Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Ο φόβος του Θεού (Γέροντας Κλεόπα Ηλίε)

Πηγή: kantonopou


Στο σημερινό λόγο εγώ ο ανάξιος και αδύνατος για τα καλά έργα, θέλω να σας αναφέρω μία από τις μεγαλύτερες αρετές του χριστιανισμού, το φόβο του Θεού, ο οποίος βοηθεί όλους μας να βαδίσουμε τη δύσκολη οδό της σωτηρίας, την επιτέλεση των εντολών του Θεού και των καλών έργων. Με αυτή την μεγάλη αρετή διέλαμψαν στον κόσμο οι άγιοι και εκλεκτοί του Θεού άνθρωποι.

Αγία Γραφή και Πατέρες για το θείο φόβο
Πρώτα πρέπει να εξετάσουμε τί μας λέει η Αγία Γραφή για το θείο φόβο. Ο Προφήτης Δαβίδ λέει ότι: «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου», ο δε Σολομών λέει: «φό­βος Κυρίου είναι διδασκαλία και σοφία», ενώ στο βιβλίο Σοφία Σειράχ διαβάζουμε ότι ό φόβος του Κυρίου είναι α­νώτερος από κάθε αρετή. Στις Παροιμίες (14, 27) διαβά­ζουμε ότι ο φόβος του Θεού είναι πηγή της ζωής, και στη Σοφία Σειράχ ότι είναι η ρίζα της σοφίας. Κατά τον Προ­φήτη Ησαΐα (33,5) ο φόβος του Θεού είναι αιώνιος θησαυ­ρός της δικαιοσύνης, ενώ κατά τον Προφήτη Ιερεμία (39,40) ο φόβος του Κυρίου είναι δώρο του Θεού.
Από τους Αγίους Πατέρες αρκετοί μας μίλησαν για τον θειο φόβο. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέ­γει ότι ο φόβος του Θεού είναι αρχή των καλών έργων, ενώ ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ότι είναι η αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου. Ο άγιος Εφραίμ λέει ότι ο φόβος του Κυρίου είναι σαν ένα δίκοπο σπαθί το οποίο κόπτει ό­λες τις κακές επιθυμίες και κάθε δαιμονική επίθεση κατά των μοναχών, και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει ότι ο φόβος του Θεού είναι ένα ανίκητο όπλο της πίστεως. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τον παρομοιάζει με τον ήλιο, ο οποίος στέλλοντας μία ακτίνα στο δωμάτιο, αποκαλύπτει σ’ αυτό και το μικρότερο σκουπίδι και τη λε­πτότερη σκόνη, ενώ σε άλλο μέρος ο ίδιος λέει ότι ο πλούτος του θείου φόβου είναι η αρχή της αγάπης προς τον Θεό.
Ο φόβος του Θεού, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή γεννάται από την πίστη προς τον Θεό, ενώ ο Ιωάννης της Κλίμακος λέει ότι προέρχεται από τη γνώση του εαυτού μας (Λόγος 25ος). Ο Άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός λέει: «Γι’ αυτό και εγώ είμαι τόσο κακός και χει­ρότερος από έναν άπιστο και δεν θέλω να εργαστώ για να βρω τη βαθειά πίστη και με αυτή να έλθω στο φόβο του Θεού και στην αρχή της σοφίας του Πνεύματος». Ο ίδιος άγιος διαιρεί τον θείο φόβο σε δύο είδη και συγκεκριμένα: «Είναι ο φόβος του Θεού που λέγεται και πρωταρχικός και ο άλλος ο τέλειος που γεννάται από τον πρώτο». Για τον πρώτο φόβο μάς ομιλεί η Αγία Γραφή, όταν λέει: «από το φόβο του Κυρίου αποφεύγει κάποιος το κακό» (Παροιμ. 15, 27) και πάλι: «Καθήλωσε με το φόβο σου τις σάρ­κες μου, διότι με τρομάζει η φοβερή κρίση σου»(Ψαλ. 118, 120). Αυτός ο πρώτος φόβος του Θεού ταιριάζει στους δούλους: «Απόφευγε κάθε είδος κακού και κάνε το καλό»(33, 15). Όσο ασκείται κάποιος στο αγαθό, άλλο τόσο αποκτά και το φόβο του Θεού, γνωρίζει και τα μι­κρότερα σφάλματά του, τα οποία ποτέ δεν τα είχε μέχρι τότε επισημάνει, επειδή βρισκόταν στο σκοτάδι της α­γνωσίας του. Να ένα παράδειγμα: Κάποιος βαδίζει τη νύκτα σ’ ένα ολισθηρό δρόμο και γεμάτο λάσπη. Του συμβαίνει να πέσει και να λερωθεί, αλλά λόγω του σκό­τους της νύκτας δεν μπορεί να αντιληφθεί κατά πόσο λε­ρώθηκαν τα ρούχα του. Την επόμενη ημέρα, όταν ταξιδεύσει, βλέπει στο φως του ήλιου πόσο λερώθηκαν τα ρούχα του από τα λασπόνερα και τις βρωμιές. Το ίδιο συμβαίνει και με αυτόν που είναι αρχάριος στο φόβο του Θεού. Γνωρίζει ότι έπεσε και είναι λερωμένος, αλλά δεν γνωρίζει με λεπτομέρεια σε ποιά φοβερή κατάσταση βρίσκεται. Εισερχόμενος όμως στο πρώτο στάδιο του θείου φόβου αρχίζει να γνωρίζει τη ρυπαρότητα της ψυχής του και συνεχώς καθαρίζοντας τον εαυτό του από τα πάθη εισέρχεται στο δεύτερο στάδιο του θείου φόβου. «Ο φόβος Κυρίου α­γνός, διαμένων εις αιώνα αιώνος» (Ψαλμ. 18, 10).
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάς εξηγεί σαφέ­στερα για τα δύο είδη του θείου φόβου: «Ο φόβος του Θεού είναι δύο ειδών: ο ένας καθαρός και ο άλλος ακάθαρτος, επειδή και οι άνθρωποι άλλοι είναι ακάθαρτοι και άλλοι δίκαιοι. Οι δίκαιοι φυλάσσουν μέσα τους τον θείο φόβο με την καθαρότητα της συνειδήσεώς τους, ενώ οι αμαρτωλοί λαμβάνουν από τον Θεό το πρώτο είδος του θείου φόβου, που τους προκαλείται λόγω των αμαρτιών τους και των ενδεχομένων παιδεύσεων, εάν δεν μετανοή­σουν. Ο καθαρός φόβος παραμένει πάντοτε και δεν σβή­νει, κατά το ανωτέρω ψαλμικό, ενώ ο ακάθαρτος σβήνει και παρέρχεται με τη δύναμη της μετανοίας. Γι’ αυτό, ό­ταν ο Απόστολος έλεγε ότι αυτός που φοβάται δεν τελειώθηκε ακόμη στην αγάπη, είχε υπ’ όψιν του το πρώτο είδος του θείου φόβου, ενώ, όταν ο Προφήτης Δαβίδ λέει ότι, όσοι έχουν τον θείο φόβο δεν στερούνται από τίποτε, έχει υπ’ όψιν του το δεύτερο και τελειότερο είδος του θείου φόβου. «Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον, εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα» (Ψαλμ. 111,1), δηλαδή αγαπά πάρα πολύ να εκτελεί τις εντολές του. Ένας τέτοιος άνθρωπος βρίσκεται στη θέση του υιού, κα­τά χάριν Θεού, επειδή δεν εργάζεται τις εντολές από το φόβο των βασάνων, αλλά μόνο από αγάπη προς τον Θεό.

Καρποί του θείου φόβου
Ας αναφερθούμε τώρα και στους καρπούς αυτής της ευλογημένης αρετής των αρετών. Πάλι η Αγία Γραφή μάς πληροφορεί ότι οι καρποί της είναι η αρχή σοφίας (Παροιμ. 1,7), «φόβος Κυρίου προστίθησιν ημέρας» (Παροιμ. 10,27), είναι πηγή της ζω­ής (Παροιμ. 14, 27), φυλάττει από το κακό (Παροιμ.8,13), είναι τιμή προς τον Θεό (Ψαλμ. 5,8). «Θα φοβηθείς τον Κύριον τον Θεό σου και μόνον Αυτόν θα λατρεύσεις» (Δευτ.6,13) ή «Δείξτε τη σύνεσή σας με την υποταγή και το σεβασμό σας με φόβο και αγαλλιάστε υπηρετώντας τον τρέμοντας» (Ψαλμ. 2,11).
Ο φόβος του Κυρίου μάς βοηθεί να εργαζόμαστε τη σωτηρία μας, κατά την μαρτυρία του Απ. Παύ­λου, ο οποίος συμβουλεύοντας τους Φιλιππισίους τους λέει τα εξής: «με φόβο και τρόμο να φροντίζετε τη σωτηρία σας» (2,12). Μας ενισχύει στην πραγματοποίηση των θείων εντολών στη ζωή μας (Δευτερ. 6,24), μάς βοηθεί στην απόκτηση της καθαρότητας και αγιότητας, όπως λέει ο Απ. Παύλος: «Αφού λοιπόν, αγαπητοί μου, έχουμε αυτές τις υποσχέσεις, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από καθετί που μολύνει το σώμα και τη ψυχή. Ας ζήσουμε μια άγια ζωή με φόβο Θεού»(Β’ Κορ. 7,1). Επίσης μας βοη­θεί να κρίνουμε τον συνάνθρωπό μας με δικαιοσύνη (Εξοδ. 18), μας κάνει ευάρεστους ενώπιον του Θεού, όπως είναι γραμμένο: «αλλά δέχεται τον καθένα, σ’ όποιον λαό κι αν ανήκει, αρκεί να τον σέβεται και να ζει σύμφωνα με το θέλημά του»(Πράξ. 10,35). Μας αξιώνει από τον Θεό αμέτρητων δωρεών, ό­πως λέει το ψαλμικό: «Πόσο μεγάλο είναι το πλήθος της καλοσύνης σου, Κύριε, που έχεις κρύψει κάπου γι’ αυτούς που έχουν μέσα τους το φόβο σου»(Ψαλμ. 30,20)·μας βοηθεί ν’ αποκτήσουμε το θείο έλεος: «γιατί όσο αμέτρητη είναι η απόσταση του ουρανού από τη γη, τόσο αμέτρητο είναι το έλεος για όσους έχουν το θείο φόβο»(Ψαλμ. 102,11). Ο θείος φόβος μας δίνει παρρησία στην προσευχή μας προς τον Θεό, ο Οποίος και εισακούει τα αιτήματά μας: «Θα ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματα αυτών που τον φοβούνται και θα εισακούσει τις δεήσεις τους και θα τους σώσει»(Ψαλμ. 144,19), μας κάνει άξιους της ευλογίας του Κυρίου (Ψαλμ. 24,12), μας φυλάσσει από το φόβο και τρόμο των ανθρώπων, κατά το ψαλμικό (22,4): «Δεν θα φοβηθώ κανένα κακό επειδή εσύ είσαι μαζί μου», ενώ ο Κύριος μάς λέει: «Μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν τη ψυχή…» (Ματθ. 10,28).
Από τους θείους Πατέρες που μιλούν για τους καρ­πούς του φόβου του Θεού ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει: «Ο φόβος του Θεού είναι το θεμέλιο για το ταξίδι του ανθρώπου προς τους ουρανούς», ενώ ο άγιος Νικόδημος λέ­ει: «Ο φόβος του Θεού είναι πηγή, μητέρα και ρίζα της συνέσεως και όλων των αρετών». Ο θείος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι ο θείος φόβος μάς βοηθεί στην εφαρ­μογή των εντολών του Κυρίου και στην καθαρότητα του σώματος. Όποιος απέκτησε τον θείο φόβο δεν φοβάται τίποτε κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, ο οποίος λέ­ει ακριβώς: «Όποιος έγινε δούλος του Θεού, δεν φοβά­ται τον Δεσπότη του, ενώ όποιος δεν έχει τον θείο φόβο, αυτός φοβάται ακόμη και τη σκιά του» (Λόγος 21ος).
Ιδού εν συνεχεία μερικά παραδείγματα αγίων ανδρών από την Αγία Γραφή, οι οποίοι ήταν άνθρωποι φο­βούμενοι τον Θεό: Ο πατριάρχης Νώε «χάρη στη πίστη του μολονότι δεν έβλεπε ακόμη τα πράγματα για τα οποία τον προειδοποίησε ο Θεός, υπάκουσε σ’ αυτόν κι έκανε την κιβωτό για να σώσει την οικογένειά του»(Εβρ. 11, 7)· ο πατριάρχης Αβραάμ τόσο φόβο έδειξε προς τον Θεό, ώστε έσπευσε να θυσιάσει τον μονογε­νή του υιό Ισαάκ, τον οποίον ο ίδιος ο Θεός του υπέδειξε. Ο εγγονός κατόπιν του Ισαάκ, ο Ιωσήφ, έχοντας τον θείο φόβο, δεν υπάκουσε στις προτάσεις της κυρίας του για να κάνει την αμαρτία και είπε: «πώς θα κάνω αυτή την πονηρή πράξη και να αμαρτήσω ενώπιον του Θεού;» (Γέν. 39,9), με αποτέλεσμα να κλεισθεί στη φυλα­κή. Αλλά ο Πανάγαθος και Δίκαιος Θεός τον έβγαλε από εκεί και τον δόξασε.

Μια διδακτική ιστορία
Και πριν τελειώσουμε αυτό το λόγο θα σημειώσουμε μια σχετική ιστορία που συνέβη σ’ ένα χωριό της πατρίδας μας:
Κάποιος χριστιανός είχε αιχμαλωτισθεί πολύ από την κακή συνήθεια της κλοπής. Κάποτε, την περίοδο του θερισμού, βλέποντας το αγρόκτημα ενός πλουσίου να εί­ναι γεμάτο θημωνιές από σιτάρι, αποφάσισε να το κλέψει. Ετοίμασε και έζευξε τις αγελάδες στην καρότσα και την νύκτα ετοιμάσθηκε για τον σκοπό του. Τότε η κορούλα του 5-6 ετών άρχισε να κλαίει θέλοντας να ανέβει και εκείνη στην καρότσα, επειδή της άρεσε ο περίπατος με τα ζώα. Ο πατέρας της για να την καθησυχάσει, την επήρε στην αγκαλιά του και την ανέβασε στην καρότσα. Έτσι ξεκίνησαν τα μεσάνυκτα για το ξένο κτήμα. Φθάνοντας εκεί, άφησε τις αγελάδες στην άκρη του χωραφιού και, επειδή ήταν πανσέληνος η νύκτα, παρατηρούσε δεξιά- αριστερά, μήπως δει κανέναν και τον αντιληφθεί κάνον­τας την κλοπή. Και, επειδή δεν είδε κανέναν, άρχισε να μεταφέρει χερόβολα από τις θημωνιές στην καρότσα του. Τότε η κόρη του παρακινουμένη μάλλον από το Θεό, του είπε: «Πατέρα, κοίταξες σ’ όλα τα μέρη, αλλά ξέχασες να κοιτάξεις και προς τον ουρανό». Τότε εκείνος την ρώτησε: «Γιατί να κοιτάξω στον ουρανό, παιδί μου;». Και η κόρη του είπε: «Ίσως θα ήταν καλό να κοιτάξεις και προς τον ουρανό, διότι στ’ άλλα μέρη είδα ότι τα παρατήρησες με προσοχή». Τότε ο πατέρας της σκεπτόμενος τα λόγια της κόρης του, και φοβούμενος τον Θεό, σιώπησε. Μετά πήρε τα κλεμμένα χερόβολα, τα επέστρεψε στον τόπο τους και με την καρότσα επέστρεψαν στο σπίτι τους έχοντας την συνείδησή του αναπαυμένη.
Αφού διηγήθηκε τα γεγονότα στη γυναίκα του, η οποία ήταν πιστή χριστιανή και τον εμπόδιζε πάντοτε σε τέτοια έργα, της είπε στο τέλος: «Έχεις το λόγο μου, γυναίκα, ότι απ’ αυτή τη νύκτα εγώ δεν θα ξανακλέψω σ’ όλη μου τη ζωή. Από τώρα θα κοιτάζω πρώτα στον ουρανό, διότι γνωρίζω ότι τα μάτια του Θεού βλέπουν όλα τα έργα μας».
Έτσι ο άνθρωπος αυτός ελεγχόμενος από το φόβο και την πανταχού παρουσία του Θεού, εγκατέλειψε για πάντα την κλοπή. Κατόπιν πηγαίνοντας σ’ ένα καλό Πνευματικό, εξομολογήθηκε και διορθώθηκε στη ζωή του.
Είθε να δώσει ο Καλός Θεός, όταν και εμείς ως αμαρτωλοί πειραζόμαστε, να κοιτάζουμε πρώτα προς τον ουρανό, προς τον Θεό, ο Οποίος βλέπει όλα τα έργα μας και έτσι να επιτελούμε στη ζωή μας μόνο το άγιο θέλημά Του..
Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλίε, Πνευματικοί Λόγοι, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 23-29)

Μεγάλοι αυτοί, μικρός ο Χριστός!..., μητρ. Αυγουστίνου Καντιώτου



Μεγάλοι αὐτοί, μικρὸς ὁ Χριστός!…

Ἀπὸ ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης
π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
 
«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ
οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φι­λῶν υἱὸν
ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος»
(Ματθ. 10,37)

ποιος, ἀγαπητοί μου, ἀκούσῃ τὰ λόγια αὐ­­τὰ τοῦ εὐαγγελίου, μπορεῖ νὰ σκανδαλισθῇ, νὰ νομίσῃ ὅτι ἡ πίστι μας εἶνε ἐναν­τί­ον τοῦ γάμου, τῆς οἰκογενείας, τῶν γονέων, τῶν παιδιῶν. Ἀλλὰ τὸ νόημα τῶν λόγων αὐ­τῶν τοῦ Κυρίου εἶνε πολὺ διαφορετικό. Θὰ προσπαθή­σω νὰ δώσω τὴν ὀρθὴ ἔννοιά τους σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
* * *
Ἂν ἀνοίξουμε, ἀγαπητοί μου, τὴν ἁγία Γρα­φή, θὰ δοῦμε ὅτι ὁ Κύριος εἶνε ἐκεῖνος ποὺ θέσπισε τὸ θεσμὸ τῆς οἰκογενείας. Αὐ­τὸς ἔ­φτειαξε τὰ δύο φῦλα, «ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίη­σεν αὐτούς» (Ματθ. 19,4. Μᾶρκ. 10,6), δημιούργησε τὸν ἄν­τρα καὶ τὴ γυναῖκα. Αὐτὸς ἕνωσε τὸ πρῶτο ἀν­τρόγυνο καὶ εἶπε «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς» (Γέν. 1,28· 9,1,7). Αὐτὸς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ σέβωνται οἱ ἄνθρωποι τοὺς

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Νέα ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ κατα του ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ και ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ με τους οικουμενιστές! Πρόκειται για φανερή ΚΑΤΑΦΡΟΝΗΣΗ ΤΗΣ Ι. ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ

 Πηγή: "impantokratoros"
  

«Ἀποκηρύττουμε καὶ ἀπορρίπτουμε δημόσια τὶς ποικίλες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες μόλυναν ἀρκετὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας… Ὁ  Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς παροτρύνει νὰ ἐπιπλήττουμε τοὺς ἀδελφούς μας» Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ νὰ μὴν διακόπτουμε τὴν κοινωνία μαζί τους!!!



Εἶναι πράγματι θαυμάσια ἡ Ὁμολογία Πίστεως ποὺ συνέταξε καὶ ἐκυκλοφόρησε ἡ Ρουμανικὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων κωδικοποιεῖ τὶς περισσότερες αἱρέσεις ἀπ’ ὅσες διακινοῦν οἱ Οἰκουμενιστές (24 στὸν ἀριθμό), καὶ βοηθᾶ τοὺς πιστοὺς νὰ συνειδητοποιήσουν τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχουν ἀπὸ τὴν Παναίρεση.
Στὴν συνέχεια οἱ Πατέρες ποὺ τὴν συνέταξαν  ἐπισημαίνουν τὸ γεγονός, πὼς «κάθε φορὰ ποὺ ἐμφανιζόταν μία αἵρεση συνέρχονταν Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Σύνοδοι, ποὺ ἀναθεμάτιζαν καὶ τὴν αἵρεση καὶ τοὺς αἱρετικούς». Κι ἐδῶ προκύπτουν πολλὰ καὶ μεγάλα ἐρωτηματικά. Γιατί οἱ Πατέρες ἀποσιωποῦν (ἀφήνοντας ἕνα μεγάλο ἱστορικὸ κενό), τὴν Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας περὶ τῆς Διακοπῆς δηλ. τῆς Μνημονεύσεως τῶν αἱρετιζόντων, ἕως ὅτου ἡ Ἐκκλησία νὰ τοὺς ἀποκόψει διὰ τῶν Συνόδων! Γιατί μᾶς κρύβουν γιὰ τοὺς ἀγῶνες τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ (κληρικῶν μοναχῶν καὶ λαϊκῶν), τὶς μεγάλες μορφὲς τῶν Ἁγίων ποὺ ἀνέδειξαν αὐτὰ τὰ μεσοδιαστήματα, ἕως ὅτου συνέλθουν οἱ Σύνοδοι; Γιατί μᾶς κρύβουν ὅτι αὐτοὶ οἱ διακόπτοντες τὸ Μνημόσυνο τῶν αἱρετικῶν, οἱ ἀποτειχισμένοι, ἐγίνοντο συνήθως ἀφορμὴ γιὰ τὴν σύγκληση τῶν Συνόδων;
Αὐτὴ ἡ παράλειψη, παρὰ τὴν ἀξιόλογη κατὰ τὰ ἄλλα Ὁμολογία τους, ἀποτελεῖ διαστροφὴ τῆς Πατερικῆς μας Παραδόσεως. Εἶναι ἀνεπίτρεπτο, (καθ’ ὅσον μάλιστα τελευταῖα ἔχουν γραφεῖ ἀξιόλογες καὶ κατοχυρωμένες ἁγιοπατερικὰ μελέτες γιὰ τὸ θέμα καὶ ἔχει καταδειχθεῖ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς Διακοπῆς τοῦ Μνημοσύνου τῶν αἱρετικῶν), νὰ ἀγνοοῦν καὶ νὰ ἀποσιωποῦν σκανδαλωδῶς μιὰ καίρια πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν αἵρεση. Μιὰ πρακτικὴ ποὺ λειτουργεῖ ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη ὡς Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, διδάσκεται ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τοὺς Ἀποστόλους στὴν Κ. Διαθήκη καὶ ἀποτελεῖ διαχρονικὴ ποιμαντικὴ Πράξη τῆς Ἐκκλησίας!
Ἐξ ἀρχῆς δηλώνουν: «ἀποκηρύττουμε καὶ ἀπορρίπτουμε δημόσια τὶς ποικίλες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες μόλυναν ἀρκετὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας». Παρακάτω γράφουν: «Ὁ Σωτὴρ Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς παροτρύνει νὰ ἐπιπλήττουμε τοὺς ἀδελφούς μας»!
Νὰ λοιπόν, τὰ παράδοξα: Ὁμολογοῦν ὅτι κυκλοφορεῖ μεταδιδόμενο μικρόβιο, ποὺ ἀλλοιώνει τὴν Πίστη τῶν χριστιανῶν καὶ τοὺς μολύνει· ὅτι ἡ κάθε αἵρεση (καὶ ὁ Οἰκουμενισμός) «εἶναι ψέμα καὶ βλασφημία ἐνάντιον τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ». Παρὰ ταῦτα, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ κείμενο, δὲν ἔχουν διάθεση νὰ διακόψουν τὴν κοινωνία μὲ ὅσους κυκλοφοροῦν τὸ μικρόβιο τῆς αἱρέσεως, καὶ τὸ διαδίδουν, καὶ μολύνουν τοὺς πιστούς, καὶ βλασφημοῦν ἐναντίον τοῦ Κυρίου!
Καὶ διερωτᾶται κανείς: Πρόκειται γιὰ ἄλλο ἕνα «χαρτοπολεμικὸ» κείμενο, ποὺ θὰ ἐνοχλήσει ὀλίγον τοὺς Οἰκουμενιστές, ἴσως ἐπισύρει καὶ κάποιες τιμωρίες, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀνακόψει τὴν αἵρεση, ἀφοῦ ἐκεῖνο ποὺ φοβοῦνται οἱ Οἰκουμενιστὲς εἶναι ἡ «Διακοπὴ τοῦ Μνημοσύνου» τους; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισημαίνουν τὴν βλασφημία καὶ νὰ κοινωνοῦν μὲ τοὺς βλάσφημους; Πῶς θὰ πετύχουν αὐτὸ τὸ πρωτοφανὲς κατόρθωμα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας: νὰ δηλώνουν ὅτι τοὺς ἀπορρίπτουν καὶ τοὺς ἀποκηρύσσουν, καὶ ταυτόχρονα νὰ συλλειτουργοῦν καὶ νὰ κοινωνοῦν μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀπορρίπτουν;
«Ὁ Σωτὴρ Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς παροτρύνει νὰ ἐπιπλήττουμε τοὺς ἀδελφούς μας» ποὺ αἱρετίζουν, λέγουν. Ἀλλ’ ὅμως, δὲν μᾶς παροτρύνει ἐξ ἴσου νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν αἱρετικῶν ποὺ ἔχουν 24 (εἰσοσιτέσσερες) αἱρέσεις καὶ ὅσων κοινωνοῦν μὲ αὐτούς! Πόσες ἀκόμα αἱρέσεις πρέπει νὰ δημιουργήσουν γιὰ νὰ ἀπομακρυνθεῖ κανεὶς ἀπὸ αὐτούς; Πόσες ἀρρώστιες πρέπει νὰ κολλήσει γιὰ νὰ ξεκόψει ἀπὸ τὴν κοινωνία μαζί τους; [Προσοχή: Ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπως πονηρὰ διαδίδουν οἱ μὴ θέλοντες θεοπρεπῶς πολιτεύεσθαι!].

 Τί λοιπόν, σημαίνει αὐτὸ τὸ πρωτοφανές:
«τοὺς ἀποκηρύττουμε, τοὺς ἀπορρίπτουμε καὶ ἐπιπλήττουμε» ἀλλὰ κοινωνοῦμε μαζί τους;
Ὁμολογία πίστεως εἶναι αὐτή, ἢ διαστροφὴ Πίστεως;
Πρὸς τὸ τέλος τῆς νέας Ὁμολογίας διαβάζουμε (τὴν ὑπογράφουν οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς καθηγητὲς Πανεπιστημίου):
«Δηλώνουμε δημόσια ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι κάνουν δογματικοὺς συμβιβασμοὺς καὶ λειτουργικὲς πράξεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ἐκπροσωποῦν μόνο τὸν ἑαυτό τους καὶ ὄχι ἐμᾶς, τοὺς πιστοὺς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τὸ πλήρωμά της».
Κρίμα ποὺ καθηγητὲς Πανεπιστημίου! Διαγράφουν Ἱεροὺς Κανόνες ποὺ ἀπαγορεύουν τὴν κοινωνίας μὲ ἀκοινώνητους.
Πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ αἱρετικοὶ Ἐπίσκοποι νὰ «ἐκπροσωποῦν μόνο τὸν ἑαυτό τους καὶ ὄχι ἐμᾶς» τὴν στιγμὴ ποὺ διὰ τῆς μνημονεύσεως ἑνώνεται ὁ μνημονεύων καὶ ὅσοι τὸν ἀκολουθοῦν, μαζί τους; Δύο ἐκκλησιολογίες πρεσβεύετε, σεβαστοί μας Πατέρες καὶ καθηγηταί; Καταδικάζετε τὴν κοινωνία τοῦ Πατριάρχη μὲ τὸν Πάπα, ἀποστασιοποιεῖστε καὶ ἐπιπλήττετε ὅσους «συμμετέχουν σὲ συμπροσευχές,  ὅσους συμμετεῖχαν σὲ συγκρητιστικὲς διαθρησκευτικὲς καὶ διαχριστιανικὲς συναντήσεις καὶ κοινώνησαν μαζί τους»,  ἀλλὰ ἐσεῖς τοὺς μνημονεύετε, εἴτε τοὺς ἴδιους, εἴτε ὅσους κοινωνοῦν μαζί τους;

"Πατερική Παράδοση"


Ὡς γνωστὸν ἡ «Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» συνέταξε καὶ ἐκυκλοφορησε τὸ 2009 τὴν ἱστορικὴ πλέον γιὰ τὴν ἀπήχηση ποὺ εἶχε «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἡ ὁποία ὑπεγράφη ἀπὸ μεγάλο ἀριθμὸ ἀρχιερέων, λοιπῶν κληρικῶν καὶ μοναχῶν, καὶ ἀπὸ χιλιάδες Ὀρθοδόξων πιστῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη.
Ἡ ἀφύπνιση ποὺ προεκάλεσε εἶναι ἐντυπωσιακή. Ἐνῶ σκεπτόμασταν ὅτι μετὰ παρέλευση τόσων ἐτῶν ἐχρειάζετο μία ἀνανέωση καὶ ἐνίσχυση ἐκείνου τοῦ κειμένου, ὡς ἀπὸ Θεοῦ ἀπάντηση καὶ δωρεὰ μᾶς ἦλθε ἐξαιρετικὸ κείμενο «Ὁμολογίας», ποὺ συνέταξε καὶ ἐκυκλοφόρησε ἡ Ρουμανικὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἡ ὁποία ἀνήκει στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας. Τὸ κείμενο ὑπογεγραμμένο, ἀπὸ ὅλους τοὺς μοναχοὺς τῆς Σκήτης, πάνω ἀπὸ τριάντα, μετὰ τῶν προεστώτων καὶ πνευματικῶν της, ἐκυκλοφορήθη ρουμανιστὶ στὴν Ρουμανία, προκαλέσαν εὐφροσύνη στοὺς Ὀρθοδόξους, ἀλλὰ καὶ ὀργὴ καὶ καταισχύνη στοὺς Οἰκουμενιστάς.
Αὐτὸ τὸ κείμενο, μεταφρασμένο στὰ ἑλληνικά, ἀπεδέχθη καὶ ἐπήνεσε ἡ «Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», τὸ ὑπογράφει διὰ τῶν ἐκπροσώπων της καὶ ὡς ἰδικόν της κείμενο  καὶ  θὰ χαρεῖ, ἂν ὑπογραφεῖ στὴν συνέχεια  καὶ  ἀπὸ ἄλλους κληρικοὺς  καὶ  μοναχούς, τῶν ὑπογραφῶν ἀποστελλομένων εἰς: synaxisorthkm@gmail.com
Ἀκολουθεῖ τὸ κείμενο τῆς Ὁμολογίας:


ΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅλοι ὅσοι λάβαμε τὸ Βάπτισμα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ πιστεύουμε Ὀρθόδοξα εἴμαστε πλήρη μέλη τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι μόνον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, δηλ. τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει κεφαλὴ τὸν ἴδιο τὸν Θεάνθρωπο Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Διὰ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Ἁγίου Χρίσματος λάβαμε τὴν Σφραγίδα τῆς Δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ διὰ τῆς θείας Μεταλήψεως τοῦ Τιμίου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματός Του.
Ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μόνο στὴν ὁποία ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ μόνο μέσα στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σωθεῖ, ἀποκηρύττουμε καὶ ἀπορρίπτουμε δημόσια τὶς ποικίλες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες μόλυναν ἀρκετὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αἵρεση δὲν βλάπτει μόνο ἐκεῖνον, ποὺ πιστεύει σ' αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν αἱρετικὸ φρόνημα στὴν Ἐκκλησία, διακηρύττουν τὴν αἵρεση καὶ στὰ ὑπόλοιπα μέλη λόγῳ καὶ ἔργῳ, διασκορπίζοντας ἔτσι τὸ μικρόβιο τῆς αἱρέσεως σ' ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αἵρεση, ὅταν διακηρύττεται ἀπὸ ἐπίσκοπο ἡ ἱερέα, βλάπτει καὶ τοὺς πιστούς. Ὁ ἐπίσκοπος καὶ ὁ ἱερεὺς ὀφείλει νὰ φροντίζει, ὥστε τὰ μέλη τοῦ ποιμνίου του νὰ μὴν διδάσκουν αἱρέσεις. Ἂν οἱ ἠθικὲς ἁμαρτίες χωρίζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό, ἀκόμη περισσότερο ἢ αἵρεση. Τὸ καθῆκον τοῦ ἐπισκοποῦ εἶναι νὰ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγον τῆς Ἀληθείας, ἐφόσον ἡ ἁγιότης συνδέεται ὀργανικὰ μὲ τὴν Ἀλήθεια[1]. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ  Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή. Ἡ αἵρεση εἶναι ψέμα καὶ βλασφημία ἐνάντιον τοῦ

Κυριακή Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, Αυγουστίνου Καντιώτου



 Χωρισμόν,  σεβασμιώτατοι!
Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου
 
«Ἡ Ἐκκλησία ὑποτάχθηκε στὸ κράτος. Ἡ ὑποταγὴ ὅμως αὐτὴ καὶ ἡ προσκόλλησι στὸ ἅρμα τοῦ κράτους ἀποτελεῖ προδοσία τῶν ἀρχῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ, γιὰ τὴν ὁποία εὐθύνεται ἡ Ἱεραρχία».

Αὐτὰ ἔλεγε καὶ ἔγραφε ὁ μακαριστὸς Αὐγουστῖνος Καντιώτης πρὶν συνειδητοποιηθεῖ πλήρως ὅτι πίσω ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς διεργασίες ποὺ οἱ δυνάμεις τοῦ ἀντιχρίστου κινοῦσαν, κρυβόταν ἐπιμελῶς ὁ Οἰκουμενισμός, μὲ ὄχημα τὸν ὁποῖο ναρκοθετοῦσαν τὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο καὶ ἅλωναν τὰ ὑψηλὰ κλιμάκια τοῦ κλήρου.
Καὶ τώρα, ποὺ ὁ Οἰκουμενισμὸς κατέστη ἐμφανέστατος, τώρα ποὺ προστέθηκε στὶς ἄλλες προδοσίες καὶ ἡ Παναίρεση, ἡ ὁποία διδάσκεται ἐπισήμως στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία Βόλου (ἀναγνωρισμένη ἀπὸ τὴν Ἱ. Σύνοδο), τώρα δυστυχῶς, ἡ Ἱεραρχία καὶ τὰ μέλη της ὑποχωροῦν ἀκόμα περισσότερο στὸν Καίσαρα, «ἔτι καὶ ἔτι» προδίδουν Συνοδικὰ τὴν Πίστη, καὶ ἀσφαλῶς τρέμουν ἕνα χωρισμὸ ἀπὸ τὸ κράτος, ἀφοῦ μὲ τὸν χωρισμὸ θὰ χάσουν ὅσα κοσμικὰ προνόμια τοὺς ἀπέμειναν.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ προδοσία καὶ ἡ ἀλλοίωση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, κι ὁ ἐξ-Οἰκουμενισμὸς τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ συνεχίζεται ταχύτατα μὲ τὴν «σφραγίδα» τῆς Ἱεραρχίας!

Χωρισμόν,  σεβασμιώτατοι!
Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

Στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως πολὺς λόγος γίνεται γιὰ μία ἐξαίσια γυναῖκα, ποὺ ἔνδυμά της ἔχει τὸν ἥλιο, ὑποπόδιο τὴ σελήνη καὶ τὴν κεφαλή της στεφανώνουν δώδεκα ἀστέρια. Ποιά εἶνε ἡ γυναίκα αὐτή, ποὺ ἐμφανίζεται ὡς «σημεῖον μέγα» (Ἀπ. 12,1); Ἡ γυναίκα αὐτὴ εἰκονίζει τὴν Ἐκκλησία. Ἥλιος της εἶνε ὁ Χριστὸς καὶ ἀστέρια της οἱ δώδεκα ἀπόστολοι καὶ οἱ διάδοχοί τους ἅγιοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι.
Κάτω ἀπ᾽ τὸ φῶς τους ζῇ, κινεῖται, ἐλέγχει, πολεμᾷ, νικᾷ, καταπατεῖ τὶς πλάνες καὶ αἱρέσεις, τὴν ἐξουσία τοῦ σκότους, καὶ λαλεῖ μὲ παρρησία τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τοῦ κόσμου. Αὐτὴ εἶνε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ ἡλιοστόλιστη καὶ ἀστεροστεφανωμένη γυναίκα τῆς Ἀποκαλυψεως, ποὺ εἶνε «ὅλη καλὴ καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῇ» (ᾎσμ. 4,7).
Ἀλλὰ ἡ γυναίκα αὐτή, ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ ὑπέστη δοκιμασίες καὶ βαπτίστηκεσὲ λίμνη δακρύων καὶ αἵματος, αὐτὴ ποὺ ἕναν ἔρωτα ἤξερε, τὸν θεῖο ἔρωτα πρὸς τὸν Νυμφίο Χριστό, ξαφνικὰ ἀφήνει τὴν πρώτη της ἀγάπη, ἐρωτοτροπεῖ μὲ τὸν κόσμο, ἔρχεται σὲ ἔνοχηἐπαφὴ καὶ στενὴ σχέσι μὲ τὰ κοσμικὰ συστήματα, κολακεύει καὶ κολακεύεται ἀπ᾽ αὐτά, δέχεται χάδια καὶ ἐπιρροές τους, καὶ νὰ τώρα αὐτή, ποὺ πετοῦσε ἄπιαστη πάνω στὰ φτερὰ τοῦ μεγάλου ἀετοῦ, συλλαμβάνεται, αἰχμαλωτίζεται καὶ τὴν καθίζουν πάνω στὴ ῥάχη ἑνὸς ἀπαισίου τέρατος, ποὺ τὴν σέρνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ ὅπου αὐτὸ θέλει. Ἀλλοίμονο! Ὅσο λαμπρὸ ἦταν τὸ πρῶτο θέαμα τῆς ἐλευθέρας Ἐκκλησίας, τόσο οἰκτρὸ εἶνε τὸ δεύτερο θέαμα τῆς δούλης Ἐκκλησίας.
«Καὶ εἶδον γυναῖκα καθημένην ἐπὶ τὸ θηρίον τὸ κόκκινον, γέμον ὀνόματα βλασφημίας, ἔχον κεφαλὰς ἑπτὰ καὶ κέρατα δέκα» (Ἀπ. 17,3). Διότι ποιά εἶνε αὐτὴ ποὺ κάθεται πάνω στὸ κόκκινο θηρίο; Ἂν τὸ θηρίο εἰκονίζῃ τὴν ἀντίθεη κοσμικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία διὰ μέσου τῶν αἰώνων βλαστάνει συνεχῶς κεφάλια καὶ κέρατα ποὺ χτυποῦν τὸν Χριστιανισμό, τότε ἡγυναίκα ποὺ κάθεται πάνω του δὲν εἶ νε ἄλλη παρὰ ἡ ἐκκλησία ἐκείνη πού, γιὰ ν᾽ ἀποφεύγῃ ἐνοχλήσεις καὶ ν᾽ ἀπολαμβάνῃ ἐγκόσμια ἀγαθά, προτίμησε, αὐτὴ ἡ κυρία, νὰ συζευχθῇ καὶ νὰ ἑνώσῃ τὴν τύχη της μὲ τὸ θηρίο. Τί ἀλλόκοτο θέαμα, γυναίκα καὶ θηρίο, μόσχος καὶ ὄνος κάτω ἀπ᾽ τὸν ἴδιο ζυγό!
Ἀλλὰ ἡ ἐκκλησία αὐτὴ ἀπὸ τούτη τὴ συμμαχία μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἔχασε τὴν ἐλευθερία της, τὴν αὐτονομία καὶ αὐτοτέλειά της. Κάθισε μὲν ἀπολαυστικὰ καὶ λικνίσθηκε πάνω στὴ ῥάχη τοῦ θηρίου, ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κυβερνᾷ, τὴν κυβερνᾷ αὐτό, καὶ περιφέρεται στοὺς δρόμους τοῦ κόσμου σὰν μία μισθωτὴ πόρνη, θρησκευτικὴ πόρνη, ποὺ ἐμπορεύεται τὸν Χριστό· ἀναγκάζεται νὰ κερνᾷ τὰ πλήθη ἀπὸ τὸ χρυσὸ ποτήρι ποὺ τῆς ἔδωσαν, κερνᾷ ὄχι τὸν καθαρὸ οἶνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ κρασὶ νοθευμένο, διδάγματα διαφορετικά, ξένα πρὸς τὸ γνήσιο πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὤ συμφορά! ἡ ἐλευθέρα κατήντησε δούλη, ποὺ τὴ βλέπουν οἱ ἄθεοι καὶ γελοῦν. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἐκκλησία ποὺ ἐκκοσμικεύθηκε καὶ κρατικοποιήθηκε.
* * *
Φαίνεται ὑπερβολικὴ ἡ παρομοίωσι τῆς Ἐκκλησίας μὲ πόρνη; Ἀλλὰ οἱ ἀποδείξεις εἶνε πρόχειρες. Δὲν θὰ ἐπιμείνουμε μιλώντας γιὰ ἐκκλησίες τῶν χωρῶν τοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος, ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία κάθονταν πάνω στὸ κόκκινο θηρίο καὶ μιλοῦσαν κατὰ τὶς ἐπιταγές του.
Νά ἡ δική μας ἐκκλησία, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ποὺ λέμε ὅτι ζῇ μέσα σ᾽ ἕνα φιλελεύθερο δημοκρατικὸ πολίτευμα. Αὐτὴ προσέφερε θυσίες γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἔθνους καὶ τὴ δημιουργία τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, ἀλλὰ τὸ κράτος τί ἔκανε σ᾽ αὐτήν; Τὴν ὕψωσε μὲν τιμῆς ἕνεκεν(!) πάνω στὴ ῥάχη του (βλέπε τὰ δύο πρῶτα διακοσμητικὰ ἄρθρα τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος) ἀνακηρύσσοντάς την αὐτοκέφαλη καὶ ἀνεξάρτητη, στὴν πραγματικότητα ὅμως τὴν ἐξουθένωσε καὶ τὴν ὑπέταξε τελείως. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν αὐτοῦ ἐρωτῶ· Ποιά εἶνε ἡ ἀρχὴ ποὺ νομοθετεῖ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος; τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο διὰ τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας; Ὄχι. Ἀλλὰ τὸκράτος, οἱ κεφαλὲς καὶ τὰ κέρατά του, τὰ διάφορα ὑπουργεῖα καὶ οἱ ὑπηρεσίες. Καὶ τί παρακαλῶ νομοθετεῖ; ψηφίζει νόμους σύμφωνα μὲ τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ, τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς ἱ. κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Δυστυχῶς τὸ Ἑλληνικὸ κράτος ἀπὸ τὴν σύστασί του μέχρι σήμερα ψήφισε καὶ ψηφίζει νόμους καὶ διατάγματα ποὺ καταπατοῦν τὶς ἀρχὲς τῆς Ἐκκλησίας.
Ν᾽ ἀναφέρουμε παραδείγματα; Νά μερικὰ ἀπὸ τὰ πολλά, τὰ σπουδαιότερα.
Ὡς πρὸς τὸ μυστήριο τοῦ γάμου, τὸ 1920 ψήφισε τὸ νόμο περὶ διαζυγίων μὲ τὴ διάταξι περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τῶν χαρακτήρων, ποὺ ἀθετεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «Ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι» (Ματθ. 5,32) καὶ διέλυσε μυριάδες γάμους.
Μὲ ἄλλο νόμο, ἐν ἀγνοίᾳ καὶ χωρὶς τὴ συναίνεσι τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, μείωσε τὰ κωλύματα τοῦ γάμου, καὶ γέμισε ἡ Ἑλλάδα παράνομα συνοικέσια ποὺ εὐλογοῦν οἱ κληρικοί.
Ὡς πρὸς τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης, τὸ κράτος ῥύθμισε ἔτσι τὰ πράγματα ὥστε σήμερα, ἂν ζοῦσε καὶ ἕνας θαυματουργὸς ἅγιος Σπυρίδων ἢ ἅγιος Νικόλαος, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν κληρικοί, διότι θὰ τοὺς ἔλειπαν τὰ «χαρτιά». Ἔτσι ὁ νόμος τοῦ κράτους δεσμεύει τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Λέγοντας αὐτὸ δὲν ἀπορρίπτουμε τὴ θεωρητικὴ μόρφωσι ποὺ προσφέρουν οἱ ἱερατικὲς καὶ θεολογικὲς σχολές,ἀλλὰ θέλουμε νὰ τονίσουμε, ὅτι πάνω ἀπὸ τὸ νοῦ εἶνε ἡ καρδιά, πάνω ἀπὸ τὴ θεωρία εἶνε ἡ πρᾶξις, πάνω ἀπὸ τὴ γνῶσι ποὺ «φυσιοῖ» εἶνε ἡ ἀγάπη ποὺ «οἰκοδομεῖ» (Α΄ Κορ. 8,1).
Ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησι τῶν ἀρχιερέων, ἐνῷ αὐτοὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς χειροτονίας τους εἶνε κανονικοὶ ἐπίσκοποι τοῦ ποιμνίου τους, ἐν τούτοις δὲν μποροῦν νὰ ἐγκατασταθοῦν στὴ μητρόπολί τους μέχρι νὰ ἐκδοθῇ τὸ σχετικὸ διάταγμα,λὲς καὶ πρόκειται γιὰ κρατικοὺς ὑπαλλήλους.
Ἀλλὰ τί νὰ ποῦμε γιὰ τοὺς ὅρκους ποὺ ἐπιβάλλει τὸ κράτος καὶ γιὰ τὶς εὐτελέστερες ὑποθέσεις ἐπὶ καταπατήσει τῶν λόγων τοῦ Κυρίου «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως» (Ματθ. 5,34);
Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὴν καταπάτησι τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς ἐπιβάλλοντας ν᾽ ἀνοίγουν καταστήματα καὶ ἀναγκάζοντας ὑπαλλήλους νὰ ἐργάζωνται ἐν ὥρᾳ θείας λατρείας;
Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ποὺ μόλις καὶ μετὰ βίας βρίσκει θέσι στὰ δημόσια σχολεῖα;
Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὴν θρησκευτικὴ ὑπηρεσία στὸ στρατό, ποὺ τάσσεται ἀπὸ τὶς τελευταῖες καὶ τὰ ὄργανά της, οἱ στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, ὑφίστανται ἐξευτελισμούς, ἀφοῦ ἐξαρτῶνται ὄχι ἀπὸ διαταγὲςτῆς ἐκκλησίας ἀλλ᾽ ἀπὸ διαταγὲς βαθμοφόρων ποὺ ἔχουν ἄγνοια καὶ βασικῶν στοιχείωντῆς πίστεως;
Τί νὰ ποῦμε πλέον καὶ περὶ σεβασμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, τὴν ὁποία τὸ κράτος ἐπὶ ἕνα καὶ πλέον αἰῶνα νομοθετικῶς ἁρπάζει ὄχι ὑπὲρ τοῦ φτωχοῦ λαοῦ μας ἀλλὰ κυρίως ὑπὲρ ἐπιτηδείων ἐκμεταλλευτῶν φίλων τοῦ κόμματος; Ὑπάρχουν συγκεκριμένα παραδείγματα.
Ἀλλ᾽ ἂς τελειώνουμε ἀναφέροντας ἕνα ἀκόμη παράδειγμα.
Τὸ κράτος, ἐπεμβαίνοντας ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ στὰ πνευματικά, φρόντισε καὶ ἀφώπλισε τοὺς ἀρχιερεῖς ἀπὸ τὸ ἔσχατο ὅπλο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ἀφορισμό, τὴν διαγραφὴ δηλαδὴ ἀπὸ τὸ μητρῷο τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνων ποὺ ζοῦν σκανδαλώδη ζωὴ καταπατώντας Εὐαγγέλια, Πηδάλια, νόμους καὶ ἱ. κανόνες. Ἀπαιτεῖται καὶ γι᾽ αὐτὸ προηγουμένως ἔγκρισι τοῦ κράτους. Φαντάζεστε τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ παρακαλῇ τὸ Νέρωνα νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ἄδεια γιὰ ν᾽ ἀφορίσῃ τὸν αἱμομίκτη τῆς Κορίνθου (βλ. Α΄ Κορ. 5,1-5);
* * *
Τὸ κράτος λοιπὸν «ἀντινομοθετεῖ τῷ αἰωνίῳ νομοθέτῃ Χριστῷ», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἱ. Χρυσόστομος. Καὶ ἐρωτοῦμε· ποιά ἡ ἀντίδρασις καὶ διαμαρτυρία τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας κατὰ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν; Ἀλλ᾽ ἂς ἀφήσουμε τὸν σοφὸ καθηγητὴ Ἀνδροῦτσο νὰ μᾶς τὸ πῇ. «Διαμαρτυρήθηκε μέν», λέει, «κατὰ τοῦ νόμου (περὶ διαζυγίων) ὁ τότε μητροπολίτης Ἀθηνῶν, γιὰ νὰ ὑποκύψῃ ὅμως ταπεινούμενος πρὸ τοῦ ὑπουργοῦ κατὰ τὴν συνηθισμένη ἄλλωστε μέθοδο, μὲ τὴν ὁποία ἀπὸ τὸ 1833 διαμαρτύρονται οἱ Ἕλληνες ἱεράρχαι ὅταν ἐκδίδεται κάποιος ἀντικανονικὸς νόμος. Στὴν ἀρχὴ διαμαρτυρίες καὶ ἀπειλὲς ὅτι “θὰ κάνουν καὶ θὰ δείξουν”, μὰ μόλις ὁ ὑπουργὸς τρίξῃ τὰ δόντια ἢ ἀποζημιωθοῦν καὶ πετύχουν κάτι προσωπικό, μαζεύονται καὶ ὀπισθοχωροῦν» (βλ. Χ. Ἀνδρούτσου, Σύστημα Ἠθικῆς, σ. 303, μτφρ.).
Ἡ Ἐκκλησία ὑποτάχθηκε στὸ κράτος. Ἡ ὑποταγὴ ὅμως αὐτὴ καὶ ἡ προσκόλλησι στὸ ἅρμα τοῦ κράτους ἀποτελεῖ προδοσία τῶν ἀρχῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ, γιὰ τὴν ὁποία εὐθύνεται ἡ Ἱεραρχία.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος