Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Ἐγώ, μιὰ Ρωμαιοκαθολικὴ καλόγρια,
θὰ ὑποστηρίξω τὴν Ἑλλάδα

τς Κατρν Μαρτν

Ζντας ἐδῶ κι κτ χρόνια στὴν λλάδα τν κατάσταση τς χώρας κα τς ντιδράσεις ποὺ ατ προκαλε, νιώθω ποχρεωμένη νὰ παρέμβω. Ἐδῶ κα μνες δίδεται γιὰ τν λλάδα εκόνα μις χώρας που βασιλεύει διαφθορά, που φοροδιαφυγ εναι θνικ θλημα κι που τ σκάνδαλα ξεσπον κα λληλοδιαδέχονται τ να τ λλο μ πυρετώδη ρυθμό. Τίποτα π λα τ παραπάνω δεν εναι ντελς ψέμα -κα προθεσή μου δὲν εναι νὰ ξωραΐσω τν πραγματικότητα. π τν λλη, συχν νοηματοδότηση καποίου πράγματος ξαρτται κα π τ πς ατ λέγεται.

μως, γνωρίζω:
πρτον μεῖς, ο πόλοιποι Ερωπαῖοι, δὲν εμαστε δὰ κα παράδειγμα ρετς κα δ δικαιούμαστε νὰ δίνουμε μαθήματα σ λλους·
δεύτερον, δεν κερδίζουμε τίποτα μ τ νὰ ξευτελίζουμε ναν ταρο μας πο εναι δη ποδυναμωμένος, πόσο μλλον ταν πρόκειται γιὰ ἕναν λόκληρο λαό· τρίτον, μου φαίνεται πὼς τριάντα χρόνια συμβίωσης δὲν ρκοσαν γιὰ νὰ γνωρίσουμε πραγματικ κα νὰ κατανοήσουμε τος λληνες «ξαδέλφους» μας, πο δὲν εναι ταυτόσημοι μ μς.
Πρόκειται γιὰ κάτι ατονόητο, πο μως συχν τ λησμονομε: ο λληνες δὲν εναι δυτικοευρωπαῖοι -κα μ τ χάρη το Θεο δ θ γίνουν ποτέ.
πέναντι στ νομοθεσία δὲν χουν τ δια ντανακλαστικ μ μς: δ διαθέτουν ατν τν προδιάθεση πρς τὴ νομιμοφροσύνη, πο δίχως λλο μᾶς χει κληροδοτηθε π τ Ρώμη κα χαρακτηρίζει τὴ δύση. Στὴν λλάδα κανόνας δὲν εναι ποχρεωτικός· τ πράγματα δὲν ξελίσσονται σύμφωνα μ τ νόμο, πο ἐδῶ χει μλλον νδεικτικ ρόλο.
Θυμᾶμαι συχν τί μᾶς εχε πεῖ καθηγητής μας τν λληνικν στὸ πρτο μας μάθημα: μεγαλοφυΐα τς λατινικς γλώσσας εναι λογική της αστηρότητα· μεγαλοφυΐα τν λληνικν μως ἔγκειται στὴν εελιξία τους, στὴν τέχνη τν ποχρώσεων. πάρχουν σαφς γραμματικο κανόνες, λλ ο ξαιρέσεις, ο ποχρώσεις, ο διαφοροποιήσεις, ο νώμαλες κλίσεις εναι τόσο πολυάριθμες! Μετ π τόσο καιρὸ ποὺ ζ ἐδῶ, τείνω νὰ πιστέψω πὼς ,τι σχύει στ γλσσα σχύει κα στὶς νοοτροπίες τν νθρώπων.
Τ πρωτεον ἐδῶ εναι ο οκογενειακο κα κοινωνικο δεσμοί. Δὲν ρνούμαστε ποτὲ μία χάρη σ ναν φίλο κα συγγεν, στω κι ν χάρη ατ πισύρει κάποιο βαθμ παραβίασης το νόμου. Βοηθομε τν πλησίον, τ φίλο, νοιαζόμαστε γιὰ τς ναγκες τν νθρώπων, χωρς κατ' νάγκη νὰ κατανοομε παρ πολ καλ τν ννοια το «γενικο συμφέροντος». νόμος παρακάμπτεται χωρς συνειδησιακ προβλήματα. Ο λληνες ξάλλου παραδέχονται πὼς προσπαθον «νὰ κάνουν τ δουλειά τους» χωρς νὰ νοιάζονται γιὰ τ νόμο: «δὲν εναι καλ μέν, λλ τσι εμαστε ο λληνες, καὶ ποτέ μας δ θ λλάξουμε!». ν περηφανευόμαστε πράγματι γιὰ τὴ διαφορετικότητα, πο τ θεωρομε τν πλοτο τς Ερώπης, θ πρέπει νὰ σεβαστομε κι ατ τ διαφορά, χωρς νὰ κπλησσόμεθα δθεν ποὺ ο λληνες δ συμπεριφέρονται σν Γερμανο Γάλλοι. Γιὰ νὰ ξίζει τν νομασία της Ερωπαϊκ Ἕνωση (ΕΕ) χρειάζεται σοι τὴ συναποτελον νὰ γνωρίζονται πραγματικά, κα χι μόνο πιφανειακά, στὴ βάση στερεοτύπων.
Πρν τελειώσω, θ θελα πλ νὰ σημειώσω κάτι σχετικ μ μία κφραση ποὺ στὰ ατιά μου κούγεται παράξενα: μιλᾶμε γιὰ «χρέος τς λλάδας πρς τν Ερώπη». Πάντοτε συναισθανόμουν τ ντίθετο: πς εναι Ερώπη ποὺ χρωστάει στὴν λλάδα. Πρόκειται γιὰ να δάνειό ποὺ παραχωρήθηκε ἐδῶ κα πάνω π εκοσι πέντε αἰῶνες κι κτοτε χουν δοθε μέτρητες δόσεις, πο δ καταμετρνται μν σ δραχμς σ εὐρώ, λλά ποὺ ξιοποίησή τους παρήγαγε νεκτίμητους θησαυρούς.
λοι σοι δ θ μαστε κριβς ,τι εμαστε, ν δεν εχαμε συναντηθε στὴν πορεία τς ζως μας μ τν δυσσέα, τν χιλλέα, τν Οδίποδα, τν ντιγόνη, τν Προμηθέα, ν δὲν εχαμε κούσει νὰ γίνεται λόγος γιὰ τν Σωκράτη, τν Πλάτωνα, τν ριστοτέλη, γιὰ νὰ μν ναφερθ σ λίγα μόνο π τ πι διάσημα σχετικ παραδείγματα, ν λοι ο ατρο θυμοῦνταν τν πποκράτη κι λοι ο δημοκράτες τν θνα, ν λοι κάναμε σωστ τος λογαριασμούς μας, σως θ ναγνωρίζαμε τ γεγονός πὼς μες χρωστᾶμε στὴν λλάδα καὶ πὼς τ δισεκατομμύρια ερὼ το λληνικο χρέους δὲν εναι τίποτα σ σύγκριση μ τ δικό μας χρέος, πο κανες δ μᾶς ζητᾶ ποτ νὰ ποπληρώσουμε. 
Κι ς μν ναφερθομε σ λους τος θησαυρος γιὰ τος ποίους καυχῶνται τ μουσεα μας, προϊόντα λεηλασίας τς λληνικς γς.

* Η Catherine Martin εναι Ρωμαιοκαθολικ μοναχή. Τ ρθρο τς δημοσιεύθηκε στὴ γαλλικ φημερίδα La Croix κα ναδημοσιεύθηκε π τ site "Προοδευτικ Πολιτική".

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012


Στὴν Ἡμερίδα τοῦ Πειραιᾶ κατὰ τῆς

μετα-Πατερικῆς θεολογίας μίλησε καὶ ὁ λαός!


Ὁ τελευταῖος φύλακας τῆς πίστεως

εἶναι ὁ λαός


Στήν ἡμερίδα τοῦ Πειραιῶς ὅλοι ὁμιλοῦν καί γράφουν γιά τούς κυρίως ὁμιλητάς. Ἀγνοοῦν ὅμως ἕνα πολύ σημαντικό παράγοντα πού φάνηκε ἔντονα καί λειτούργησε περίφημα. Εἶναι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ πού ἔδωσε τό παρόν μέ τήν ἐκπληκτική συμμετοχή του στίς  καλές ρητορίες τῶν εἰσηγητῶν.
Ὁ λαός ἐπιδοκίμαζε ἤ ἀποδοκίμαζε ἀπόψεις καί θέσεις στήν ἡμερίδα· χωρίς νά συσκέπτεται προηγουμένως ἤ νά ἀποφασίζει «κατά πλειοψηφίαν» καί «συνοδικῶς».
Διά βοῆς ἀκουγότανε ἡ ἐνδιάθετη φωνή τοῦ λαοῦ, ὅπως ἔβγαινε ἀπό τήν γνήσια ὀρθόδοξη καρδιά του χωρίς ὑστεροβουλίες, σκοπιμότητες, ὑπολογισμούς καί συμφέροντα.
Τό χριστεπώνυμο πλήρωμα, οἱ συνειδητοί Χριστιανοί, πέρα ἀπό ἀδυναμίες καί τίς ἀτέλειές τους ἔχουν ἀψευδῆ κριτήρια Ὀρθοδοξίας, καί ἀδιάκοπη συνέχεια τῆς Ἁγίας μας Παράδοσης, χωρίς τά ἐπίπλαστα ὀρθολογιστικά τεχνάσματα καί τήν οἴηση τῶν λογίων παρα-μορφωμένων (στήν Προτεσταντική Εὐρώπη) ἐπαγγελματιῶν –Θεολόγων, πού πολλές φορές ἐκτρέπονται τῆς ὀρθοδόξου γραμμῆς καί αὐτός ὁ ἁπλός ἀλλά «θεοφοβούμενος» λαός τούς ἐπαναφέρει στήν τάξη.
Μήπως αὐτό δέν ἔγινε στήν ἱστορικά γνωστή «ἕνωση» τῆς Φλωρεντίας – Φερράρας, ὅταν γύρισαν στήν Κων/πολη οἱ δικοί μας;
Καί ἄν λοιπόν οἱ κεφαλές τῆς Ἐκκλησίας μας πρόδωσαν, παραμένει ἀκόμα ὄρθιο τό φρούριο τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ, ἄν καί σμπαραλιασμένο ἀλήθεια καί ὀλιγάριθμο, ὅμως ὁ Κύριος λέγει «μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον, ἐν αὐτῷ γάρ ηὐδόκησεν...»
Γι’ αὐτό ἄς μή καταφρονεῖται καί περιφρονεῖται ἡ δύναμη τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ μας ἀπό τούς ἐπιδόξους Εὐρωλιγούρηδες –Οἰκουμενιστάς, οὔτε νά μᾶς παραμυθιάζουν μέ τή παπολατινικῆς ἐμπνεύσεως θεωρία τους, ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ἀποφασίζουν καί ἐμεῖς ὀφείλουμε τυφλή ὑπακοή. Τύφλα στά μάτια τους, τούς ἔχουμε γραμμένους στά παληά μας παπούτσια κι ἀκόμη χειρότερα τούς λέμε κι ἐμεῖς!
Μετά 2000 χρόνια Ὀρθόδοξης Παράδοσης καί ἐμπειρίας, ὑπακοή θά πάρουν μόνον ἐφ’ ὅσον ἀκολουθοῦν λόγοις καί ἔργοις τοῖς «ἴχνεσι τῆς Ἁγίοις Πατράσι», διαφορετικά ἀπό τόν Ὀρθόδοξο λαό θά εἰσπράττουν τήν περιφρόνηση, τή διαπόμπευση καί τήν γελοιοποίηση, ὅπως  πολύ δικαίως εἰσπράττει ὁ Δημητριάδος Ἰγνάτιος, μέ τά ἀπίθανα ἐφευρήματα τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ τοῦ Βόλου, παρά τόν ἐκφοβισμό καί τήν καταπίεση τῆς Ἀστυνομίας, τῆς Ἀσφάλειας καί τῶν εἰδικῶν Δυνάμεων πού τόν ἀπειλοῦν, τόν ἐπιτηροῦν καί τόν παρακολουθοῦν.

Βόλος 28/2/2012

Νικόλαος Χονδρογιάννης
Μουσικός

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Κατηχήσεις αγ. Θεοδώρου Στουδίτου (1)

Κατηχησεις αγ. Θεοδώρου Στουδίτου


Ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας  ἔχει καθιερώσει στό τυπικό της κατά τήν εὐλογημένη περίοδο τοῦ Τριωδίου  νά ἀναγιγνώσκονται κατά τήν διάρκεια τῶν Ὡρῶν οἱ Κατηχήσεις τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (κυρίως στίς ἱερές μονές). Κάποια ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτὰ ἀπό διάφορες κατηχήσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου (μέ τήν μετάφρασή τους) ἀρχίζουμε νὰ παραθέτουμε ἀπὸ σήμερα.



ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ

(ΜΕΓΑΛΗ   ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ)


«Ἕως ἐσμέν ἐνταῦθα, ἑαυτούς ἀποκαθάρωμεν
                                               τῷ πυρί τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ»



ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ 1.

Τί λοιπόν ὠφελεῖ τῷ σκληρευομένῳ ἡ σκληρότης καί τῷ ἀπειθεῖ ἡ ἀπείθεια καί τῷ δυσηκόῳ ἡ δυσηκοΐα καί τῷ ὑπερηφάνῳ ἡ ὑπερηφάνεια; Ἤ οὐχί θησαυρίζει ἑαυτῷ «ὀργήν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καί δικαιοκρισίας Θεοῦ καί ἀποκαλύψεως»; ἤ οὐχί ἔοικε τό ἔργον αὐτοῦ ξύλοις καί χόρτοις καί καλάμοις, καί πληροῦται ἐν αὐτῷ (τό) «εἴ τινος τό ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται·  αὐτός δέ σωθήσεται, οὕτως δέ ὡς διά πυρός»; Καί γάρ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι τῷ κολαστικῷ πυρί ἀποκαθαρθησόμεθα τῆς ὑλώδους κακίας· μενοῦμεν δέ εἰς τό ἀεί καιόμενοι καί μή κατακαιόμενοι, ἐνορῶντες τήν δόξαν τῶν ἁγίων καί ἐφιέμενοι ταύτης καί ἀποστερούμενοι, καί διά τοῦτο ὀδυρόμενοι καί καταθρηνούμενοι ἀνόνητα καί ἀνήνυτα. Μή οὗν φθάσῃ τις ἡμῶν, τέκνα, εἰς τό μέτρον τοῦτο, μηδέ εἰς τήν στάσιν ταύτην·  ἀλλ’ ἕως ἐσμέν ἐνταῦθα, ἑαυτούς ἀποκαθάρωμεν τῷ πυρί τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, ἵνα τῆς μελλούσης φλογός ἀπείρατοι διαμείνωμεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾦ ἡ δόξα καί τό κράτος σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι,νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Μ Ε Τ Α Φ Ρ Α Σ Η

Τί ὠφελεῖ λοιπόν στόν σκληρό ἡ σκληρότητα, στόν ἀπείθαρχο ἡ ἀπείθεια, στόν βαρύκοο ἡ βαρυκοΐα καί στόν ὑπερήφανο ἡ ὑπερηφάνεια; Ἤ μήπως δέν ἀποταμιεύει γιά τόν ἑαυτό του «ὀργή γιά τήν ἡμέρα τῆς ὀργῆς καί δίκαιης κρίσης καί ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ»; Ἤ μήπως δέν μοιάζει τό ἔργο του μέ ξύλα καί χόρτα καί καλάμια, ὁπότε θά ἐκπληρωθεῖ σ’ αὐτόν τό «ἐάν τό ἔργο κάποιου καεῖ, θά τιμωρηθεῖ, ἐνῶ αὐτός θά σωθεῖ, ἀλλά μέ τέτοιο τρόπο, ὅπως σώζεται κανείς ἀπό πυρκαϊά»; Γιατί στόν μελλοντικό κόσμο θά καθαρισθοῦμε μέ τή φωτιά τῆς κολάσεως ἀπό τήν ὑλική κακία μας, καί θά μείνουμε στήν κατάσταση τοῦ νά καιόμαστε αἰώνια, ἀλλά χωρίς νά κατακαιόμαστε, βλέποντας τή δόξα τῶν ἁγίων καί ἐπιθυμώντας την, ἀλλά θά τήν στερούμαστε, καί γι’ αὐτό θά κλαῖμε καί θά θρηνοῦμε ἀνώφελα. Νά μή φθάσει λοιπόν κανείς μας, παιδιά μου, στό μέτρο αὐτό καί στήν κατάσταση ἐκείνη. Γι’ αὐτό, ὅσο εἴμαστε ἐδῶ, ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τή φωτιά τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μή γνωρίσουμε τή μελλοντική φλόγα, μέ τή βοήθεια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη, μαζί μέ τόν Πατέρα καί ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Φιλοκαλία 18, Θεοδώρου Στουδίτου Λόγοι, Κατηχήσεις, σελ. 309).

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς:

(μιλώντας τότε για το Σερβικό λαό,
είναι σαν να μιλά για την σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα)

Ο Κύριος χτυπάει το λαό μας,
για να τον καθαρίσει από τις ξένες κάμπιες

Παραπονέθηκε ό Κύριος για τον εκλεκτό λαό Του λέγοντας: Τούς χτυπώ άλλα δεν τους πονάει. Χτύπησε ό Κύριος την Ευρώπη στον αιώνα μας με δύο πολέμους και δεν γνωρίζουμε αν την πόνεσε. Χτύπησε ό Κύριος τη χώρα μας και στους δύο παγκόσμιους πολέμους πιο βαριά από κάθε άλλη χώρα. Πόνεσε ό λαός μας; Πόνεσε και κατάλαβε πώς τον χτύπησε ό Κύριος, λόγω των αμαρτιών του. Έτσι κατάλαβε πώς είναι καλό να αλλάξει, να εξαγνιστεί, να ισιώσει. Τί σημαίνει ισιώνω; Ισιώνει εκείνος πού στράβωσε, κύρτωσε. Ή Δύση ολόκληρη είναι κυρτωμένη σαν εκείνη την συγκύπτουσα γυναίκα, πού για δεκαοκτώ χρόνια περπατούσε έχοντας το κεφάλι της στα γόνατα.
Ό λαός μας στην αρχή κοίταζε την Ευρώπη με τρόμο και λύπη, άλλα στη συνέχεια συνήθισε την περηφάνια της και μετά και ό ίδιος καμπούριασε. Στην αρχή οι Σέρβοι έλεγαν: Δεν πρέπει να είμαστε απλοί Βαλκάνιοι, άλλα να είμαστε σύγχρονοι, να παρακολουθούμε τη μόδα και την Ευρώπη.
Πρέπει να κυρτώσουμε, να καμπουριάσουμε... υπάρχει στο καμπούριασμα μία ομορφιά πού δεν μπορούν να την δουν οι απλοί Βαλκάνιοι...
Έτσι σκεφτόταν ό σερβικός λαός και λησμόνησε τον ηρωισμό του, ξέχασε πώς δοξάστηκε ακριβώς για το λόγο ότι στεκόταν όρθιος, ξέχασε πώς δοξάστηκε, επειδή για πεντακόσια χρόνια δεν έσκυψε το κεφάλι του στους Τούρκους. Όταν όμως ελευθερώθηκε από τούς Ασιάτες, σε πενήντα χρόνια κύρτωσε υπό την επιρροή της Ευρώπης, τόσο πού ούτε τα παιδιά αναγνώριζαν τούς παππούδες τους, ούτε οι παππούδες τα εγγόνια τους. Όλα αυτά τα είδε το μάτι του Κυρίου και γι' αυτό το λόγο το χέρι Του μας χτύπησε βαριά για να εγκαταλείψουμε το λανθασμένο δρόμο πού πήραμε.
Εμείς όμως δεν τον εγκαταλείψαμε. Τόσο στραβώσαμε, κυρτώσαμε τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, πού θα μπορούσαμε να σπάσουμε τη μέση μας παρά να σταθούμε όρθιοι.
Άλλα, δεν κύρτωσαν και δεν καμπούριασαν όλοι οι Σέρβοι, υπήρχαν και πολλοί πού έμειναν όρθιοι και αυτοί με απορία αναρωτιόντουσαν:
Τί είναι ή Ευρώπη; Γιατί μας προσέλκυσε τόσο; Για ποιό λόγο ή Δύση έγινε πιο ελκυστική από την Ανατολή; Τί θα γίνει στη συνέχεια; Θα γίνει ή Ευρώπη ή δεύτερη Ιεριχώ; Το πρώτο παιδί της Ευρώπης είναι ό πάπας και το δεύτερο παιδί της είναι ό άθεος. Έχουν πει για την παλιά Ιεριχώ: «Με τον θάνατο του πρωτοτόκου παιδιού του θα τον θεμελιώσει και με τον θάνατο του νεωτέρου παιδιού του θα ανεγείρει τις πύλες της» (Ιησούς του Ναυή 6, 26).
Τί είναι ή Ευρώπη; Αίρεση; Είναι αίρεση. Αρχικά ήταν παπική αίρεση, στη συνέχεια λουθηρανική αίρεση και μετά καλβινική αίρεση... Το τέλος αυτών των αιρέσεων είναι ό αθεϊσμός, δηλαδή οι ευρωπαίοι άθεοι πού δεν υπήρχαν ποτέ μέχρι τώρα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δηλαδή ό πρώτος γιός είναι αιρετικός και ό δεύτερος γιός είναι άθεος.
Πώς μπορεί μία τέτοια πόλη να επιβιώσει; Πώς μπορεί να είναι καλό παράδειγμα ή νέα Ιεριχώ; Σε κανένα δεν μπορεί να είναι παράδειγμα, παρά μόνο στους ανόητους. Πώς βρέθηκαν ανάμεσα στους ανόητους και οι Σέρβοι; Αυτή είναι μία ερώτηση στην οποία είναι δύσκολο να βρούμε απάντηση. Υπάρχουν τρεις δυνατές απαντήσεις.
Ή πρώτη απάντηση είναι, επειδή τα τέκνα της Σερβίας πήγαιναν για σπουδές στη Δύση. Μαθαίνοντας να πίνουν από ψεύτικα ποτήρια μίσησαν τις διάφανες πηγές της πατρίδας τους. Ή δεύτερη απάντηση είναι, επειδή τα τέκνα της Σερβίας άρχισαν να παντρεύονται ξένες γυναίκες. Ή τρίτη απάντηση είναι, επειδή τα μορφωμένα τέκνα των Σέρβων απομακρύνθηκαν από τούς πατέρες τους και τούς μίσησαν λόγω της πίστης τους. Αυτά τα τρία δηλητήρια, δηλητηρίασαν τη δική μας προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική και δημόσια ζωή.
Όπως ό οικοδεσπότης χτυπάει τα δέντρα δυνατά για να πέσουν τα φύλλα και σπάει τα κλαδιά για να πέσουν οι κάμπιες από το δέντρα, έτσι και ό Οικοδεσπότης του κόσμου. Ό Κύριος χτυπάει το λαό μας, για να τον καθαρίσει από τις ξένες κάμπιες.
Η Ευρώπη είναι αίρεση. Η χριστιανική αίρεση είναι χειρότερη από την ειδωλολατρία.
Επειδή ή εμπειρία επιβεβαίωσε πώς είναι πιο εύκολο να πάρουμε με το μέρος του Χριστού τούς ειδωλολάτρες παρά τούς αιρετικούς. Μέχρι τη στιγμή πού εμείς θα ονομαζόμαστε Ορθόδοξοι δεν είναι καλό να έχουμε τούς αιρετικούς για παράδειγμα.
Η αποστολή των ορθόδοξων λαών δεν είναι να τρέμουν μπροστά στους αιρετικούς λαούς, άλλα αποστολή τους είναι να τούς φέρουν στο σωστό δρόμο.
Στην εποχή μας αποσυντίθεται και σαπίζει ότι είναι αιρετικό. Ας ξεσηκωθούν οι ορθόδοξοι λαοί και ας παίξουν δυνατά τις σάλπιγγες στους αιρετικούς για να επιστρέψουν στην αλήθεια και στην τιμιότητα. Αυτό είναι το αποστολικό έργο του καιρού μας. Αν θα το κάνουμε αυτό, θα μας ευλογήσει ό Χριστός, Θεός μας, στον όποιο ας είναι ή δόξα, εις τούς αίώναι των αιώνων. Αμήν.

(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Μέσα από το παράθυρο της φυλακής, Εκδ.  “Ορθόδοξοσ Κυψέλη”).

Πηγή: http://aktines.blogspot.com/2012/02/blog-post_8193.html#more

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012


Τα αίτια που ανάγκασαν τον Αρχιεπίσκοπο

να λύσει τη σιωπή του! 


«Επιχείρηση» ανασυγκρότησης εν όψει ...Ιεραρχίας και αρχιερατικών εκλογών!

Γράφει ο Διονύσης Μακρής
 Ως κινήσεις απόγνωσης εν όψει της συγκλήσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας εκλαμβάνουν πολλοί Αρχιερείς τις τρεις επί του παρόντος δημόσιες παρεμβάσεις του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου. Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος επιχειρώντας να αποφύγει, όπως υποστηρίζουν καλά ενημερωμένες πηγές, τη δριμύτατη κριτική και τις έντονες φωνές δυσαρέσκειας της Ιεραρχίας, προσπάθησε με κάθε τρόπο, λίγες εβδομάδες πριν τη σύγκλισή της, να δείξει ένα διαφορετικό πρόσωπο εγκαταλείποντας -έστω και προσωρινά- την πολιτική της σιωπής που επί τρία χρόνια σταθερά ακολουθεί.

Αναρωτιούνται λοιπόν τώρα πολλοί τι είναι αυτό που ανάγκασε τον Αρχιεπίσκοπο να αφήσει την τακτική της σιωπής;
Σύμφωνα λοιπόν με καλά ενημερωμένες πηγές του περιβάλλοντός του, η αλλαγή αυτή κρίθηκε αναγκαία και σκόπιμη από τους συμβούλους και τους στενούς του συνεργάτες! Και αυτό γιατί πληροφορίες που έφθαναν στην Αρχιεπισκοπή έφεραν μία πλειάδα Αρχιερέων όχι μόνο να αρκούνται σε μία σκληρή κριτική σε βάρος του αλλά να φθάνουν και ως το σημείο να ζητούν, εδώ και τώρα, την παραίτησή του και την εκλογή νέου Αρχιεπισκόπου! Θα επικαλούνταν μάλιστα μία σειρά πρωτοβουλιών και αποφάσεών του, που όχι μόνο περιθωριοποίησαν την Εκκλησία της Ελλάδος αλλά και την έφεραν στην κυριολεξία στο χείλος του γκρεμού... Μέσα στο πλαίσιο αυτό ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος θα έπρεπε να προετοιμαστεί για το ανωτέρω ενδεχόμενο και να αντιτάξει συγκεκριμένες πράξεις και ενέργειές του.
Στην ουσία δηλαδή πρόκειται για μία απεγνωσμένη προσπάθεια άμυνας του έναντι της γενικότερης αμφισβήτησής του από κλήρο και λαό. Και η προσπάθεια αυτή αποσκοπεί στο να διατηρήσει τουλάχιστον τη συνοχή μερικών επιστήθιων φίλων του Ιεραρχών, όπως λ.χ. των, Μαντινείας Αλεξάνδρου, Μυτιλήνης Ιακώβου, Λήμνου Ιεροθέου, Ναυπάκτου Ιεροθέου, Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, Ιλιού Αθηναγόρα, Κιλκισίου Εμμανουήλ και Θηβών Γεωργίου!
Αυτός είναι και ο λόγος που ενέταξε στο επιτελείο του, όπως λέγεται εκτενώς στα Συνοδικά γραφεία, ορισμένους «φίλους οικονομολόγους» προκειμένου να τον συμβουλεύσουν για το πως θα έπρεπε να κινηθεί. Εκείνοι λοιπόν τον προέτρεψαν να ακολουθήσει τακτική που θα απέβλεπε σε δύο συγκεκριμένους στόχους.
Ο πρώτος στόχος είχε να κάνει με πρωτοβουλία -παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου στην όλη δυσμενή οικονομική κατάσταση. Κάτι τέτοιο σύμφωνα με το επιτελείο του θα βοηθούσε στην ανατροπή της εικόνας του κομπάρσου και της εμφανούς περιθωριοποίησης της Εκκλησίας της Ελλάδος που έντονα επικρατεί στη συντριπτική πλειονότητα του χριστεπώνυμου ποιμνίου. Επιπλέον θα συνέβαλε στην αποδυνάμωση των αρχιερατικών εκείνων φωνών που ανοικτά μιλούν για συνειδητή αποδοχή από μέρους του κ. Ιερωνύμου ενός ρόλου κοινωνικού κομπάρσου. Και επιπροσθέτως θα κέρδιζε τις εντυπώσεις της κοινής γνώμης σε περίοδο που πολλοί αναζητούν κάποιο αποκούμπι παρηγοριάς.
Ως απόρροια λοιπόν της εφαρμογής των συμβουλών που έλαβε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος εκλαμβάνονται η επιστολή που απέστειλε στις αρχές Φεβρουαρίου προς τον πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο αλλά και η πρότασή του για διευκολύνσεις στα δάνεια λόγω της μείωσης των μισθών που διατύπωσε προς τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γ. Προβόπουλο.
Πέραν τούτων ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος αύξησε τον Φεβρουάριο τις δημόσιες εμφανίσεις του κάνοντας έντονη την παρουσία του σε κοινωνικές εκδηλώσεις!
Ακόμη επέλεξε και μία πιο επιθετική πολιτική σε βάρος αυτών που μεθοδευμένα υποβαθμίζουν την Εκκλησία μέσα από συστηματική κατασυκοφάντηση και βάναυση παραποίηση της αληθείας. Άργησε, όπως διαπιστώνεται να κατανοήσει ότι δεν πρέπει να αφήνει χωρίς τη δέουσα απάντηση τα δημοσιεύματα εκείνα που στοχεύουν στη μείωση του κύρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος εντός και εκτός της χώρας. Έτσι για πρώτη φορά στα τρία χρόνια από μία αμιγώς απολογητική πλέον θέση και όχι ενημερωτική, όπως έπρεπε να είναι, προβαίνει σε διευκρινιστικές απαντήσεις.
Τέλος μιμούμενος -έστω και καθυστερημένα- τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο αρθρογράφησε στην εφημερίδα «Καθημερινή» διατυπώνοντας απόψεις για την οικονομική κρίση και μιλώντας για την ανάγκη αυτοκριτικής!
Είναι όμως, φως φανάρι, ότι τέτοιες ενέργειες και πρωτοβουλίες, που είθισται να ακολουθούν κατά κόρον πολιτικοί και όχι εκκλησιαστικοί ταγοί αποβλέπουν στη δημιουργία ενός προσωπικού «ίματζ» και όχι στην προστασία η αναβάθμιση της Εκκλησίας, η οποία στην ουσία χρησιμοποιείται σαν μία κομματική παράταξη για την εκπλήρωση μύχιων προσωπικών κυρίως επιδιώξεων! Ως εκ τούτου τέτοιες πράξεις εμπεριέχουν ιδιοτέλειες μ’ αποτέλεσμα να βλάπτουν στην παρούσα φάση, παρά να εξυπηρετούν την Εκκλησία.
Λέγοντας για παράδειγμα ότι η Εκκλησία της Ελλάδος πλήρωσε φόρους πάνω από 12 εκατομμύρια ευρώ το μυαλό του απλού ανθρώπου που δέχεται βάναυσα στην καθημερινότητά του τα μέτρα της προσχεδιασμένης εδώ και χρόνια οικονομικής κρίσης οδηγείται στο ύψος των εσόδων της!!! Και αυτό βραχυπρόθεσμα και με μία πρώτη επιπόλαια ματιά φαίνεται πως ωφελεί, μακροπρόθεσμα όμως βλάπτει και ζημιώνει. Και βλάπτει γιατί το λιγότερο είναι πως σηματοδοτεί διάφορες έμμεσες η άμεσες διεκδικήσεις που χωρίς καμιά αμφιβολία ανοίγουν την όρεξη, σε πολλούς «εχθρούς» και «φίλους»!
 Κύκνειο άσμα
 Γι’ αυτό πολλοί είναι αυτοί που χαρακτηρίζουν ως «κύκνειο άσμα» τις πρωτοβουλίες του κατά κόρον και κοινά πλέον αποδεκτού ως αποτυχημένου, όπως επισημαίνουν εκκλησιαστικοί κύκλοι και επικίνδυνου για την χώρα Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου σύμφωνα με τον πρωτοσυγκελεύοντα Επίσκοπο Δωδώνης (πρώην Ζακύνθου) Χρυσόστομο!
«Δεν είναι μόνον ότι απέτυχε παταγωδώς σε όλους τους τομείς ΕΚΥΟ, Ραδιοφωνικό Σταθμό, κοινωνική και εθνική πρωταρχική παρουσία της Εκκλησίας της Ελλάδος κ.ο.κ. αλλά επιπλέον φαίνεται πως δεν ελέγχει την κατάσταση και στους κόλπους της Ιεραρχίας», σχολίαζε Ιεράρχης της Βορείου Ελλάδος που ανήκει σ’ αυτούς που τον ψήφισαν. Και πρόσθετε: «Το έντονο για παράδειγμα φραστικό επεισόδιο του Μεσσηνίας Χρυσοστόμου με τους Γλυφάδας Παύλου και Κερκύρας Νεκταρίου κατά την εορτή του Αγίου Φωτίου στη Μονή Πεντέλης, εμπρός στα μάτια του αποτελεί σαφές δείγμα της ολοφάνερης διοικητικής αδυναμίας του. Ως εκ τούτου η από μέρους του απόφαση να υποβάλλει την παραίτησή του θα διευκόλυνε τις διαδικασίες και θα συνέβαλε, έτσι ώστε η Εκκλησία της Ελλάδος να ανακτήσει έστω και την ύστατη στιγμή τα όσα απώλεσε από την ανεξήγητη πολιτική της σιωπούσας ταπεινολογίας. Είναι σαφές πως η επιλογή μας να του εμπιστευθούμε μία τέτοια καίρια θέση δεν ήταν σωστή. Κάναμε λάθος. Ο ίδιος πρέπει να καταλάβει όμως πως θα ήταν καλύτερα να αποχωρήσει πριν αρχίσουν οι διαξιφισμοί και οι κριτικές εντός της Ιεραρχίας, οι οποίες θα οδηγήσουν εν μέσω της κρίσης σε επιπλέον περιθωριοποίηση της Εκκλησίας ακόμη και από την πλευρά των πιστών»!
Ο έκδηλος φόβος του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου εξάλλου έναντι της αναμενόμενης κριτικής στην Ιεραρχία διαπιστώνεται και από τα θέματα που ορίστηκαν στην ημερήσια διάταξη της. Σ’ αυτά κυριαρχεί λ.χ. η προσφορά της Εκκλησίας στην οικονομική κρίση (!!!) που κατά τη γνώμη μας ερμηνεύεται με την εύστοχη λαϊκή ρήση του να «ευλογούμε τα γένια μας» και συμπεριλήφθηκε ως αντίδοτο στην υποθάλπουσα λαϊκή δυσαρέσκεια και κατακραυγή. Εκτός του θέματος που αφορά τον νέο κανονισμό περί εφημερίων, ο οποίος στοχεύει στη δυνατότητα αξιολόγησής τους, τα υπόλοιπα αποβλέπουν απλά στο να αιτιολογήσουν κατά κάποιο τρόπο την απόφαση του Προκαθημένου να συγκαλέσει εκτάκτως την Ιεραρχία μόνο και μόνο για να προβεί στην εκλογή δύο νέων βοηθών Επισκόπων και τίποτε άλλο περισσότερο, εκπληρώνοντας πιθανόν παλαιές υποσχέσεις.
Μύχια ελπίδα όλων είναι ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος να συνειδητοποιήσει πως επιβάλλεται και είναι πρέπον να επιλέξει αντί της δημιουργίας «ίματζ» κατά το πρότυπο των πολιτικών ανδρών την έξοδο από το αρχιεπισκοπικό θρόνο. Και η έξοδος αυτή στην παρούσα κρίσιμη περίοδο θα του προσέδιδε τουλάχιστον το στοιχείο του εκκλησιαστικού ηγέτη, το οποίο επί τρία χρόνια αποδεδειγμένα δεν κατάφερε να έχει...
Ωστόσο, για να λέμε τα σύκα -σύκα και τη σκάφη -σκάφη επί του παρόντος διαπιστώνεται πως υφίσταται και ένας περίεργος εφησυχασμός σε μεγάλο μέρος της Ιεραρχίας, ο οποίος πηγάζει από τον έκδηλο ωχαδελφισμό που επικρατεί. Γιατί πολλοί Αρχιερείς αν και βλέπουν να καταστρέφεται η εικόνα της Εκκλησίας πιστεύουν πως η όποια αλλαγή οφείλει να γίνει μετά την πάροδο ολίγων μηνών και αφού πρώτα ηρεμήσουν τα πράγματα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, μητροπολίτες που θα μπορούσαν να αναλάβουν τα ηνία προτιμούν να «οικονομούν» τον τόπο και την Εκκλησία με την ένοχη σιωπή τους (!) συνηγορώντας στο μεθοδευμένο ξήλωμα του κοινωνικού ιστού του Έθνους μας, μέσα στο οποίο εμπεριέχεται μεταξύ των άλλων σε πρωτεύουσα θέση και η περιθωριοποίηση της Εκκλησίας της Ελλάδος.
 Παρέμβαση Ιερωνύμου και για τις τράπεζες
 Εκτός της επιστολής που απέστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος προς τον μη εκλεγέντα από τον ελληνικό λαό πρωθυπουργό της χώρας, τέως αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής τράπεζας Λουκά Παπαδήμο (βλ. σελ. 6) παρενέβη και στο τραπεζικό σύστημα. Προέβη σε μία ανούσια έκκληση προς τον Γ. Προβόπουλο να παρέμβει όσο είναι δυνατόν προς τις ελληνικές τράπεζες, με την ιδιότητά του ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, για να διευκολύνει τους χιλιάδες Έλληνες που είναι εγκλωβισμένοι με υπέρογκα -με δεδομένη τη σημερινή οικονομική τους κατάσταση - δάνεια!
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η Οικονομική Υπηρεσία της Ιεράς Συνόδου, η οποία εν μέσω κρίσης φρόντισε να συνάψει δάνεια ύψους 53 εκατομμυρίων ευρώ με δύο τράπεζες, (ετήσια δόση 4 εκατομμύρια ευρώ) τα οποία δυσκολεύεται κατά πολύ να αποπληρώσει... Το δάνειο ( βλ. Σ.Ο τ. 130) κρίθηκε αναγκαίο προκειμένου να συμμετάσχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής Τράπεζας το 2009!!!
Συγκεκριμένα σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Αρχαιολογική Εταιρεία ο κ. Ιερώνυμος ζήτησε από τον Γ. Προβόπουλο να κάνει ότι περνά από το χέρι του για να επιμηκυνθούν και να αποπληρωθούν τα δάνεια του κόσμου, χωρίς να υπάρξουν και άλλες επιβαρύνσεις αφού ο λαός "δεν αντέχει άλλο", όπως τόνισε.
«Ας γίνει ότι είναι δυνατόν για να επιμηκυνθούν αυτά τα δάνεια και να μπορεί ο κόσμος να τα αποπληρώσει» επεσήμανε, ζητώντας από τις τράπεζες να σταματήσουν τους πλειστηριασμούς και «να μην πάρουν τα σπίτια του κόσμου».
«Όπως κόβονται οι μισθοί και περικόπτονται τα εισοδήματα των ανθρώπων να κουρέψουν και οι τράπεζες τα χρέη των Ελλήνων» είπε χαρακτηριστικά, ξαφνιάζοντας ευχάριστα τους παρευρισκομένους... αλλά και κάποιους ευκολόπιστους Ιεράρχες!
Ανάλογο στόχο είχε και το άρθρο που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Καθημερινή»! Η διαφορά ήταν ότι εκεί χρησιμοποίησε μία πιο θεολογική γλώσσα απευθυνόμενος κυρίως στην τάξη των διανοουμένων και όχι στον απλό λαό... Σαφές δείγμα της επιδίωξης του αυτής αποτελεί το μικρό απόσπασμα που παραθέτουμε προς ενημέρωσή σας.
«Μία κρίση σαν αυτή αποτελεί εκπληκτική ευκαιρία να ανακαλύψουμε τον Θεό γι’ αυτό που είναι και να τον αγαπήσουμε για εκείνα που έχει να μας δώσει. Και αυτά δεν είναι τίποτε λιγότερο από τον πλούτο της Θεότητός Του, από την θαυμαστή ικανότητά Του να μεταμορφώνει τον άνθρωπο και να τον αγιάζει.
Να τον θεραπεύει από τα πάθη και να τον καθιστά κοινωνό της ανείπωτης δόξας Του.
Η κρίση μπορεί να μας αποκαλύψει πως η παθολογική εξωστρέφεια και ο θόρυβος τα οποία καλλιεργεί η κοινωνία του θεάματος και της κατανάλωσης μας αποκρύπτουν τον Θεό, ο Οποίος συνηθίζει να μιλά σε χαμηλότερους τόνους, στα μάτια της ψυχής μας...»
Συντάκτης: Διονύσης Μακρής 

«Στύλος Ορθοδοξίας», Φεβρουάριος 2012

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Νηστεία Τεσσαρακοστής

 

ΝΗΣΤΕΙΑ: Η ΟΡΕΞΗ ΚΑΙ Η ΠΕΙΝΑ

ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ 

π. Θωμά Βαμβίνη

 





  Η νηστεία και ο πειρασμός

Νηστεύω σημαίνει δεν τρώω, δηλαδή εκουσίως πεινάω. Νηστεύοντας, λοιπόν, ορθοδόξως κατά την Μ. Τεσσαρακοστή, οδηγούμε τον εαυτό μας σε μια οριακή κατάσταση, στην οποία αισθανόμαστε τις απαιτήσεις του σώματος, αλλά και την δύναμη της ψυχής να τις τιθασσεύη. Αυτήν την οριακή κατάσταση βρίσκει πρόσφορη ο πειράζων για να μας προσβάλλη με τους πιο ισχυρούς πειρασμούς του. Δεν έχει ισχύ επάνω στον αγωνιζόμενο με την νηστεία Χριστιανό, αλλά ο ίδιος δελεάζεται από την αδυναμία του σώματος, την οποία νομίζει ότι μπορεί να εκμεταλλευθή. Αυτό έπαθε με τον Χριστό.

Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος λέει: “νηστεύσας - ο Χριστός - ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα ύστερον επείνασε. Και προσελθών αυτώ ο πειράζων είπεν...”. Ο πειράζων προσήλθε στον Χριστό, όταν εκείνος πείνασε. Η πείνα δηλαδή τον προσελκύει, αλλά και η πείνα είναι αυτή που τελικά τον νικάει, όταν, φυσικά, ζητά ικανοποίηση από την λογική τροφή της ψυχής - τα ρήματα που εκπορεύονται από το στόμα του Θεού - και όχι μονοδιάστατα από την άλογη τροφή του σώματος.

Δεν πρέπει, λοιπόν, να παραξενευόμαστε, όταν κατά την νηστήσιμη περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής μας συμβαίνουν ποικίλοι πειρασμοί, που αφορούν στην προσωπική, οικογενειακή ή κοινωνική μας ζωή. Ο πειράζων σε τέτοιες περιόδους “προσέρχεται” στους Χριστιανούς. Με πολλούς “εσωτερικούς” τρόπους, αλλά και με θορυβώδη εξωτερικά γεγονότα, που έχουν ανταποκριτές στο εσωτερικό εμπαθείς λογισμούς, προσπαθεί να αχρειώση τον αγώνα της Μ. Τεσσαρακοστής. Όμως, “εάν νήφωμεν”, όλα αυτά γίνονται αιτίες πνευματικής ωρίμανσης, δρόμοι για βαθύτερη αυτογνωσία και θεογνωσία.



Η νηστεία, η όρεξη και η πείνα


Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν προσπαθώντας να δώση το πραγματικό περιεχόμενο της Χριστιανικής νηστείας, στο βιβλίο του “Μ. Τεσσακοστή, πορεία προς το Πάσχα”, γράφει: “Τελικά νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω. Να φτάνω δηλαδή στα όρια εκείνης της ανθρώπινης κατάστασης, οπότε φαίνεται καθαρά η εξάρτηση από την τροφή και, καθώς είμαι πεινασμένος, ν’ ανακαλύπτω ότι αυτή η εξάρτηση δεν είναι όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο, ότι αυτή η πείνα είναι πρώτα απ’ όλα μια πνευματική κατάσταση και που αυτή, στην παραγματικότητα, είναι πείνα για το Θεό”.

Νηστεία, λοιπόν, σημαίνει πεινάω. Επειδή όμως η πείνα σε μας τους κατακυριευμένους από τις ηδονές συγχέεται με την όρεξη, πρέπει να χαραχθή μια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ πείνας και όρεξης.

Πρόσφατα, στην εκπομπή του MEGA “Όλα για την υγεία”, ένας φιλοξενούμενος διαιτολόγος, σχολιάζοντας τις διάφορες “συνταγές αδυνατίσματος”, με τις οποίες “αδυνατίζουμε τρώγοντας”, υπογράμμισε τον κίνδυνο να θεωρούμε την όρεξη για πείνα. Πολλοί όταν έχουμε όρεξη να φάμε νομίζουμε ότι πεινάμε, γι’ αυτό, όταν δεν ικανοποιούμε την όρεξή μας, νομίζουμε ότι στερούμε τον οργανισμό μας από τροφές που τις έχει απόλυτη ανάγκη. Αυτός ο λογισμός παραλύει τον τόνο της ψυχής και δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αδυναμίας του σώματος. Αυτός ο λογισμός είναι ένας ύπουλος πειρασμός κατά τις περιόδους των νηστειών. Ο διαιτολόγος από την δική του σκοπιά τόνισε ότι η πείνα συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες του σώματος, ενώ η όρεξη έχει σχέση με την επιθυμία και την ηδονή της τροφής. Η ασκητική της χριστιανικής νηστείας μας λέει ότι αν αυτή η όρεξη αφεθή αχαλίνωτη οδηγεί στην γαστριμαργία και την λαιμαργία.

Όταν κατά τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν “νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω”, νηστεύοντας οφείλουμε να προχωρούμε από την υποταγή της όρεξης στην ανάγκη, στον περιορισμό της ανάγκης στο ελάχιστο. Σε εκείνο το ελάχιστο όριο το οποίο θα μας επιτρέπη να καταλαβαίνουμε την “εξάρτηση από την τροφή” και να ανακαλύπτουμε ότι το πραγματικό περιεχόμενο της πείνας μας “είναι πείνα για τον Θεό”.


ΠΗΓΗ: http://trelogiannis.blogspot.com/2012/02/blog-post_3369.html

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΣΥΓΧΥΣΗ
ΚΑΙ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΠΟΙΜΕΝΩΝ, ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΝ


ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ  ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
ΤΟΥ  ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ  

Δυστυχῶς, ἡ σύγχυση τῆς ἐποχῆς μας, (ὅπως ἔχουν προείπει οἱ Πατέρες) ἔχει ξεπεράσει κάθε σύγχυση ποὺ ὑπῆρχε σὲ προηγουμένους αἰῶνες. Ἡ σύγχυση αὐτὴ παρατηρεῖται σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ στὸν τομέα τῆς Πίστεως, ἐκεῖ ποὺ παλαιότερα ὁ ἄνθρωπος ἔβρισκε, μὲ λίγη προσπάθεια, τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν σταθερότητα τῆς Ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ σὲ ἁγιασμένους γέροντες.
 Σήμερα κι ἐκεῖ,  ὑπάρχει σύγχυση κι ἀντιπαράθεση· ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν διατήρηση τῆς πίστεως καὶ τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, ἀνάμεσα σὲ Γέροντες ἐν τῷ κόσμῳ καὶ σὲ Γέροντες ἐν τοῖς διαφόροις Μοναστηρίοις, ἀνάμεσα σὲ ἐπισκόπους τῆς ἴδιας τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀνάμεσα στὴ Σύνοδο μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ Σύνοδο μιᾶς ἄλλης τοπικῆς Ἐκκλησίας, κ.λπ.
Στὸ σημείωμα αὐτὸ θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὶς συγχύσεις, ποὺ ἐκπορεύονται ἀπὸ κάποιους ποιμένες καὶ πνευματικοὺς καὶ διακινοῦνται ἀπὸ τὰ πνευματικοπαίδια τους, τὰ ὁποῖα ὑπεραμύνονται τῶν θέσεων αὐτῶν, ἰσχυριζόμενα ὅτι κάνουν ὑπακοὴ στὸν Γέροντά τους, ἀντὶ νὰ ἀνατρέξουν στὴν Πατερικὴ Παράδοση καὶ νὰ ὑπακούσουν στοὺς Ἁγίους Πατέρες.
Παραθέτουμε ἀρχικὰ ἕνα κείμενο, δημοσιευμένο μάλιστα σὲ ἱστολόγιο ποὺ κατακεραυνώνει τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο γιὰ τὰ ἀντι-ευαγγελικὰ ἀνοίγματά του πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀντιτίθεται στὸν Οἰκουμενισμό, ταυτόχρονα ὅμως, δημοσιεύει καὶ κείμενα, ὅπως τὸ παρατιθέμενο, τὰ ὁποῖα ἐνσπείρουν τὴν σύγχυση στοὺς πιστούς, καὶ ἀποδεικνύουν τὴν παραπάνω διαπίστωση ἐν τοῖς πράγμασι. Θὰ προσπαθήσουμε δέ, νὰ τὸ ἐξετάσουμε μὲ βάση πατερικὰ κείμενα, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ προκαλέσουμε κάποιους ποὺ γνωρίζουν καλύτερα τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων, νὰ τοποθετηθοῦν καὶ νὰ τὸ διορθώσουν ἢ νὰ τὸ συμπληρώσουν. Διαβάζουμε στὸ κείμενο:

«Το ότι ο Βαρθολομαίος είναι αιρετικός δεν τεκμηριώνεται. Ζητήσαμε, μια ομιλία του σε Ι. Ναό, δηλ. σε σύναξη Χριστιανών Ορθοδόξων, όπου να διδάσκει αίρεση (παλαιά ή νέα) και εισπράξαμε ουδέν.
Αντ' αυτού, μας ειπώθηκε, ότι διδάσκει αίρεση (χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία) σε αγορές, στους δρόμους, σε συνεντεύξεις, σε συνέδρια (προφανώς, όχι αμιγώς Ορθόδοξα).
Ευχόμαστε βέβαια, ο Βαρθολομαίος να είναι μιμητής του Παύλου και να "το παίζει" παπικός, στους παπικούς, προτεστάντης, στους προτεστάντες, εβραίος, στους Εβραίους, μουσουλμάνος, στους μουσουλμάνους, άθεος, στους άθεους.
Μην ξεχνάμε την πολιτική του Παύλου: «…και εγενόμην τοις Ιουδαίος ως Ιουδαίος, ίνα Ιουδαίοις κερδήσω, ...τοις ανόμοις ως άνομος ίνα κερδήσω ανόμους…». Δηλ. σήμερα καλούμαστε να γίνουμε παπικοί για να κερδίσουμε τους παπικούς, οικουμενιστές για να κερδίσουμε τους οικουμενιστές, άθεοι, για να κερδίσουμε τους άθεους κ.λπ.
Τι έκανε λοιπόν ο Παύλος; Υποκρινόταν τον Ιουδαίο, στους Ιουδαίους, τον ειδωλολάτρη στους ειδωλολάτρες, για να κερδίσει έστω και έναν ετερόδοξο και ακριβώς, γι' αυτό το λόγο κατηγορήθηκε τότε, για μεταμόρφωσή του, για υποκρισία, αναλόγως των περιστάσεων, με σκοπό την προσωπική επιτυχία και την εξασφάλιση όλο και περισσότερο οπαδών. Ο Παύλος δέχεται πως προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις, για να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερους για το ευαγγέλιο, αυτό όμως το κάνει όχι από προσωπική έπαρση ή ματαιοδοξία, αλλά στην προσπάθειά του να μη μείνει ο ίδιος έξω από την υπόσχεση του ευαγγελίου.
Και αυτό το βλέπουμε σε δυο περιπτώσεις, που στην πράξη αθέτησε την ίδια του τη διδασκαλία. Η πρώτη είναι η περιτομή του Τιμόθεου, αν και δίδασκε κατά της περιτομής. Η δεύτερη είναι στο λόγο του στην Πνύκα, προς τους Αθηναίους, που αντί να τους υβρίσει ως ειδωλολάτρες και άρα αιρετικούς, τους επαίνεσε, για τη θρησκευτικότητά τους και δεν τους είπε να πετάξουν τους άλλους θεούς και να κρατήσουν τον ένα, τον άγνωστο, που ήρθε να τους τον αποκαλύψει. Η περίσταση λοιπόν αναγκάζει τον Παύλο, να γίνεται ένα με το ακροατήριό του, για να κερδίσει έστω και ένα, για το ευαγγέλιο του Χριστού.
Ο Βαρθολομαίος διακηρύττει, ότι όλοι πιστεύουμε στον ίδιο Θεό, οι Ορθόδοξοι στον Τριαδικό, οι Παπικοί στον Δυαδικό, οι Εβραίοι και οι Μουσουλμάνοι στον Μοναδικό. Για να κερδίσουμε τους αλλόθρησκους ξεκινάμε από αυτό το σημείο και κατόπιν προσπαθούμε να ξεδιαλύνουμε τα πράγματα, ώστε να μπορέσουμε να κηρύξουμε την αλήθεια του ευαγγελίου. Και χαρίζουμε και Κοράνια στους Μουσουλμάνους, που γι' αυτούς, αυτό είναι το ιερό τους βιβλίο, όχι για εμάς.
Ευελπιστούμε, όπως ο Βαρθολομαίος ενεργεί, όπως το προσδιορίσαμε. Στην αντίθετη περίπτωση, το "κρίμα στο λαιμό" του, χωρίς να γνωρίζουμε βέβαια τα εσώψυχα της καρδιάς και των λογισμών του. Μέχρι τότε, ούτε "ωσαννά", ούτε "άρον, άρον....."».

ς δοῦμε ἐν πρώτοις τὸ τμῆμα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τὸ ὁποῖο ὁ σχολιογράφος ἐπικαλεῖται καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ σχολιάσουμε μὲ βοήθεια τὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων:
«Ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ ἀλλ' ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους· ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω» (Α΄ Κορ. θ΄, 19-22).

1. Γράφει, λοιπόν, ὁ συγκεκριμένος σχολιογράφος, ὅτι ὁ ἀπ. Παῦλος «στὴν πράξη ἀθέτησε τὴν ἴδια του τη διδασκαλία» μὲ τὸν προχωρήσει σὲ «περιτομὴ τοῦ Τιμόθεου». Ποιός, ὅμως, Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γράφει κάτι τέτοιο; Ἡ προοδευτικὴ ἀπαγκίστρωση ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ ἡ «οἰκονομία» ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, εἶναι ἀθέτηση διδασκαλίας; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἀθέτηση διδασκαλίας εἶναι ὅσα ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος κάνει, τὰ ὁποῖα τὰ συγχωροῦν οἱ σύγχρονοι ποιμένες καὶ τὰ πνευματικοπαίδια τους. Γράφει σχετικὰ ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, ὅτι κατ’ οἰκονομίαν περιέτεμε τὸν Τιμόθεον ὁ ἀπ. Παῦλος, χωρὶς νὰ παραβαίνει κανένα νόμο, (ἀφοῦ αὐτὸς ἦταν τότε ὁ ἰσχύων νόμος τῆς Π. Διαθήκης), τὸν ὁποῖον ἡ Ἐκκλησία ἀγωνιζόταν προοδευτικὰ νὰ τὸν ἀλλάξει:
«Καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω... Καὶ διὰ τούτους γάρ τοι καὶ ἐκείνους, καὶ τῆς νομικῆς καθάρσεως ἐν Ἱεροσολύμοις ἠνέσχετο, καὶ ἐν τῇ Λυκαονίᾳ τὸν Τιμόθεον περιέτεμε, καὶ ἄλλα μυρία παραπλήσια ᾠκονόμησε» (Θεοδώρητου Κύρου, Ἑρμηνεία τῶν ΙΔ΄ ἐπιστολῶν Παύλου, TLG, V. 82, p. 297, l. 52-p. 300, l. 8). Καὶ «ἐγένετο τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος· ὅτε ἐν τῷ ἱερῷ ἡγνίσατο καὶ ἔθυσεν, καὶ περιτεμὼν Τιμόθεον Ἰουδαίοις πεπόμφεν διδάσκαλον· διὰ περιτομῆς  τὴν περιτομὴν  ἀναίρων» (Ἰσιδώρου).
Περιέτεμε, δηλ. τὸν Τιμόθεον κατ’ οἰκονομίαν, καθόσον μάλιστα βρισκόμαστε στὸ μεταίχμιο τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, στὰ πρῶτα χρόνια ποὺ εἶχε θεσπιστεῖ ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον ἡ μὴ ἀναγκαιότητα τῆς περιτομῆς καὶ –ὅπως ἦταν φυσικὸ– δὲν ἦταν ἀκόμα γνωστὴ σὲ ὅλους. Ἀντίθετα, ὡς διάταξη τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἰουδαῖοι τὴν ἐσέβοντο. Μὲ σύνεση, λοιπόν, προχώρησαν οἱ Ἀπόστολοι στὴν κατάργησή της καὶ τὴν ἀντικατάστασή της: «Καὶ σκόπει σύνεσιν, πῶς εὐκαίρως τὸν περὶ αὐτῆς εἰσήγαγε λόγον. Οὐ γὰρ εὐθέως ἀπ' αὐτῆς ἤρξατο, ἐπειδὴ πολλὴ ἦν αὐτῆς ἡ ὑπόληψις» (Χρυσοστόμου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους, V. 60, pg 434, ln 50).
Καὶ λίγο παρακάτω: «διὸ καὶ ὑφειμένως προάγει τὸν λόγον, καί φησι· Περιτομὴ μὲν γὰρ ὠφελεῖ, ἐὰν πράσσῃς τὸν νόμον· ἐὰν δὲ παραβάτης νόμου ᾖς, ἡ περιτομή σου ἀκροβυστία γέγονε. Δύο γὰρ ἐνταῦθα ἀκροβυστίας καὶ δύο περιτομάς φησιν, ὥσπερ καὶ δύο νόμους... Καὶ περιτομὴ μία μὲν ἡ ἐν τῇ σαρκὶ, δευτέρα δὲ ἡ ἀπὸ προαιρέσεως. Οἷόν τι λέγω· Περιετμήθη τις ὀκταήμερος· αὕτη σαρκικὴ περιτομή. Ἔπραξέ τις τὰ νόμιμα ἅπαντα· αὕτη διανοίας περιτομὴ, ἣν μάλιστα ὁ Παῦλος ζητεῖ, μᾶλλον δὲ καὶ ὁ νόμος... γ΄. Ὅρα τοίνυν πῶς συγχωρήσας αὐτὴν τῷ λόγῳ, καθεῖλε τῷ πράγματι. Οὐ γὰρ εἶπε, Περιττὸν ἡ περιτομή, ἀνόνητον ἡ περιτομὴ, ἄχρηστον· ἀλλὰ τί; Περιτομὴ μὲν γὰρ ὠφελεῖ, ἐὰν νόμον πράσσῃς. Κατεδέξατο αὐτὴν τέως λέγων· Ὁμολογῶ, καὶ οὐκ ἀντιλέγω, ὅτι καλὴ ἡ περιτομή· ἀλλὰ πότε; Ὅταν καὶ τὴν τοῦ νόμου φυλακὴν ἔχῃ... Οὐκ εἶπεν· Οὐκέτι ὠφελεῖ· ἵνα μὴ δόξῃ αὐτὴν ὑβρίζειν· ἀλλὰ γυμνώσας αὐτῆς τὸν Ἰουδαῖον, τότε αὐτὸν βάλλει λοιπόν... Ὥσπερ γὰρ, ὅτε ἔλεγε περὶ τῆς περιτομῆς, οὐκ εἶπεν, ὅτι Ἡ δὲ περιτομὴ οὐδὲν ὠφελεῖ χωρὶς βίου, ἀλλά, Περιτομὴ ὠφελεῖ μετὰ βίου, τὸ αὐτὸ μὲν δηλῶν, ἡμερώτερον δέ».
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Καίτοι ἡ περιτομὴ παρὰ Θεοῦ δεδομένη ἦν, ἀλλ' ὅμως ἐπειδὴ ἐλυμαίνετο τῷ Εὐαγγελίῳ οὐκ ἐν καιρῷ τελουμένη, πάντα ἔπραττεν ὁ Παῦλος, ὥστε αὐτὴν περικόψαι» (Χρυσόστομος Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Γαλάτας, κεφ. α΄, V. 61, pg 623, ln 46).
Καὶ πάλι (V. 60, pg 435, ln 17): Καὶ «περιέτεμεν γὰρ ἵνα καθέλῃ περιτομήν... οὐχὶ ἵνα καθέλει» θεσμοὺς καὶ Ἱ. Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κάνει σήμερα ὁ πατριάρχης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν μὲ τὴν καταπάτηση τῶν ἱ. Κανόνων, τὴν ὁποία ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ δικαιολογοῦν οἱ οἰκουμενίζοντες.
Καὶ ἀλλοῦ ὁ Χρυσόστομος ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀπ. Παῦλος ἀντιμετώπισε τὸ θέμα τῆς περιτομῆς θεολογώντας καὶ ἀποκαλύπτοντας τὸ νέο νόημα ποὺ ἐλάμβανε «ἡ διὰ τοῦ βαπτίσματος περιτομή», στὸν χριστιανισμό. Ὁμιλοῦσε δηλ. ὁ Ἀπόστολος γιὰ μιὰ νέα διδασκαλία, ἡ ὁποία ἀκόμη ἦταν ἄγνωστη στοὺς Ἰουδαίους, καὶ ὄχι μιὰ παγιωμένη αἱρετικὴ διδασκαλία ἐπὶ 1000 χρόνια, μὲ τὴν ὁποία συνομιλεῖ ὁ κ. Βαρθολομαῖος καὶ μὲ τοὺς ἡγέτες τῆς ὁποίας συμπροσεύχονται καὶ ἀποδέχονται (ὡς ἔχοντας ἀρχιερωσύνη καὶ μυστήρια) οἱ πατριαρχικοὶ ἐν ἐκκλησίαις.

2. Ὡς πρὸς τὴν παρουσία τοῦ ἀπ. Παύλου στὶς Συναγωγές. Πράγματι, μίλησε κι ὁ ἀπ. Παῦλος συστηματικὰ στὶς Συναγωγές, ὅπως τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὁ Κύριος καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι· αὐτό, ὅμως, ἔγινε πρὶν διακοποῦν οἱ σχέσεις μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ὅταν βρισκόμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, πρὶν οἱ σκληροὶ διωγμοὶ ἐπεκταθοῦν, πρίν, ἡ ὅλη ἀντιμετώπιση τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀναγκάσουν τὴν Ἐκκλησία νὰ καθορίσει τὴ στάση της –στάση ἀπομακρύνσεως καὶ ἀκοινωνησίας– ἀπὸ τὴν Συναγωγή. Τότε λοιπόν, «συγκατέβαινεν γὰρ ὁ Παῦλος εἰς συναγωγὰς Ἰουδαίων· εἰσήρχετο πρὸς αὐτούς· ἐποίει κατὰ τὰ ἔθη αὐτῶν χωρὶς βλάβης· οὐ συνυποκρινόμενος, ἀλλὰ θηρεύων τινὰς ἐξ αὐτῶν» (Ὠριγένης, TLG, Fragmenta ex commentariis in epistulam i ad Corinthios (in catenis): Section 43, line 12).
Ἀργότερα, ὅμως, τὰ πράγματα παγιώθηκαν καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀπαγόρευσε τὴν εἴσοδο στὴν Συναγωγὴ γιὰ ποιμαντικοὺς λόγους, γιὰ νὰ μὴν ἐπηρεάζεται ὁ χριστιανὸς καὶ ἐπιστρέψει ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἀποχώρησε, στὴν ξεπερασμένη πιὰ Συναγωγή. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἱ. Χρυσόστομος μιλάει γιὰ ἀποστροφὴ καὶ ἀκόμα, γιὰ μῖσος πρὸς τὴν Συναγωγή· γράφει: «Ἐάν τις δ σε τν χοντα γνσιν ες συναγωγν περχμενον, κα σλπιγγας θεωροντα, οχ συνεδησις ατο σθενος ντος οκοδομηθσεται ες τ θαυμζειν τ ουδαϊκ πργματα; ππτων οχ το δου πτματος δδωσι μνον δκην, λλ' τι κα λλους ποσκελζει κολζεται· σπερ κα στς οχ πρ τς οκεας ρετς στεφανοται μνον, λλ' τι κα λλους ες τν ατν γει ζλον θαυμζεται. Φεγετε τονυν κα τος συλλγους, κα τος τπους ατν, κα μηδες αδεσθω τν συναγωγν δι τ βιβλα, λλ δι τατα ατν μισετω κα ποστρεφσθω, τι φ' βρει κατχουσι τος γους, τι πιστοσι τος κενων ρήμασιν, τι τν σχτην ατν κατηγοροσιν σβειαν» (Χρυσοστόμου Ἰω., Λόγοι Κατὰ Ἰουδαίων, Λόγ. α΄, ΤLG, V. 48, pg 851, ln 43).

3. Εἶναι, ἐπίσης, ἀλήθεια πὼς οἱ Ἀπόστολοι φέρθηκαν μὲ συγκατάβαση καὶ οἰκονομία καὶ πρὸς τοὺς ἐθνικούς. Πῶς ἀλλιῶς ἐξ ἄλλου θὰ πραγματοποιoῦσαν τὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη»; Οὐδέποτε, ὅμως, ἀποδέχτηκαν ἢ υἱοθέτησαν –πρὸς καιρὸν ἔστω– τὶς ἰδέες ἢ στοιχεῖα τῆς θρησκείας τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων. Γράφει ὁ Θεοδώρητος: «”Τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος... Ἔστι δὲ αὐτοῦ τὰς παντοδαπὰς οἰκονομίας ἰδεῖν, οὐ μόνον ἐν τοῖς αὐτοῦ γράμμασιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν ἀποστόλων. Ἄλλως γὰρ ἐν ταῖς Ἰουδαίων συναγωγαῖς διελέγετο, καὶ ἄλλως ἐπὶ τοῦ Ἀρείου πάγου τὴν διδασκαλίαν προσήνεγκεν, ἑκάστῳ πάθει προσφέρων κατάλληλα φάρμακα» (Θεοδώρητου Κύρου, ὅπ. παρ., p. 300, l. 9-p. 300, l. 17).
Μίλησε, λοιπόν, στοὺς Ἀθηναίους ὁ ἀπ. Παῦλος μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀπ’ ἐκεῖνον μὲ τὸν ὁποῖον μιλοῦσε στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ μέχρι ἐκεῖ. Οὐδέποτε ἀποδέχθηκε τὶς θρησκευτικές τους ἰδέες. Ἁπλὰ χρησιμοποίησε καὶ τῶν δικῶν τους φιλοσόφων καὶ ποιητῶν ἰδέες καὶ κείμενα, (χωρὶς νὰ τὰ υἱοθετήσει), μὲ σκοπὸ βέβαια νὰ τοὺς προσελκύσει πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τοὺς θεραπεύσει. «Διερχόμενος καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν, εὗρον βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο ἀγνώστῳ Θεῷ· ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν» (Πράξ. 17, 23). Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Ὅρα καὶ ἀπὸ τῶν ὑπ' αὐτῶν γινομένων, καὶ ἀπὸ τῶν εἰρημένων τὰς ἀποδείξεις παρέχοντα» (Χρυσόστομου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, TLG, V. 60, pg 269, ln 21).
Ὅπως φαίνεται, λοιπόν, καὶ ἀπὸ τὸ κείμενο, στὴν ὁμιλία-διάλογο μαζί τους, δὲν ἀποδέχτηκε, ὅτι πιστεύουν στὸν ἴδιο Θεό οἱ Χριστιανοὶ καὶ οἱ Ἕλληνες –ὅπως ὁ Πατριάρχης κάνει μὲ τοὺς κάθε λογῆς αἱρετικοὺς καὶ ἑτερόθρησκους–, ἀλλὰ τοὺς εἶπε μὲ καλὸ τρόπο: ἐσεῖς, εἶσθε μὲν εὐσεβεῖς, ἀλλὰ τὴν εὐσέβειά σας τὴν ἔχετε στρέψει σὲ ἀνύπαρκτο Θεό, ψεύτικο. Κι ἐγὼ ἦλθα νὰ σᾶς διδάξω, τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία καὶ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Κι ἐκεῖνοι, ὅπως προανεφέρθη, δὲν ἀπεδέχθησαν τὴν διδασκαλία του καὶ «εὐγενικὰ» τὸν ἔδιωξαν.
Κατ’ ἀρχάς, λοιπόν, ὅπως διαβάζουμε στὸ κείμενο τῶν Πράξεων, ὁ Παῦλος στενοχωρεῖται καὶ ἐξοργίζεται βλέποντας τέτοια πνευματικὴ τυφλότητα: «παρωξύνετο τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ θεωροῦντι κατείδωλον οὖσαν τὴν πόλιν» (Πράξ. 17, 16). «Τί οὖν ἐστι, Παρωξύνετο; Ἀντὶ τοῦ, Διηγείρετο· ὀργῆς γὰρ καὶ ἀγανακτήσεως πόῤῥω τὸ χάρισμα. Οὐκ ἔφερεν, ἀλλ' ἐτήκετο... Εἰκότως παροξύνεται· οὐ γὰρ ἦν ἀλλαχοῦ τοσαῦτα ἰδεῖν εἴδωλα» (Χρυσοστόμου ὅπ. παρ., V. 60, pg 267, ln 42). «Ὀδύνη γὰρ καὶ παροξυσμὸς τῷ ἁγίῳ ἡ τῶν ἀθέων ἀσέβεια. Οὕτω καὶ περὶ τοῦ Παύλου εἴρηται» (Asterius Sophista Scr. Eccl.: Commentarii in Psalmos (homiliae 31): Homily 25, section 2, line 16). Διὰ τοῦτο «εἰδωλομανοῦντος τοῦ τῇδε λαοῦ, καὶ ταῖς ἐπιβωμίοις κνίσσαις προστετηκότος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν τῷ μακαρίῳ παρωξύνετο Παύλῳ, οἷόν τι ῥεῦμα πλημμύρον ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Ἀποστόλου στενοχωρούμενον, καὶ μὴ εὑρίσκον ἐν τοῖς ἀναξίοις τὴν διέξοδον. Διὰ τοῦτο Στωϊκοῖς τε καὶ Ἐπικουρείοις συμπλέκεται, καὶ εἰς Ἄρειον καταστὰς πάγον, ἐκ τῶν συνήθων αὐτοὺς πρὸς τὴν θεογνωσίαν προσάγεται» (Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ Θεότητος Υἱοῦ καὶ Πνεύματος λόγος, TLG V. 46, p. 557, l. 2-9).
Συνομιλοῦσε, λοιπόν, ὁ Παῦλος μὲ τοὺς Ἀθηναίους στὴν ἀγορά: «διελέγετο... ἐν τῇ ἀγορᾷ κατὰ πᾶσαν ἡμέραν πρὸς τοὺς παρατυγχάνοντας»· καὶ καθιστοῦσε σαφές, ὅτι λατρεύουν ψεύτικο θεό. Καὶ ὅταν τὸν κάλεσαν στὸν Ἄρειο Πάγο, πῆγε, παρόλο ποὺ ὁ Ἀπόστολος γνώριζε ὅτι ἀπὸ περιέργεια τὸν κάλεσαν, κάποιοι δέ, μὲ σκοπὸ νὰ ἀπορρίψουν τὴν διδασκαλία του: «Ἦγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Ἄρειον πάγον, οὐχ ὥστε μαθεῖν, ἀλλ' ὥστε κολάσαι, ἔνθα αἱ φονικαὶ δίκαι. Ὅρα γοῦν πῶς καὶ ἐν ἐλπίδι τοῦ μαθεῖν καὶ πανταχοῦ τὴν καινοτομίαν ἐγκαλοῦσι. Λάλων πόλις ἡ πόλις ἐκείνων ἦν» (Χρυσοστόμου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὁμιλ. λα΄, TLG, V. 60, pg 268, ln 30). Kαὶ ἀσφαλῶς δὲν  διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ Παύλου, ὅτι ὑπερηφάνως διέκειντο ἀπέναντί του: «Διὰ τί εἰς Ἄρειον πάγον αὐτὸν εἷλκον; Ὡς καταπλήξοντες, ἔνθα τὰς φονικὰς δίκας ἐδίκαζον» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., V. 60, pg 270, ln 8).
Πῆγε, λοιπόν, στὴν Πνύκα, γιὰ νὰ τοὺς ἐκθέσει τὴν παράξενη, ὅπως τὴν χαρακτήρισαν, διδασκαλία του καὶ μίλησε, καὶ ἐξήγησε καθαρὰ καὶ σταράτα, χωρὶς κρατούμενα καὶ διπλωματίες ἢ ὑποκρισίες, τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ ἐπαίνεσε μὲν τὴν εὐσέβειά τους, ὄχι ὅμως καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεώς τους, τὸ ὁποῖο κατήγγειλε ὡς ψευδές: «Ὁρᾷς ὅπως κατὰ μικρὸν εἰσάγει τὴν φιλοσοφίαν; πῶς καταγελᾷ τῆς Ἑλληνικῆς πλάνης τοὺς ψευδεῖς θεούς;» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., V. 60, pg 269, ln 6).
Καὶ ἀσφαλῶς δὲν τοὺς ὕβρισε, ἀλλὰ τοὺς ἐξήγησε ὅτι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι ὁ Χριστός, οἱ δὲ ἄλλοι Θεοί, οἱ κατοικοῦντες σὲ «χειροποίητους» εἰδωλολατρικοὺς ναούς, εἶναι ψεύτικοι: «Οἰκεῖ μὲν γὰρ ἐν ναοῖς, ἀλλ' οὐκ ἐν τοιούτοις, ἀλλ' ἐν ἀνθρωπίνῃ ψυχῇ. Ὅρα, τὴν σωματικὴν ἀνεῖλε λατρείαν» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., V. 60, pg 270, ln 41). Γι’ αὐτό, τοὺς εἶπε,  δὲν πρέπει νὰ νομίζετε ὅτι «τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον... χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου». Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Καὶ οὐκ εἶπεν· Οὐκ ὀφείλετε νομίζειν χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ τὸ Θεῖον εἶναι ὅμοιον, ὢ μιαροὶ καὶ παμμίαροι· ἀλλὰ ταπεινότερον, Τοῦτο οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν, φησίν, ἀλλ' ὑπὲρ τοῦτο, Τί δαὶ τὸ ὑπὲρ τοῦτο; Θεός» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., V. 60, pg 272, ln 26).
Καὶ τοὺς μίλησε γιὰ «μετάνοια», γιὰ ἡμέρα «κρίσεως», γιὰ «ἀνάσταση νεκρῶν». Καὶ δέχθηκε (ἐπειδὴ ἀκριβῶς μίλησε «ὀρθόδοξα») τὸν χλευασμὸ τῶν Ἀθηναίων καὶ τὴν περιφρόνησή τους. Αὐτά, δηλαδή, ποὺ δὲν ἀνέχονται οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι, γι’ αὐτὸ καὶ ἀφήνουν ἀναπάντητες τὶς ὕβρεις ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πίστεως τῶν Παπικῶν καὶ μάλιστα, τὶς ἀποδέχονται!!!
Καὶ τέλος, «ὁ Παῦλος ἐξῆλθεν ἐκ μέσου αὐτῶν» (Πράξ., 17,33) κατὰ τὸ «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε» (Ἡσ. νβ´ 11 καὶ Β΄ Κορ. 6, 17) καὶ δὲν ξαναγύρισε νὰ διαλεχθεῖ μαζί τους, πιστὸς στὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἀντίθετα οἱ οἰκουμενιστὲς στριφογυρίζουν γύρω ἀπὸ τὸ Βατικανὸ καὶ τὸ Π.Σ.Ε. ἐπὶ δεκαετίες, παρὰ τὶς ταπεινώσεις ποὺ συνεχῶς ὑφίσταται ὁ Κύριος (τὸν ὁποῖον τάχα ὑπηρετοῦν) καὶ ἡ Ἐκκλησία Του ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
Καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση λοιπόν, ὁ ἀπ. Παῦλος, θὰ ἐπαναλάβουμε, πὼς δὲν ἔκανε ὅ,τι κάνουν σήμερα οἱ Οἰκουμενιστές· δὲν ἀποδέχθηκε τὶς θέσεις τους, δὲν δίστασε νὰ τοὺς ἀποκαλύψει ὅτι ὁ θεός τους ἦταν ψεύτικος, δὲν σιώπησε, ἀλλὰ στὸ τέλος τῆς δημηγορίας του μίλησε γιὰ θέματα, στὰ ὁποῖα ἡ διαφορὰ χριστιανισμοῦ καὶ εἰδωλολατρίας ἀποδεικνύετο πὼς ἦταν ριζική. Κι αὐτὸ τὸ ἔκαμε ἀπὸ τὴν πρώτη φορὰ ποὺ συναντήθηκε μαζί τους κι ὄχι μετὰ ἀπὸ κάποια χρόνια ἢ δεκαετίες. Ἔθιξε δηλ. ἐξ ἀρχῆς θέματα κρίσιμα, ὅπως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος:
«Οὐκ εἶπε τοὺς δαίμονας ἁπλῶς, ἀλλὰ προοδοποιεῖ τῷ λόγῳ. Διὰ τοῦτο εἶπε· Δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ, διὰ τὸν βωμόν. Ὁ Θεός, φησίν, ὁ ποιήσας τὸν κόσμον, καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ. Ἐφθέγξατο φωνὴν μίαν, δι' ἧς πάντα κατέστρεψε τὰ τῶν φιλοσόφων. Οἱ μὲν γὰρ Ἐπικούρειοι αὐτόματά φασιν εἶναι τὰ πάντα, καὶ ἀπὸ ἀτόμων συνεστάναι· οἱ δὲ Στωϊκοὶ, σῶμα καὶ ἐκπύρωσιν· ὁ δὲ ἔργον Θεοῦ λέγει τὸν κόσμον, καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ. Ὁρᾷς συντομίαν, καὶ ἐν συντομίᾳ σαφήνειαν; Καὶ σκόπει τίνα ἦν ξενίζοντα αὐτούς· ὅτι ὁ Θεὸς τὸν κόσμον ἐποίησεν» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ.,  V. 60, pg 270, ln 19-30).
Στὴ συνέχεια μίλησε περὶ ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κ.λπ., χωρὶς νὰ λογαριάσει τὶς ἀντιδράσεις τους, χωρὶς νὰ ὑπολογίσει ὅτι αὐτὸ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ κόψει τὶς γέφυρες ἐπικοινωνίας ποὺ μὲ κόπο, ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν στιγμή, προσπαθοῦσε νὰ δημιουργήσει μὲ τοὺς Ἀθηναίους. Καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι, αὐτὴ ἡ περὶ «ἀναστάσεως» ἀναφορά, ἔγινε ἀφορμὴ οἱ Ἀθηναῖοι νὰ τὸν εἰρωνευθοῦν καὶ νὰ τὸν ἀποπέμψουν «εὐγενικά»: «Ἀκούσαντες δὲ ἀνάστασιν νεκρῶν οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον· Ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου» (Πράξ. 17, 32).
Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τους τὴν συμπεριφορά, ὁ Παῦλος, δὲν παρέμεινε ἄλλο στὴν Ἀθήνα, δὲν ξανανέβηκε στὴν Πνύκα, ἐπικαλούμενος τὴν φράση τους «ἀκουσόμεθά σου πάλιν». Δὲν πῆγε νὰ τοὺς παρακαλέσει: ἐλᾶτε νὰ ξανασυζητήσουμε· ἐξ  ἄλλου ἐσεῖς μοῦ τὸ εἴπατε: «ἀκουσόμεθά σου πάλιν». Καὶ δὲν τοὺς προσέγγισε ξανά, γιατὶ κατάλαβε ὅτι δὲν εἶχαν διάθεση νὰ τὸν ἀκούσουν. Ἂς τοῦ εἶπαν αὐτὴ τὴ φράση, ἡ ὁποία σημειωτέον, μπορεῖ μὲν νὰ ἦταν εἰρωνική, ἀλλὰ δὲν ἦταν δόλια, ὅπως εἶναι οἱ φράσεις καὶ οἱ διαβεβαιώσεις τῶν αἱρετικῶν τῶν Παπικῶν καὶ Προτεσταντῶν σήμερα, καὶ ἀλλοίμονο, τῶν δικῶν μας «ὀρθόδοξων» ποιμένων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὴν κατάληξη ὅλων αὐτῶν τῶν Διαλόγων καὶ τῶν συμπροσευχῶν, ἀλλὰ τάχα ἀθῶα, στὴν πραγματικότητα ὅμως πονηρά, ἰσχυρίζονται ὅτι ἀκολουθοῦν τὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν «ἄλλων!
Διότι, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἐκεῖνοι (στὴν περίπτωσή μας οἱ Ἀθηανῖοι) δὲν ἤξεραν, δὲν εἶχαν λάβει τὸ φῶς τῆς ἐπιγνώσεως, καὶ παρόλα αὐτὰ ἔψαχναν, μὲ τὸν τρόπο τους, ἐνῶ αὐτοὶ σήμερα (οἱ αἱρετικοί), ἔχουν ὅλους τοὺς θεόπνευστους Πατέρες στὰ χέρια τους, ὅλο τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ παραμένουν στὴν πλάνη τους καὶ στὸ σκοτάδι τῆς αἱρέσεως ἀμετανόητοι: «Πῶς οὖν οὐ χαλεπώτεροι τῶν μνημονευθέντων οἱ νῦν ματαιάζοντες; οἱ μὴ συγχωροῦντες ὑπὲρ τὴν κατάληψιν αὐτῶν εἶναι τὸ Θεῖον, ἀλλ' οὕτω τὸν Θεὸν γιγνώσκειν μεγαλαυχοῦντες ὡς αὐτὸς ἑαυτόν; Πῶς ἄν τις κατ' ἀξίαν τὴν πήρωσιν τῶν δειλαίων καταθρηνήσειεν, οἳ τοσούτου φωτὸς τῆς ἀληθείας τὴν οἰκουμένην πᾶσαν ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς ζωῇ διὰ τῆς εὐσεβοῦς πίστεως περιλάμποντος, μόνοι πρὸς τὴν αὐγὴν ἀμβλυωποῦσιν (Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ Θεότητος Υἱοῦ καὶ Πνεύματος λόγος, TLG, V. 46, p. 557, l. 52-p. 560, l.1).
Ποιός δὲν βλέπει, λοιπόν, καὶ ποιός δὲν καταλαβαίνει σήμερα τὴν δολιότητα τῶν Παπικῶν, τὴν πονηρία τῶν ἡμετέρων; Δυστυχῶς, δὲν τὰ βλέπουν αὐτὰ κάποιοι Γέροντες, ποὺ γιὰ τοὺς δικούς τους λόγους, ζητοῦν ἀπὸ τὰ πνευματικά τους παιδιά νὰ κάνουν ὑπακοὴ καὶ νὰ δείχνουν σεβασμὸ στοὺς αἱρετικοὺς ἐπισκόπους καὶ πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι διαλέγονται καὶ συμπροσεύχονται ἀδιακρίτως καὶ ἐπὶ δεκαετίες μὲ τοὺς αἱρετικούς, παρὰ τὶς Ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Μποροῦν, ἄραγε, νὰ ἰσχυριστοῦν στὰ σοβαρὰ οἱ ἡγέτες τῶν ἑτεροδόξων, ὅτι τὸ Βατικανὸ θέλει τοὺς Διαλόγους, ἐπειδὴ ἐνδιαφέρεται γιὰ νὰ εὕρει τὴν ἀλήθεια; Ἀσφαλέστατα ὄχι. Τὸ διακήρυξαν, ἄλλωστε, οἱ Παπικοὶ σὲ ὅλους τοὺς τόνους καὶ σὲ ὅλες τὶς κλίμακες: Θέλουμε νὰ ἑνωθοῦμε, μᾶς λένε, χωρὶς νὰ ἀλλάξουμε, οὔτε ἐσεῖς, οὔτε ἐμεῖς; Καὶ μὴ ξεχνᾶτε, ὅτι ἡ ἕνωση ποὺ ἐπιδιώκουμε  καὶ σᾶς πιέζουμε νὰ γίνει (μᾶς λένε πάλι, μὲ τὸν τρόπο τους), θὰ εἶναι ἕνωση ὑποτελείας ἐν γνώσει σας· ἐμεῖς οἱ Παπικοὶ εἴμαστε Ἐκκλησία, ἐνῶ ἐσεῖς εἴσαστε “Ἐκκλησία μὲ ἐλλείψεις”!
Καὶ προσέξτε: μόνο πρὸς τοὺς ἡγέτες τῶν ἑτερόδοξων διαλέγονται οἱ ἡμέτεροι Πατριάρχες καὶ οἰκουμενίζοντες ἐπίσκοποι, καὶ ὄχι μετὰ τῶν ἁπλῶν πιστῶν τοῦ Παπισμοῦ, οἱ ὁποῖοι (τῇ συνεργεία τῶν «ὀρθοδόξων») παραμένει στὴν ἄγνοια. Καταργοῦν ἔτσι τὴν Ἐντολὴ γιὰ τὸν ἐπαν-εὐαγγελισμὸ πολλῶν ἑτεροδόξων, τοὺς ὁποίους καταδικάζουν νὰ πεθάνουν στὴν αἵρεση. Εἶναι φοβερὴ ἡ ἀποκάλυψη, πὼς Δυτικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι Οἰκουμενιστές, ἔχουν συνάψει συμφωνία, νὰ μὴ προτρέπονται οἱ πιστοὶ τῶν ἄλλων ψευδο-ἐκκλησιῶν νὰ προσχωρήσουν στὴν Ὀρθοδοξία!!! Ἐφ’ ὅσον δέ, ἐπίκειται ἡ «ἕνωση», δὲν ἔχει νόημα ὁ ἐπαν-εὐαγγελισμὸς τῶν ἑτεροδόξων! (Βασιλειάδη Ν., Πανθρησκειακὸς Οἰκουμενισμός, σ. 35-39).
Νά, ὅμως, πῶς ἐννοοῦν τὴν «ἕνωση», ὅπως ξεκάθαρα τὸ εἶπε ὁ μητροπ. Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας): «Ἡ ἑνότητα θὰ ἀπαιτήσει ἀλλαγὲς καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές, τόνισαν οἱ ἐπικεφαλεῖς..., μιὰ προσαρμογὴ καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές”, ...ἀναγνώριση, ὅτι ὑπάρχει μιὰ καθολικὴ χριστιανικὴ ἐκκλησία σὲ ἕνα ἐπίπεδο ὑψηλότερο ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν ἐθνικῶν τους ἐκκλησιῶν καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης εἶναι ἡ παραδοσιακή της κεφαλή”»! orthodoxia-pateriki.blogspot.com/2010/09/blog-post_26.html#ixzz1c17vVSkB
Καὶ ὁ Καρδινάλιος Walter Kasper εἶπε, ὅτι «ἡ ἑνότης στὴν πίστιν δὲν σημαίνει ἀνυπερθέτως τὴν ἑνότητα σὲ ὅλες τὶς διατυπώσεις τῆς πίστεως αὐτῆς»! Ὁ δὲ παπικὸς θεολόγος Φέρντιναντ Gahbauer συνόψισε: «Οἱ διαφορετικὲς διατυπώσεις τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως δὲν ἐγγίζουν τὴν ἀλήθειαν τῆς πίστεως» (Θεοδώρου Εὐάγ., Προσέγγισις μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν).
Καὶ γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὸν ἀπόστολο Παῦλο· μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς δημηγορίας του στὸν Ἄρειο Πάγο, λοιπόν, δὲν ἐπανῆλθε καὶ οὔτε ξανασυζήτησε μαζί τους, ἐπειδὴ ἐφάρμοσε καὶ ἐμπράκτως τὴν διδασκαλία-πρακτικὴ τῆς πρώτης Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος εἶχε συνοψίσει μὲ τὴ φράση: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον, μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Ἀντίθετα, ὅταν στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Κόρινθο, ἐπειδὴ ἐκεῖ βρῆκε πρόσφορο ἔδαφος, ἔμεινε ἑνάμισυ περίπου χρόνο καὶ δημιούργησε τὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου.
Ὅμως, βάσει τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν οἰκουμενιστῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνει καὶ νὰ ἐπαναλάβει γιὰ κάποιες βδομάδες τουλάχιστον (ἂν ὄχι γιὰ μῆνες) τὴν προσπάθεια νὰ μεταπείσει τοὺς Ἀθηναίους (ἂν αὐτὴ ἦταν ἡ πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Οἰκουμενιστὲς σήμερα), ἀφοῦ μιὰ τέτοια ἐπιτυχία στὴν Ἀθήνα, τὸ κέντρο τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας, θὰ εἶχε (λογικὰ) εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα στὴν διάδωση τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Γιατί, ὅμως, δὲν ξαναπροσπάθησε ὁ ἀπόστολος Παῦλος νὰ διαλεχθεῖ μὲ τοὺς Ἀθηναίους; Δὲν εἶναι τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐντολὴ «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη»; Ναί, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Ἐντολὴ ἐδόθη κάτω ἀπὸ κάποιες προϋποθέσεις: «Ὁ τοῦ Εὐαγγελίου σκοπὸς τῶν ἀνθρώπων ἡ σωτηρία. Καὶ ὁ Δεσπότης καὶ τελώναις συνήσθιε, καὶ ἁμαρτωλοῦ γυναικὸς παρὰ τοὺς πόδας ὀδυρομένης ἠνέσχετο...» (Θεοδώρητου Κύρου, Interpretatio in xiv epistulas sancti Pauli: V. 82, p. 300, l. 42), ἀλλὰ ὅταν διέβλεπε τὴν καλὴ διάθεση τῶν ἀνθρώπων, ὅταν αὐτοὶ δὲν ἀντέλεγαν, δὲν ἔμεναν πεισματικὰ στὶς δικὲς τους δεισιδαιμονίες καὶ θρησκευτικὲς ἰδέες. Δὲν ἰσχύει, ὅμως, τὸ ἴδιο, ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀρνητικοὶ ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο ὁλόκληρους αἰῶνες. Τότε, ἄλλη Ἐντολὴ καὶ ἄλλη πρακτικὴ «κληρονόμησαν» ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ οἱ Ἀπόστολοι: Ἀκόμα καὶ μὲ τὴν πρώτην ἔνδειξη κακῆς διαθέσεως ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο ἔπρεπε νὰ ἀποχωροῦν.
Ἔτσι, βλέπουμε τὸν Κύριο, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἐθελοτυφλούντων, ἀμετανοήτων, ψευδοδιδασκάλων, περὶ ὑποκριτῶν Φαρισαίων, νὰ ἐξαπολύει τὰ φοβερὰ ἐκεῖνα «οὐαί». Ταυτόχρονα, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς συμβούλεψε τοὺς μαθητές Του νὰ φεύγουν ἀπὸ τὸ σπίτι ἐκείνων ποὺ δὲν θὰ ἀποδέχονταν τὴν διδασκαλίαν Του, ἀμέσως μετὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψη, τινάζοντας μάλιστα καὶ τὴν σκόνη τῶν ὑποδημάτων τους, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μαζί τους.
Ἐπίσης, δὲν ἐμπόδισε τοὺς μαθητές-ἀκροατὲς μιᾶς ὁμιλίας Του, νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ κοντά Του, ἐπειδὴ σκανδαλίστηκαν ἀπὸ κάποιους λόγους Του· δὲν τοὺς παρακάλεσε νὰ γυρίσουν πίσω, γιὰ νὰ τοὺς δώσει περισσότερες ἐξηγήσεις, ἀφοῦ γνώριζε ὅτι δὲν εἶχαν ἀκόμα ἀποκτήσει πνεῦμα μαθητείας (μετάνοια)· δὲν τοὺς παρακάλεσε νὰ μείνουν γιὰ νὰ ξανασυζητήσουν τὸ θέμα, νὰ κάνουν ἕνα εὐρύτερο «θεολογικὸ Διάλογο ἀγάπης»· προέτρεψε μάλιστα καὶ τοὺς δώδεκα μαθητές Του νὰ φύγουν μαζί τους -ἂν θέλουν-, ἀφοῦ ἀπαιτοῦσε ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ταπεινώσει τὴν ἀποδοχὴ ἀτόφιων καὶ ὅλων τῶν Ἐντολῶν Του (γι’ αὐτὸ ἄλλωστε εἶπε καὶ τὸ «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν»).
Αὐτη τὴν τακτικὴ βλέπουμε νὰ τηρεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους τῆς Ἀντιοχείας. Ὅταν αὐτοὶ ἀντέλεγαν σὲ ὅσα ἐδίδασκε ὁ Παῦλος στὸ συγκεντρωμένο πλῆθος, καὶ παρουσίαζαν συνεχῶς νέες σοφιστικὲς ἀντιλογίες, ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας ἐφάρμοσαν τὸ «μετὰ μίαν… νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. 3, 10-11) τοὺς εἶπαν: «ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα  εἰς τὰ ἔθνη.  οὕτω γὰρ  ἐντέταλται  ἡμῖν  ὁ Κύριος» (Πράξ. 13, 44-46).
Καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, στὸ ἴδιο πνεῦμα, μιλᾶ περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς κακοπροαίρετους αἱρετικοὺς καὶ ἐπικαλεῖται τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὶς Πράξεις, ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται πὼς ἡ Ἐντολὴ τοῦ Παύλου στηρίζεται σὲ ἀνάλογη Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτόν, καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη. Οὕτω γὰρ ἐντέταλται ἡμῖν ὁ Κύριος» (Μ. Βασιλείου, Ἠθικά, Ὅρος Ο΄, v. 31, p. 844, l. 33-42). Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Καὶ γοῦν ὁ θεσπέσιος Παῦλος μονονουχὶ καὶ ἀπειρηκώς,  καὶ  ἀνουθέτητον βλέπων τὴν τῶν Ἰουδαίων πληθύν», εἶπεν∙ «ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη· οὕτω γὰρ ἐντέταλκεν ἡμῖν ὁ Κύριος» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Εἰς τὸν Προφήτην Ἡσαΐαν, v. 70, p. 72, l. 24-28).
Τέλος, ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἔλεγε: «Οἱ γὰρ ἀπόστολοι τοὺς μὲν πειθομένους προσήνεγκαν τῷ Θεῷ, ἀπιστοῦντας δὲ τῷ Σατανᾷ παρέπεμψαν» (Μ. Ἀθανασίου,  Expositiones in Psalmos : v. 27, p. 232, l. 48 - 57).
Μποροῦμε, ἐδῶ, νὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ Εὐγενίου Βουλγάρεως, ὁ ὁποῖος λέγει πὼς ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι καὶ θέμα στοιχειώδους ἐλευθερίας καὶ ἀξιοπρέπειας, τὸ νὰ μὴ τρέχωμεν δηλ. ὀπίσω τῶν αἱρετικῶν καὶ μάλιστα ἀδιακρίτως καὶ ἀφόβως: «Μὴ γίνου ὅμως αὐτὸς ζητητὴς ὀχληρός τε καὶ ἄκαιρος, εἰς τρόπον ὅτι νὰ τρέχῃς ὀπίσω τῶν ἑτεροδοξούντων» (Βουλγάρεως Εὐγενίου, Σχεδίασμα περὶ τῆς Ἀνεξιθρησκείας, σελ. 36). Ὁ πιστὸς ἂς εἶναι προσεκτικός, συνεχίζει, «φυλαττόμενος ὅσον δύναται τὸ ἐκείνων δηλητήριον φάρμακον καὶ φεύγων τὰς μετ’ αὐτῶν συνδιατριβὰς καὶ συνομιλίας, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι τὸν ἐπιβουλεύονται… καὶ ζητοῦν δολίως νὰ ταράξουν τὰ ἑαυτοῦ διαβήματα» (ὅπ. παρ., σελ. 42-43).
Αὐτὴ εἶναι ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ αἰώνων καὶ ὄχι ἐκείνη ποὺ προπαγανδίζουν, ὅσοι ἔχουν ἐγκολπωθεῖ τὶς δολίως ὑποβαλλόμενες καινοφανεῖς πρακτικὲς τοῦ σημερινοῦ ἐνοίκου τοῦ Φαναρίου καὶ τῶν συνοδοιπόρων του, καὶ ἀλλοίμονο, σοβαρῶν καὶ πνευματικῶν (κατὰ τὰ ἄλλα) Γερόντων.
Χρειάζεται, λοιπόν, νὰ γνωρίζουμε καλὰ τὰ πράγματα, πρὶν παρουσιάσουμε τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν ἀπόστολο ὡς τάχα ἐγκρίνοντα τέτοιες πρακτικές, γιατὶ ἔτσι, ἐκτὸς τῆς παραβάσεως εὐαγγελικῆς Ἐντολῆς, πέφτουμε καὶ στὸ φοβερὸ ἁμάρτημα τῆς συκοφαντήσεως τοῦ ἀποστόλου, ὅπως γράφει καὶ ὁ Θεοδώρητος: «Προσήκει δὲ ἡμᾶς ἀκριβῶς τὰ εἰρημένα καταμαθεῖν. Οὐ γὰρ, ὥς τινες συκοφαντοῦντες τὸν θεῖον Ἀπόστολον ἔφασαν, πρὸς τοὺς καιροὺς μετεβάλλετο· ἀλλὰ τῆς τῶν ἄλλων ὠφελείας ἕνεκα πάντα ἐπραγματεύετο» (Θεοδώρητου Κύρου, Interpretatio in xiv epistulas sancti Pauli: Volume 82, page 300, line 42).

4. Χωρὶς τύψεις καὶ χωρὶς αἰδῶ, ὁ παραπάνω σχολιογράφος, ἀποδέχεται θετικὰ καὶ τὴν ἑξῆς διακήρυξη τοῦ Πατριάρχη: «Ὁ Βαρθολομαῖος διακηρύττει, ὅτι ὅλοι πιστεύουμε στὸν ἴδιο Θεό»! Πλέον ὅσων ἐγράφησαν μὲ ἀφορμὴ τὴν ὁμιλία τοῦ ἀπ. Παύλου στὴν Πνύκα, προσθέτουμε καὶ τὰ ἑξῆς:
Πράγματι, αὐτὰ ἔχει πεῖ ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Π.χ. στὸ «Ἰρὰν ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ὁμίλησε ἀπερίφραστα  γιὰ τὴν ἱερότητα καὶ ἰσότητα τῶν “Ἱερῶν Γραφῶν”, δηλαδὴ τῆς Ἁγ. Γραφῆς καὶ τοῦ Κορανίου». Στὸ δὲ κοινὰ ἀνακοινωθὲν ποὺ ἐκδόθηκε  διαβάζουμε: «ΚΟΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» (Περιοδ. “Παρακαταθήκη”, τευχ. 22,  2002, σελ. 4 και 27).
Ἡ Ἐκκλησία μας, ὅμως, ὅσους μὲ τέτοιο τρόπο ἀντιμετώπισαν τὸ μέγιστο αὐτὸ γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία καὶ τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων θέμα, τοὺς κατεδίκασε στὸ πρόσωπο τοῦ αἱρετικοῦ Ἀπελλῆ. Αὐτὸς κατὰ τοὺς πρωτοχριστιανικοὺς χρόνους δίδασκε τὴν αἱρετικὴ δοξασία: «Ἕκαστος ὡς πεπίστευκεν σωθήσεται, μόνον ἐὰν ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς εὑρίσκεται».
Δηλαδή, καθένας θὰ σωθεῖ, ὅποιον Θεὸν κι ἂν πιστεύει (ἀφοῦ μιὰ ἀρχὴ κι ἕνας Θεὸς ὑπάρχει), ἀρκεῖ νὰ κάνει καλὰ ἔργα (ὅπως ἡ θρησκεία του τὰ διδάσκει). Αὐτὴ ἡ διδασκαλία, ὅμως, καταδικάσθηκε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὡς αἵρεση. Ὁ δὲ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, θεωρεῖ ὀρθόδοξον, μόνον ἐκεῖνον ποὺ δέχεται, διδάσκει καὶ ὁμολογεῖ παντοῦ —καὶ ὄχι ἐπιλεκτικά, καὶ κυρίως σὲ ὀρθόδοξα περιβάλλοντα— «Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα» (Α΄ Ἰω. 4, 2). Τὸ ἄθεον τοῦτο δόγμα, κατὰ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεο, «δίδαξεν καὶ ὁ Ἀβερρόης, λέγων «ὅτι καὶ Ἰουδαῖοι, καὶ Χριστιανοὶ καὶ Ἐθνικοί, ὅλοι κατὰ τὸ ἴδιον σέβας ἀγαθοποιοῦντες σώζωνται».
Ὡς ἐκ τούτου, ὁ κ. Βαρθολομαῖος, μὲ ὅσα διδάσκει, δὲν ταυτίζει συγκρητιστικὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μὲ τὸν Ἀλλὰχ καὶ τὸν Βούδα, καὶ ὁλόκληρο τὸν δαιμονικὸ κόσμο τοῦ Ἀντιχρίστου, ποὺ ἡ ἀποκρυφιστικὴ Νέα Ἐποχὴ προσπαθεῖ συστηματικὰ νὰ επιβάλει διὰ τῆς Πανθρησκείας; Μὲ τὶς δηλώσεις του, δὲν υἱοθετεῖ –ἐμμέσως πλὴν σαφῶς– τὶς μασονικὲς συγκρητιστικὲς καὶ ἀντίχριστες δοξασίες γιὰ τὸν Μέγα Ἀρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος (Μ.Α.Τ.Σ.) τῶν μασόνων, ἕνα κοινὸ θεό, δηλαδή, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὸν παραμερισμὸ τοῦ προσωπικοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τῶν Χριστιανῶν;
Ποιόν θεό, λοιπόν, διδάσκει ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος; Τὸν Τριαδικὸν Θεὸ τῆς Ἀλήθειας ἢ τὸν «θεὸ» τῶν αἱρετικῶν, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας; Ποιά εἶναι ἡ ὁμολογία του πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ τοὺς ἑτεροθρήσκους; Καὶ πόσο ὀρθόδοξα εἶναι, ὅσα ὁ παραπάνω σχολιογράφος γράφει καὶ οἱ πνευματικοὶ πατέρες ποὺ κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο καθοδηγοῦν τοὺς Χριστιανούς;

Θεσσαλονίκη, 25 Φεβρουαρίου 2012

 «Φιλορθόδοξος Ἕνωσι “Κοσµᾶς Φλαµιᾶτος”»