Η Πανορθόδοξος Σύνοδος του 2016
1. Έχει αποκλείσει
τον λαό του Θεού από όλες τις διαδικασίες!
2. Απουσιάζουν
εντελώς απ’ αυτήν θέματα οριοθετήσεως της Ορθοδόξου πίστεως έναντι των
ποικίλων αιρέσεων!
3. Υπάρχει πρόταση από το
Οικουμενικό Πατριαρχείο (κατά μίμηση Παπικών πρακτικών) για την παρουσία στην Πανορθόδοξη Σύνοδο “παρατηρητών”
παπικών, προτεσταντών, αντιχαλκηδονίων μονοφυσιτών, δηλ. καταδικασμένων
αιρετικών!! Τούτο όμως είναι πρωτάκουστο και έχει αποκλειστεί από
την διαχρονική εκκλησιαστική συνείδηση! Οι
καταδικασμένοι αιρετικοί αμέσως
εκδιώκονταν της Συνόδου από τους Αγίους Πατέρες και δεν συμμετείχαν στη συνέχεια των εργασιών της!
Η τυχόν παρουσία τους θα προκαλέσει σύγχυση στους πιστούς μας εισάγοντας
στη συνείδησή τους τη θεοσοφική προσέγγιση «μαζί και διαφορετικά» και αντί να ενώσει, θα διαιρέσει την Εκκλησία!
................................................................................................................................................................................................
Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: ποιο είναι το
ιδιάζον στοιχείο που χαρακτηρίζει μια σύνοδο ως Οικουμενική και τι τη
διαφοροποιεί από τις ψευδοσυνόδους;
Σε αυτό το ερώτημα απάντησε η Ζ΄
Οικουμενική Σύνοδος δια στόματος του Ιωάννου, του διακόνου της Αγ. Σοφίας, στην
λέξη προς λέξη αναίρεση του όρου της ληστρικής εν Ιερεία συνόδου που διασώζεται
στα πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου:
Για την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο τα κριτήρια αψευδούς
Οικουμενικότητας είναι δυο, και δεν εξαντλούνται στα τυπικά της συγκλήσεως
(ποιος συγκαλεί, πόσοι και ποιοι συμμετέχουν κοκ):
1. Η αποδοχή των αποφάσεων από την
εκκλησιαστική συνείδηση, από το Σώμα του Χριστού, από ολόκληρη την Εκκλησία. Αν τις
αποφάσεις μιας Συνόδου δεν τις αποδεχθεί το πλήρωμα της Εκκλησίας, η Σύνοδος αυτή
δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως Οικουμενική, και
2. Η απόλυτη συμφωνία των αποφάσεων με
την προγενέστερη πατερική, συνοδική και εκκλησιαστική παράδοση. Ο Άγ. Μάξιμος Ομολογητής είναι
απολύτως σαφής : «Ἐκείνας οἶδεν ἁγίας καί ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβής τῆς Ἐκκλησίας
κανών, ἃς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινε». Μια Σύνοδος που δεν ακολουθεί την
έως τότε εκκλησιαστική παράδοση όπως αυτή έχει εκφραστεί από τους Πατέρες της
Εκκλησίας και τις Συνόδους, αλλά την περιφρονεί και προσπαθεί να την
ανατρέψει, είναι ψευδοσύνοδος, ανεξάρτητα αν σ’ αυτή συμμετέχει μεγάλος αριθμός
επισκόπων που εκπροσωπούν όλα τα πατριαρχεία και τις τοπικές εκκλησίες!
Αντιθέτως, μια Σύνοδος που συγκαλείται ως τοπική, από
μια και μόνο τοπική Εκκλησία, με μικρό αριθμό επισκόπων, αν στις αποφάσεις της
ακολουθεί την εκκλησιαστική παράδοση και εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας τότε
πληροί τις προϋποθέσεις της οικουμενικότητας και αναγνωρίζεται ως Οικουμενική
(βλ. Β΄ Οικουμενική, 381 μ.Χ.).
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
– 2016 μ.Χ.
Ας έλθουμε όμως και στο σήμερα. Ως γνωστόν, έχει
προγραμματιστεί η σύγκληση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου
Εκκλησίας», της Πανορθοδόξου Συνόδου, την Πεντηκοστή του 2016 στην
Κωνσταντινούπολη.
Κατ’ αρχήν ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν μπορούμε παρά να
χαρούμε και να δοξάζουμε τον Θεό, όταν η Χάρις Του επιτρέπει τέτοια σημαντικά
γεγονότα στη ζωή της Εκκλησίας μας. Παράλληλα όμως, ως μέλη του Σώματος του
Χριστού έχουμε υποχρέωση και ευθύνη, ο καθένας μας ανάλογα με τη θέση και
τις δυνατότητες που έχει, να ενδιαφερόμαστε και να μην αδιαφορούμε για τα
σοβαρά και κρίσιμα αυτά θέματα. Μάλιστα αυτές τις μέρες που συνεδριάζει στη
Γενεύη η Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη, η τελευταία και πλέον
καθοριστική πριν από τη Σύνοδο, οφείλουμε όλοι μας να ευχηθούμε και να
προσευχηθούμε ο Θεός να φωτίζει τα μέλη της, ώστε οι αποφάσεις τους να
είναι πραγματικά εν Αγίω Πνεύματι.
Σύμφωνα, όμως, με όσα είπαμε παραπάνω δεν μπορούμε
να αποφανθούμε εκ των προτέρων για τη μέλλουσα Σύνοδο, αν για την εκκλησιαστική
συνείδηση αναδειχθεί πράγματι σε Ιερή Σύνοδο ή –Θεός φυλάξοι– σε μία ακόμη
ψευδοσύνοδο. Ασφαλώς ευχόμαστε και προσευχόμαστε οι αποφάσεις της
Πανορθοδόξου Συνόδου να αρχίζουν με το «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν», και
να είναι πράγματι θεοφώτιστες.
Βέβαια, κατά καιρούς έχουν εκφραστεί πολλές
επιφυλάξεις, τόσο από ακαδημαϊκούς θεολόγους, όσο και από πρόσωπα τα οποία η
εκκλησιαστική συνείδηση αναγνωρίζει ως θεοφόρα και χαρισματούχα, για τη
σκοπιμότητα, τη διαδικασία και κυρίως τα αποτελέσματα αυτής της Συνόδου.
Ασφαλώς δεν είναι της παρούσης η αναλυτική αναφορά στα θέματα αυτά.
Επισημαίνουμε όμως με φόβο Θεού και τη δέουσα επιφύλαξη μόνο τρία
ζητήματα:
1. Σημαντικό μειονέκτημα, θα τολμούσα να πω
σοβαρότατο εκκλησιολογικό έλλειμμα, της διαδικασίας προετοιμασίας και,
συνεπώς, της ιδίας της Πανορθοδόξου Συνόδου είναι ο αποκλεισμός του λαού του
Θεού από όλες τις διαδικασίες και η πλημμελής, έως ανύπαρκτη, ενημέρωσή
του. Οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες συνοδικώς και πανορθοδόξως το 1848 έδωσαν
μαθήματα ορθοδόξου εκκλησιολογίας και απεφάνθησαν ότι «παρ’ ἡμῖν οὔτε
Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησαν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς
τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει
τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοιειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»!
Όμως, αντίθετα με την ορθόδοξη εκκλησιολογία, η
Πανορθόδοξη Σύνοδος, δυστυχώς, προετοιμάζεται επί εννιά δεκαετίες,
από το 1920, ερήμην του λαού του Θεού. Και όταν λέμε «λαός του Θεού»
εννοούμε ολόκληρο το Σώμα της Εκκλησίας, τους λαϊκούς, τις μοναστικές
αδελφότητες, το Άγιο Όρος, τους κληρικούς (από διακόνους έως Επισκόπους), τους
θεολόγους, τις Θεολογικές Σχολές και όλες τις πνευματικές δυνάμεις της
Εκκλησίας μας. Θα έπρεπε να είχε σημάνει πνευματικός συναγερμός (θεολογικών
συζητήσεων, πνευματικών ζυμώσεων και κυρίως προσευχής) στο πλήρωμα της
Εκκλησίας για τέτοιας εμβελείας εκκλησιαστικό γεγονός! Δυστυχώς όμως
τίποτα τέτοιο δεν συνέβη! Οι αρμόδιοι θέλησαν και, εν πολλοίς το πέτυχαν,
να
"μοναστήρι" Αγίας Θεοδώρας(!)
αυτό που βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στην οδό ερμού, 10-20 μέτρα από την Αριστοτέλους, ανάμεσα σε εμπορικά μαγαζιά.
Να υποθέσω ότι κάποιοι μαζεύουν "κουκιά" για την μητρόπολη θεσσαλονίκης;