Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης και η Μασωνία

ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ  ΣΜΥΡΝΗΣ (6):







Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ

ΚΑΙ Η ΜΑΣΟΝΙΑ

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἀσχολία και ἡ ἔρευνα τῶν στοιχείων, τά ὁποῖα ὑπάρχουν διά τόν Χρυσόστομο Σμύρνης θά ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα νά ἔλθουν στήν ἐπιφάνεια πράγματα, τά ὁποῖα θά μειώσουν σημαντικά τήν ὅλη του προσωπικότητα καί αὐτή ἀκόμη τήν πατριωτική του προσφορά. Ἄν βέβαια δέν προέβαινε ἡ Ἱερά Σύνοδος στήν ἁγιοποίησί του το 1992, δέν θά ὑπῆρχε λόγος νά γίνη αὐτή ἡ ἔρευνα καί παρουσίασις τῶν στοιχείων αὐτῶν. Διότι ἡ ἁγιότης εἶναι κάτι τό ὁποῖο πρέπει νά ἐρευνηθῆ πολύ προσεκτικά, τή στιγμή μάλιστα κατά τήν ὁποία δέν ἔχουμε κάποιο θαῦμα, ἕνα ὑπερφυσικό σημάδι ἀπό τόν οὐρανό, τό ὁποῖο νά τήν πιστοποιῆ.
Φρονοῦμε ταπεινά ὅτι ἐκ μέρους τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία τήν ἁγιοποίησε, ὄχι μόνο δέν ἔγινε καμμία ἔρευνα τῆς ζωῆς καί τῶν λόγων τοῦ Χρυσοστόμου διά νά ἀποδειχθῆ ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι ἄμεμπτα καί ἀδιάβλητα δογματικῶς καί θεολογικῶς, ἀλλά ἀπεναντίας ἡ ἁγιοποίησις αὐτή ἔγινε βάσει σκοτεινῶν σκοπῶν καί σχεδίων. Ἴσως δέ νά ἐντάσσεται καί αὐτή καί νά ἀποτελῆ ἕνα ἐπί μέρους τμῆμα τοῦ σχεδίου τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ, στήν ὁποία ὁ διάβολος προσπαθεῖ νά ὑποτάξη τήν Ὀρθοδοξία τόν τελευταῖο αἰώνα.
Ἡ μασονία ἔχει στενότατη σχέσι μέ τόν οἰκουμενισμό, διότι ἡ θεολογία της ἔχει στοιχεῖα καί ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό καί ἀπό τήν εἰδωλολατρία καί ἀπό τόν Χριστιανισμό, μέ τελικό σκοπό, μέσα ἀπό τό συνονθύλευμα αὐτό, τήν προσκύνησι τοῦ διαβόλου. Ὁ οἰκουμενισμός παράλληλα ὁδηγεῖ σέ μία παγκόσμια θρησκεία μέ στοιχεῖα ἀπό τίς ἐπί μέρους θρησκεῖες καί μέ τελικό σκοπό τήν προσκύνησι τοῦ ἀντιχρίστου. Δηλαδή ὁ κατευθυντήριος νοῦς καί στά δύο εἶναι ὁ διάβολος καί ὁ σκοπός ἡ ἐξαφάνισις καί ἡ ἐξάρθρωσις τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἀληθείας ἀπό τή γῆ.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅσοι ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες κατηγορήθησαν ὡς μασόνοι, ἦσαν κήρυκες τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί χλιαρότατοι στά περί πίστεως θέματα. Ἀναφέρουμε χαρακτηριστικά δύο ἐξ αὐτῶν, τόν Μελέτιο Μεταξάκη καί τόν Ἀθηναγόρα, διά τούς ὁποίους ὑπάρχουν οἱ περισσότερες καταγγελίες διά τήν μασονική τους ἰδιότητα καί συγχρόνως ἡ θλιβερή διαπίστωσις ὅτι εἶχαν θυσιάσει τήν Ὀρθοδοξία στόν βωμό τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ.
Εἶναι γεγονός ὅτι κανείς αὐστηρός καί παραδοσιακός ὀρθόδοξος δέν ἔχει κατηγορηθῆ ὡς μασόνος, οὔτε ἀπό τούς ζῶντες, οὔτε ἀπό τούς κεκοιμημένους. Αὐτό στήν περίπτωσι τοῦ Χρυσοστόμου μᾶς λέγει πολλά. Δηλαδή καί μόνο τό ὅτι κατηγορήθηκε ὡς μασόνος εἶναι δεῖγμα τῆς χλιαρότητάς του στά θέματα τῆς πίστεως, τοῦ ἐνδοτισμοῦ καί συμβιβασμοῦ του καί τῆς ἐλλείψεως ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους του γιά τήν ἀλήθεια καί τήν Ὀρθοδοξία.
Ἡ Μασονία, σύμφωνα μέ μασόνους συγγραφεῖς (Albert Pike, Αrthur Waite), εἶναι ἕνα θρησκευτικό δόγμα, πού ἀπαιτεῖ θρησκευτική ὑπακοή καί διδάσκει τή θρησκευτική ἀλήθεια.
 Ἡ μασονία ἐπίσης δέν ἀπαγορεύει τόν Καθολικό, τόν Μωαμεθανό, τόν Ἐβραῖο, τόν Μορμόνο, τόν Βουδιστή, τόν Προτεστάντη, τόν Ὀρθόδοξο Χριστιανό καί ὁποιοδήποτε πιστό κάποιας θρησκείας νά προσχωρήση στίς τάξεις της καί νά γίνει μέλος της. Ταυτόχρονα σύμφωνα μέ τόν οἰκουμενισμό (δήλωσι τοῦ πρώτου ὁμιλητοῦ τῆς α' Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. στό Ἄμστερνταμ, Γουσταύου Ὦλλεν) ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ σύνθεσις ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν καί ἅπαντες οἱ Χριστιανοί εἶναι μέλη τῆς ἐκκλησίας. Ὁ σημερινός οἰκουμενισμός ἕνωσε ὅλες τίς αἱρέσεις, διά νά κτυπήση τό Δόγμα. Ἔγινε ἡ αἵρεσις ὅλων τῶν αἱρέσεων καί προσπαθεῖ τώρα νά παραστήση τήν Ἐκκλησία. Ἑνώνει ὅλες τίς αἱρέσεις, ἀπό τόν ἀρχαῖο Ἀρειανισμό, τόν Μονοφυσιτισμό, τόν Μονοθελητισμό, ὡς τίς σημερινές δεισιδαιμονίες καί σύγχρονες πλάνες (ἴδ. βιβλίο «Ὁ οἰκουμενισμός χωρίς μάσκα» Ἀρχιμ. Χαραλ. Βασιλοπούλου, σελ. 126.)
Ἡ μασονία ἐπιπροσθέτως εἶναι θρησκεία μέ ὅλα τά στοιχεῖα μιᾶς θρησκείας, (θεολογία, μυστήρια, ἱερατεῖο, κλπ) καί μέ σκοπό διά μέσου τῶν ὀλίγων νά ἐξουσιάζη τούς πολλούς καί νά τούς ὁδηγήση ὅλους στήν πλάνη καί τελικῶς στόν διάβολο. Προσπαθεῖ δέ νά κάνη μέλη της ἀνθρώπους ἐπιφανεῖς κατά κόσμον, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπιρροή καί κατευθύνουν τόν λαό. Αὐτούς δέ ἐφ' ὅσον ἀνήκουν στίς τάξεις της τούς προωθεῖ σέ ἀνώτερα ἀξιώματα διά νά διευρύνη ἔτσι τήν ἐξουσία της.
Ἡ μασονία ἀνήκει στίς σκοτεινές δυνάμεις, διότι ἔχει κλειστές τίς πόρτες της στούς ἁπλούς ἀνθρώπους, χρησιμοποιεῖ ἀπόκρυφους συμβολισμούς, ἑρμητισμό, ἀλχημεία, σκόπιμα παραπλανᾶ ἀνθρώπους πού ἔχουν μυηθῆ σ' αὐτήν καί γενικά πάντοτε ἐργάζεται ὑποχθόνια καί σκοτεινά. Δέχεται ἀνθρώπους, ὅπως προανεφέραμε, ἀπό ὅλα τά δόγματα καί τίς θρησκεῖες, χωρίς νά τήν ἐνδιαφέρει σέ ποιόν Θεό πιστεύει κάποιος καί ποῦ ἀνήκει. Ἀρκεῖ δι' αὐτήν νά δεχθῆ κάποιος τή δική της θεολογία, τίς θεωρίες της, νά ὑπακούη τυφλά στά κελεύσματά της καί τήν ἐξυπηρετεῖ ὡς ἐξωτερική μορφή νά πιστεύη κάποιος σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη θρησκεία.
Προσπαθεῖ δέ νά ἀγρεύη μέλη της καί ἀπό τήν Ἐκκλησία καί εἰδικά Ἐπισκόπους διά νά μπορῆ, ἀφ' ἑνός νά ἐλέγχη καί νά κατευθύνη καί αὐτή τή μερίδα τῶν ἀνθρώπων καί ἀφ' ἑτέρου διά νά μπορῆ νά φαίνεται, ἐνδυομένη τό ἔνδυμα τῆς «ἀθώας περιστερᾶς», ὡς ἕνας ὑπεράνω κάθε ὑποψίας ἀνθρωπιστικός, κοινωνικός, φιλανθρωπικός ὀργανισμός. Ὑπάρχουν ἐξάλλου μαρτυρίες Ἐπισκόπων (Κερκύρας, Ἀθηνῶν–«ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚ ΠΗΓΩΝ ΑΨΕΥΔΩΝ 1817-1967», ε' Τόμος σελ. 3145, 3146–Πρακτικά Θ. Στράγκα) σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες τούς ἔγιναν προτάσεις νά εἰσχωρήσουν στή μασονία μόλις ἀνῆλθαν στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο.
Ὅλα αὐτά τά ἀναφέρουμε ὄχι διά νά ἐνημερώσωμε τούς ἀνθρώπους γιά τό τί ἐστί μασονία, ἀλλά διά νά καταδείξωμε τό πόσο μεγάλη ἀνάγκη ὑπάρχει ὁ κάθε συνειδητός ἐπίσκοπος παντοῦ καί πάντοτε νά κηρύττη διά τήν πλάνη τῆς μασονίας καί τό ὅτι εἶναι ἄρνησις τοῦ Χριστοῦ τό νά ἀνήκη κάποιος σ' αὐτήν, προστατεύοντας ἔτσι τό ποίμνιό του.
Ἄν κάποιος Ἐπίσκοπος δέν ὁμιλῆ, καθημερινῶς θά λέγαμε, καί δέν καυτηριάζη αὐτές τίς πλάνες καί τίς αἱρέσεις, εἶναι φανερό ἤ ὅτι δέν πιστεύει στόν Χριστό ἤ ὅτι συνοδοιπορεῖ μέ αὐτές καί συνταυτίζεται ἤ ὅτι τέλος πάντων δέν τόν ἐνδιαφέρει ἡ σωτηρία καί προστασία τοῦ ποιμνίου του. Πάντως τό νά μή κηρύττη διαρκῶς ὁ Ἐπίσκοπος γιά τίς πλάνες καί τίς αἱρέσεις, σημαίνει ὅτι ἔχει βάλει, κατά τήν κοινή λαϊκή ἔκφρασι, πολύ νερό στό κρασί τῆς πίστεώς του καί χαρακτηρίζεται ἀπό χλιαρός μέχρι ἀδιάφορος. Ἡ Ὀρθόδοξος παράδοσις ἔχει τούς συνειδητούς Ἐπισκόπους πρωτοπόρους στούς ἀγῶνες τῆς πίστεως καί τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζουν τούς ἁγίους μας «καθαιρέτας τῆς πλάνης», λόγῳ ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν ἀγώνων τους.
Ἐρχόμενοι ἔπειτα ἀπό ὅσα προανεφέραμε στόν Χρυσόστομο Καλαφάτη, μητροπολίτη Σμύρνης, λέγομε ὅτι ὁ Χρυσόστομος Καλαφάτης οὐδέποτε ἐκήρυττε στόν λαό γιά τίς αἱρέσεις καί τούς αἱρετικούς, οὐδέποτε ἔκανε ἀγῶνες ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐναντίον τῶν αἱρέσεων, ἀπηλλαγμένους καί ἀνεξαρτήτους ἀπό ἐθνικά κίνητρα καί πατριωτικές προσδοκίες, καί οὐδέποτε ὡμίλησε, ἐκαυτηρίασε ἤ κατεδίκασε τήν μασονία.
Μοναδική ἐξαίρεσι σ' αὐτή τήν ἀδιαφορία του γιά τήν καταπολέμησι τῶν αἱρέσεων, ἡ ὁποία κατά κανόνα χαρακτηρίζει τή ζωή του, ἀποτελεῖ, ὅπως προαναφέραμε, ἡ χρονική περίοδος, κατά τήν ὁποία ἦτο διάκονος Ἐφέσου καί συνέγραψε τό ἔργο του «Περί Ἐκκλησίας» καί ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν παπικῶν Λαζαριστῶν μοναχῶν ὅσον ἀφορᾶ στό θέμα τοῦ τάφου τῆς Παναγίας. Οἱ ἀγῶνες δέ αὐτοί στήν ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς του πορείας χάνουν τήν ἀξία των καί δέν προσδίδουν κῦρος στόν Χρυσόστομο, διότι αὐτοαναιροῦνται ἀπό τήν μετέπειτα ζωή καί διδασκαλία του.
Ἕνα παρόμοιο κλασσικό παράδειγμα εἶναι ὁ Πατριάρχης Κων)πόλεως Ἰωάννης ὁ Βέκκος, ὁ ὁποῖος στήν ἀρχή ἔκανε ἀγῶνες ἐναντίον τῶν Λατίνων καί τοῦ παπισμοῦ, καί μάλιστα ἐφυλακίσθη ἐξ αἰτίας των ἀπό τόν αὐτοκράτορα, μετά ὅμως συνταυτίσθηκε μέ τούς Λατίνους καί ἔγινε κήρυκας τοῦ παπισμοῦ, ὁπότε ἐν τέλει καθαιρέθηκε καί ἀναθεματίσθηκε ὡς αἱρετικός ἀπό τήν Ἐκκλησία, χωρίς νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψιν οἱ πρῶτοι ἀγῶνες του. Παρόμοιος ὑπῆρξε καί ὁ Βησσαρίων, μητροπολίτης Νικαίας, στή Σύνοδο Φερράρας–Φλωρεντίας, ὁ ὁποῖος καί αὐτός κατ' ἀρχάς ὑπερμάχησε στό πλευρό τοῦ Ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ἐναντίον τῶν Λατίνων, κατόπιν ὅμως ἐγκατέλειψε τόν Ἅγιο Μάρκο, συνταυτίσθηκε μέ τούς αἱρετικούς, ἀλλαξοπίστησε καί ἀπέθανε ὡς καρδινάλιος τοῦ Πάπα.
Τά κηρύγματα λοιπόν τοῦ Χρυσοστόμου, τουλάχιστον αὐτά τά ὁποῖα ἐμελετήσαμε, ἔχουν ἕναν εὐσεβιστικό χαρακτῆρα, δέν θίγουν τά κακῶς κείμενα, δέ θωρακίζουν στήν πίστι τόν λαό ἐναντίον τῶν αἱρέσεων, εἶναι δογματικῶς ἄχρωμα καί ὁπωσδήποτε δέ θίγουν τήν μασονία, οὔτε ἐνημερώνουν τούς πιστούς γι' αὐτήν. Πρέπει ὅμως στό σημεῖο αὐτό νά ληφθῆ σοβαρά ὑπ' ὄψιν ὅτι ἡ Σμύρνη ἦταν τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ μεγαλούπολις τῆς Ἰωνίας καί Μικρᾶς Ἀσίας, ἡ πόλις στήν ὁποία κατοικοῦσαν ὄχι μόνον Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι, ἀλλά καί Τοῦρκοι Μουσουλμάνοι, καί Εὐρωπαῖοι αἱρετικοί, Παπικοί καί Προτεστάντες. Ὑπῆρχαν δέ ἐν ἐνεργείᾳ καί λειτουργοῦσαν σ' αὐτήν δέκα τουλάχιστον μασονικές στοές, σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες ἱστορικῶν καί συγγραφέων.
Δανειζόμεθα ἕνα κομμάτι ἀπό τό βιβλίο τοῦ Χρ. Σολομωνίδη «Σμυρναϊκά σημειώματα» γιά νά δοῦμε τήν δράσι τῆς μασονίας στήν Σμύρνη ἐκείνη τήν ἐποχή:
«Ἀπό τό 1820 κι ἀργότερα διάφορες τεκτονικές στοές ὠργανώθηκαν στήν Τουρκική αὐτοκρατορία καί εἰδικώτερα στήν Πόλη, Μακεδονία, Θράκη, Κιλικία κ.ἄ. Καί στή Σμύρνη ἱδρύονται στοές ἀπό Ἕλληνες, Ἰσραηλῖτες καί ξένους. Δυό ἀπ' αὐτές, ἡ ἑλληνική “Ἰωνία” καί ἡ ἰσραηλιτική “Μπενζεζέν” ἦσαν, ὅπως ἀναφέρεται, «ἄτακτα ἐργαστήρια». Καί ἡ Μεγάλη Στοά τῆς Τουρκίας, πού τήν εἶχαν ἀπαρτίσει τά δυό παραπάνω ἐργαστήρια, καθώς καί ἡ “Ὀριεντάλ” τῆς Πόλης, ἦσαν “ἄτακτα σώματα”. Κατά τά μέσα τοῦ περασμένου αἰῶνα λειτουργοῦσαν στή Σμύρνη ἕξη τακτικές στοές ἤ “σκηνώματα”, ὅπως τά ὠνόμαζαν ἐκεῖ. Ἐπίσης μιά στοά εἶχε ἱδρυθεί στήν Ἔφεσο καί ἄλλη στήν Πόλη.
»Ἡ πρώτη καί παλαιότερη ἀπό τίς σμυρναϊκές στοές, μέ τίτλο “Ὅμηρος”, ἱδρύθηκε στά 1860 ἀπό Ἄγγλους, ἀλλ' ἦταν ἑλληνόφωνη, Δευτέρα ἑλληνική ἦταν ἡ “Νίκη”, πού ἱδρύθηκε στά 1862, τρίτη ἑλληνική ὁ “Ἅγιος Γεώργιος”, πού ἱδρύθηκε τόν Ἀπρίλη τοῦ 1864. Τά ἐγκαίνιά της ἔγιναν τήν 2α Μαΐου τοῦ 1865 καί προσχώρησαν σ' αὐτήν ἀμέσως οἱ Ἕλληνες τέκτονες τῆς ἰταλικῆς δικαιοδοσίας. Τήν ἴδια περίπου ἐποχή ἱδρύθηκαν ἡ ἑλληνική “Ἰωνικός Ἀστήρ”, ἡ ἀγγλική “Ἅγιος Ἰωάννης”, ἡ ἀρμενική “Δικράν” καί ἡ ἰσραηλιτική “Σιών”. Ἀργότερα ἱδρύθηκαν οἱ ἑλληνικές “Φοίνιξ”, “Μέλη”, κ.ἄ. Ὅλες οἱ στοές συνεδρίαζαν στό τεκτονικό οἴκημα, πού βρισκόταν στό Φραγκομαχαλᾶ. Μόνο ὁ “Ὅμηρος” συνεδρίαζε, γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, σέ οἴκημα τῆς Ἀγγλικῆς Λέσχης, πού βρισκόταν στήν ὁδό Μετζητιέ...» (σελ. 60).
Αὐτή λοιπόν ἡ δρᾶσις τῆς μασονίας μαζί μέ τήν ὕπαρξι τῶν Μουσουλμάνων καί τῶν Εὐρωπαίων αἱρετικῶν, ἀσφαλῶς θά ἔπρεπε νά ἀπασχολήση τόν κάθε συνειδητό ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο στήν Σμύρνη πολύ δέ περισσότερο ἕναν Ἅγιο. Θά ἔπρεπε διαρκῶς ὁ Ἐπίσκοπος στά κηρύγματά του νά καυτηριάζη τίς πλάνες καί τίς αἱρέσεις, νά ἑρμηνεύη τά ὀρθόδοξα δόγματα, νά τά ἀντιδιαστέλλη μέ αὐτά τῶν αἱρετικῶν καί νά θωρακίζη, ὅσον ἀφορᾶ στήν πίστι, τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὄντως ἀδιανόητο ὄχι γιά ἕναν ἅγιο, ἀλλά ἔστω καί γιά ἕναν συνειδητό ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο, νά ἐπιδεικνύη τόση μέριμνα, τόσους ἀγῶνες, τόση φροντίδα καί ἐνδιαφέρον διά τά πατριωτικά θέματα, τά ὁποῖα δέν θίγουν τήν σωτηρία μας καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως, τά ὁποῖα ἔχουν ἄμεση σχέσι μέ τήν σωτηρία μας, νά ὑπάρχη τελεία ἀδιαφορία καί παχυλή καί προκλητική ἀπάθεια.
Ἀπό τήν πλευρά ὅμως τοῦ Χρυσοστόμου Καλαφάτη βλέπουμε ὄχι μόνο αὐτή τήν ἀδιαφορία διά τήν πίστι ἀλλά καί τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Νά διατηρῆ δηλαδή ἄριστες σχέσεις μέ τούς αἱρετικούς τῆς Σμύρνης. Αὐτό τό διαπιστώνουμε ἀπό πολλά χαρακτηριστικά σημεῖα τῆς ζωῆς του, ὅπως τήν ἔλλειψι ἐλεγκτικοῦ ὡς πρός τίς αἱρέσεις κηρύγματος, τήν παρουσία του στήν κηδεία τοῦ ἀγγλικανοῦ ἐπισκόπου, ὅπου ἐκεῖ ὄχι μόνον συμπροσευχήθη, ἀλλά ἐξεφώνησε καί τόν ἐπικήδειο λόγο, ὁ ὁποῖος ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος του εἶναι ἕνα κειμήλιο βλασφημίας, πλάνης καί οἰκουμενισμοῦ. Τό βλέπουμε ἀπό τό ἐνδιαφέρον τοῦ παπικοῦ ἐπισκόπου στήν κατάληψι τῆς Σμύρνης, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐξασφάλισε θέσι στό πλοῖο γιά νά σωθῆ.
Τίς ἄριστες σχέσεις τοῦ Χρυσοστόμου μέ τούς αἱρετικούς τίς βλέπουμε ἀκόμη καί ἀπό τόν πρωτοποριακό του ἀγώνα καί τήν ἡγετική του πρωτοβουλία διά τήν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν» βάσει μιᾶς ἄγχρωμης καί ἀδογμάτιστης ἀγάπης. Ἦταν λοιπόν πολύ φυσικό νά εἶναι πολύ ἀγαπητός στούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ὅπως εἴδαμε πρῶτοι προέβησαν στήν ἁγιοποίησί του.
Διά νά ἀντιληφθοῦμε πόσο ὀλέθριο εἶναι γιά ἕνα Ἐπίσκοπο αὐτή ἡ σχέσις μέ τούς αἱρετικούς, ἀναφέρουμε ἕνα χωρίο τοῦ συνωνύμου του, ἀλλά ἄκρως ἀντιθέτου στά θέματα τῆς πίστεως Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Ὁ τοῖς ἐχθροῖς τοῦ βασιλέως συμφιλιάζων, οὐ δύναται τοῦ βασιλέως φίλος εἶναι, ἀλλ’ οὐδέ ζωῆς ἀξιοῦται, ἀλλά σύν τοῖς ἐχθροῖς ἀπωλεῖται». Ὁ Χρυσόστομος Καλαφάτης ὄχι μόνον συμφιλίαζε μέ τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο συμπροσευχόταν, ὄχι μόνο δέν ἔβλεπε διαφορές μέ αὐτούς, ἀλλά καί ἔκανε τά πάντα διά νά ἑνωθοῦμε μέ τούς αἱρετικούς μέσῳ τῆς ἄχρωμης καί ἀδογμάτιστης ἀγάπης.
Στό θέμα ὅμως πού ἐξετάζουμε ἔχουμε ἐνδείξεις ὅτι ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης εἶχε καί ἄριστες σχέσεις μέ τήν μασονία. Αὐτό δέν τό διαπιστώνουμε μόνον ἀπό τό ὅτι ποτέ δέν τήν κατηγόρησε, ἀλλά καί ἀπό τό γεγονός ὅτι βασικοί του στενοί συνεργάτες ἦσαν ἡγετικά μέλη καί στελέχη τῆς μασονίας. Καί ἀναφέρουμε χαρακτηριστικά τούς ἑξῆς: α) τόν Ἰωάννη Κωτούλα, Γραμματέα τῆς Μητροπόλεως τῆς Σμύρνης, ἱδρυτή τῆς Στοᾶς «Ἰωνία» καί πρῶτο σεβάσμιο αὐτῆς (Τεκτ. δελτίο Ἰανουαρίου–Ἀπριλίου 1969 σελ. 26), β) τόν Ἀντώνη Ἀθηνογένη, δεύτερο σεβάσμιο τῆς στοᾶς «Ἰωνία», τό δεύτερο χέρι τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης θά λέγαμε, μέλος τῆς διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς θρησκευτικῆς Ἀδελφότητος «Εὐσέβεια» καί τοῦ θρησκευτικοῦ περιοδικοῦ «Ἱερός Πολύκαρπος», πού ψυχή καί τῶν δύο τούτων κοινοτικῶν ὀργανισμῶν ἦταν ὁ Δεσπότης (Τεκτ. δελτ. Ἰανουαρίου–Ἀπριλίου 1969), ἱδρυτικό μέλος τοῦ «Σώματος Ἑλλήνων Προσκόπων Σμύρνης», καθώς καί ἱδρυτικό μέλος τοῦ Δ.Σ. τοῦ «Σώματος Ἑλλήνων Ἀλκίμων» στή Σμύρνη.
Δέν πρέπει νά μᾶς διαφύγη τῆς προσοχῆς τό ὅτι κατά τήν περίοδο αὐτή οἱ τεκτονικές στοές διωργάνωναν χορούς στήν Σμύρνη, καί τά χρήματα τά ἀφιέρωναν στό Παρθεναγωγεῖο πού ἀνῆκε στή Μητρόπολι τῆς Σμύρνης καί τελοῦσε ὑπό τήν προστασία τοῦ Μητροπολίτου Χρυσοστόμου.
Εἶναι λίγο δύσκολο καί ἀφελές νά πιστεύσωμε ὅτι ὁ Χρυσόστομος δέν ἐγνώριζε ὅτι οἱ προαναφερθέντες συνεργάτες του ἦταν μασόνοι. Τό μόνο διά τό ὁποῖο ἀμφιβάλλουμε εἶναι διά τό ἄν ἐκεῖνοι ἐμύησαν τόν Χρυσόστομο στήν μασονία ἤ ὁ Χρυσόστομος αὐτούς. Σύμφωνα πάντως μέ τίς μαρτυρίες τῶν μασόνων ὁ Χρυσόστομος Καλαφάτης ὡδήγησε πολλούς στίς μασονικές στοές. Μεταφέρουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό δελτίο τῆς ἑκατονταετηρίδας τῆς Μασονικῆς στοᾶς «ΜΕΛΗΣ»:
 «...Ἐν συνεχείᾳ μετέφερον τόν γέροντα τοῦτον εἰς τήν τουρκικήν συνοικίαν, τόν διεμέλισαν καί τόν ἔρριψαν εἰς τούς σκύλους. Ὁ στρατηγός Νουρρεντίν εἶχε εἴπει: “Θά τόν δώσω εἰς τόν λαόν. Ἐάν ἔκαμε καλόν θά τοῦ κάμουν καλόν. Ἐάν ἔκαμε κακόν θά τοῦ κάμουν κακόν. Θά ἦτο ὡραῖος λόγος, ὁ λόγος οὗτος, ἐάν δέν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ἀπό φανατικούς...”.
    »Οἱ ἴδιοι οἱ ξένοι σκιαγραφοῦν ἐκφραστικώτατα τήν θυσίαν τοῦ Ἐθνομάρτυρος ἀδελφοῦ μας. Δέν ἔφυγε πρό τοῦ κινδύνου, ἀλλά παρέμεινεν, οὐχί ὡς μισθωτός, ἀλλ' ὡς καλός ποιμήν, ἵνα ἀγωνισθῇ καί συναποθάνει μετά τῶν διαπεπιστευμένων αὐτῷ Χριστιανῶν.
»Συγχωρήσατέ μας διά τήν ὡς ἄνω παρένθεσιν, καίτοι δέν ἀνάγεται εἰς τό σαφῶς κύριον θέμα μας. Ἄς θεωρηθῇ ὡς μία ἀπόδοσις σεβασμοῦ καί τιμῆς εἰς τόν ἀγωνιστήν Ἱεράρχην, ὅστις πολλούς ἐκ τῶν περί αὐτόν ἀπέστειλε νά μυηθοῦν εἰς τόν Τεκτονισμόν εἰς τήν Στοάν “Μέλης”.
 Στό πρῶτο χρονικό τῆς Στοᾶς “Μέλης” (Ἀνατολή Σμύρνης 1867–1922) τό ὁποῖο συνέγραψε ὁ Φίλιππος Φάλμπος, σεβάσμιος τῆς στοᾶς “Μέλης” καί δραστήριος τέκτονας, διαβάζουμε: «Τό 1922 λοιπόν, οἱ Ἕλληνες τέκτονες τῆς Σμύρνης, τῆς γεραρᾶς Στοᾶς “Μέλης” καί τῆς τριετοῦς τότε Στοᾶς “Ἰωνία”, σάρξ ἐκ τῆς σαρκός τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἰωνίας, ἐγκατέλειψαν μέ βίαια μέσα τήν κατεστραμμένη πατρίδα τους καί μαζί μέ τούς νεκρούς τους -πρῶτον καί καλλίτερο τόν ἀπαράμιλλο ἀγωνιστή Δεσπότη τους, τόν γίγαντα τέκτονα Χρυσόστομο Καλαφάτη-ἄφησαν τά ὅσια καί τά ἱερά γιά νά προσφύγουν, ματωμένοι ψυχικά καί σωματικά στό ἱερό ἔδαφος τῆς ἐλεύθερης Πατρίδας. Ὁ τότε Σεβάσμιος τῆς Στοᾶς “Μέλης” ἀδελφός Ἠλίας Σιμιτόπουλος, φέρει τόν ἱδρυτικό τίτλο τῆς Στοᾶς μας, ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Γαληνοτάτης Ἀνατολῆς τῆς Γαλλίας, ἐνῷ οἱ ἀδελφοί τῆς Στοᾶς Ἰωνία” στεγάζονται καί συνεχίζουν τάς ἐργασίας των ἀμέσως στό τεκτονικόν Μέγαρον τῆς ὁδοῦ Βουλῆς 32, ἐν Ἀνατολῇ Ἀθηνῶν καί ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Γαληνοτάτης τότε Μεγάλης Ἀνατολῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Στοά “Μέλης” γιά λόγους τυπικούς, λόγῳ τῆς γαλλικῆς, ἄς ποῦμε, ὑπηκοότητός της, «φιλοξενεῖται» καί στεγάζεται στό ἴδιο Μέγαρον. Ὁ Ἑλληνικός Ἐλευθεροτεκτονισμός (ἡ Μεγάλη Ἀνατολή καί τό Ὕπατον Συμβούλιον) ἀγκαλιάζει τούς πρόσφυγες ἀδελφούς τῆς Στοᾶς “Μέλης” καί τούς παρέχει στέγη καί ἄσυλον...» (σελ. 27).
Οἱ μασόνοι χαίρονται καί εὐφραίνονται νά διακηρύσσουν τήν μασονική ἰδιότητα τοῦ Χρυσοστόμου Καλαφάτη. Τόν προβάλλουν, κάνουν ὁμιλίες δι' αὐτόν καί τόν ἀποκαλοῦν «ὁ ἅγιος τέκτων». Θά μεταφέρωμε μερικά ἀποσπάσματα ἀπό τά μασονικά περιοδικά γιά νά ἰδοῦμε τί λέγουν οἱ μασόνοι γιά τόν Χρυσόστομο καί πόσο δικό τους τόν θεωροῦν:
 «Ἡ Σεπτή Στοά “Ἰωνία” ὑπ' ἀρ. 54, εἶναι ἡ σημερινή νεωτέρα ἀδελφή μας Στοά ἐν Ἀνατολῇ Ἀθηνῶν. Στήν Σμύρνη ἐπί μία τριετία ἐργάσθηκεν ἐπιτυχῶς καί ἐθνωφελέστατα καί κατά βεβαίωση δύο ἐκ τῶν τριῶν πρώτων Σεβασμίων της τῆς Σμύρνης, τῶν ἀδελφῶν Ἀντ. Ἀθηνογένη, δευτέρου Σεβασμίου της καί Λεων. Πολυδ. Κυβετοῦ, τρίτου Σεβασμίου της, μέλος τῆς Στοᾶς Ἰωνία ὑπῆρξε, πλήν πολλῶν ἐγκρίτων Σμυρναίων, ὡς καί ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καί τῆς Διοικήσεως καί ὁ μαρτυρήσας τελευταῖος Μητροπολίτης Σμύρνης, ἀδελφός Χρυσόστομος Καλαφάτης. Τοῦτο, ὅτι δηλ. ὁ μάρτυς Δεσπότης Σμύρνης ὑπῆρξε τέκτων, μέλος τῆς Στοᾶς Ἰωνία” κατά τήν τριετία 1919-1922, μᾶς εἶναι γνωστό ἀπό λόγο τοῦ ἀδελφοῦ Λεων. Πολυδ. Κυβετοῦ, Σεβασμίου τῆς Στοᾶς ταύτης, δημοσιευμένο στό προαναφερθέν τεῦχος τῶν «Πεπραγμένων τῆς 15ετίας 1919-1934 τῆς Στοᾶς Ἰωνία”» (σελ. 10), ὅπου ρητῶς ἀναφέρεται τοῦτο. Ὁ δ' ἀδελφός Ἀντώνιος Ἀθηνογένης, δεύτερος Σεβάσμιος τῆς Στοᾶς “Ἰωνία” στή Σμύρνη, ἀπό τούς στενούς συνεργάτες τοῦ Δεσπότη, ἀπό τό 1911, σέ συλλόγους καί Σωματεῖα, σέ λόγο του, μέ τήν εὐκαιρία τοῦ πανηγυρικοῦ ἑορτασμοῦ τῆς δεύτερης 15ετίας τῆς Στοᾶς Ἰωνία” στίς 10 Ἀπριλίου 1949, ἐβεβαίωσεν ἐπίσης ὅτι ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος, ὑπῆρξεν ἐνεργόν μέλος τῆς Στοᾶς Ἰωνία” τῆς σμυρναϊκῆς της τριετίας 1919-1922, δέν ἀνέφερεν ὅμως, ἄν εἶχε μυηθῆ στήν Στοά Ἰωνία” ἤ προηγουμένως -τό πιθανώτερο- σέ ἄλλη Στοά (“Μέλης” πχ. ἤ Κων)πολη ἤ ἀλλοῦ). Στίς συνεδρίες τῆς Στοᾶς ἦτο φυσικό νά μή παρευρίσκεται καί ὡς ἐκ τούτου, παλαιοί ἀδελφοί τῆς Σμύρνης τῆς Στοᾶς Ἰωνία” καί τῆς Στοᾶς “Mέλης”, πού πρό ἐτῶν τούς εἶχα ἐρωτήσει σχετικῶς (Ἀναστ. Γιαννακόπουλος, Κωνστ. Σπανούδης καί ἄλλοι) δέν ἦταν εἰς θέσιν νά μοῦ βεβαιώσουν παρουσίες του σέ συνεδρίες στή Στοά. Ἄς μή μᾶς διαφεύγῃ ὅμως καί τό γεγονός ὅτι ἱδρυτής στή Σμύρνη τῆς Στοᾶς “Ἰωνία”  καί πρῶτος Σεβάσμιος αὐτῆς ὑπῆρξεν ὁ Ἰωάννης Κωτούλας, Γραμματεύς τῆς Μητροπόλεως Σμύρνης, στενώτατα συνδεδεμένος μέ τόν Δεσπότη. Καί ἀκόμη αἰσθάνομαι τόν ἑαυτό μου ὑποχρεωμένο νά ἀναφέρω ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἀσφαλῶς ἐσέβετο καί ἐγνώριζε τόν Τεκτονισμό, γιατί συγγενεῖς καί φίλοι του στενοί ἐμυήθησαν στόν Τεκτονισμό» (Τεκτονικόν Δελτίον–Ἰανουαρίος–Ἀπρίλιος 1969, σελ. 26).
«...Εἰς ἐλαχίστας ἤδη χώρας ὁ Τεκτονισμός ἐξακολουθεῖ καί σήμερον νά συκοφαντῆται, ὅπως καί πρό τριῶν περίπου αἰώνων ἀπό ἄτομά τινα, πλήν τῆς Ἑλλάδος, ὅπου τόν ρόλον αὐτόν ἀνέλαβε ἡ Ἐκκλησία, καί νά θεωρῆται ὡς μειωτική ἡ ἰδιότης τοῦ τέκτονος. Ἀπόδειξιν τούτου ἀποτελεῖ καί ἡ ἐπιμονή ὡρισμένων κληρικῶν ὅπως “μέ τό στανιό” –καθώς ἔλεγεν ὁ Καθηγητής Μπαλᾶνος– τόν χαρακτηρίσουν “θρησκείαν” ἵνα δικαιολογήσουν τόν ζῆλον των.
»Οἱ ἐπιφανεῖς κληρικοί, ὅπως οἱ Πατριάρχαι ὁ Βασίλειος ὁ ἀπό Ἀγχιάλου, ὁ Μελέτιος Δ' καί ὁ Φώτιος, οἱ Μητροπολῖται Χρυσόστομος Σμύρνης ὁ ἐθνομάρτυς, ὁ Τραπεζοῦντος Χρύσανθος καί τόσοι ἄλλοι, οἵτινες ὑπῆρξαν τέκτονες, ἀσφαλῶς δέν θά ἠδύναντο νά ἐκπληρώσωσι τήν ἀποστολήν των πρός τό Ἔθνος καί τήν Ἐκκλησίαν, ἐάν διελάλουν τήν τεκτονικήν των ἰδιότητα, διότι θά ἦσαν θύματα μιᾶς εὐαρίθμου, πλήν καλῶς πρός τοῦτο ὠργανωμένης ζηλωτείας. Ἐξ ἄλλου, οἱ τέκτονες οὗτοι, οὐ μόνον οὐδέν ἔπραξαν, ἕνεκα τῆς ἰδιότητός των ταύτης, τό ἀντιβαῖνον πρός τήν Πίστιν ἀλλά καί ὑπῆρξαν ἀγλάϊσμα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, ἡ μή διαλάλησις τῆς τεκτονικῆς των ἰδιότητος ἦτο πρᾶξις συνέσεως καί προϋποθέσεως διά τήν ἀπρόσκοπτον ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματός των καί οὐδέν ἄλλο...» (Τεκτονικόν Δελτίον, τεῦχος Νοεμβρίου–Δεκεμβρίου 1970).
«”Ὁ μεγάλος μας τότε Πατριάρχης, ὁ Ἰωακείμ πού ἦταν τέκτων, μέσα σ’ αὐτά τά κρίσιμα χρόνια τοῦ ἀγώνα, προχειρίζει κι ἀποστέλλει στή Μακεδονία μιά σειρά ἀπό Μητροπολίτες πού μ' εὐγνωμοσύνη καί βαθύ σεβασμό θά θυμᾶται πάντα τό Ἔθνος. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς ἦταν κι ἕνας μεγάλος διδάσκαλος τοῦ γένους, ἀκαταπόνητος μαχητής, ὁ Χρυσόστομος Καλαφάτης, ὁ μετέπειτα περίφημος μητροπολίτης Σμύρνης, ὁ Ἐθνομάρτυρας.
»Γι’ αὐτό τόν ἀγώνα στόν ὁποῖο ὀφείλουν πολλές Μακεδονικές Στοές τήν ἵδρυσή τους καί τόν Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη, τόν Ἀδελφό καί Μακεδονομάχο, θά σᾶς μιλήσει ὁ ἑπόμενος ὁμιλητής”.
»Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἀδ. Δημήτρης Μποῦχος ἀπήγγειλε ἀπό τήν ἕκτη του ποιητική συλλογή τό ποίημα “Ἀδελφέ μου”, ἐνώ ὁ Ρήτωρ Σωτήριος Βουλγαράκης πού ἦταν ὁ κύριος ὁμιλητής, μίλησε μέ θέμα “Ὁ Χρυσόστομος Καλαφάτης” (ὁ Μητροπολίτης Δράμας, μετέπειτα Σμύρνης, Ἀδελφός, Μακεδονομάχος καί ἐθνομάρτυρας)» (Τεκτονικό Δελτίο Πυθαγόρας, τεῦχος Ἰανουαρίου–Μαρτίου 1988).
Σέ ἄλλο τεκτονικό δελτίο τόν «Πυθαγόρα» –τεῦχος 21, Ὀκτωβρίου -Δεκεμβρίου 1988–, δημοσιεύεται ὁμιλία του Σωτηρίου Βουλγαράκη σέ Λευκή Γιορτή πού ἔγινε τήν 3/10/1987 στή Στοά Θεσσαλονίκης μέ θέμα «Χρυσόστομος Καλαφάτης-Μακεδονομάχος» καί γίνεται ἀναφορά σέ μία ἐπιστολή τοῦ Χρυσοστόμου πρός τόν Ἐλευθ. Βενιζέλο, τόν ὁποῖο ὁ Σμύρνης προσφωνεῖ ὡς ἑξῆς:
 «Ἀγαπητέ φίλε καί ἀδελφέ κ. Ἐλευθέριε Βενιζέλε...».
Ἀξίζει στό σημεῖο αὐτό νά ἀναφέρωμε καί κάτι πού ἴσως νά ἐνδιαφέρη τούς ἀναγνῶστες μας· στό ὡς ἄνω τεκτονικό δελτίο ἔπεσε στήν ἀντίληψί μας στήν πρώτη σελίδα μία ἐνδιαφέρουσα ἀναφορά:
«ΔΩΡΕΑ ΤΕΚΤΟΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΔΙΑ ΤΑ ΑΝΑΓΚΑΣ ΤΟΥ ΑΙΘΙΟΠΙΚΟΥ ΛΑΟΥ.
Ἐπ' εὐκαιρία τῆς ὑπό τοῦ Τεκτονικοῦ Ἱδρύματος γενομένης δωρεᾶς ἀρχικῶς δρχ. 100.000 πρός τό Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας διά τάς ἀνάγκας τοῦ χειμαζομένου πληθυσμοῦ τῆς Αἰθιοπίας, ἐλάβομεν παρά τῆς Α.Θ.Π. τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Παρθενίου τήν κατωτέρω δημοσιευομένην εὐχαριστήριον ἐπιστολήν, τῆς ὁποίας τό κείμενον ἔχει ἀκολούθως:
ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
                                                                            Ἀθῆναι, 18.1.88
«Ἀγαπητέ Πρόεδρε κ. Χρ. Μανέα,
Νά μέ συγχωρήσετε, πού δέν σᾶς εὐχαρίστησα ἕως τώρα. Σήμερα εἶδα τόν Ἅγιον Ἀξώμης κ. Πέτρο, στόν ὁποῖο παρέδωκα τήν ἐπιταγήν τῆς δωρεᾶς σας, τοῦ Τεκτονικοῦ Ἱδρύματος Ἑλλάδος, τῶν 100.000 δραχμῶν.
Τά χρήματα θά δοθοῦν εἰς τήν Ἐκκλησίαν Αἰθιοπίας, εἰς τήν Ἀντίς Ἀμπέμπα, γιά τάς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ της, εἰς τάς περιοχάς, πού δεινοπαθοῦν...».
Ἴσως θεωρηθῆ ὅτι ἡ πιό πάνω ἀναφορά εἶναι ἐκτός τοῦ θέματος τό ὁποῖο ἐξετάζουμε, ἀλλά ἄν δώσωμε τήν δέουσα προσοχή γίνεται κατανοητό ὅτι πάντα ἡ μασονία εἶχε τόν τρόπο νά παρασύρη στά πλοκάμια της ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες, γεγονός πού πρέπει νά μᾶς ἀνησυχῆ ἰδιαίτερα καί νά μᾶς προβληματίζη!
Ἐπίσης στό τεκτονικό δελτίο “Πυθαγόρας”, τεῦχος 46-47, ἔτους 1994, στίς κοινές ἐργασίες τῶν Στοῶν ἀναφέρει:
«Τήν 9.2.93 μετά τῆς Σ. Στ. Ἑταιρεία τῶν Φιλικῶν” ἀρ. 116. Ὁμιλητής ὁ Σεβ. τοῦ “Mέλη” ἀδ. Παπαναστασόπουλος, μέ θέμα “Tρεῖς τέκτονες ἱεράρχες στὸν Μακεδονικό ἀγώνα”.
Tήν 9.3.93 μετά τῆς Σ. Στ. “Παῦλος Μελάς” ἀρ. 134. Ὁμιλητής ὁ Σεβ. τῆς Στ. “Mέλης” ἀδ. Ἀντων. Παπαναστασόπουλος μέ θέμα Xρυσόστομος Σμύρνης - Ὁ Ἅγιος Τέκτων”».
    Ὡς μέλος τῆς Στοᾶς “Ἰωνία” Σμύρνης, ἀναφέρεται ἐπίσης καί «ὁ Χρυσόστομος Καλαφάτης Μητροπολίτης Σμύρνης» καί στήν Μασονική Ἐγκυκλοπαίδεια Ν. Λάσκαρι, σελ. 5061 (Ἐπιστ. Νικ. Ψαρουδάκη -12/11/1992 στόν “Ὀρθόδοξο Τύπο”).
Εἶναι ἀδύνατον νά δεχθοῦμε τόν ἰσχυρισμό ὅτι ὁ Χρυσόστομος δέν ἐγνώριζε τί εἶναι ἡ μασονία καί ποῖον προσκυνᾶ ὡς θεό της. Αὐτός δηλαδή, ὁ ὁποῖος εἶχε τόσες γνώσεις, αὐτός ὁ ὁποῖος ἠσχολεῖτο μέ ὅλα καί ὁμολογουμένως ἦτο εὐφυέστατος, εἶχε ἄγνοια διά ἕνα τόσο σοβαρό θέμα; Ὁ ἁπλός λαός τῆς Σμύρνης θεωροῦσε τήν μασονία ὡς κάτι δαιμονικό καί ὁ ἐπίσκοπός της ἦτο δυνατόν νά ἔχη παντελῆ ἄγνοια; Διά νά ἰδοῦμε τό πῶς θεωροῦσαν τήν μασονία οἱ κάτοικοι τῆς Σμύρνης, τήν ἐποχή ἐκείνη καί προγενέστερα, μεταφέρουμε ἕνα κομμάτι ἀπό τό βιβλίο τοῦ Χρήστου Σολομωνίδη «Σμυρναϊκά σημειώματα»:
 «...Στίς ἑλληνικές ἀστικές τάξεις τῆς Σμύρνης, κατά κανόνα, καί γενικά στίς λαϊκές –ὅπως ἄλλως τε καί σ'ὅλη την Ἑλλάδα– ὁ τεκτονισμός ἐθεωρεῖτο κάτι τό ἀνίερο καί κακό. Ἐπίσης κι ὁ «φραμασῶνος», ὅπως ἀποκαλοῦσαν στή Σμύρνη τόν τέκτονα, ἐθεωρεῖτο συνώνυμος μέ τόν ἄπιστο, τόν ἄπατρι, τό βέβηλο, τό συνωμότη, τόν ἀντίχριστο καί ὁπαδό τοῦ Σατανᾶ. Στή δημιουργία τῆς γνώμης αὐτῆς στή Σμύρνη συνετέλεσε, ἐκτός ἀπό τό «μυστηριῶδες» τοῦ τεκτονισμοῦ, καί τό γεγονός ὅτι οἱ περισσότεροι ἐκεῖ τέκτονες ἦσαν προτεστάντες (διαμαρτυρόμενοι), πού ἔκαναν συστηματική προπαγάνδα νά προσηλυτίσουν Ὀρθοδόξους στόν προτεσταντισμό...» (σελ. 57).
«...Παρά τή μεγάλη ἀντιπάθεια τῶν Ἑλλήνων τῆς Σμύρνης πρός τόν τεκτονισμό, οἱ σμυρναϊκές ἐφημερίδες συχνά ἀνέγραφαν εἰδήσεις καί σχόλια γιά τήν ἀγαθοεργό δράση τῶν ἐκεί στοῶν. Κι αὐτό γιατί οἱ Σμυρναῖοι τέκτονες μέ χρήματά τους συντηροῦσαν σχολεῖα, ἐνίσχυαν φιλανθρωπικά ἱδρύματα καί γενικά ἐρχόνται ἀρωγοί στά θύματα κάθε θεομηνίας...» (σελ. 61).
«Τό ἑπόμενο ἔτος (1867) δίδεται χορός ἀπό τούς τέκτονες τῆς Σμύρνης “ὑπέρ τῶν πτωχῶν τῆς πόλεως. ...Στό χορό ὅμως αὐτό καμμιά σχεδόν ἑλληνική οἰκογένεια τῆς Σμύρνης δέν παρευρέθηκε, καί ἡ "Ἀμάλθεια”, στό φύλλο της τῆς 17 Φεβρουαρίου 1867, μέ κάποια χαρά, ἐπισημαίνει τό γεγονός κι ἐπαινεῖ τίς ἑλληνικές οἰκογένειες γιά τή μή συμμετοχή τους: “Tήν Τρίτην ἐγένετο ὁ προαγγελθείς Μασωνικός χορός, ἀλλά τό ἀποτέλεσμα αὐτοῦ, καθόσον ἀφορᾶ τὀν εὐεργετικόν σκοπόν, ἔτι δέν ἐμάθαμεν. Διά λόγους εὐγενεῖς καί ἀξιεπαίνους ἑλληνικαί οἰκογένειαι δέν παρευρέθησαν εἰς τόν χορόν τοῦτον ἐκτός ἐλαχίστων”. Ὁ χορός, κατά τήν ἐφημερίδα “Ἐμπαρσιάλ”, ἀπέδωκε 220 λίρες, ἀπ' τίς ὁποῖες καθαρές ἔμειναν 85, πού μοιράστηκαν σέ φτωχές οἰκογένειες”. ...”Ἐπίσης καί ἡ ἑλληνική στοά “Φοῖνιξ” ἐνίσχυε οἰκονομικά τό Παρθεναγωγεῖο. Γιά τό σκοπό αὐτό ὠργάνωνε, κάθε χρόνο, φιλανθρωπικό τεκτονικό χορό...» (sελ. 62, 63, 65).
Ὅταν ὁ ἑλληνικός στρατός κατέλαβε τήν Σμύρνη τό 1919 καί προχωροῦσε στή Μ. Ἀσία, ἡ στοά Ἰωνία” ἔστειλε συγχαρητήριο ψήφισμα στόν ἀρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Ἀναφέρουμε τό κομμάτι αὐτό ὡς σχετικό μέ τό ὑπό ἐξέτασι θέμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Χρ. Σολομωνίδη «Σμυρναϊκά Σημειώματα», καθώς καί τή στάσι τῶν μασόνων ἔναντι τῶν Ἑλλήνων κατά τήν μικρασιατική καταστροφή:
«...Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ τρέχοντος  αἰῶνα οἱ σμυρναϊκές ἐφημερίδες εἶναι ἐπιφυλακτικές στήν ἀναγραφή τεκτονικῶν εἰδήσεων. Γνωστόν εἶναι μόνο ὅτι ἀπό τό 1912 ἕως τό 1922 οἱ ἑλληνικές τῆς Σμύρνης στοές στεγάζονταν σέ μεγάλο διαμέρισμα στή δίοδο (βερχανέ) Ἀλιόττι.
Ὅταν ὁ ἑλληνικός στρατός προχωροῦσε στό ἐσωτερικό τῆς Μικρασίας κι ἐλευθέρωνε τό ἐκεῖ ὑπόδουλο Ἑλληνισμό, ἡ ἑλληνική στοά Ἰωνία” γιόρτασε πανηγυρικά τό ἐθνικό αὐτό γεγονός. Δυό μέλη της, ὁ ἰατρός Σοφοκλῆς Ἀναστασιάδης καί ὁ ἀρχιτέκτων Δημοσθένης Ἀποστολίδης, ἐπισκέφθηκαν τόν Σμυρναῖον Ἀρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο καί τοῦ ἐπέδωκαν ἐκ μέρους τῆς στοᾶς συγχαρητήριο ψήφισμα.
Κατά τή Μικρασιατική Καταστροφή οἱ Τοῦρκοι τέκτονες τῆς Σμύρνης, καθώς καί οἱ περισσότεροι ἐκεῖ Εὐρωπαῖοι, ἐλησμόνησαν τίς ἐπαγγελίες τῶν Στοῶν τους: “ἀλληλεγγύη”, “ἀλληλοβοήθεια”, “δικαιοσύνη”, καί φάνηκαν σκληρά, ἀπάνθρωπα καί ἀνοικτίρμονα πρός τούς διωκόμενους καί σφαζόμενους Ἕλληνες καί Ἀρμενίους. Στή φοβερή ἐκείνη σφαγή καί τόν ξολοθρεμό κανείς ἀπό τούς Τούρκους τέκτονες δέν κινήθηκε γιά νά σώσει καί προφυλάξει τούς καταδιωκομένους Ἕλληνες.
Ἔτσι ἀποδείχθηκε ὅτι οἱ μεγάλοι λόγοι καί τά ἀνθρωπιστικά συνθήματα, γιά τούς Τούρκους τοὐλάχιστον τέκτονες καί τούς περισσότερους Εὐρωπαίους τῆς Σμύρνης, ἦσαν κοῦφα καί κενά καί πώς μόνα καί ἀθάνατα ρήματα εἶναι καί παραμένουν ἐκεῖνα πού πρόφεραν τά χείλη τοῦ γλυκυτάτου Ναζωραίου: “Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους”, “Ἀγαπᾶτε καί τούς ἐχθρούς ὑμῶν ὡς ἑαυτούς”. Αὐτά μόνον κατατείνουν πρός τήν ἠθικήν τελειότητα καί αὐτά μόνον ἀποτελοῦν καί πρέπει νά ἀποτελοῦν τό λαμπερό ὁδηγητικό φῶς τῆς ἀνθρωπότητας...» (σελ. 70).
Ἐπιπρόσθετα ἀναφέρουμε κάτι πού βρήκαμε στό βιβλίο τοῦ Γενικοῦ προξένου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν στή Σμύρνη, George Horton, μέ τίτλο “Ἡ Κατάρα τῆς Ἀσίας”:
«Ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος ἦλθε στό Προξενεῖο λίγο πρίν ἀπ' τόν θάνατό του μαζί μέ τόν Ἀρμένιο Ἀρχιεπίσκοπο. Ὁ Χρυσόστομος φοροῦσε μαῦρα ράσα. Τό πρόσωπό του ἦταν ὠχρό. Ἦταν ἡ τελευταία φορά πού εἶδα τό σεβάσμιο καί εὔγλωττο αὐτόν ἄνδρα ζωντανό. Ἦταν σταθερός φίλος τῶν Ἀμερικανῶν καί τῶν Ἀμερικανικῶν Ἱδρυμάτων καί χρησιμοποιοῦσε ὅλη του τήν ἐπιρροή μαζί μέ τήν Κυβέρνηση καί τόν κλῆρο χάρις τῆς ἐνισχύσεως τῶν σχολείων μας, τῆς Υ.W.C.Α. καί τῆς Υ.Μ.C.Α. μας. Ἀμφιβάλλω ἄν ὑπάρχει κανείς ἀπ' τά μέλη τῶν Ἱεραποστολῶν μας πού θά ἀμφισβητοῦσε αὐτή τή βεβαίωσή μου. Ἐπισκεπτόταν ὅλα αὐτά τά ἱδρύματα καί συχνά μιλοῦσε στά μέλη τους... Ὁ Σεβασμιώτατος Χρυσόστομος ἐπιθυμοῦσε τήν ἕνωση τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν μέ κοινές προσπάθειες στό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί τήν καλύτερη ἐκπαίδευση τοῦ κλήρου στήν Ἀνατολή...» (sελ. 93).
Ἀναφέρουμε ἐπίσης στό σημεῖο αὐτό, ὡς σχετικό μέ αὐτό τό θέμα καί τήν ἐπιστολή τοῦ Χρυσοστόμου πρός τόν πρόεδρο τῆς ΧΑΝ, ὅπως εἶναι καταχωρημένη στό ἀρχεῖο του:
«Εὐγενέστατε καί ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ Κύριε Jοhn Μοtt, Πρόεδρε τῆς Παγχριστιανικῆς Συνόδου τοῦ Πεκίνου καί τῆς Παγκοσμίου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος τῶν Νέων,
»Μετ' ἄκρας συγκινήσεως ἀναμιμνῄσκομαι τοῦ λαμπροῦ ἔργου, τό ὁποῖον μετά τόσου ζήλου καί προθυμίας ἐπί σειράν ἐτῶν ἐξακολουθεῖτε ἀνενδότως καί ἐνδελεχῶς ἐπιτελοῦντες πρός διάδοσιν τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἰς τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένους λαούς. Ἀπό τῆς εὐτυχοῦς δέ ἡμέρας τῆς γνωριμίας καί συνεργασίας ἡμῶν ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ Κυρίου ἐν Σμύρνῃ οὐ παύομαι ἀναμιμνῃσκόμενος τό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: “Ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τ' ἀγαθά!” (Ρωμ. 10,15). Καί μακαρίζω ἐμαυτόν διότι ἔτυχον τῆς ἐξαιρέτου εὐνοίας νά γνωρισθῶ μετά τοιούτου ζηλωτοῦ ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ Κυρίου ἐργάτου. Καί οὕτως ὁ σπόρος τοῦ Εὐαγγελίου κατά τήν παραβολήν τοῦ Κυρίου ἐξακολουθεῖ διαδιδόμενος καί παράγων τούς εὐχύμους καρπούς του εἰς μακρυνάς χώρας· καί ἄν ζιζάνια καί βλαπτικά παράσιτα παρακωλύσωσιν ἐκ χώρας τινός τήν βλάστησίν του, διά ζηλωτῶν ἀνδρῶν ἐξακολουθεῖ βλαστάνων καί καρποφορῶν εἰς ἄλλας χώρας, τάς ὁποίας παραδίδει εἰς τήν ἐξημέρωσιν καί τόν πολιτισμόν.
»Δέν ἀμφιβάλλω ὅτι καί ἡ πρός ἡμᾶς καί τό ταπεινόν ἐνταῦθα Χριστιανικόν ἔργον μας ἀγάπη ἐκ μέρους Ὑμῶν εἶνε ἀμοιβαία παρ' ὅλα τά εἰς ἡμᾶς παρεμβαλλόμενα παντοῖα προσκόμματα ἐκ μέρους τοῦ Πονηροῦ καί Ἀντιχρίστου.
»Τώρα δέ, ὁπότε ἡ εὐαγγελική Ὑμῶν δραστηριότης κρούει τάς θύρας ἀπεράντου αὐτοκρατορίας καί χώρας διατελούσης εἰσέτι ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου, τῆς Κίνας, διά τῆς συγκλήσεως Συνεδρίου τῆς Χ.Α.Ν. ἐν Πεκίνῳ ὑπό τήν προεδρίαν Ὑμῶν, ἵνα θέσῃ τάς βάσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὁλοκλήρου τοῦ Ἀσιατικοῦ κόσμου, θέλω νά πιστεύω ὅτι θά στραφῇ ἡ προσοχή Ὑμῶν καί πρός τάς ἡμετέρας ἐδῶ Ἀσιατικάς χώρας, ἔνθεν ὡς ἐκ πηγῆς ἀρχικῆς διεχύθη τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου εἰς ὅλον τόν κόσμον...
»Διά τόν λόγον τοῦτον, τηρῶν ἀνεξάλειπτον γλυκεῖαν ἀνάμνησιν τῆς μεθ' Ὑμῶν βραχυχρονίου πλήν καρποφόρου συνεργασίας, καί παρακολουθῶν μετ' ἀδιαπτώτου ἐνδιαφέροντος τό ἔργον Ὑμῶν καί ἐν συνεργασίᾳ ἀκραιφνοῦς εἰλικρινείας ἐπεκτείνων αὐτό ἐν ταῖς χώραις ταύταις τῶν Ἑπτά Λυχνιῶν τῆς Ἀποκαλύψεως μετά τοῦ ἐνταῦθα παραρτήματος τῆς Χ.Α.Ν. καί τῶν ἐν Χῷ συνεργατῶν κ. Εr Jαcοb καί τῶν σύν αὐτῷ, φρονῶ ὅτι εἷς ἐγκάρδιος χαιρετισμός ἐκ μέρους τοῦ διαδόχου τοῦ ἀγγέλου τῆς Ἐκκλησίας Σμυρναίων, πιστῆς ἄχρι θανάτου καί λαχούσης διά τοῦτο τόν στέφανον τῆς ζωῆς, διαβιβαζόμενος διά στόματος τοῦ εὐγενοῦς Προέδρου, τῆς Ὑμετέρας δηλονότι Ἐντιμότητος, εἰς ἅπαντα τά μέλη τοῦ Παγκοσμίου Συνεδρίου τῶν Χριστιανῶν τῶν συνερχομένων πρός δόξαν Χριστοῦ ἐν Πεκίνῳ, θέλει εἶσθαι συντελεστικός εἰς εὐόδωσιν τοῦ ἔργου Ὑμῶν...
»Ὑπό τήν προϋπόθεσιν ταύτην ἀποστέλλοντες τόν χαιρετισμόν τῶν Ἑπτά Λυχνιῶν τῆς Ἀποκαλύψεως, εὐχόμεθα αἱ ἐργασίαι τοῦ Συνεδρίου νά καρποφορήσωσι πλουσίως εἰς δόξαν Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
                Ἐπί τούτοις διατελῶ μετ' ἀδελφικῶν εὐχῶν
                            Ἐν Σμύρνῃ τῇ 27ῃ Δεκεμβρίου 1921
                                        Ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος.
(Ἀπό τό ἀρχεῖο πού διεσώθη ἀπό τόν Μητροπολίτη Αὐστρίας Χρυσ. Τσίτερ, Γ' τόμος, σελ. 131 -134).
Διά νά δείξωμε ὅτι ἡ σχέσις τοῦ Χρυσοστόμου μέ τήν Χ.Α.Ν. ὑπῆρξε ἀπό τήν ἀρχή τῆς παρουσίας του στήν Σμύρνη, ἐπισυνάπτουμε στό σημεῖο αὐτό μία ἀκόμη ἐπιστολή του πρός τόν Πατριάρχη, ἡ ὁποία μιλάει ἀπό μόνη της, χωρίς περαιτέρω σχόλια:
«Παναγιώτατε,
Πρό τινων ἡμερῶν διελθών διά τῆς ἡμετέρας πόλεως ὁ ἐν τῇ Ὑμετέρᾳ Θειοτάτῃ Παναγιότητι γνωστός Ἀμερικανός κ. Jοhn Μοtt, ὅν ὑπεδέχθημεν πρεπόντως καί ὅστις ἐποιήσατο καί σχετικήν πρός τό παρ’ Αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενον ἔργον διάλεξιν, ἀνεκοίνωσέ μοι ὅτι λίαν προσεχῶς ἐν τῇ Βασιλευούσῃ συγκροτηθήσεται μέγα διεθνές Χριστιανικόν συνέδριον, εἰς ὅ παρεκάλεσεν ὅπως καί ἡ ἡμετέρα Κοινότης ἀποστείλῃ ἀντιπρόσωπον. Ἀποβλέψας εἰς τόν ἱερόν σκοπόν τοῦ συνεδρίου καί λαβών ὑπ' ὄψιν ὅτι καί ἡ Ὑμετέρα Θειοτάτη Παναγιότης ἐγκρίνει τήν εἰς αὐτό συμμετοχήν καί κληρικῶν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἤδη, ὡς ἀνεκοίνωσέ μοι ὁ κ. Μοtt, ὥρισεν Αὕτη ὡς ἀντιπρόσωπον Αὐτῆς τόν Θεοφιλέστατον βοηθόν Ἐπίσκοπόν μου Ἅγιον Τράλλεων κ. Χρυσόστομον, ὅστις καλῶς ὤν κατηρτισμένος καί ἰδιαιτέρως μελετήσας τάς τοιαύτας τῶν ξένων θεολόγων ἐργασίας, πέπεισμαι ὅτι θά ἀντιπροσωπεύσῃ ἀξίως τήν ἐνταῦθα ὁμογένειαν.
 Ἐξαιτούμενος τήν πρός τοῦτο κυριαρχικήν τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος ἄδειαν, μετά τῆς θερμῆς παρακλήσεως ὅπως ἀποσταλῇ αὕτη διά τό ἐπεῖγον τοῦ πράγματος μίαν ὥραν τάχιον, θεοδιατελῶ.
Ἐν Σμύρνῃ τῇ 20 Ἀπριλίου 1911
Τῆς ἡμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος
Ἐλάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφός
Ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος

(Ἀρχεῖο Χρυσοστόμου, Τόμ. Β, σελ. 7).

Μᾶς προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἐντύπωσι μετά ἀπό ὅλα αὐτά τό ὅτι ἐνῶ ἡ Μητρόπολις τῆς Σμύρνης τόν καιρό τοῦ Χρυσοστόμου ἦτο ἕνα ξέφραγο ἀμπέλι πού τό ἀλώνιζαν οἱ αἱρετικοί, αὐτός τούς θεωροῦσε συνεργάτες του καί διαδόχους τῶν Ἀποστόλων! Ταυτόχρονα θεωροῦμε ὅτι ἐπιβάλλεται στό σημεῖο αὐτό, γιά ὅσους δέν γνωρίζουν τί ρόλο παίζουν αὐτά τά ἱδρύματα πού προανεφέρθησαν καί μέ τά ὁποῖα ὁ Χρυσόστομος εἶχε στενές σχέσεις, νά παρουσιάσωμε ὁρισμένα στοιχεῖα ἀπό τό βιβλίο τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιμανδρίτου π. Χαρ. Βασιλόπουλου, Ὁ οἰκουμενισμός χωρίς μάσκα”:
 «...Ὁ πρῶτος πρόγονος τῆς σημερινῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ἐμφανίσθηκε περί τά μέσα τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Τό 1844 στό Λονδῖνο κάποιος Γεώργιος Οὐΐλλιαμς ἵδρυσε τήν Υ.Μ.C.Α., δηλαδή τήν «Xριστιανική Ἀδελφότητα Νέων», τήν γνωστήν «X.Α.Ν.». Ἡ Ὀργάνωσις αὐτή, διά τούς νέους, κατώρθωσε νά ξαπλωθῆ πολύ σύντομα σ' ὅλον τόν κόσμο. Τό 1952 ἀριθμοῦσε 10.000 παραρτήματα καί τέσσαρα ἑκατομμύρια μέλη... Τό 1855, δηλαδή ἕνδεκα χρόνια μετά τήν ἵδρυσιν τῆς Χ.Α.Ν. (Υ.Μ.C.Α.), ὀργανώθηκαν στήν Ἀγγλία καί δύο σωματεῖα γυναικῶν. Στή Νότιο Ἀγγλία μία νέα ὀνόματι Ἔμμα Ρόμπαρτς, ἵδρυσε ἕνα κ ύ κ λ ο, μέ σκοπό τήν συνάντησι γιά προσευχή. Στό Λονδίνο ἐξ ἄλλου μιά κυρία, ὀνόματι Κίννερντ, ἵδρυσε ἕνα σωματεῖο γιά νεαρές κυρίες, μέ σκοπό τήν πρακτική φιλανθρωπία. Τά δύο σωματεῖα ἑνώθηκαν τό 1894 εἰς ἕνα, καί πῆραν καί αὐτά τ' ὄνομα Υ.W.C.Α., δηλαδή «Xριστιανική ἕνωσις Νεανίδων» Χ.Ε.Ν.
»Ἡ Χ.Α.Ν. καί Χ.Ε.Ν. δέν εἴχανε κανένα εἶδος δικοῦ τους δόγματος. Εἴχανε ὅμως μιά ἀσαφῆ, ἀνακριβῆ καί ἡμιχριστιανική ἰδεολογία. Εἴχανε μία κοσμοθεωρία οὐμανιστική... Οἱ ἀδογμάτιστες, ἔστω, αὐτές ὀργανώσεις, “ἐγαλουχήθησαν”, δυστυχῶς, ἀρκετές γενεές, μέσα σέ μιά ἀδιαφορία καί χλιαρότητα πίστεως. Ἀρκετές γενεές μεγάλωσαν μέσα σ' ἕνα ψεύτικο Χριστιανισμό. Τό ξεκίνημα, λοιπόν, τῶν ξενοκινήτων σκοτεινῶν δυνάμεων καί ἡ ἀρχή γιά τήν φθορά τῆς πίστεως στήν “Mία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία” εἶχε γίνει.
»Ἀλλά ἐξηγεῖται αὐτή ἡ δογματική ἀδιαφορία καί ἡ χλιαρότης περί τήν Πίστιν τῆς Χ.Ε.Ν. καί τῆς Χ.Α.Ν. ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ ὀργανώσεις αὐτές ἐπηρεάζονται ἀπό τήν Μασωνία... Πρέπει καί πάλιν ἐδῶ νά τονίσωμε, ὅτι ἡ Μασωνία δέν δημιουργεῖ μόνο Ὀργανώσεις, γιά τήν ἐπιτυχία τῶν σκοτεινῶν σκοπῶν της, ἀλλά καί προσπαθεῖ νά μπῆ σέ ἕτοιμες Ὀργανώσεις καί Ὀργανισμούς, πού ἔχουν κάποια ἀκτινοβολία, γιά νά βάλη ἐπιτελεῖς δικούς της ἀνθρώπους. Τό δεύτερο βῆμα εἶναι νά κάνη τίς Ὀργανώσεις αὐτές ὄργανά της γιά τήν ἐπιτυχία τῶν σκοτίων σκοπῶν της καί τώρα νά ἐπιτύχη τήν Ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν.  Ἡ Χ.Α.Ν., ὅπως γράφει καί ἡ “θρησκευτική ἠθική ἐγκυκλοπαίδεια”,”«εἰς πολλά σημεῖα ὑπῆρξε πρωτοπόρος. Συνέβαλε εἰς τήν παγκόσμιον Ἱεραποστολικήν κίνησιν καί τήν προσέγγισιν τῶν Ἐκκλησιῶν”. Αὐτός ὅμως εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ Οἰκουμενισμοῦ...» (sελ. 51,52,53).
Ταυτόχρονα ἄς ἀναφέρωμε τί εἶπε καί ἕνας μεγάλος ἀγωνιστής κατά τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε πολύ μέ τό θέμα τῆς ἁγιοποιήσεως τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, ὁ κ. Νικ. Ψαρουδάκης :
«Αὐτό πού βγῆκε ἀπό ὅλο αὐτό τό θέμα, εἶναι πάντως σημαντικό καί πρέπει νά μελετηθεῖ σοβαρά ἀπό αὐτούς πού πιστεύουν στήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό:         Χάσαμε τήν Μικρά Ἀσία, γιατί “οἱ ἐπίλεκτοι ἐκπρόσωποι τῆς ἡγεσίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ” εἶχαν ἁλωθεῖ ἀπό τίς Σκοτεινές δυνάμεις καί τἄχαν πουλήσει ὅλα στό σατανᾶ! Τά τυφλοπάνια καί τά κατεβασμένα ρολά τῆς Στοᾶς, ἔφεραν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ καί οἱ Τοῦρκοι-Φιλισταῖοι τοῦ 1922, ἁπλῶς ὑπῆρξαν οἱ ἐκτελεστές τῆς καταδίκης! Ἡ Στοά “ΙΩΝΙΑ” ἔφαγε ὅλη τήν Ἰωνία!» (Ἐφημερ. Ὀρθόδοξος Τύπος Νοεμβρ. 1992).
Ἐάν ἐμβαθύνωμε λίγο στά γεγονότα θά καταλάβωμε πώς ἔχει ἀπόλυτο δίκιο.
Συμπεραίνουμε λοιπόν σύμφωνα μέ τά ὅσα ἐγράψαμε, ὅτι ἡ μασονία καί τά παρακλάδια της ὠργίαζαν κυριολεκτικῶς στή Σμύρνη καί κατά τήν ἐποχή τοῦ Χρυσοστόμου, ὅτι ἦταν μισητή στόν πολύ λαό, ὁ ὁποῖος τήν ἐλόγιζε σάν κάτι δαιμονικό, ὅτι τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρχαν στή Σμύρνη ἄνω τῶν δέκα μασονικῶν στοῶν ἑλληνικῶν καί ξένων. Ὅτι στενότατοι συνεργάτες τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπως ὁ Ἰωάν. Κωτούλας, ὁ Ἀντ. Ἀθηνογένης ἦσαν ἡγετικά στελέχη τῆς μασονίας καί ὡμολόγησαν σέ ὁμιλίες των ὅτι ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης ἦτο Μασόνος, μέλος τῆς στοᾶς “Ἰωνία” κατά τήν τριετία 1919-1922. Οἱ μασόνοι ἰσχυρίζονται ἀκόμη ὅτι πολλοί συγγενεῖς καί φίλοι τοῦ Χρυσοστόμου ἐμυήθησαν στόν τεκτονισμό.
Ἐνῶ σέ ὅλα τά θέματα ὁ Χρυσόστομος ἦτο λαλίστατος καί αὐστηρός, διά τήν μάστιγα αὐτή τῆς Σμύρνης οὐδέποτε ὡμίλησε, οὐδέποτε τήν ἐκατηγόρησε, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες αἱρέσεις, διά τά ὁποια, ὅπως προαναφέραμε, ὡς ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος θά ἔπρεπε νά ὁμιλῆ καθημερινῶς. Οἱ μασόνοι τόν ἐκθειάζουν ὡς μέλος καί ἀδελφό δικό τους, τόν ὀνομάζουν «Ὁ Ἅγιος Τέκτων» καί ὑπονοοῦν ὅτι ἔφθασε σ' αὐτό τόν ἡρωϊσμό καί στό ὕψος τῆς ἁγιότητος λόγῳ ἀκριβῶς τῆς μασονικῆς του ἰδιότητος. Ἐπίσης λέγουν ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἔκρυβε τήν μασονική του ἰδιότητα, διότι ὑπῆρχε αὐτή ἡ προκατάληψις τοῦ λαοῦ ἐναντίον τῆς μασονίας καί, ἄν ἀπεκαλύπτετο ἡ μασονική του ἰδιότης, δέν θά μποροῦσε νά ἀσκήση τά καθήκοντά του ὡς Μητροπολίτης Σμύρνης. Ἐπίσης ἀναφέρουμε ὅτι καί οἱ Τοῦρκοι μασόνοι καί οἱ Εὐρωπαῖοι στή Σμύρνη δέν ἐσεβάσθησαν αὐτά τά ὁποῖα διεκήρυτταν καί ἄφησαν νά σφαγιασθῆ ὁ λαός ἀπό τούς Τούρκους, προδίδοντας συνεπῶς ἔτσι τόν Χρυσόστομο χάριν τῶν σκοτεινῶν σκοπῶν τῆς μασονίας.
Συνοψίζοντας τό κεφάλαιο περί τῶν κατηγοριῶν διά τή σχέσι τοῦ Χρυσοστόμου Καλαφάτη μέ τή μασονία λέγομε τά ἑξῆς:
1. Ὑπάρχουν σοβαρές κατηγορίες ἐκ μέρους τῶν μασόνων ὅτι ἦτο μασόνος καί μέλος τῆς στοᾶς «Ἰωνία» τουλάχιστον κατά τήν τριετία 1919-1922.
2. Στενότατοι συνεργάτες του στήν μητρόπολι ἦταν ἡγετικά στελέχη τῆς μασονίας.
3. Οὐδέποτε κατηγόρησε τήν μασονία ἄν καί ἡ Σμύρνη κατά τήν περίοδο τοῦ Χρυσοστόμου εἶχε δέκα τουλάχιστον μασονικές στοές.
4. Ἡ ὅλη ζωή του καί ἡ διδασκαλία του ἐναρμονίζεται πλήρως μέ τά «πιστεύω» τῆς μασονίας.
5. Οὐδέποτε οἱ μασόνοι διεκδίκησαν ὡς μέλη τους ἀνθρώπους αὐστηρούς στήν πίστι ἤ ἀνθρώπους πού ἐπολέμησαν τή μασονία. 
 Πάντως, κλείνοντας τό θέμα αὐτό τό σχετικό μέ τή μασονία καί τόν Χρυσόστομο, σημειώνουμε ὅτι αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἐχάρηκαν πρῶτοι καί διετράνωσαν τήν ἁγιοποίησι τοῦ Χρυσοστόμου ἦσαν οἱ μασόνοι, δεύτεροι οἱ Προτεστάντες καί οἱ Παπικοί καί τρίτοι οἱ «Ὀρθόδοξοι» οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι στό ἑξῆς θά τόν προβάλλουν σάν τόν ἅγιο τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἀγάπης διά τήν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν» στή θέσι τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καί τοῦ Ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Οἱ μασόνοι ἰδιαίτερα θά τόν προβάλλουν ὡς συνδετικό τους κρίκο μέ τήν Ἐκκλησία, ἐφ' ὅσον ἡ ἁγιοποιήσασα τόν Χρυσόστομο Σύνοδος τούς ἔδωσε αὐτή τή χαρά, νά ἀποκτήσουν ἕναν «Ἅγιο», ὁ ὁποῖος κατ' αὐτούς ἁγίασε λόγῳ καί τῆς μασονικῆς του ἰδιότητος.

Όσιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης

Mar_2


Εορτάζει στις 4 Μαρτίου εκάστου έτους.
 


Βιογραφία
 
Ο Όσιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης γεννήθηκε στη Λυκία τον 5ο αιώνα μ.Χ. από ευσεβείς και ταπεινούς γονείς και εκ βρέφους αφιερώθηκε στον Θεό.
Σε νεαρή ηλικία ασπάσθηκε την αίρεση των Μονοφυσιτών παρασυρόμενος από τους οπαδούς του αιρετικού ψευδοπατριάρχη Θεοδοσίου, φανατικού μονοφυσίτου Αιγύπτιου μοναχού, ο οποίος κατά την απουσία του Πατριάρχη Ιουβεναλίου (422–458 μ.Χ.), βοηθούμενος και υπό της βασιλίσσης Ευδοκίας (βλέπε 13 Αυγούστου) –προ της μεταστροφής της στα ορθόδοξα δόγματα
, κατόρθωσε να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων και να προβεί σε ανεκδιήγητες σκληρότητες επί είκοσι μήνες (451–453 μ.Χ.).
Ακόμη κι αυτός ο πανίερος ναός της Αναστάσεως έγινε θέατρο απερίγραπτων σκηνών και επιπλέον η ταραχή εξαπλώθηκε ανά την Παλαιστίνη.

Οι Μονοφυσίτες δεν παραδέχονται ότι στο πρόσωπο του Χριστού έχουν ενωθεί η θεία και η ανθρώπινη φύση «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως», αλλά ισχυρίζονται ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε την ανθρώπινη φύση Του και επομένως ο Χριστός έχει μόνο μια φύση.

Γρήγορα όμως ο Όσιος Γεράσιμος κατάλαβε το λάθος του, επειδή ήταν άνθρωπος με καλή προαίρεση και ταπεινό φρόνημα. Είχε την καλή συνήθεια να επισκέπτεται και να συμβουλεύεται για πνευματικά αγιασμένους ανθρώπους. Από ένα λόγιο ασκητή που ονομαζόταν Ευθύμιος και ασκήτευε στην έρημο του Ρουβά, διδάχθηκε την αλήθεια και για τις δύο φύσεις του Χριστού, κατάλαβε το λάθος του και επέστρεψε και πάλι στην Εκκλησία.

Στη συνέχεια εκάρη το 451 μ.Χ. μοναχός στην έρημο του Ιορδάνου, όπου ασκήθηκε στην ησυχία. Αργότερα, όταν συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοί μοναχοί, οι οποίοι ζητούσαν την φωτισμένη καθοδήγησή του, ίδρυσε κοινοβιακή μονή κοντά στην πόλη Βαϊθαγλά.

Ο Όσιος Γεράσιμος ήταν αυστηρός, αλλά μόνο στον εαυτό του. Στους άλλους ήταν ευπροσήγορος και επιεικής. Έτρωγε λίγο, όσο χρειαζόταν για να συντηρείται στη ζωή, και κοιμόταν επίσης πολύ λίγο. Μάλιστα δίδασκε ότι όποιος θέλει να ζήσει περισσότερο πρέπει να κοιμάται λιγότερο, διότι ο πολύς ύπνος κάνει το σώμα τρυφηλό και άρα ανίσχυρο στους κόπους και ευάλωτο στις ασθένειες.

Η διδασκαλία του Οσίου Γερασίμου για τον ύπνο είναι ουσιαστικά λόγος για την άσκηση. Με τον περιορισμό του ύπνου και την εγκράτεια συνηθίζει η σάρκα (το σαρκικό φρόνημα) να υποτάσσεται στο πνεύμα. Με την άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή, ιδίως με την μονολόγιστη ευχή, το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με» ο νους συγκεντρώνεται στο χώρο της καρδιάς, που είναι η φυσική του θέση και αποκτά αδιάλειπτη μνήμη του Θεού.

Τόσο πολύ απέκτησε την οικείωση προς τον Θεό ο Όσιος Γεράσιμος και προστάτεψε το «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» των Αγίων, ώστε δάμασε και τα άγρια θηρία και έκανε πολλά θαύματα.



Gerasimus_of_Jordan

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστώ εκ νεότητος, ακολούθησας πιστώς, ζωήν την ισάγγελον, επολιτεύσω σαφώς. Γεράσιμε Όσιε. συ γαρ εν Ιορδάνου, διέλαμψας τη χώρα, θήρα καθυποτάσσεις, τη στερρά σου ασκήσει. Χριστός γαρ ον εδόξασας, λαμπρος σε εθαυμάστωσε.


Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστήρ οὐράνιος ἐξανατείλας, ἱερῶς ἐφαίδρυνας, τῶν ἀρετῶν σου τῷ φωτί, τοῦ Ἰορδάνου τήν ἔρημον, Ὅσιε Πάτερ, θεόφρον Γεράσιμε.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τὴν κλίμακα τῶν θείων ἀρετῶν διανύσας, πρὸς νοητῆς θεωρίας ἀνελήλυθας ὕψος, καὶ θείων μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, ἐμφάσεις ὑπεδέξω καθαράς, διὰ τοῦτο, θεοφόρε, σὲ εὐσεβῶς τιμῶμεν καὶ βοῶμεν· Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.


Πηγή: Τρελογιάννης

 

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Κυριακη Ασώτου

 


Ἀπὸ ὁμιλία ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου περί Μετανοίας





Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Κακοδοξίες Ζηζιούλα καί ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης




Ἐπιστολὴ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης

«Ἡρακλειανῷ  αἱρετικῷ»

πανερχόμεθα στὴν σύγκριση τῶν κακοδοξιῶν Ζηζιούλα μὲ τὴν διδασκαλία καὶ ἑνὸς ἀκόμα πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης καὶ συγκεκριμένα μὲ τὴν Ἐπιστολή του «Ἡρακλειανῷ  αἱρετικῷ».

Ἐπαναλαμβάνουμε τὴν παράθεση ὅσων εἶχε πεῖ ὁ κ. Ζηζιούλας στς 23 Φεβρου­αρίου 2008 στν καδημία το Βόλου. Ἐρωτώμενος γι τ Μυστή­ριο τς εραρχίας, δν διστάζει ν συγκρίνει τ σύγκριτα· τόλμησε ν εσαγάγει τν «εδωλολατρικ» ννοια τς ναλογίας μεταξ τς εραρχίας κα τς γίας Τριάδος, μ σκοπιμότητα ν δικαιολογήσει τ Πρωτεο το Πάπα! Μς ἐδίδαξε, λοιπόν, τν κακόδοξη θεωρία τι μέσα στν γία Τριάδα χουμε «διαβάθμηση»! ς κούσουμε τος κακόδοξους λόγους του:

« πρτος λοιπν ατομάτως γενν τν εραρχία. ντολογικ εραρχία πάρχει κα στην γ. Τριάδα. πηγή, ρχή, εναι Πατήρ, π ’κε πηγάζουν τ πρόσωπα τς γ. Τριάδος. Στν γία Τριάδα, λοιπόν, χουμε μία διαβάθμιση, δν χουμε ατόματη συνύπαρξη, λλ χουμε παρξη ποία μεταφέρεται π τν ναν στν λλον. Ἐὰν βάλουμε τ πρόσωπα ν μφανίζονται τσι ταυτόχρονα, τότε καταργομε τν ννοια τς ατιότητος. ατιότητα δν εναι κάτι πο μπορομε ν παραβλέψουμε. ατιότητα εναι βασικ στοιχεο τς τερότητος. τερότητα στν γία Τριάδα δν ναδύεται τσι φυσικά, ατομάτως. πάρχει να πρόσωπο, πρέπει ν προέρχεται λεύθερα. π τ στιγμ μως πο εσάγουμε ατ τ πρόσωπο, ατ τν ατιότητα, εσάγουμε εραρχία».

« εχαριστιακ κοινότητα εναι δομημένη εραρχικά... Τ πρότυπο τς εχαριστιακς εραρχίας εναι γία Τριάδα, στν ποία σαφς κα πάρχει εραρχία (βλ. « Πατήρ μου μείζων μού στι»), λλ προσωπικ εράρχηση (ποτ π.χ. δν μπορομε ν βάλουμε πρτο τ γιο Πνεμα τρίτον τν Υό), δν συνεπάγεται μείωση τς οσίας, δηλαδ ντολογικ εράρχηση: τ τρία πρόσωπα εναι σα κα ταυτίζονται κατ τν οσία. εράρχηση στ προσωπικ πίπεδο ( Πατρ ατιος, Υἱὸς ατιατόν, τ Πνεμα ατιατν δι το ατιατο) δν αρει τ βασικ κα κατ’ οσίαν σότητα τν Τριαδικν προσώπων. Τ διο κα μέσα στν εχαριστιακ κοινότητα, κα κατ’ πέκταση στν κκλησία, λοι εναι ξ σου μέλη το σώματος κα λοι χουν νάγκη λλήλων, λλ δν εναι λοι τ διο. ννοια τς κεφαλς ταυτίζεται π τν π. Παλο κα εσάγεται κα στ εχαριστιακ κα κανονικ λεξιλόγιο τς κκλησίας, κριβς γιατ ο ρίζες της βρίσκονται στν δια τν γία Τριάδα, τς ποίας εκόνα εναι κκλησία».

Μπορετε ν παρακολουθήσετε σ βίντεο, στν παρακάτω διεύθυνση (διαίτερα π τ 26ο λεπτό κα μετά) τὰ λόγια τοῦ Ζηζιούλα: http://amethystosbooks.blogspot.gr/2013/02/blog-post_9372.html

Καὶ τώρα, τὸ θαυμάσιο κείμενο τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, γιὰ νὰ κάνετε τὴν σύγκριση μὲ τὶς θέσεις τοῦ Ζηζιούλα:

 «Ἡρακλειανῷ  αἱρετικῷ»

τῆς ὑγιαινούσης πίστεως λόγος τοῖς εὐγνωμόνως τὰς θεοπνεύστους φωνὰς παραδεχομένοις ἐν τῇ ἁπλότητι τὴν ἰσχὺν ἔχει καὶ οὐδεμιᾶς λόγου περινοίας εἰς παράστασιν τῆς ἀληθείας προσδεῖται, αὐτόθεν ὢν ληπτὸς καὶ σαφὴς ἐκ τῆς πρώτης παραδόσεως, ἣν ἐκ τῆς τοῦ κυρίου φωνῆς παρελάβομεν ἐν τῷ λουτρῷ τῆς παλιγγενεσίας τὸ τῆς σωτηρίας μυστήριον παραδόντος· Πορευθέντες γάρ, φησί, μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος, διδάσκοντες τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· διαιρῶν γὰρ εἰς δύο τὴν τῶν Χριστιανῶν πολιτείαν, εἴς τε τὸ ἠθικὸν μέρος καὶ εἰς τὴν <τῶν> δογμάτων ἀκρίβειαν, τὸ μὲν σωτήριον δόγμα ἐν τῇ τοῦ βαπτίσματος παραδόσει κατησφαλίσατο, τὸν δὲ βίον ἡμῶν διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ κατορθοῦσθαι κελεύει. ἀλλὰ τὸ μὲν κατὰ τὰς ἐντολὰς μέρος, ὡς μικροτέραν φέρον τῇ ψυχῇ τὴν ζημίαν, ἠφείθη παρὰ τοῦ διαβόλου ἀπαρεγχείρητον· ἐπὶ δὲ τοῦ κυριωτέρου καὶ μείζονοςπᾶσα γέγονε τοῦ ἀντικειμένου σπουδή, τοῦ παρατραπῆναι τῶν πολλῶν τὰς ψυχὰς εἰς τό, μηδὲ εἴ τι διὰ τῶν ἐντολῶν κατορθωθῇ, κέρδος εἶναι, τῆς μεγάλης καὶ πρώτης ἐλπίδος ἐν τῇ περὶ τὸ δόγμα πλάνῃ τοῖς ἀπατηθεῖσι μὴ συμπαρούσης.

Διὰ τοῦτο συμβουλεύομεν τῆς ἁπλότητος τῶν πρώτων ρημάτων τῆς πίστεως μὴ ἀποχωρεῖν τοὺς ἀντιποιουμένους τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας, ἀλλὰ παραδεχομένους ἐν τῇ ψυχῇ πατέρα καὶ υἱὸν καὶ πνεῦμα ἅγιον, μὴ μίαν ὑπόστασιν πολυώνυμον εἶναι νομίζειν· οὔτε γὰρ δυνατόν ἐστι τὸν πατέρα ἑαυτοῦ πατέρα λέγεσθαι, μὴ ἀληθῶς ἐξ αὑτοῦ τοῦ υἱοῦ τῷ πατρὶ τὴν κλῆσιν ἐπαληθεύοντος, οὔτε τὸ πνεῦμα ἓν τῶν εἰρημένων εἶναι νομίζειν, ὥστε εἰς πατρὸς ἢ υἱοῦ ἔννοιαν διὰ τῆς τοῦ πνεύματος προσηγορίας ἐνάγεσθαι τὸν ἀκούοντα· ἀλλ' ἰδίως καὶ ἀποτεταγμένως ἐν ἑκάστῳ τῶν ὀνομάτων συνυπακούεται ἡ ἐνσημαινομένη ταῖς προσηγορίαις ὑπόστασις, καὶ τὸν πατέρα ἀκούσαντες τὴν τοῦ παντὸς αἰτίαν ἠκούσαμεν, τὸν δὲ υἱὸν μαθόντες τὴν ἐκ τῆς πρώτης αἰτίας ἀναλάμψασαν δύναμιν εἰς τὴν τοῦ παντὸς σύστασιν ἐδιδάχθημεν, τὸ δὲ πνεῦμα γνόντες τὴν τελειωτικὴν δύναμιν τῶν διὰ κτίσεως εἰς τὸ εἶναι παραγομένων ἐκ τοῦ πατρὸς διὰ τοῦ υἱοῦ ἐνοήσαμεν. αἱ μὲν οὖν ὑποστάσεις κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον ἀσυγχύτως ἀπ' ἀλλήλων διακεχωρισμέναι εἰσί, πατρὸς λέγω καὶ υἱοῦ καὶ ἁγίου πνεύματος· ἡ δὲ οὐσία αὐτῶν, ἥτις ποτὲ αὕτη ἐστίν —ἄφραστος γάρ ἐστι λόγῳ καὶ νοήματι ἄληπτος— εἰς ἑτερότητά τινα φύσεως οὐ διαμερίζεται· διότι τὸ ἀκατάληπτον καὶ ἀπερινόητον καὶ λογισμοῖς ἀπερίδρακτον ἴσον ἐστὶν ἐφ' ἑκάστου τῶν ἐν τῇ τριάδι πεπιστευμένων προσώπων. ὁ γὰρ ἐρωτηθεὶς τί κατ' οὐσίαν ἐστὶν ὁ πατήρ, εὐγνωμόνως καὶ ἀληθῶς ὁμολογήσει τὸ ὑπὲρ γνῶσιν εἶναι τὸ ζητούμενον· ὡσαύτως καὶ περὶ τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ οὐδενὶ λόγῳ τὴν οὐσίαν καταληφθῆναι δυνατὸν εἶναι συνθήσεται· Τὴν γὰρ γενεὰν αὐτοῦ, φησί, τίς διηγήσεται; ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου τὸ ἴσον τῆς κατὰ τὴν κατάληψιν ἀμηχανίας ὁ τοῦ κυρίου λόγος ἐνδείκνυται λέγων ὅτι τῆς μὲν φωνῆς αὐτοῦ ἀκούεις, οὐκ οἶδας δὲ πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει.

Ἐπειδὴ τοίνυν οὐδεμίαν ἐν τῷ ἀκαταλήπτῳ τῶν τριῶν προσώπων διαφορὰν ἐννοοῦμεν (οὐ γὰρ τὸ μὲν μᾶλλον ἀκατάληπτον τὸ δὲ ἧττον, ἀλλ' εἷς ἐπὶ τῆς τριάδος ὁ τῆς ἀκαταληψίας λόγος), διὰ τοῦτό φαμεν, αὐτῷ τῷ ἀλήπτῳ καὶ ἀκατανοήτῳ χειραγωγούμενοι, μηδεμίαν τῆς οὐσίας ἐπὶ τῆς ἁγίας τριάδος διαφορὰν ἐξευρίσκειν ἐκτὸς τῆς τάξεως τῶν προσώπων καὶ τῆς τῶν ὑποστάσεων ὁμολογίας· τάξις μὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ παραδοθεῖσα, καθ' ἣν ἐκ πατρὸς ἡ πίστις ἀρχομένη διὰ μέσου τοῦ υἱοῦ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον καταλήγει· ἡ δὲ διαφορὰ τῶν προσώπων <ἐν> αὐτῇ τῇ τάξει τῆς τῶν ὑποστάσεων παραδόσεως φαινομένη οὐδεμίαν σύγχυσιν ἐμποιεῖ τοῖς δυναμένοις ἐπακολουθεῖν ταῖς σημασίαις τοῦ λόγου, ἰδίαν ἔννοιαν τῆς τοῦ πατρὸς προσηγορίας ἐμφαινούσης καὶ τοῦ υἱοῦ πάλιν καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος ἰδίαν, κατ' οὐδένα τρόπον τῶν σημαινομένων ἐν ἀλλήλοις συγχεομένων. βαπτιζόμεθα τοίνυν, ὡς παρελάβομεν, εἰς πατέρα καὶ υἱὸν καὶ πνεῦμα ἅγιον· πιστεύομεν δὲ ὡς βαπτιζόμεθα —σύμφωνον γὰρ εἶναι προσήκει τῇ ὁμολογίᾳ τὴν πίστιν—. δοξάζομεν δὲ ὡς πιστεύομεν —οὐδὲ γὰρ ἔχει φύσιν μάχεσθαι τῇ πίστει τὴν δόξαν, ἀλλ' εἰς ἃ πιστεύομεν, ταῦτα καὶ δοξάζομεν.

Ἐπειδὴ τοίνυν εἰς πατέρα καὶ υἱὸν καὶ πνεῦμα ἅγιον ἡ πίστις ἐστίν, ἀκολουθεῖ δὲ ἀλλήλοις ἡ πίστις ἡ δόξα τὸ βάπτισμα, διὰ τοῦτο καὶ ἡ δόξα οὐ διακρίνεται ἡ πατρὸς καὶ υἱοῦ καὶ ἁγίου πνεύματος. αὕτη δὲ ἡ δόξα ἣν ἀναπέμπομεν τῇ ἰδίᾳ φύσει, οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἀλλ' ἡ τῶν προσόντων τῇ μεγαλειότητι τῆς θείας φύσεως ἀγαθῶν ὁμολογία· οὐ γὰρ ἐξ ἡμετέρας δυνάμεως τιμὴν προστίθεμεν τῇ ἀτιμήτῳ φύσει, ἀλλὰ τὰ προσόντα ὁμολογήσαντες τὴν τιμὴν ἐπληρώσαμεν. ἐπεὶ οὖν πρόσεστιν ἑκάστῳ τῶν ἐν τῇ ἁγίᾳ τριάδι πιστευομένων προσώπων ἀφθαρσία ἀιδιότης ἀθανασία ἀγαθότης δύναμις ἁγιασμὸς σοφία, πᾶν νόημα μεγαλοπρεπές τε καὶ ὑψηλόν, ἐν τῷ λέγειν τὰ προσόντα ἀγαθὰ τούτῳ τῆς δόξης ποιούμεθα τὴν ἀπόδοσιν. καὶ ἐπεὶ πάντα μὲν τὰ τοῦ πατρὸς ὁ υἱὸς ἔχει, πάντα δὲ τὰ τοῦ υἱοῦ ἀγαθὰ ἐνθεωρεῖται τῷ πνεύματι, οὐδεμίαν εὑρίσκομεν ἐν τῇ ἁγίᾳ τριάδι κατὰ τὸ ὕψος τῆς δόξης πρὸς ἑαυτὴν διαφοράν· οὔτε γὰρ κατά τινα σωματικὴν σύγκρισιν τὸ μὲν ὑψηλότερόν ἐστι τὸ δὲ ταπεινότερον —τὸ γὰρ ἀόρατον καὶ ἀσχημάτιστον μέτρῳ οὐ καταλαμβάνεται—, οὔτε κατὰ δύναμιν ἢ ἀγαθότητα τὸ διάφορον συγκριτικῶς ἐπὶ τῆς ἁγίας τριάδος εὑρίσκεται, ὡς εἰπεῖν παρὰ τὸ πλεῖον καὶ ἔλαττον εἶναι ἐν τούτοις παραλλαγήν· ὁ γὰρ ἰσχυρότερον τὸ ἓν τοῦ ἑτέρου εἰπὼν κατὰ τὸ σιωπώμενον ὡμολόγησε τὸ ἐλαττούμενον ἐν τῇ δυνάμει ἀσθενέστερον εἶναι τοῦ δυνατωτέρου, τοῦτο δὲ τῆς ἐσχάτης ἀσεβείας ἐστὶν ἔμφασίν τινα ἀσθενείας ἢ ἀδυναμίας εἴτε ἐν ὀλίγῳ εἴτε ἐν πλείονι περὶ τὸν μονογενῆ θεὸν καὶ περὶ τὸ πνεῦμα τοῦ θεοῦ ἐννοεῖν· τέλειον γὰρ ἐν δυνάμει καὶ ἀγαθότητι καὶ ἀφθαρσίᾳ καὶ πᾶσι τοῖς ὑψηλοῖς νοήμασι καὶ τὸν υἱὸν καὶ τὸ πνεῦμα ὁ τῆς ἀληθείας παραδίδωσι λόγος. εἰ οὖν παντὸς ἀγαθοῦ ἡ τελειότης <ἐφ'> ἑκάστου τῶν ἐν τῇ ἁγίᾳ τριάδι πιστευομένων προσώπων εὐσεβῶς ὁμολογεῖται, οὐκ ἔχει φύσιν τὸ αὐτὸ καὶ τέλειον λέγειν καὶ πάλιν διὰ συγκρίσεως ἀτελὲς ὀνομάζειν· τὸ γὰρ ἔλαττον <λέγειν> κατὰ τὸ μέγεθος τῆς δυνάμεως ἤτοι τῆς ἀγαθότητος οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ ἀτελὲς εἶναι κατὰ τοῦτο διισχυρίζεσθαι. εἰ οὖν τέλειος ὁ υἱός, τέλειον καὶ τὸ πνεῦμα, τελείου τέλειον οὔτε ἀτελέστερον οὔτε τελειότερον ἐπινοεῖ ὁ λόγος.

Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τὸ ἀδιαίρετον τῆς δόξης καταμανθάνομεν. ζωοποιεῖ ὁ πατήρ, καθὼς ἔφη τὸ εὐαγγέλιον· ζωοποιεῖ καὶ ὁ υἱός· ζωοποιεῖ δὲ καὶ τὸ πνεῦμα κατὰ τὴν τοῦ κυρίου μαρτυρίαν τοῦ εἰπόντος ὅτι Τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν. προσήκει οὖν δύναμιν ἐκ πατρὸς ἀρχομένην καὶ δι' υἱοῦ προϊοῦσαν καὶ ἐν πνεύματι ἁγίῳ τελειουμένην νοεῖν· ἐμάθομεν γὰρ πάντα ἐκ θεοῦ εἶναι, καὶ πάντα διὰ τοῦ μονογενοῦς καὶ ἐν αὐτῷ συνεστάναι, καὶ διὰ πάντων διήκειν τὴν τοῦ πνεύματος δύναμιν, πάντα ἐν πᾶσι καθὼς βούλεται ἐνεργοῦσαν, ὥς φησιν ὁ ἀπόστολος.
(Γρηγορίου Νύσσης, Ἐπιστολὴ 24, T.L.G., section t, line 1- section 15, line 6)





 Καί μέ τή βοήθεια τού Σταύρου διαθέτουμε καί τήν νεοελληνική απόδοση.
Επιστολή αγίου Γρηγορίου Νύσσης
προς τον «αιρετικόν Ηρακλειανό»-«Ηρακλειανώ αιρετικώ»
Ο λόγος τής υγιούς πίστεως, προς αυτούς που ακούνε με ευγνωμοσύνη τις θεόπνευστες φωνές, έχει τη δύναμή του στην απλότητα, και δεν χρειάζεται καμμιά λογική επινόηση για να παραστήση την αλήθεια, καθώς είναι καταληπτός και σαφής ο ίδιος, όπως μας παραδίδεται απ’ την ίδιαν τη φωνή τού Κυρίου, που μας παρέδωσε το μυστήριο της σωτηρίας με το λουτρό τής παλιγγενεσίας μας. Γιατί πορευθέντες, λέει, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος, διδάσκοντες τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν. Επειδή διαιρώντας στα δύο τον τρόπο ζωής (την πολιτεία) τών Χριστιανών, και στο ηθικό δηλ. μέρος, και στη δογματικήν ακρίβεια, μας εξασφάλισε μεν το σωτήριο δόγμα με την παράδοση του βαπτίσματος, μας διατάζει δε να ολοκληρώνουμε τον βίο μας τηρώντας τις εντολές του. Αλλά το μεν μέρος τών εντολών, το οποίο και προκαλεί μικρότερη ζημιά στην ψυχή μας, δεν το αγγίζει ο διάβολος· ενώ σε κείνο που είναι το κυριώτερο και μείζον βάζει ο διάβολος όλην του την προσπάθεια, ώστε να παρεκτραπούν οι ψυχές τών περισσοτέρων από εμάς απ’ το να κερδίσουμε τη σωτηρία μας, εφ’ όσον, ακόμα κι αν κατορθώσουμε κάτι με την τήρηση των εντολών, δεν θα σωθούμε αν δεν μας συμπαραστέκεται και η μεγάλη και πρώτη μας ελπίδα, χαμένη για μας μέσα στη δογματική μας πλάνη.
       Γι’ αυτό και συμβουλεύουμε να μην απομακρύνονται αυτοί που θέλουν να σωθούν, απ’ την απλότητα των πρώτων ρημάτων τής πίστης μας, αλλά να παραδέχονται μέσα στην ψυχή τους πατέρα και υιό και άγιο πνεύμα, και να μη νομίζουν πως πρόκειται για μιαν υπόσταση με πολλά ονόματα· γιατί δεν είναι και δυνατό να λέγεται ο πατέρας πατέρας τού εαυτού του, χωρίς να επαληθεύεται απ’ τον ίδιον τον υιό το όνομα του πατέρα, ούτε μπορούμε να νομίζουμε ότι το πνεύμα αναφέρεται στην έννοια του πατέρα ή του υιού· αλλ’ εξυπακούεται σε κάθε ένα απ’ αυτά τα ονόματα, ιδιαίτερα και διακριτά, η υπόσταση που σημαίνεται με το κάθε όνομα, και ακούγοντας για τον πατέρα ακούμε την του παντός αιτία, και μαθαίνοντας για τον υιό διδαχθήκαμε τη δύναμη που ανέλαμψε απ’ την πρώτην αιτία ώστε να συσταθή το παν, και γνωρίζοντας το πνεύμα κατανοήσαμε την τελειωτική δύναμη όσων παράγονται εις το είναι κτισμένα απ’ τον πατέρα και τον υιό. Οι υποστάσεις είναι λοιπόν, σύμφωνα με τον τρόπο που είπαμε, ασυγχύτως διαχωρισμένες αναμεταξύ τους, οι υποστάσεις δηλ. του πατέρα, του υιού και του αγίου πνεύματος· η δε ουσία τους, όποια κι αν είναι – γιατί δεν μπορεί να ονομασθή με τον ανθρώπινο λόγο ούτε να περιληφθή σε κάποιο νόημα – δεν διαμερίζεται σε κάποιαν ετερότητα της φύσεως· γιατί αυτό που είναι ακατάληπτο και απερινόητο και δεν το φτάνουν οι λογισμοί μας είναι το ίδιο, ίσον, σε κάθε ένα απ’ τα πρόσωπα της τριάδας. Γιατί αυτός που θα ερωτηθή, τί είναι κατ’ ουσίαν ο πατέρας, θα ομολογήση, με ευγνωμοσύνη και αλήθεια, ότι είναι πέρα απ’ τη γνώση αυτό που αναζητείται· και θα προσθέση, πως και του μονογενούς υιού η ουσία δεν είναι δυνατόν να γίνη καταληπτή από κανέναν λόγο. Γιατί λέει: την γενεάν αυτού, τίς διηγήσεται; Και για το άγιο πνεύμα, το ίδιο μάς δείχνει ως προς αυτήν την αμηχανία τού λόγου μας ο λόγος τού Κυρίου, που λέει: της μεν φωνής αυτού ακούεις, ουκ οίδας δε πόθεν έρχεται και πού υπάγει.
       Επειδή δεν εννοούμε λοιπόν καμμιά διαφορά στο ακατάληπτο των τριών προσώπων (γιατί δεν είναι το ένα πρόσωπο περισσότερο ακατάληπτο και το άλλο λιγότερο, αλλ’ είναι ένας ο λόγος τής ακαταληψίας στην τριάδα), γι’ αυτό και λέμε, χειραγωγούμενοι απ’ το ίδιο το ακατάληπτο και ακατανόητο, πως δεν υπάρχει καμμιά διαφορά τής ουσίας στην αγία τριάδα, εκτός απ’ την τάξη τών προσώπων και την ομολογία τών υποστάσεων· και τάξη μεν είναι, όπως μας παραδόθηκε στο ευαγγέλιο, το ότι ξεκινά απ’ τον πατέρα η πίστη, και καταλήγει δια μέσου τού υιού στο πνεύμα το άγιο· η δε διαφορά τών προσώπων σ’ αυτήν την τάξη, που φαίνεται ακριβώς στο πώς μάς παραδόθηκαν οι υποστάσεις, δεν προξενεί καμμιά σύγχυση σ’ αυτούς που μπορούν να παρακολουθούν τις σημασίες του λόγου, καθώς το όνομα του πατέρα φανερώνει μιαν ιδιαίτερην έννοια, και το όνομα του υιού επίσης, καθώς και του αγίου πνεύματος, χωρίς να συγχέονται κατά κανέναν τρόπο αυτές οι σημασίες αναμεταξύ τους. Βαπτιζόμαστε λοιπόν, όπως και παραλάβαμε, στον πατέρα και τον υιό και το πνεύμα το άγιο· και πιστεύουμε όπως ακριβώς και βαπτιζόμαστε – γιατί είναι σωστό να συμφωνή με την ομολογία μας η πίστη – και δοξάζουμε τον Θεό όπως ακριβώς τον πιστεύουμε – γιατί δεν είναι και φυσικό, να μάχεται την πίστη η δόξα, αλλ’ αυτά στα οποία πιστεύουμε, αυτά και δοξάζουμε ή θεωρούμε αληθινά.
        Επειδή η πίστη μας είναι λοιπόν στον πατέρα και τον υιό και το άγιο πνεύμα, και ακολουθούν το ένα το άλλο η πίστη, η δόξα και το βάπτισμα, γι’ αυτό και δεν διακρίνεται η δόξα τού πατέρα απ’ τη δόξα τού υιού και τη δόξα τού αγίου πνεύματος. Κι αυτή η δόξα που αναπέμπουμε με την ίδια μας τη φύση, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ομολογία τών αγαθών που ανήκουν στη μεγαλειότητα της θείας φύσης· γιατί δεν προσθέτουμε βέβαια απ’ τη δική μας δύναμη τιμή στην ατίμητη φύση, αλλά ομολογώντας αυτά που ανήκουν στον Θεό, εκπληρώσαμε και την τιμή προς αυτόν. Κι επειδή ανήκει και ταιριάζει λοιπόν σε κάθε ένα απ’ τα πρόσωπα που πιστεύουμε στην αγία τριάδα αφθαρσία, αϊδιότης, αθανασία, αγαθότης, δύναμις, αγιασμός, σοφία, και κάθε νόημα μεγαλοπρεπές και υψηλό, ονομάζοντας εμείς αυτά τα αγαθά που ανήκουν στον Θεό, αποδίδουμε σ’ αυτόν και την πρέπουσα δόξα. Κι επειδή ο υιός έχει τα πάντα όσα έχει και ο πατέρας, και όλα τα αγαθά τού υιού τα θεωρούμε και στο πνεύμα, δεν βρίσκουμε μέσα στην αγία τριάδα καμμιά διαφορά ως προς το ύψος τής δόξης· και ούτε είναι βέβαια, συγκρίνοντάς τα ας πούμε σωματικά, το ένα πρόσωπο υψηλότερο και το άλλο ταπεινότερο – γιατί δεν ισχύει σ’ αυτό που είναι αόρατο και ασχημάτιστο κανένα μέτρο - , ούτε συναντάμε συγκριτική διαφορά κατά τη δύναμη ή την αγαθότητα στην αγία τριάδα, ώστε να πούμε πως υπάρχει αναμεταξύ τους κάποια παραλλαγή ως προς το περισσότερο ή λιγότερο· γιατί αυτός που είπε πως είναι ισχυρότερο το ένα πρόσωπο απ’ το άλλο, ομολόγησε, έστω και σιωπηλά, πως είναι ασθενέστερο στη δύναμη το άλλο, κι αυτό φανερώνει μιαν έσχατην ασέβεια, το να εννοήσουμε δηλ. ασθένεια ή αδυναμία, είτε μικρή είτε μεγάλη, στον μονογενή υιό και στο πνεύμα τού Θεού· γιατί ο λόγος τής αληθείας μάς παραδίδει, πως είναι τέλειος στη δύναμη και την αγαθότητα και την αφθαρσία και σε όλα τα υψηλά νοήματα και ο υιός και το πνεύμα. Αν ομολογούμε λοιπόν ευσεβώς την τελειότητα κάθε αγαθού στο καθένα απ’ τα πρόσωπα που πιστεύουμε στην αγία τριάδα, δεν είναι φυσικό να λέμε πως είναι ίδια και τέλεια τα πρόσωπα, και να τα ονομάζουμε πάλι μετά, συγκρίνοντάς τα, ως ατελή· γιατί το να πούμε πως είναι μικρότερο ένα πρόσωπο κατά το μέγεθος της δυνάμεως ή της αγαθότητός του, δεν είναι παρά σαν να ισχυριζόμαστε ότι είναι ατελές ως προς αυτό. Αν είναι λοιπόν τέλειος ο υιός, και τέλειο το πνεύμα, δεν μπορεί να επινοήση ο δικός μας λόγος πως είναι ατελέστερο ή τελειότερο το τέλειο απ’ το τέλειο.
       Μαθαίνουμε όμως για το αδιαίρετο της δόξας και απ’ τις ενέργειες. Ζωοποιεί ο πατέρας, καθώς μάς είπε το ευαγγέλιο· ζωοποιεί και ο υιός· ζωοποιεί δε και το πνεύμα, κατά τη μαρτυρία τού κυρίου που είπε ότι: Το πνεύμά εστι το ζωοποιούν. Οφείλουμε λοιπόν να εννοούμε μια δύναμη που αρχίζει απ’ τον πατέρα, προχωρά δια του υιού και τελειούται εν πνεύματι αγίω· γιατί μάθαμε πως όλα είναι απ’ τον θεό, και όλα συστήθηκαν δια του μονογενούς και στον μονογενή, και μέσα απ’ όλα περνά η δύναμη του πνεύματος. Πάντα εν πάσι καθώς βούλεται ενεργούσα, όπως λέει ο απόστολος.