴν τὴν νοοτροπία, ὅπως τὸ ἑρμηνεύει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὅτι, δηλαδή, εἶναι ἐπηρεασμὸς ἀπό τους Προτεστάντες (βλ. κατωτέρω σελ. 131-132).



Δακτυλογράφηση: Π.Σ.


Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν




Λόγος ες τ χραντον κα θεον Γενέθλιον

το Μεγάλου Θεο κα Σωτρος μν ησο Χριστο

(γ. Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος)

 

Γνωρίζουμε βεβαίως ὅλοι, γνωρίζουμε ὅτι ὁ αἰσθητὸς αὐτὸς ἥλιος ἀποστέλλει τὸ φῶς του σὲ ὅλη τὴν ὑφήλιο, «καὶ οὐκ ἔστιν (οὐδεὶς) ὡς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ» καὶ ἀπὸ τῆς διαυγέστατης λαμπρότητός του. Πολλὲς φορὲς ὅμως οἱ ὁλόλαμπρες ἀκτῖνες του καλύπτονται ἀπὸ νέφη καὶ ὁμίχλη ἢ ἀπὸ τὸ φύλλωμα τῶν δένδρων, ἀλλὰ καὶ πάλι, ἡ πνοὴ κάποιου ἀνέμου διαλύει τὸ νεφικὸ ἐπικάλυμμα καὶ τὴν ὁμίχλη ἐκείνη καὶ ἐπιτρέπει στὶς φεγγοβόλες ἀκτῖνες νὰ ἐξαπλωθοῦν τρανῶς σὲ ὅλη τὴν κτίση.
Τὸν δὲ πρὸ ἡλίου «ἥλιον τῆς δικαιοσύνης» τὸν νοητό, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη σήμερα ἀπὸ τὴν «κούφη νεφέλη», ἀπὸ τὴν φωτοφόρο καὶ ἡλιακὴ καὶ πάναγνο κοιλία παραδόξως, καλύπτει ἡ τοῦ «δούλου μορφή», τὰ νηπιώδη σπάργανα καὶ τὸ σπήλαιο τὸ φτωχὸ καὶ συμφώνως μὲ τὴν οἰκονομία καὶ ὁρισμένα ἄλλα, τὰ ὁποία συμβολίζουν τὴν πτωχεία καὶ τὴν ταπεινότητα.
Καθὼς ὅμως ἤδη ἐλέχθη, ἡ πνοὴ καὶ ἡ ὁρμὴ τοῦ ἀνέμου διασκορπίζει τὸ κάλυμμα τοῦ νέφους καὶ τῆς ὁμίχλης καὶ φανερώνει καθαρὰ τὶς ἡλιακὲς ἀκτίνες· ἔτσι συμβαίνει καὶ ἐδῶ, μὲ τὸν «ἥλιον τῆς δικαιοσύνης», τὸν Θεὸ καὶ Δεσπότη ὁ Ὁποῖος καλύπτεται μὲ σπάργανα καὶ κρύπτεται σὲ σπήλαιον καὶ φάτνη ἀλόγων ζώων γιὰ τὴν πολλή του συγκατάβαση καὶ «δι’ ὑπερβολὴν ἀγαθότητος»· τὸ συνεργὸν Πανάγιον Πνεῦμα καὶ ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς τὸν φανερώνει καθαρά, αὐτὸν τὸν κρυπτόμενον στὴν φάτνη ἥλιον καὶ Θεὸν καὶ κινεῖ ὅλη τὴν κτίση, τὴν ὁρατὴ καὶ τὴν ἀόρατη, νὰ προστρέξει καὶ νὰ κηρύξει τὸν Βασιλέα τῆς δόξης καὶ Δημιουργὸ τῶν ὅλων, ὁ Ὁποῖος κρύπτεται σὲ σπήλαιο καὶ φάτνη, περιτυλιγμένος μὲ τὰ σπάργανα. Ἐκεῖ ὅπου ἦλθαν ἀδιστάκτως καὶ «οἱ μάγοι ἐξ ἀνατολῶν» μετὰ δώρων πολυτελῶν νὰ δωροφορήσουν καὶ νὰ τὸν προσκυνήσουν πιστῶς.
Καὶ ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἄγγελοι κατῆλθαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἀνακραύγαζαν μελωδικὰ, πρὸς τὸν «ἐν ὑψίστοις Θεὸν καὶ ἐπὶ γῆς» εἰρηνάρχην, γιὰ τὴν καταλλαγὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ πραγματοποίησε μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρός· τοῦ ἀπένειμαν ὡς Βασιλέα τους τὴν ὀφειλόμενη ἐπευφημία καὶ ἀπεκάλυψαν τρανῶς τὸν κρυπτόμενον ἀκόμη Βασιλέα καὶ τὸν ἀνήγγειλαν στοὺς πλησιοχώρους ποιμένες ὅπως ἤρμοζε σὲ αὐτούς, ὡς «ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν». «Ὅτι ἐτέχθη», λέγει, «ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὡς ἔστι Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυΐδ. Καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον καὶ κείμενον ἐν φάτνη».
Καθὼς ἤκουσαν αὐτὰ «οἱ ποιμένες εἶπον πρὸς ἀλλήλους. Διέλθωμεν δὴ εἰς Βηθλεὲμ καὶ ἴδωμεν τὸ ρῆμα τοῦτο, ὃ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν. Καὶ ἦλθον σπεύσαντες καὶ εὗρον τὴν τε Μαρίαν καὶ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ, καὶ ἰδόντες διεγνώρισαν» στὸν λαόν, «καὶ ὑπέστρεψαν δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον, καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς».
Γιὰ ποιὸ λόγο διαφημίζεται καὶ μεγαλύνεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ ὁ κρυπτόμενος ὡς νήπιον σὲ σπήλαιον καὶ φάτνη; Εἶναι φανερὸ ὅτι αὐτὸ γίνεται γιὰ νὰ γνωστοποιηθεῖ σὲ ὅλη τὴν κτίση ὅτι τὸ βρέφος αὐτὸ ἐξουσιάζει ὅλα τὰ ἀόρατα καὶ τὰ ὁρατὰ καὶ ὅτι εἶναι ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.
Γι’ αὐτὸ μάλιστα καὶ ὅλη ἡ κτίση, σύμφωνα μὲ τὸν φυσικὸ νόμο, ἔμεινε ἀκίνητη ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὸν παράδοξο καὶ ἀπόρρητο ἐκεῖνο τοκετό, ὥστε οἱ ροὲς τῶν ποταμῶν καὶ οἱ ἀναβλύσεις τῶν πηγῶν καὶ οἱ κινήσεις τῶν θαλασσῶν καὶ οἱ πτήσεις τῶν πουλιῶν καὶ οἱ πορεῖες τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἑρπετῶν καὶ τῶν θηρίων καὶ τῶν τετραπόδων καὶ γενικὰ ὅλη ἡ φύση καὶ ἡ κτίση, οὐράνιος καὶ ἐπίγειος «ἔστη καὶ ἐξέστη καὶ ἤργησε» καὶ γιὰ μία στιγμὴ διέκοψε τὴν κίνηση καὶ τὴν ἐργασία της, μέχρι νὰ τελειώσει τὸ μυστήριο τοῦ παραδόξου καὶ ἀπορρήτου ἐκείνου τοκετοῦ, ὅπως σαφῶς μᾶς ἐμήνυσε ἡ περὶ τούτων ἱστορία.
Καὶ ἐγὼ τὸ δέχομαι αὐτὸ καὶ τὸ πιστεύω πρόθυμα καὶ πείθομαι, ἐπειδὴ εἶναι ἀπίθανο τὴ στιγμὴ ποὺ πραγματοποιεῖται τόσο μεγάλο ἔργο νὰ τολμᾶ καὶ κάποιο ἄλλο νὰ λαμβάνει χώρα καὶ νὰ κινεῖται ἔστω κατ’ ἐλάχιστον. Ἀλλὰ ὅλα μαζὶ ἀκινητοποιήθηκαν σὰν νὰ ἀποδεσμεύτηκαν πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὸν νόμο τῆς φύσεως, λογικὰ καὶ ἄλογα, ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, σεβόμενα ὡς δοῦλοι τὸν Δεσπότη. Διότι λέει, «ἐθεμελίωσας τὴν γῆν καὶ διαμένει, ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα σά». Ἐπειδὴ λοιπὸν «τὰ σύμπαντα δοῦλα αὐτοῦ» καὶ ἠσθάνοντο τὸ μέγα ἔργον τοῦ Κυρίου των, τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου, κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ κτίσματα στάθηκε ἀπαρασάλευτο μέχρι ποὺ ὁλοκληρώθηκε ἐκεῖνο τὸ θεῖο ἔργο, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἡ κτίση συνέχισε κανονικὰ τὴν ἐργασία της.
Ὄντως «ἐξέστη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ τούτῳ καὶ τῆς γῆς κατεπλάγη τὰ πέρατα» «ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν καὶ υἱὸς Θεοῦ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ καὶ συναϊδίου Πατρὸς καὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ὅριον, καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Καὶ «ἄγγελος» μὲν λέγεται ἐπειδὴ φέρει ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα Εὐαγγέλια καταλλακτήρια, δηλαδὴ καλά, χαρούμενα μηνύματα συνδιαλλαγῆς καὶ συμφιλιώσεως μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, καὶ διὰ τοῦ θείου Βαπτίσματος υἱοθεσίας ἀξιωτήρια, καὶ τῆς φύσεώς μας ἀπὸ τὴν πονηρὴ δουλεία ἀπαλλακτήρια, καὶ τοῦ θανάτου παντελῶς ἀναιρετήρια καὶ τοῦ διαβόλου ἀσυμπαθῶς φυγαδευτήρια, καὶ τῆς τυραννίδος τῶν δαιμόνων δεσμωτήρια καὶ πολυχρονίων νεκρῶν ἐξαναστήρια, καὶ μυστηρίων νέων καὶ μεγάλων παραδοτήρια· καὶ ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ Βασιλείας Οὐρανῶν ὑποσχετήρια καὶ γιὰ ὅσους ἐβίωσαν καλῶς ἀθανάτου κληρονομιᾶς ἀποδοτήρια.
Σὲ αὐτὰ τὰ Εὐαγγέλια διασώζεται τὸ μυστήριο τῆς ἀμωμήτου πίστεως, ἡ σφραγὶς τοῦ τρισάγιου Θεοῦ· καὶ ἄλλων πολλῶν καὶ μεγάλων δωρεῶν καὶ μυστηρίων φρικτῶν Εὐαγγέλια ἔφερε, τῶν ὁποίων αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔγινε καὶ δοτήρας καὶ διδάσκαλος. Καὶ ὁπωσδήποτε εὐλόγως λέγεται καὶ «μεγάλης βουλῆς», θείας καὶ πρακτικῆς, «ἄγγελος». Τὸ δὲ «θαυμαστὸς σύμβουλος» τὸ λέγει ἐπειδὴ ἔχει τὴν ὕπαρξη «πρὸ τῶν αἰώνων καὶ ἐν ἀρχῇ» μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα του καὶ τὸ Πνεῦμα συναΐδιον καὶ τῆς ἰδίας μὲ αὐτοὺς φύσεως. Σύμβουλός του εἶναι ἡ «μεγάλη βουλή», ὁ Πατὴρ καὶ Θεός. Τί συμβούλευσε; Εἶναι φανερὸν ὅτι νὰ κτίσει τὸν ἀόρατο καὶ ὁρώμενο κόσμο καὶ ὅλα τὰ κοσμήματα ποὺ ὑπάρχουν σὲ αὐτοὺς καὶ τὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ συγκρατοῦνται δι’ αὐτοῦ καὶ νὰ συνέχωνται τὰ πάντα, ὥστε νὰ διαμένουν τὰ σύμπαντα καὶ νὰ διασώζονται μὲ τὸν καλύτερο τρόπο. Καὶ δὲν τὸ ἔκαμε αὐτὸ ἀσυμβούλως, οὔτε πάλι τοῦ λέγει προστακτικῶς νὰ κτίσει τὸν κόσμο καὶ μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ συμβουλευόμενος θαυμαστῶς τὸν θαυμαστὸ αὐτὸ σύμβουλο καὶ Ἀγαπητὸ Υἱό Του, λέει· «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» ποὺ σημαίνει Θεὸν ἐπίγειο καὶ ἀρχηγό, ὁ ὁποῖος λόγω τοῦ αὐτεξουσίου εἰκονίζει τὸν Θεὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» δέ, δηλαδὴ ἀθάνατο καί, ὅσο εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο, ἱκανὸ νὰ ὁμοιωθεῖ διὰ τῆς ἀρετῆς μὲ τὸν Θεό. Πράγματι λοιπὸν «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο» τοῦ θαυμαστοῦ συμβούλου, «καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲν ἐν ὃ γέγονε», ὅπως ἔχει γραφεῖ.
Τὸ δὲ «Θεὸς ἰσχυρὸς» διακηρύσσει τρανῶς τὸ ἰσχυρό της θείας φύσεως· διότι ὑπάρχουν καὶ οἱ εἰδωλικοὶ ψευδώνυμοι θεοί, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἰσχυροί. Ὥστε καὶ ἐσὺ ἀκούοντας «ὅτι παιδίον ἐγεννήθη καὶ ἐδόθη ἡμῖν» νὰ μὴν ὑποπτευθεῖς ὅτι εἶναι ἁπλὸ αὐτὸ τὸ παιδὶ καὶ ἐφάμιλλο μὲ τὰ ἄλλα παιδιά, ἀλλὰ νὰ ἐννοήσεις ὅτι αὐτὸ τὸ παιδὶ εἶναι καὶ θαυμαστὸς σύμβουλος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός· «καὶ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἐστιν ὅριον», ὅπως ἤδη ἐλέχθη· διότι αὐτὸ τὸ παιδὶ ἔχει ἀπεριόριστο καὶ ἀπέραντο πλοῦτο εἰρήνης μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του καὶ μὲ τὸ Πνεῦμα.
Τὸ δὲ «πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» θέλει νὰ φανερώσει τὸ δημιουργικὸ καὶ προάναρχο τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ ποὺ γεννήθηκε. Ὅπως δηλαδὴ κάποιος ποὺ ἔχει γίνει πατέρας πολλῶν παιδιῶν εἶναι αἴτιος τῆς πλάσεως καὶ τῆς γεννήσεώς τους, ἔτσι καὶ τὸ παιδὶ αὐτὸ ποὺ γεννήθηκε εἶναι κτίστης καὶ γεννήτορας ὅλων τῶν δημιουργημάτων, ἄρχοντας καὶ πατέρας καὶ ἡγέτης τῶν ἑπτὰ παρερχομένων αἰώνων καὶ τοῦ ἀπέραντου ὀγδόου, γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται «πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
«Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν» σήμερα καὶ σπαργανώθηκε παιδικά, αὐτὸς ποὺ σπαργάνωσε παλαιὰ μὲ ὁμίχλη τὴν θάλασσα. «Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν», τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ εἶναι ἄναρχος καὶ τέλος δὲν ἔχει.
«Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν», τὸ ὁποῖο συγκρατεῖ, ὡς δοῦλα του, τὰ σύμπαντα· γι’ αὐτὸ καὶ ὡς δοῦλα τὸ ὑπηρετοῦν καὶ τὸ ἐπευφημοῦν καὶ τοῦ προσφέρουν δῶρα· οἱ μάγοι καὶ ὁ ἀστέρας, οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ποιμένες, τὸ σπήλαιο καὶ ἡ φάτνη, ἡ Παρθένος Μητέρα ὑπερφυῶς καὶ ὁ μνήστωρ Ἰωσὴφ ὁ τεχνίτης, φαινόμενος ὡς πατέρας τοῦ τεχνουργοῦ τῶν πάντων.
Λείπει ὅμως ἡ ἐπιστασία τῶν μαιῶν ἀπὸ τὸν τίμιο ἐκεῖνο καὶ παράδοξο καὶ παρθενικὸ τοκετὸ διότι ἐκεῖ ποὺ γίνεται μητέρα ἡ Παρθένος μὲ τὴν ἐπισκίαση τῆς Δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, μαῖες δὲν χρειάζονται. Αὐτὰ λοιπὸν καὶ τὰ ἰσότιμα μὲ αὐτὰ φανέρωναν σαφῶς τὴν θεαρχία καὶ παντοκρατορία τοῦ νεογέννητου παιδιοῦ. «Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν» ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο χωρὶς πατέρα αὐτὸ ποὺ ἐγεννήθη «ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου» ἀπὸ τὸν Πατέρα χωρὶς μητέρα.
«Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν» κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν.
«Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν» καὶ φανέρωσε σήμερα τὸ προαιώνιο μυστήριο, καὶ ἔτσι περατώθηκε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» διεῖδαν ἀπὸ παλαιὰ οἱ Προφῆτες· προέλεγαν δηλαδὴ ὅτι «ἐκ Σιών ἐξελεύσεται νόμος καὶ λόγος Κυρίου ἐξ Ἱερουσαλὴμ» καὶ ὅτι «ὁ Θεὸς ἀπὸ Θαιμᾶν ἤξει» καὶ ὅτι «ἐκ Σιὼν ἡ εὐπρέπεια τῆς ὡραιότητος αὐτοῦ» καὶ ὅτι «ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαὶ» καὶ τὰ λοιπά.
«Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν», τὴν γέννηση τοῦ ὁποίου ἐμυήθησαν οἱ μάγοι, οἱ βασιλεῖς τῶν Περσῶν καὶ ἦλθαν μὲ ὁδηγὸ τὸν ἀστέρα νὰ τὸν προσκυνήσουν, αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ἡ ἁγία Γραφὴ ὀνόμασε ἀπὸ παλαιὰ Σεβωείμ, λέγοντας: «ὅτι ἄνδρες ὑψηλοὶ Σεβωεὶμ διαβήσονται πρὸς σὲ καὶ προσκυνήσουσι λέγοντες ὅτι ἐν σοί ὁ Θεός ἐστι καὶ οὐκ ἐστὶ Θεὸς πλήν σου». Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ἄνδρες ἦλθαν καὶ τὸν προσκύνησαν καὶ θεολογώντας τοῦ προσέφεραν δῶρα· χρυσὸν μὲν ἐπειδὴ εἶναι Βασιλεύς, λίβανον ἐπειδὴ εἶναι Θεὸς καὶ σμύρνα γιὰ τὸ ἄχραντον Πάθος· τὴν ἔκβαση αὐτοῦ ἔφερε εἰς πέρας ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος, ὅταν μετὰ τὸ Πάθος κήδευσαν τὸ ζωηφόρο Ἐκεῖνο σῶμα μὲ ἑκατὸ λίτρες σμύρνης καὶ ἀλόης.
«Ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν» καὶ εἶναι τώρα ξαπλωμένο στὴ φάτνη, αὐτὸς ὁ Ὁποῖος κρατεῖ στὸ χέρι του τὴ σφαίρα τῆς γῆς καὶ συγκρατεῖ θεοπρεπῶς καὶ ἀνέτως ὅλη τὴν κτίση.
Καὶ γιὰ νὰ πῶ συγκεφαλαιώνοντας τὸ πληρέστατο παραλείποντας τὰ περισσότερα, «ὅτι παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν» κόσμου σωτήριον, νοσημάτων ἰατήριον. δαιμόνων ἀφανιστήριον, εἰδωλικῶν ξοάνων καὶ βωμῶν καταλυτήριον, θυσιῶν διαβολικῶν καὶ βέβηλων κνισσῶν ἐξαλειπτήριον, τυραννικῆς διαβόλου ἀποστασίας ἁλυσοδετήριον αἰώνιον καὶ καθολικῆς ἀναστάσεως νεκρῶν ἀρχετήριον.
Ποιός εἶδε ἢ ἄκουσε ποτὲ παρόμοιο παιδὶ νὰ εἶναι ξαπλωμένο σὲ φάτνη περιτυλιγμένο μὲ σπάργανα καὶ νὰ κρατεῖ στὴν παλάμη του τὰ σύμπαντα, νὰ προσκαλεῖ στὰ ὕψη τὸ ὕδωρ τῆς θαλάσσης καὶ νὰ τὸ διαχέει ὅπου θέλει, νὰ ἀναπαύεται στὴ φάτνη καὶ συγχρόνως νὰ χρησιμοποιεῖ σὰν ὄχημα τὰ χερουβίμ, νὰ γαλακτοτροφῆται ἀπὸ Μητέρα παρθένο καὶ νὰ «ἐξαποστέλλη πηγὰς ὑδάτων ἐν φάραγξι», νὰ περικρατῆται σὲ παρθενικὲς ἀγκάλες καὶ νὰ κρατεῖ ἀσφαλῶς τὰ σύμπαντα: «Ὢ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ!», ὅπως ἀναφωνεῖ καὶ ὁ θεῖος Παῦλος. Ὢ θαύματος παραδόξου, ἀπὸ τὰ σύγχρονα καὶ τὰ παλαιὰ καινοφανεστέρου. Ὢ θείας κηδεμονίας καὶ ἄκρας συγκαταβάσεως. Πῶς ὁ ἀπεριόριστος Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς περιορίστηκε ἑκούσια μέσα στὴ μορφὴ τοῦ δούλου; Πῶς ὁ κατὰ φύσιν ἀσώματος περιεβλήθη μὲ σῶμα; Πῶς φάνηκε αὐτὸς ποὺ εἶναι καὶ στοὺς ἀγγέλους ἀθέατος; Πῶς ὁ κτίστης τῶν ἀθανάτων δυνάμεων καταδέχτηκε νὰ φορέσει σάρκα; Πῶς αὐτὸς ποὺ διαθέτει τὸν ἀσύγκριτο πλοῦτο τῆς θεότητος καὶ χαρίζει τὰ πλούσια δῶρα ἔφθασε στὴν ἔσχατη πτωχεία;
Πράγματι, τί πτωχότερο μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀπὸ τὸ βουστάσιο καὶ τὴ φάτνη καὶ τὸ σπήλαιο; Πῶς ὡράθη παραδόξως ὁ ἀόρατος; Πῶς ὁ Ὕψιστος κατέβηκε; Πῶς ὁ ὑπερουράνιος ἠθέλησε νὰ ζήσει μαζὶ μὲ ἐμᾶς τοὺς χαμηλούς; Πῶς ὁ περικυκλούμενος ἀπὸ στρατιὲς λαμπρότατων ἀγγέλων ἦλθε νὰ συναναστραφεῖ μὲ τοὺς ἀνθρώπους; Πῶς ὁ «περιβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον» περιβάλλεται μὲ σπάργανα εὐτελῆ; Πῶς ὁ ὑπερκαθαρὸς κατῆλθε πρὸς ἐμᾶς ποὺ εὑρισκόμεθα στὸν λάκκο καὶ τὴν σαπρία τῶν ὀλέθριων παθῶν; Γιὰ ποιὸν λόγο, γιατί ἔγινε ἡ ἀσύλληπτος αὐτὴ καὶ πολλὴ συγκατάβαση;
Εἶναι βεβαίως φανερὸ γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ἐρευνήσουν τὴ δύναμη τοῦ μυστηρίου· θὰ τὸ διασαφήσω σύντομα χρησιμοποιώντας μία εἰκόνα. Ὅπως κάποιος ποὺ ἔχει πέσει σὲ λάκκο βαθύτατο καὶ βορβορώδη δὲν μπορεῖ νὰ ἀνέλθει μόνος του ἀπὸ ἐκεῖ, ἀλλὰ χρειάζεται κάποιο χέρι ἀπὸ ἐπάνω νὰ τὸν ἀνασύρει, κάτι παρόμοιο ἔπαθε καὶ ἡ φύση μας· ἐπωμίστηκε δεινῶς μὲ τὴν πτώση στὸ βόθρο τῆς παραβάσεως καὶ πεσμένη στὸ λάκκο τοῦ Ἅδη εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κάποιο χέρι πανίσχυρο γιὰ νὰ τὴν ἀνασύρει. Καὶ ἐπειδὴ κανενὸς συνδούλου χέρι δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν ἱκανότητα, ἐκτείνεται ἀπὸ ἐπάνω, ἀπὸ τὰ θεῖα ὑψώματα «ἡ πανσθενουργὸς δεξιὰ» πρὸς τὰ κάτω, ἡ ὁποία, καὶ ὡς πατρικὴ δεξιά, ὄχι μόνο ἀνείλκυσε ἀπὸ τὸν λάκκο ἐκεῖνο αὐτοὺς ποὺ εἶχαν πέσει, ἀλλὰ καὶ «τῷ πλήθει τῆς δόξης καὶ τῆς δυνάμεως αὐτῆς συνέτριψε τοὺς ὑπεναντίους», ὅπως ἔχει γραφεῖ, καὶ λαμβάνοντας ὑπεφυῶς τὴ φύση μας, ἡ ὁποία εἶχε ριφθεῖ ἐκεῖ, τὴν ὁδήγησε ὑψηλὰ στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀφοῦ τὴν κάθισε στὸ θρόνο ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς τὴν ἀξίωσε νὰ προσκυνεῖται ἀπὸ ὅλη τὴν κτίση, καὶ προσκαλώντας ἐμᾶς ἐκεῖ ἔλεγε· «εἴ τις ἐμοὶ διακονεῖ, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται». Ὁμοίως καὶ ὁ μακάριος Παῦλος συνιστᾶ: «Τὰ ἄνω ζητεῖν, τὰ ἄνω φρονεῖν, ἔνθα κάθηται Χριστὸς ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός».

(«Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον», ἔκδ. Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὅρος, σελ. 625-632.)

Πηγή: http://amethystosbooks.blogspot.gr/2012/12/blog-post_8344.html