Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Φοβερές οι διαπιστώσεις του π. Θεοδώρου Ζήση, αλλά φοβερότερες οι αντιφάσεις και οι παραβάσεις!

Ὁ π. Θεόδωρος στὸ ἄρθρο ποὺ στὴν συνέχεια παραθέτουμε εἶναι σαφής:
Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι παναίρεση. Ἀποτελεῖ σύνοψη καὶ συμπερίληψη ὅλων τῶν αἱρέσεων καὶ συγκιρνᾶ ὅλες τὶς θρησκεῖες!
Καὶ συνεχίζει:
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιπλήττει τοὺς Γαλάτες γιὰ «κάτι πολὺ λιγώτερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κηρύσσουν οἱ σημερινοὶ Ἰουδαΐζοντες τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Κατὰ τὸν Παῦλο ἀνατρέπεται τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ μὲ μικρὲς παραποιήσεις (ὅπως ἡ περιτομή)! Καὶ τί ἔκαναν τότε οἱ Ἰουδαΐζοντες; Δὲν ἀμφισβητοῦσαν ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως κάνουν οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενισταὶ ποὺ ἀμφισβητοῦν τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς διὰ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίας».
Καὶ παρακάτω γράφει ὁ π. Θεόδωρος:
 «Ἂν λοιπὸν σ᾽ αὐτὸ ἀντέδρασε μὲ τόσο θυμὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, σκεφθῆτε πόσο θὰ ἀντιδροῦσε τώρα μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν ὅτι καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες σώζονται οἱ ἄνθρωποι, ἰσχυρισμὸς ποὺ ἀποτελεῖ ἀκύρωση καὶ ἀχρήστευση τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ἀναίρεση καὶ προσβολὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἀποτελεῖ μετάθεση εἰς “ἕτερον εὐαγγέλιον”».
«Καὶ ἡ μικρὴ παραποίηση μολύνει καὶ καταστρέφει ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο», γι᾽ αὐτὸ καὶ "ὁ θυμὸς τοῦ Ἀποστόλου ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν, ποὺ εἶναι ἀνοητότεροι τῶν Γαλατῶν, εἶναι μεγαλύτερος»!
Ἀκόμα καὶ ἡ «αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, εἶναι μικρότερη τῆς σημερινῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»!
«Ἂς ἀκούσουν ὅτι ὁ Παῦλος διδάσκει ὅτι ἀνέτρεψαν τὸ Εὐαγγέλιο καὶ αὐτοὶ ποὺ καινοτόμησαν σὲ κάτι μικρό Δὲν ἄκουσες, λέγει, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ξύλα μόνο νὰ μάζευε κανεὶς τὸ Σάββατο, μία ἐντολὴ νὰ παρέβαινε, καὶ μάλιστα ὄχι μεγάλη, ἐτιμωρεῖτο αὐστηρότατα; Ἂν λοιπὸν ἡ παράβαση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου …προκάλεσαν τέτοια ἀγανάκτηση στὸν Θεό, αὐτὸς ποὺ καταστρέφει δόγματα φρικτὰ καὶ ἀπόρρητα, θὰ μπορέσει νὰ ἀπολογηθεῖ καὶ νὰ συγχωρηθεῖ;».
Ἀλήθεια, πάτερ Θεόδωρε, δὲν ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ μάζεμα ξύλων, γιὰ παράβαση δηλαδή, τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου, ἀλλὰ γιὰ τὴν Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν»;  Ὅτι αὐτὴν παραβαίνετε οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστές; Ὅτι περιφρονεῖτε καὶ καταπατεῖτε τὸ «μὴ λέγειν αὐτοῖς χαίρειν» τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου;  Δὲν σᾶς προβληματίζουν οἱ ἐπὶ Βέκκου Ἁγιορεῖτες Πατέρες ποὺ γράφουν: «εἰ γάρ τό ἁπλῶς χαίρειν εἰπεῖν, κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καί ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων;».
Καὶ ἂν οἱ Γαλάτες ἦσαν ἀναθεματισμένοι ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο, γιὰ ἕνα μικρότερο πρᾶγμα, οἱ Οἰκουμενιστές, κατὰ μείζονα λόγο, εἶναι ἀναθεματισμένοι ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο, ἀφοῦ περιπίπτουν σὲ μεγαλύτερη βλασφημία κατὰ τοῦ Εὐαγγελίου! Πῶς λοιπόν, ἐπικοινωνεῖτε μὲ ἀναθεματισμένους; Μήπως περιμένετε νὰ ἀναθεματίσουν τοὺς ἑαυτούς τους στὴν Οἰκουμενιστικὴ Πανορθόδοξο Σύνοδο τοῦ 2016; Ἀσφαλῶς καὶ δὲν θὰ τὸ κάνουν, ἀλλὰ καὶ δὲν χρειάζεται· ὅχι μόνο γιατὶ αὐτὸ τὸ ἔχει κάνει ἀντ’ αὐτῶν ὁ ἀπ. Παῦλος, ἀλλὰ γιατί (σύμφωνα πάλι μὲ τοὺς δικούς σας λόγους στὸ ἄρθρο σας) αὐτὸ ἔγινε καὶ στὶς μέρες μας. Οἱ Οἰκουμενιστὲς εἶναι ἀναθεματισμένοι στὴν σύγχρονη ἐποχὴ ἀπὸ ἀντι-Οἰκουμενιστὴ μάλιστα Μητροπολίτη· τὸν κ. Σεραφείμ! Κι αὐτὸ τὸν ἀναθεματισμὸ ἐσεῖς τὸν θεωρεῖτε ἔγκυρο! Γράφετε (καὶ μέμφεσθε γιὰ δειλία τὸν μητροπολίτη Πειραιῶς):  «Ἐτόλμησε ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφεὶμ νὰ ἐκφωνήσει ἀνάθεμα τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 2012 ἐναντίον καὶ τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀλλὰ ἐδειλίασε φαίνεται καὶ τὸ ἐσταμάτησε»!
Καὶ λοιπόν, ὁ "δειλὸς" κ. Σεραφείμ (κατὰ τοὺς λόγους σας), σταμάτησε νὰ ἐκφωνεῖ ἀναθέματα. Ἐσεῖς, ποὺ γνωρίζετε ὅτι οἱ Οἰκουμενιστὲς εἶναι ἀναθεματισμένοι, (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο καὶ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ἀπὸ τὸν κ. Σεραφείμ) γιατὶ κοινωνεῖτε μαζί τους;
 Μήπως δὲν τὰ γνωρίζει αὐτὰ ὁ π. Θεόδωρος; Τὰ γνωρίζει καλῶς, ἀλλά, καὶ αὐτὰ κι ἄλλα πολλὰ τὰ παρακάμπτει. Θὰ ἐπικαλεσθοῦμε πάλι φράση ἀπὸ τὸ σημερινὸ ἄρθρο του.
Γράφει συγκεκριμένα:
«Ἡ Ἐκκλησία ἐπρόσεξε αὐτὲς τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου καὶ μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὁμόφωνη γνώμη τῶν Ἁγίων Πατέρων μὲ ἀκρίβεια καὶ μὲ λεπτομέρειες ὅρισε τὶς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων πρὸς τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς θρησκεῖες»!
σεῖς, πάτερ Θεόδωρε, γιατί δὲν ἀκολουθεῖτε τὴν Ἐκκλησία;
Γιατί δὲν ἐφαρμόζετε ὅσα ἡ Γραφή, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες ὅρισαν γιὰ τὶς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων πρὸς τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς θρησκεῖες»;
Γιατί δὲν ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς καταγγέλλετε ἀορίστως καὶ "ὀνοματοκρυπτικῶς", κοινωνεῖτε δὲ μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς ποὺ μᾶς διδάσκετε ὅτι "ἀποτελοῦν συμπερίληψη ὅλων τῶν αἱρέσεων συγκιρνοῦν ὅλες τὶς θρησκεῖες, καὶ ἀνατρέπουν τὸ Εὐαγγέλιο";

__________________________________________

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Ὁμότιμος Καθηγητὴς Α.Π.Θ.

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ

ΩΣ  ΙΟΥΔΑΪΖΟΥΣΑ  ΑΙΡΕΣΗ

 1. Ἰουδαΐζουσες τάσεις μέσα στὸν Χριστιανισμό 
Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς παναίρεση. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀποτελεῖ σύνοψη καὶ συμπερίληψη ὅλων τῶν αἱρέσεων, ἔχει στοιχεῖα ἀπ᾽ ὅλες τὶς αἱρέσεις, ἀναμειγνύει καὶ συγκιρνᾶ ὅλες τὶς θρησκεῖες, ἐπαναφέρει τὸν συγκρητισμὸ τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων, δικαιολογεῖ καὶ προάγει τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ τὴν πολλαπλότητα τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, τὰ ὁποῖα κατήργησε ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ.
Οὐσιαστικῶς οἱ ἀντίθεες καὶ ἀντίχριστες δυνάμεις ἐπιδιώκουν νὰ ἐκδικηθοῦν τὸν Χριστιανισμό, νὰ πάρουν τὴν ρεβάνς· δὲν μπόρεσαν τότε, ἐκπροσωπούμενες ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, νὰ τὸν νικήσουν μὲ τὴν θανάτωσή του ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, γιατὶ ἀναστήθηκε, καὶ τὸ εὐαγγέλιό του κηρύχθηκε καὶ ἐξαπλώθηκε ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ σ᾽ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, κατὰ θαυμαστὸ τρόπο, ἐπιτυγχάνοντας τὴν πνευματικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων, ἐκχριστιανίζοντας τὸν κόσμο. Ἐπιχειροῦν τώρα μὲ δόλια καὶ ὕπουλα μέτρα νὰ ἀποχριστιανίσουν τὸν κόσμο, νὰ καταργήσουν τὴν «καινὴ κτίση», τὴν Νέα Ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἐπαναφέρουν τὴν παλαιὰ «Νέα Ἐποχή» τοῦ Ἀντιχρίστου.
Τὸ «ἰουδαΐζειν», ἡ τάση δηλαδὴ νὰ κρατήσει ὁ Χριστιανισμὸς πολλὰ ἰουδαϊκὰ στοιχεῖα καὶ νὰ καταστεῖ μία ἰουδαΐζουσα αἵρεση, ἕνα παρακλάδι τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, ὅπως εἶναι τὸ Ἰσλάμ, ἔχει καταγραφῆ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία. Ἤδη ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους, ξεκινᾶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια καὶ αὐξάνει στὴν συνέχεια μὲ τὴν ἐμφάνιση τῶν Ἰουδαϊζουσῶν αἱρέσεων, κύριο γνώρισμα τῶν ὁποίων ἦταν ἡ ἄρνηση τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἰουδαϊκῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς ὁ Χριστὸς ὁ εἰς τοὺς αἰῶνας ἐπεκτεινόμενος, ἀντέδρασε καὶ ἀπέτρεψε τὸν ἐξιουδαϊσμὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως ἀπέτρεψε καὶ τὸν ἐξελλη-νισμό του, τὸν ὁποῖο μέσῳ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ἐπεδίωξαν ἄλλες αἱρέσεις.
Στὴν ἐποχή μας εἶναι ἐμφανεῖς αὐτὲς οἱ ἰουδαΐζουσες μέσα στὸ Χριστιανισμὸ τάσεις, οἱ φιλοϊουδαϊκὲς τάσεις, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὑπενθυμίζουμε ἐνδεικτικά. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἡγέτες τοῦ Χριστιανισμοῦ, προσπαθοῦν νὰ ἀμνηστεύσουν, νὰ ἀθωώσουν τοὺς Ἑβραίους γιὰ τὴν Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἀθωώσουν ἀκόμη καὶ τὸν Ἰούδα. Ἔχουν ἐπινοήσει τὴν θεωρία γιὰ τὶς ἀβρααμικὲς θρησκεῖες, δηλαδὴ τὶς τρεῖς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες ποὺ κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰουδαϊσμό, τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὸ Ἰσλάμ, ποὺ πιστεύουν δῆθεν στὸν ἴδιο Θεό, καὶ ἔχουν κοινοὺς προγόνους, τοὺς προφῆτες καὶ πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τὸ χειρότερο δὲ ὅλων εἶναι ὅτι δέχονται καὶ διακηρύσσουν ὅτι καὶ οἱ τρεῖς θρησκεῖες, ἀλλὰ καὶ ἄλλες θρησκεῖες, ἀποτελοῦν ὁδοὺς σωτηρίας, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι σώζονται καὶ μέσα σ᾽ αὐτὲς τὶς θρησκεῖες, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ὁ Χριστός καὶ ἡ Ἐκκλησία του ἡ μόνη ὁδὸς σωτηρίας. Τὶς βλάσφημες αὐτὲς θέσεις τῶν ἐκπροσώπων τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τὶς ἀναιρέσαμε παλαιότερα μὲ σχετικὸ βιβλίο μας στηριζόμενοι στὴν Ἁγία Γραφή[1] καὶ στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Στὰ ἐκεῖ λεχθέντα ἐπιθυμοῦμε μὲ τὸ μικρὸ αὐτὸ ἄρθρο νὰ προσθέσουμε ἀκόμη ἕνα λιθαράκι μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν εὐχὴ νὰ ἀφυπνίσουμε κάποιον καλοπροαίρετο Οἰκουμενιστή, ἀλλὰ κυρίως νὰ προφυλάξουμε ἄλλους ἀπὸ τὰ δίχτυα ποὺ ἁπλώνει παντοῦ ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τέκνο τοῦ Σιωνισμοῦ καὶ τῆς Μασονίας.

2. Ἂν σώζει ὁ Ἰουδαϊσμός, περιττὸς ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Καταργεῖται τὸ Εὐαγγέλιο.
Οἱ ἐκτιμήσεις καὶ οἱ σκέψεις μας προῆλθαν, ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῆς Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὰ πλαίσια τῶν κηρυγμάτων μας ἐπάνω στὶς ἀποστολικὲς περικοπὲς καὶ τῆς συναφοῦς ἀνάγκης γιὰ ἐπικαιροποίηση τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος. Στὴν ἐπιστολὴ αὐτή, γεμάτη ἀπὸ προσωπικὸ τόνο καὶ αἰσθήματα ἀγάπης πρὸς τοὺς Γαλάτας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἔκδηλο θυμό, ὁ Ἀπόστολος ἐπιπλήττει τοὺς Γαλάτας, γιατὶ πολὺ εὔκολα μετατέθηκαν, μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σὲ ἄλλο εὐαγγέλιο, παρασυρθέντες ἀπὸ ἰουδαΐζοντες αἱρετικοὺς ποὺ ἤθελαν νὰ ἀλλάξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι τόσο πολὺ θυμωμένος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γι᾽ αὐτὴν τὴν εὔκολη μεταστροφή τους, ὥστε λέγει ὅτι ἀκόμη καὶ ἐγὼ ἢ ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἂν σᾶς διδάξουμε ἄλλο εὐαγγέλιο, διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ σᾶς ἐδίδαξα στὴν ἀρχή, νὰ εἴμαστε ἀναθεματισμένοι. Στὴν τήρηση τοῦ Εὐαγγελίου δὲν χωροῦν ἐκπτώσεις καὶ ἀνθρωπαρέσκειες· ἂν τοὺς λέγει, ἤμουν ἀρεστὸς στοὺς ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ.
Ἤδη μᾶς δίδει ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος δύο χαρακτηριστικὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὅπως ἐκείνων τῶν Ἰουδαϊζόντων. Τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ εἶναι ὅτι διαστρέφουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ παρασύρουν τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἄλλο εὐαγγέλιο καὶ τὸ δεύτερο ὅτι θέλουν νὰ εἶναι ἀρεστοὶ ὄχι στὸν Θεό, ἀλλὰ στοὺς ἀνθρώπους. Παραθέτουμε τὸ κείμενο γιατὶ εἶναι πολὺ δυνατό: «Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον, ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο εἰ μή τινὲς εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾽ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω. Ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ τὸν Θεόν; Ἢ ζητῶ ἀνθρώποις ἀρέσκειν; Εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην»[2].
Ἐπαναλαμβάνει δύο φορὲς τὸ ἀνάθεμα, γιὰ νὰ φοβίσει τοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν μπροστὰ στὸν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων. Ἔπραττε γι᾽ αὐτὸ ἄριστα ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ αἰῶνες ποὺ ἐδιάβαζε τὰ ἀναθέματα ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρετικῶν κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ἔπαυσε δυστυχῶς τώρα νὰ τὰ διαβάζει μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ 2005, γιατὶ οἱ μὲν Οἰκουμενιστὲς ἐπίσκοποι ἔχουν τὴν συνείδηση, ὀρθῶς, ὅτι ἀναθεματίζουν τοὺς ἑαυτούς των, οἱ δὲ ἄλλοι, γιατὶ θέλουν νὰ εἶναι ἀρεστοὶ ὄχι στὸ Χριστό, ἀλλὰ στοὺς ἰσχυροὺς Οἰκουμενιστὰς καὶ Μασόνους. Ἐτόλμησε ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφεὶμ νὰ ἐκφωνήσει ἀνάθεμα τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 2012 ἐναντίον καὶ τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀλλὰ ἐδειλίασε φαίνεται καὶ τὸ ἐσταμάτησε.
Τὶ ἔγινε ὅμως μὲ τοὺς Γαλάτες καὶ τοὺς ἐπιπλήττει ὁ Παῦλος ὅτι πίστεψαν σὲ ἄλλο Εὐαγγέλιο; Κάτι πολὺ λιγώτερο πάντως ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κηρύσσουν οἱ σημερινοὶ Ἰουδαΐζοντες τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θυμὸς τοῦ Ἀποστόλου ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι μεγαλύτερος. Ἐδίδασκαν λοιπὸν οἱ ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανοί, ποὺ ἦλθαν στὴν Γαλατία γιὰ νὰ ἀλλάξουν τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου, ὅτι πρέπει καὶ οἱ ἐξ ἐθνῶν Χριστιανοὶ νὰ περιτέμνωνται καὶ νὰ τηροῦν καὶ ἄλλες διατάξεις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος «οἱ ἐξ Ἰουδαίων πιστεύσαντες, ὁμοῦ μὲν τῇ προλήψει τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ κατεχόμενοι, ὁμοῦ δὲ κενοδοξίᾳ μεθύοντες, καὶ βουλόμενοι ἀξίωμα διδασκάλων ἑαυτοῖς περιθεῖναι, ἐλθόντες εἰς τὸ Γαλατῶν ἔθνος ἐδίδασκον ὅτι δεῖ περιτέμνεσθαι καὶ σάββατα καὶ νουμηνίας τηρεῖν, καὶ μὴ ἀνέχεσθαι Παύλου ταῦτα ἀναιροῦντος»[3].
Δὲν ἐδίδασκαν πάντως τὸ πολὺ χειρότερο ὅτι σώζεται κανεὶς καὶ στὸν Ἰουδαϊσμό, ὅπως πράττουν οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενισταί, διότι τότε θὰ ἐγειρόταν ἀμείλικτο τὸ ἐρώτημα ἐναντίον τους: Μὰ ἂν σώζεσθε στὸν Ἰουδαϊσμό, γιατί ἤλθατε στὸν Χριστιανισμό, γιατὶ πιστεύσατε στὸν Χριστό; Ἁπλῶς προσπαθοῦσαν νὰ κάνουν καὶ τὸν Χριστιανισμὸ Ἰουδαϊσμό, νὰ ἐξιουδαΐσουν τὸν Χριστιανισμὸ ἐκ τῶν ἔσω. Ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν ὡς ὑποχρεωτικὴ τὴν τήρηση κάποιων διατάξεων τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Ἂν λοιπὸν σ᾽ αὐτὸ ἀντέδρασε μὲ τόσο θυμὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, σκεφθῆτε πόσο θὰ ἀντιδροῦσε καὶ πόσο λυπεῖται ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ τώρα μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν ὅτι καὶ στὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ στὸ Ἰσλὰμ καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες σώζονται οἱ ἄνθρωποι, ἰσχυρισμὸς ποὺ ἀποτελεῖ ἀκύρωση καὶ ἀχρήστευση τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ἀναίρεση καὶ προσβολὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἀποτελεῖ μετάθεση εἰς «ἕτερον εὐαγγέλιον».
Δὲν διαβάσαμε πάλιν αὐτὲς τὶς ἡμέρες τὴν δήλωση τοῦ γραφικοῦ πάπα Φραγκίσκου στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ Κοράνιο εἶναι τὸ ἴδιο, ἔχουν τὴν ἴδια ἀξία; Δὲν θυμόμαστε παρόμοιες δηλώσεις πάλιν καὶ πολλάκις καὶ δικῶν μας «Ὀρθοδόξων» πατριαρχῶν, ἐπισκόπων καὶ θεολόγων, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρόσφεραν ὡς πολύτιμο δῶρο τό «ἱερό» Κοράνιο; Πολὺ περισσότερο πρὸς ὅλους αὐτοὺς θὰ ἔλεγε ὁ Παῦλος αὐτὸ ποὺ εἶπε πρὸς τοὺς Γαλάτας: «Θαυμάζω ὅτι αὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον»[4].
Ὀνομάζει ἀνόητους τοὺς Γαλάτες[5], ποὺ δὲν πείθονται στὴν μοναδικὴ ἀλήθεια τῆς διὰ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίας καὶ στηρίζουν τὶς ἐλπίδες τους στὸν Ἰουδαϊκὸ Νόμο· μὲ ἔμφαση τοὺς λέγει, ὅτι «Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρας»[6]λόγια ποὺ τὰ περιέλαβε ἡ Ὀρθόδοξη ὑμνογραφία καὶ τὰ ἐνσωμάτωσε στὸ πολὺ δυνατὸ νοηματικὰ ἀλλὰ καὶ μουσικὰ ἀπολυτίκιο τῆς Μ. Πέμπτης: «Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου αἵματι· τῷ Σταυρῷ προσηλωθεὶς καὶ τῇ λόγχῃ κεντηθεὶς τὴν ἀθανασίαν ἐπήγασας ἀνθρώποις Σωτὴρ ἡμῶν, δόξα σοι».
Σώζονται, λοιπόν, μέσα στὴν κατάρα τοῦ νόμου οἱ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, οἱ τότε καὶ οἱ τώρα, ὅπως διδάσκουν οἱ ἀνοητότεροι τῶν Γαλατῶν Οἰκουμενισταί; Τότε γιατί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ πρώην ζηλωτὴς τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, θεωροῦν ὅτι ἀπελευθερώθηκαν ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ τὴν δουλεία τοῦ Νόμου καὶ ζοῦν καὶ χαίρονται τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία; Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμό, ἀπὸ τὸ ἰουδαΐζειν, εἶναι τὸ μεγάλο δῶρο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ συνιστᾶ ὁ Παῦλος στοὺς Γαλάτες νὰ κρατηθοῦν σ᾽ αὐτὴν τὴν ἐλευθερία καὶ νὰ μὴ ἐπανέλθουν στὴν δουλεία τοῦ Νόμου· ἂν μόνο ἡ τήρηση τῆς περιτομῆς ἀχρηστεύει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτε ὁ Χριστός, πόσο χειρότερα πράττουν καὶ στεροῦν τὴν σωτηρία ὅσοι διδάσκουν ὅτι ὅλος ὁ νόμος, ὁ Ἰουδαϊσμὸς συνολικὰ σώζει; «Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε. Ἴδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι, ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει»[7].
Γκρεμίζει πάντως συνθέμελα τὸν Ἰουδαϊσμό, πολὺ περισσότερο τὸν Οἰκουμενισμό, ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἀκόμη καὶ οἱ ἐκ γενετῆς, ἐκ φύσεως Ἰουδαῖοι, ὅπως ὁ ἴδιος καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, γνωρίζοντας ὅτι δὲν σώζεται κανεὶς μὲ τὰ ἔργα τοῦ Νόμου, παρὰ μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, ἐπίστευσαν στὸν Ἰησοῦ Χριστό: «Εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου, ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ, καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ[8]. Ὑπάρχει πιὸ ἀναντίρρητη διαβεβαίωση, πέραν τοῦ παραδείγματος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅτι κανεὶς δὲν σώζεται μέσα στὸν Ἰουδαϊσμό; «Οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ».
Κορυφώνεται μάλιστα ἡ ἀντιπαράθεση πρὸς τοὺς Ἰουδαΐζοντες κάθε ἐποχῆς καὶ πρὸς τοὺς σημερινοὺς Οἰκουμενιστὰς μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ γνώμη περὶ τοῦ ὅτι σώζεται κανεὶς χωρὶς τὸν Χριστό, ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, σημαίνει ἀθέτηση, ἀπόρριψη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ἂν σώζεται κανεὶς μὲ τὸν Ἰουδαϊκὸ Νόμο, τότε ὁ Χριστὸς εἰς μάτην, δωρεάν, ἀπέθανε, δὲν ὠφέλησε ὁ θάνατός του. «Οὐκ ἀθετῶ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ. Εἰ γὰρ διὰ νόμου δικαιοσύνη, ἄρα Χριστὸς δωρεὰν ἀπέθανεν»[9].

3. Ἐπικαιροποίηση τῶν τοῦ Παύλου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας μὲ σειρὰ ὁμιλιῶν τὴν Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολὴ ἐπικαιροποιεῖ τὰ τοῦ Παύλου στὰ προβλήματα τῆς δικῆς του ἐποχῆς, ἰδιαίτερα ὡς πρὸς τὴν μεγάλη αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, μικρότερη πάντως τῆς σημερινῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Λέγει λοιπὸν ὅτι κατὰ τὸν Παῦλο ἀνατρέπεται τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ μὲ μικρὲς παραποιήσεις· καὶ ἡ μικρὴ παραποίηση μολύνει καὶ καταστρέφει ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο.
Τί ἔκαναν τότε οἱ Ἰουδαΐζοντες; Δὲν ἀμφισβητοῦσαν ὅλο τὸ Εὐαγέλλιο, ὅπως κάνουν οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενισταὶ ποὺ ἀμφισβητοῦν τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς διὰ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίας. Ἐκεῖνοι ἤθελαν νὰ προσθέσουν μία ἢ δύο διατάξεις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Γιὰ νὰ δείξει ὅμως ὁ Παῦλος ὅτι κάθε μικρὴ παραποίηση καταστρέφει τὸ ὅλον, εἶπε ὅτι οἱ Ἰουδαΐζοντες ἀνατρέπουν τὸ Εὐαγγέλιο, κηρύσσουν ἄλλο εὐαγγέλιο. Καὶ γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ κατανοητὸ χρησιμοποιεῖ ὁ Χρυσόστομος τὴν εἰκόνα τοῦ βασιλικοῦ νομίσματος, τοῦ ὁποίου ἂν κόψει κανεὶς ἕνα μικρὸ κομμάτι καθιστᾶ ὁλόκληρο τὸ νόμισμα κίβδηλο, ἄχρηστο. Ἔτσι καὶ στὴν ὑγιαίνουσα πίστη, ὅταν κανεὶς ἀνατρέψει τὸ ἐλάχιστο, καταστρέφει τὸ πᾶν, γιατὶ ἀρχίζει πλέον ἡ πορεία πρὸς τὰ χειρότερα: «Καθάπερ γὰρ ἐν τοῖς βασιλικοῖς νομίσμασιν ὁ μικρὸν τοῦ χαρακτῆρος περικόψας, ὅλον τὸ νόμισμα κίβδηλον εἰργάσατο· οὕτω καὶ ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καὶ τὸ βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντὶ λυμαίνεται ἐπὶ τὰ χείρονα προϊὼν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς»[10].
Ἀγανακτεῖ τώρα καὶ θυμώνει μὲ τὴν σειρά του καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, διότι ἐλέγχοντας τὶς πολὺ σοβαρότερες ἀπὸ τὴν τήρηση τῆς περιτομῆς αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς του, ποὺ ἔθιγαν βασικὰ δόγματα τῆς πίστεως, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός, ἐπικρινόταν ἀπὸ πολλοὺς ὅτι εἶναι φιλόνεικος καὶ ἐριστικός, ὅπως ἀκριβῶς συκοφαντοῦν καὶ ἐπικρίνουν καὶ ὅσους ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τῆς παναιρέσως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῶν ἄλλων παρεκκλίσεων προσβάλλει καὶ ἀκυρώνει τὸ θεμελιῶδες καὶ κορυφαῖο δόγμα τῆς μόνον διὰ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίας καὶ ἀπολυτρώσεως, τὴν ἀποκλειστικότητά της διὰ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίας.
Λέγει τὰ ἑξῆς ὁ Χρυσορρήμων Πατήρ, καὶ ἂς τὰ προσέξουν οἱ Οἰκουμενισταὶ ποὺ κατηγοροῦν τοὺς ἀγωνιζομένους ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὡς ἐριστικούς, ἀκραίους, φανατικούς, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀπὸ ἄγνοια καὶ κακὴ ἐμπιστοσύνη πρὸς πλανωμένους πατριάρχες, ἐπισκόπους καὶ λοιποὺς κληρικοὺς καὶ μοναχοὺς ἀποδέχονται καὶ ἀναπαράγουν ἄκριτα αὐτὲς τὶς κατηγορίες, μὲ μεγάλη πνευματική τους ζημία, γιατὶ ἀδικοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ συκοφαντοῦν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πολλὲς φορές οὔτε γνωρίζουν οὔτε συναναστράφηκαν.
Ποῦ εἶναι, λέγει, αὐτοὶ ποὺ μᾶς κατηγοροῦν ὡς φιλόνεικους, ὡς ἐριστικούς, λόγω τῆς ἀντιθέσεώς μας πρὸς τοὺς αἱρετικούς; Ποῦ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι μεταξὺ μας δὲν ὑπάρχουν διαφορές, ἀλλὰ αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ ἐγωϊσμοὺς καὶ φιλαρχίες. Ἂς ἀκούσουν ὅτι ὁ Παῦλος διδάσκει ὅτι ἀνέτρεψαν τὸ Εὐαγγέλιο καὶ αὐτοὶ ποὺ καινοτόμησαν σὲ κάτι μικρό. Πῶς λοιπὸν δὲν ἀνατρέπουν τὸ Εὐαγγέλιο οἱ τοῦ Ἀρείου, ποὺ διδάσκουν ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα; Πῶς, θὰ προσθέταμε ἐμεῖς, δὲν ἀνατρέπουν τὸ Εὐαγγέλιο αὐτοὶ ποὺ ἀπορρίπτουν τὴν μοναδικότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, αὐτοὶ ποὺ θεωροῦν ὅτι σώζεται κανεὶς σὲ θρησκεῖες ποὺ ἀρνοῦνται τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἰουδαϊσμὸς καὶ τὸ Ἰσλάμ, δηλαδὴ οἱ Οἰκουμενισταί, καὶ ταυτίζονται ὡς πρὸς αὐτὸ μὲ τὸν Ἀρειανισμό;
Δὲν ἄκουσες, συνεχίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ξύλα μόνο νὰ μάζευε κανεὶς τὸ Σάββατο καὶ μία ἐντολὴ νὰ παρέβαινε, καὶ μάλιστα ὄχι μεγάλη, ἐτιμωρεῖτο αὐστηρότατα; Ὅτι ὁ Ὀζᾶ ποὺ στήριξε τὴν Κιβωτὸ ποὺ κινδύνευε νὰ ἀνατραπεῖ, πέθανε ἀμέσως, διότι ἔκανε ἔργο ποὺ δὲν τοῦ ἀνῆκε, δὲν ἦταν δική του διακονία; Ἂν λοιπὸν ἡ παράβαση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου καὶ τὸ ἄγγιγμα τῆς Κιβωτοῦ ποὺ ἔπεφτε, προκάλεσαν τέτοια ἀγανάκτηση στὸν Θεό, ὥστε αὐτοὶ ποὺ τὰ τόλμησαν νὰ μὴ τύχουν οὔτε τὴν παραμικρὴ συγγνώμη, αὐτὸς ποὺ καταστρέφει δόγματα φρικτὰ καὶ ἀπόρρητα, θὰ μπορέσει νὰ ἀπολογηθεῖ καὶ νὰ συγχωρηθεῖ; «Ὁ δόγματα φρικτὰ καὶ ἀπόρρητα λυμηνάμενος, οὗτος ἀπολογίας τεύξεται καὶ συγγνώμης;».
Εἶναι ἀδύνατο νὰ συμβεῖ αὐτὸ, ἀδύνατο. «Οὐκ ἔστι ταῦτα, οὐκ ἔστι». Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν κακῶν μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὅτι δὲν ἀγανακτοῦμε καὶ γιὰ τὰ μικρά. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μπῆκαν τὰ μεγάλα ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ δὲν διορθώνουμε τὰ μικρά. Καὶ ὅπως συμβαίνει στὰ ἀνθρώπινα σώματα, ὅποιοι ἀδιαφορήσουν γιὰ τὰ τραύματα, προκαλοῦν πυρετούς, γάγγραινα καὶ θάνατο, ἔτσι καὶ στὶς ψυχές, αὐτοὶ ποὺ παραβλέπουν τὰ μικρά, εἰσάγουν τὰ μεγαλύτερα.
Δίνει στὴ συνέχεια μερικὰ παραδείγματα ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀλλὰ καὶ τῆς Οἰκουμένης, ὄντως οἰκουμενικὸς πατριάρχης, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ καταστήσουν προσεκτικοὺς τοὺς διαδόχους του, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἀξιωματούχους, γιὰ τὴν θεραπεία παλαιῶν σχισμάτων, ποὺ ἔγιναν ἐξ αἰτίας τους, ἀλλὰ καὶ νέων ποὺ ἐνεργοῦνται καὶ θὰ ἐνεργηθοῦν καὶ πάλι ἐξ αἰτίας τους.
Ὁ ἕνας, λέγει, κάνει λάθος σὲ ὅσα ἰσχυρίζεται γιὰ τὴν νηστεία, ἀλλὰ δὲν πειράζει, δὲν εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα. Ἄλλος ἀκολουθεῖ τὴν ὀρθὴ πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, ὑποκρίνεται ὅμως, λόγῳ τῆς ἐποχῆς καὶ πρόδωσε τὴν παρρησία, δὲν ὁμιλεῖ, δὲν ὁμολογεῖ· οὔτε αὐτὸ εἶναι μεγάλο δεινό. Ἄλλος ἐξοργισμένος ἀπειλεῖ, ὅτι θὰ ἀποστατήσει ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη· οὔτε αὐτὸ εἶναι ἄξιο τιμωρίας, γιατὶ λένε τὸ κάνει ἀπὸ ὀργὴ καὶ θυμό. Καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ μύρια ἄλλα τέτοια ἁμαρτήματα κάθε μέρα νὰ εἰσάγονται στὶς ἐκκλησίες.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ γίναμε καταγέλαστοι στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες (εἰδωλολάτρες), ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία ἔχει γεμίσει ἀπὸ σχίσματα. Διότι, ἂν ὅσοι ἐπιχειροῦσαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ ἀθετήσουν θείους θεσμοὺς καὶ νὰ κάνουν μερικὲς ἀλλαγές, δέχονταν τὴν κατάλληλη ἐπιτίμηση, δὲν θὰ εἶχε γεννηθῆ αὐτὴ ἡ ἀρρώστια τῶν αἱρέσεων καὶ δὲν θὰ εἶχε καταλάβει τὶς ἐκκλησίες αὐτὸς ὁ χειμώνας: «Εἰ γὰρ οἱ παρὰ τὴν ἀρχὴν ἀποπηδᾶν τῶν θείων θεσμῶν ἐπιχειροῦντες καὶ μικρόν τι παρακινεῖν τῆς προσηκούσης ἐτύγχανον ἐπιτιμήσεως, οὐκ ἂν ὁ παρὼν ἐτέχθη λοιμός, καὶ τοσοῦτος χειμὼν τὰς Ἐκκλησίας κατέλαβεν»[11].

Ἐπίλογος
Ἐκκλησία ἐπρόσεξε αὐτὲς τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου καὶ μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὁμόφωνη γνώμη τῶν Ἁγίων Πατέρων μὲ ἀκρίβεια καὶ μὲ λεπτομέρειες ὅρισε τὶς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων πρὸς τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς θρησκεῖες, ἰδιαίτερα πρὸς τὸν Ἰουδαϊσμό, ποὺ διακρίθηκε καὶ διακρίνεται γιὰ τὴν μεγάλη του ἐχθρότητα ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Πολλοὶ σημερινοὶ «Ὀρθόδοξοι» ἡγέτες ἀκολουθοῦν τὸν παναιρετικὸ πάπα καὶ ἰουδαΐζουν· ντρέπεται κανεὶς γι᾽ αὐτήν τὴν κατάπτωση καὶ τὴν παρακμή· εἶναι γεμᾶτες οἱ στῆλες τοῦ ἠλεκτρονικοῦ καὶ ἔντυπου τύπου ἀπὸ ἐπισκέψεις σὲ συναγωγές, συμπροσευχὲς καὶ συμπόσια μὲ ραββίνους, ἐγκώμια πρὸς τοὺς σταυρωτὰς τοῦ Χριστοῦ, φιλοφρονήσεις καὶ ἀσπασμοὶ τοῦ Ἰούδα. Ἤδη σὲ ἔντυπες ἐκδόσεις τοῦ «Τριωδίου» καὶ τῆς «Μεγάλης Ἑβδομάδος» τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, ἔχουν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῶν ἐγκωμίων τοῦ ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου ὅσα τροπάρια ἀναφέρονται μὲ σκληροὺς χαρακτηρισμοὺς στοὺς Ἑβραίους, ὄχι σκληρότερους πάντως ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐχρησιμοποίησαν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ὄντως ἰουδαΐζουν οἱ Οἰκουμενισταί καὶ κηρύσσουν «ἕτερον εὐαγγέλιον».
__________________________
[1]. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Διαθρησκειακὲς Συναντήσεις. Ἄρνηση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ προσβολὴ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, Θεσσαλονίκη 2003.
[2]. Γαλ. 1, 6-10.
[3]. Ὑπόμνημα εἰς τὴν Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολήν, κεφ. Α´, 1 PG 61, 613.
[4]. Γαλ. 1, 6.
[5]. Γαλ. 3, 1.
[6]. Γαλ. 3, 13.
[7]. Γαλ. 5, 1-2.
[8]. Γαλ. 2, 15-16.
[9]. Γαλ. 2, 21.
[10]. Ἔνθ᾽ ἀνωτ. Α´, 6, PG 61, 622.
[11]. Αὐτόθι, 6, PG 61, 622-623.

Από impantokratoros.gr

Μασωνία και Οικουμενισμός χέρι, χέρι!!!

ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ:

 Μασῶνος Ἀθηναγόρας καταθέτει στεφάνι στὸ μνημεῖο τοῦ Μασώνου ΚΕΜΑΛ καὶ ὁ Βαρθολομαῖος τὸν τιμᾶ ἐπισκεπτόμενος τὸ "σπίτι" του ΚΕΜΑΛ!

 Καὶ οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστές,  ἐνῶ μᾶς διδάσκουν ὅτι ἡ Μασωνία εἶναι Θρησκείαὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι μιὰ "νέα ἐκκλησία",  ἐκεῖ ἀπὸ κοντὰ στὸ ἀλλόκοτο αὐτὸ τέρας! Κοινωνοῦν μαζί του καὶ κρατοῦν καὶ τὸ "Φανάρι"! 



ΣΧΟΛΙΟ "ΚΡΥΦΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ": Ασχολούμαστε για άλλη μια φορά με το πρόσωπο του Αθηναγόρα, όχι διότι έχουμε κάποια εμμονή μαζί του, αλλά για δύο λόγους: πρώτον, διότι υπάρχει ακόμη άγνοια περί των πεποιθήσεών του και πολλοί, απλοϊκοί και καλοπροαίρετοι, νομίζουν πως πρόκειται για μεγάλη ορθόδοξη προσωπικότητα και, δεύτερον, επειδή υπάρχουν αρκετοί που δηλώνουν φορείς των απόψεών του και δηλώνουν ενσυνείδητα συνεχιστές της πορείας του και έτσι τα άρθρα που αποκαλύπτουν το πρόσωπο αυτό, αποκαλύπτουν συνάμα και το ποιόν των διαδόχων του.

   Πριν από λίγες ημέρες ο Πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Γκοτσόπουλος σε ένα αποκαλυπτικό άρθρο του (σε δύο μέρη εδώ και εδώ) για τον Αθηναγόρα επισημαίνει για άλλη μια φορά, αυτό που έχουν επισημάνει όλοι οι ορθόδοξοι μελετητές της εποχής μας: την άρρηκτη σχέση Οικουμενισμού - Μασονίας όπως φαίνεται ξεκάθαρα και μέσα από τα λόγια, τα κείμενα και τα έργα αυτού του μεγάλου αιρετικού του Κ΄ αιώνος, ο οποίος υπήρξε αποδεδειγμένα και μασόνος.
  
   Μασόνος υπήρξε επίσης και ο σφαγέας του Ελληνισμού Κεμάλ Ατατούρκ. Όπως είχε επισημανθεί και άλλοτε (εδώ) για τις σχέσεις μεταξύ των μασόνων, "εν τη στοά πάντες εισίν αδελφοί", και η  σχέση μεταξύ αδελφών θεωρείται για τους μασόνους ένα εκ των υψίστων ιδανικών τους, όπως φαίνεται και από το μασονικό τρίπτυχο "Ελευθερία, Ισότης, Αδελφότης".
Ο Αθηναγόρας καταθέτει στεφάνι στο μνημείο του Κεμάλ (αρχές δεκαετίας του 1950)
   Ίσως έτσι εξηγείται γιατί ο Αθηναγόρας θαύμαζε τον Κεμάλ. Σε συνέντευξή του στον γνωστό οικουμενιστή Olivier Clément (ΤΟ ΒΗΜΑ 8-2-1970) είχε δηλώσει τα εξής: "Το Ευαγγέλιον δεν είναι μονοπώλειον των Χριστιανών. Σκεφθήτε το έργον ενός Γκάντι, ίδετε δι' ωρισμένας του πλευράς το έργον ενός Ατατούρκ"!

Τι σχέση βέβαια μπορεί να έχει η Αλήθεια του Ευαγγελίου με τον Κεμάλ Ατατούρκ αυτό μόνον ο πλανεμένος λογισμός του Αθηναγόρα το γνώριζε. Χρόνια πριν πάντως είχε δηλώσει τα εξής, ακόμη πιο τραγικά: "Αναμφιβόλως ο Ατατούρκ ήτο μέγας ανήρ. Οσάκις εις την ζωήν μου ευρεθώ προ δυσχερειών και θλίψεων ατενίζω προς την εικόνα του Ατατούρκ ανηρτημένην εις το δωμάτιόν μου και εμπνέομαι λαμβάνων δυνάμεις και θάρρος. Ήτο τόσον μέγας ανήρ ο Ατατούρκ ώστε να δυνάμεθα να είπωμεν μετά πεποιθήσεως ότι όπως επεράσαμεν εδώ εν ασφαλεία πεντακόσια χρόνια, ημπορούμεν να προσβλέπωμεν με την ιδίαν ασφάλειαν πεντακόσια ακόμη χρόνια το ελάχιστον. Διότι ο μέγας εκείνος ανήρ έθεσε τας βάσεις της ασφαλείας μας αυτής"!!! 


   Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς; Ο άνθρωπος όχι πατριάρχης, ούτε καν χριστιανός δεν υπήρξε. Ο χριστιανός όταν έχει ένα πρόβλημα ατενίζει προς την Εικόνα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ή της Θεοτόκου και λαμβάνει θάρρος και δύναμη. Ο Αθηναγόρας ατένιζε προς την εικόνα του Κεμάλ! Αλλά και τα κόκκαλα των μαρτύρων Ιεραρχών, όπως του Κυρίλλου Λουκάρεως, του Γρηγορίου του Ε΄,  του Χρυσοστόμου Σμύρνης, θα έτριξαν, με την δήλωση ότι οι Ρωμιοί πέρασαν με ασφάλεια πεντακόσια χρόνια τουρκοκρατίας. Επιπροσθέτως και ψευδοπροφήτης αποδείχθηκε, περί της δήθεν προβλέψεώς του ότι και για άλλα πεντακόσια χρόνια (το ελάχιστον!) θα περάσουν με ασφάλεια, αφού μόλις δύο χρόνια μετά ο Ελληνισμός της Πόλεως ξεριζώθηκε εκείνον τον μαύρο Σεπτέμβριο του 1955.
   Τα παραπάνω καλό είναι να τα δούνε και όσοι με αφορμή δηλώσεις του Πατριάρχου Βαρθολομαίου, έσπευσαν να πλέξουν το εγκώμιο του Αθηναγόρα (όπως είδαμε σε απαράδεκτο άρθρο εδώ). Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Αθηναγόρα. Λυπούμαστε όμως που ομολογεί ότι ακολουθεί την γραμμή του αιρετικού προκατόχου του και ευχόμαστε με όλη μας την καρδιά να εγκαταλείψει αυτήν την πορεία και να επιστρέψει στην οδό της Ορθοδοξίας! Αμήν, γένοιτο.

Ν.Μ.

Η Οικουμενιστική Εκκλησία του Ιερώνυμου συμπορεύεται με την κάθε κυβέρνηση πάντα στα πλαίσια της Παγκοσμιοποίησης! Όσο για τα θέματα ΠΙΣΤΕΩΣ, έχει αναθέσει την διεκπεραίωσή τους στον πατριάρχη Βαρθολομαίο και στον στενό κύκλο του Φαναρίου!


Αφού Τσίπρας-Ιερώνυμος είναι τόσο κοντά, Φίλης, Αναγνωστοπούλου και λοιποί αλλού στοχεύουνΑφού Τσίπρας-Ιερώνυμος είναι τόσο κοντά, Φίλης, Αναγνωστοπούλου και λοιποί αλλού στοχεύουν

Με ενδιαφέρον πληροφορηθήκαμε την είδηση για το χθεσινό τρίωρο γεύμα του Αρχιεπισκόπου με τον πρωθυπουργό... 

Στο τρίωρο λοιπόν γεύμα που παρέθεσε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, οι δύο άνδρες συζήτησαν για όλα τα θέματα που απασχολούν τις σχέσεις πολιτείας και εκκλησίας και για πολλοστή φορά επιβεβαιώθηκε το πολύ καλό κλίμα που επικρατεί στις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών.

Όταν λοιπόν Τσίπρας και Ιερώνυμος έχουν τόσο αγαστή συνεργασία πού στοχεύουν οι δηλώσεις του κάθε Φίλη και της κάθε Αναγνωστοπούλου; Από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ είναι ξεκάθαρο πλέον πως παίζεται θέατρο! Η κυβέρνησή του αδυνατεί να συγκρουστεί με την Εκκλησία όπως θα επιθυμούσαν πολλοί εσωκομματικοί κύκλοι. Το πολιτικό κόστος θα ήταν βαρύτατο αν ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεγε μια ευθεία σύγκουση με την Εκκλησία. Το επισήμανε και o Economist σε πρόσφατο άρθρο του. 

Η κυβέρνηση στηρίζεται στην Εκκλησία κυρίως για το φιλανθρωπικό έργο αυτής το οποίο είναι τεράστιο και πολύ καλά οργανωμένο.

Για αυτό και ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε και χθες στο επίμαχο γεύμα στο σημαντικό κοινωνικό έργο που προσφέρει η εκκλησία απέναντι στην οικονομική κρίση. Αν η κυβέρνηση απωλέσει αυτό το ευεργέτημα, να έχει δηλαδή την Εκκλησία να ταϊζει τους αδύναμους, θα βρεθεί ενώπιον μαζικών κινητοποιήσεων με απρόβλεπτες συνέπειες. 

Συνάμα, μια σύγκρουση με την Εκκλησία θα επέφερε τριγμούς και στον κυβερνητικό συνασπισμό, αφού- έστω και στη θεωρία -οι ΑΝΕΛ στηρίζουν την Εκκλησία. 

Κατά συνέπειαν επ΄ουδενί η κυβέρνηση δεν θα ρισκάρει τριγμούς στις σχέσεις με την Εκκλησία. Πρέπει όμως να βουλώνει και κάποια στόματα εντός του κόμματος που ζητούν διαχωρισμό και άλλα τινά. Αυτό το ρόλο παίζουν ο Φίλης και ο κάθε επόμενος Φίλης που θα μας προκύψει. Λίγο ως πολύ το ρόλο του λαγού! Για να φαίνεται προς τα ενδότερα του κόμματος ότι η πάγια θέση του ΣΥΡΙΖΑ για διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας δεν παραπέμφθηκε στις καλένδες. 
Συνάμα το να απασχολεί την επικαιρότητα εβδομάδες ολόκληρες το ζήτημα των Θρησκευτικών, όταν υπάρχουν άλλα "καίγοντα και τσουρουφλίζοντα" αναφορικά με την οικονομία κυρίως, βολεύει αφάνταστα τους κυβερνώντες σε επίπεδο αποπροσανατολισμού.... 

Για τον Α Ν Τ Ι Χ Ρ Ι Σ Τ Ο. --ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. --Ομιλία του π. Αθανασίου Μυτιληναίου. Εισαγωγή εις την ΙΕ΄ Κατήχηση αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Η Αγία Γραφή για την άμεση απομάκρυνση από τους Οικουμενιστές, Β΄ Μέρος (του π. Ευθ. Τρικαμηνά).

Β΄ Μέρος
12) Ματθ. 12,33: «Ἤ ποιήσατε τό δένδρον καλόν, καί τόν καρπόν αὐτοῦ καλόν, ἤ ποιήσατε τό δένδρον σαπρόν, καί τόν καρπόν αὐτοῦ σαπρόν· ἐκ γάρ τοῦ καρποῦ τό δένδρον γινώσκεται».
Τό χωρίον αὐτό εἶναι ὄντως καταλυτικόν γιά τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι μᾶς διδάσκει νά ἐρευνοῦμε καί νά ἐξετάζουμε ἄν εἶναι ὑγιές καί σωστό τό δένδρο ἀπό τούς καρπούς πού παράγει. Εἶναι δέ συναφές τό χωρίο τοῦτο τῆς Καινῆς Διαθήκης μέ τό Ματθ. 7, 17-20, καθώς καί μέ τό Λουκ. 6, 43-44.
         Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό χωρίον αὐτό τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Καί γάρ ἡ τοῦ δένδρου διάκρισις ἀπό τοῦ καρποῦ φαίνεται, οὐχ ὁ καρπός ἀπό τοῦ δένδρου· ὑμεῖς δέ τουναντίον ποιεῖται. Εἰ γάρ καί τό δένδρον τοῦ καρποῦ αἴτιον ἀλλ’ ὁ καρπός τοῦ δένδρου γνωριστικός. Καί ἀκόλουθον ἦν ἤ καί τά ἔργα διαβάλλειν ἡμᾶς αἰτιωμένους ἤ τοῦτα ἐπαινοῦντας καί ἡμᾶς τούς ἐργαζομένους τῶν ἐγκλημάτων ἀπαλλάττειν τούτων. Νῦν δέ τουναντίον ποιεῖτε· τοῖς γάρ ἔργοις οὐδέν ἐγκαλεῖν ἔχοντες, ὅπερ ἐστίν ὁ καρπός, τήν ἐναντίων περί τοῦ δένδρου φέρετε ψῆφον, ἐμέ δαιμονῶντα καλοῦντες, ὅπερ ἐσχάτης ἐστί παροινίας. Καί γάρ ὅπερ ἔμπροσθεν εἶπε τοῦτο καί νῦν κατασκευάζει, ὅτι οὐ δύναται δένδρον ἀγαθόν καρπούς πονηρούς ποιεῖν, οὐδ’ αὖ τουναντίον πάλιν. Ὥστε παρά πᾶσαν ἀκολουθίαν καί φύσιν αὐτῶν τά ἐγκλήματα (Ε.Π.Ε. 11, 108, 2).
         Ὁ Χρυσορρήμων λοιπόν πατήρ ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο μᾶς διδάσκει ὅτι: «ἡ τοῦ δένδρου διάκρισις ἀπό τοῦ καρποῦ φαίνεται, οὐχ ὁ καρπός ἀπό τοῦ δένδρου». Δηλαδή, ἄν ὁ καρπός εἶναι καλός, σημαίνει ὅτι καί τό δένδρον εἶναι ὑγιές καί καλό ἤ τό ἀντίθετο. Διότι, ὅπως θαυμάσια ἐξηγεῖ, «ὁ καρπός τοῦ δένδρου γνωριστικός».
Οἱ καρποί ὡς ἐκ τούτου τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι σάπιοι καί δαιμονικοί καί τούς ἔχομε ἀναφέρει πάλιν καί πολλάκις (π.χ. ἔνταξις στό Π.Σ.Ε, ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων, ἀναγνώρισις τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν κ.λπ.). Αὐτοί ὅμως οἱ καρποί δέν εἶναι προσωπικοί, δηλαδή κάποιοι Οἰκουμενιστές ἐξέπεσον εἰς αὐτές τίς αἱρέσεις, ὅπως συνέβαινε καί παλαιότερα μέ διαφόρους αἱρετικούς, ἀλλά εἶναι ἐκκλησιαστικοί, δηλαδή εἶναι ἡ γραμμή καί πορεία τῆς νεοεποχίτικης «Ὀρθοδόξου» Ἐκκλησίας τῶν Οἰκουμενιστῶν. Αὐτό ἄλλωστε τό διακηρύττουν εὐκαίρως ἀκαίρως οἱ ἴδιοι, διά  νά ἀπαλλαγοῦν προφανῶς τῆς προσωπικῆς εὐθύνης, καί ἀναφέρουν ὅτι ὅ,τι κάνουν καί ἀποφασίζουν, τό κάνουν συνοδικῶς ἤ πανορθοδόξως. Θά ἦταν ἀσυγκρίτως καλύτερο νά ἔπραττον αὐτές τίς προδοσίες σέ προσωπικό ἐπίπεδο, διότι τότε θά ἐξέπιπτον ὡς ἄτομα, ἐνῶ τώρα συμπαρασύρουν καί ὅλους ὅσους τούς ἀκολουθοῦν καί τούς ἀναγνωρίζουν ὡς ποιμένες καί Ἐπισκόπους. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ἀπό τόν καρπό γινώσκεται τό δένδρο ἀποδεικνύουν ὅτι τό δένδρο αὐτό ἡ Ἐκκλησία τους καί ἡ Σύνοδος τους εἶναι σαπρά (σάπια) καί δι’ αὐτό παράγει τέτοιους καρπούς.
Ἐδῶ πάλι δέν δύνανται οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι νά ἐπικαλεσθοῦν τήν ἀποστολική διαδοχή διά νά ἀποδείξουν ὅτι ἀνήκουν στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, διότι ἔτσι βαδίζουν ἀντιθέτως στήν Γραφή καί στόν Χρυσορρήμονα ἅγιο, προσπαθώντας νά ἀποδείξουν ἀπό τό δένδρο τόν καρπό. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο καί οἱ Ἑβραῖοι διαλεγόμενοι μέ  τόν Κύριο ἔλεγον ὅτι εἶναι τέκνα καί ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῶ ὁ Χριστός τούς ἀπεκάλεσε «γεννήματα ἐχιδνῶν», προφανῶς ἐπειδή οἱ καρποί των καί τά ἔργα των δέν συμφωνοῦσαν μέ τόν Ἀβραάμ.
Δι’ αὐτό ὁ Χρυσόστομος πατήρ, ἑρμηνεύοντας ὅλα αὐτά τά χωρία πού ὁμιλοῦν δι’ αὐτό τό θέμα ἀναφέρει: «Καί γάρ ὅπερ ἔμπροσθεν εἶπε, τοῦτο καί νῦν κατασκευάζει, ὅτι οὐ δύναται δένδρον ἀγαθόν καρπούς πονηρούς ποιεῖν, οὐδ’ αὖ τοὐναντίον πάλιν». Τό «οὐδ’ αὖ τουναντίον πάλιν» σημαίνει ὅτι οὔτε το πονηρό δένδρο δύναται να κάνη καλούς καρπούς.  Δι’ αὐτόν τόν λόγο δέν δύνανται οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι νά καταδικάσουν π.χ. τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τούς αἱρετικούς ὀνομαστικῶς (Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες κλπ), τίς συμπροσευχές καί συνιερουργίες, διότι ὡς πονηρά δένδρα δέν δύνανται νά παράγουν ἀγαθούς καρπούς.
Δυστυχῶς οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἀντίθετα πρός τήν Ἁγία Γραφή καί τίς ἑρμηνεῖες τῶν Ἁγίων περιμένουν ἀπό τό σαπρό δένδρο ἀγαθούς καρπούς (π.χ. νά καταδικάσουν τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ οἱ ἴδιοι οἱ Οἰκουμενιστές ἤ νά λάβουν Συνοδικῶς ὀρθόδοξες ἀποφάσεις). Προφανῶς ὅμως ἀναγκάζονται νά τηροῦν αὐτή τήν στάσι, διότι δέν θέλουν ν’ ἀποδεχθοῦν ὅτι εἶναι καί αὐτοί ἐνσωματωμένοι καί κλάδοι  αὐτοῦ τοῦ σαπροῦ δένδρου.
Ἄρα λοιπόν γιά νά παράγουν αὐτούς τούς καρπούς οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι, καί μάλιστα ὄχι σέ προσωπικό ἀλλά σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο, σημαίνει ὅτι δέν εἶναι κλάδοι τοῦ ἀποστολικοῦ δένδρου, ἀλλά ἐξεκόπησαν διά τῆς αἱρέσεως ἤ ἀποτελοῦν πλέον ἄλλο δένδρο σαπρόν πού παράγει ἀνάλογους καρπούς. «Ἐκ γάρ τοῦ καρποῦ τό δένδρο γινώσκεται». Ὅλοι δέ αὐτοί πού τούς ἀκολουθοῦν καί τούς ἀναγνωρίζουν ὡς ποιμένες καί Ἐπισκόπους, ἀνήκουν καί αὐτοί σ’ αὐτό τό δένδρο τό σαπρόν τό  ὁποῖο παράγει αὐτούς τούς αἱρετικούς καρπούς.
Πρέπει ἐπίσης νά καταστήσουμε σαφές ὅτι καί οἱ σύγχρονοι γέροντες, τούς ὁποίους ἔχουν οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές ὡς βιτρίνα, δέν εἶναι καρποί αὐτοῦ τοῦ σαπροῦ Οἰκουμενιστικοῦ δένδρου, ἄν καί τυπικά ἀνῆκαν σ’ αὐτό.  Διότι ἐδῶ ὀνομάζομε καρπούς τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ σαπροῦ δένδρου τήν αἱρετική γραμμή καί τίς αἱρετικές διδασκαλίες καί τά ἀποτελέσματά των, βασικώτερα τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἄμβλυνσις τοῦ κριτηρίου τῆς πίστεως καί ὁ ἐθισμός τῶν Ὀρθοδόξων στήν αἵρεσι. Οἱ σύγχρονοι γέροντες ὅμως ὄχι μόνον δέν εἶχαν αὐτές τίς ἀντιλήψεις, ἀλλά καί τό λάθος των στό θέμα τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τούς αἱρετικούς δέν τό ἔκαναν πρός ἐφησυχασμό καί βόλεμα, ἀλλά κινούμενοι ἀπό ἀγαθή προαίρεσι, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀποδεικνύει ἡ ὅλη βιοτή των, παρέμειναν δέ τυπικά στόν Οἰκουμενισμό, φοβούμενοι προφανῶς μήν μεταπέσουν στά σχίσματα τῶν Παλαιημερολογιτῶν.  Ὁ γνήσιος καρπός αὐτοῦ τοῦ σαπροῦ Οἰκουμενιστικοῦ δένδρου στό θέμα τῶν συγχρόνων ἁγιοποιήσεων εἶναι ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης, διότι ἐταυτίζετο πλήρως μέ ὅλες τίς Οἰκουμενιστικές αἱρέσεις καί μάλιστα εἶχε πολύ περισσότερες ἀπό αὐτές πού πρεσβεύει σήμερα ὁ Οἰκουμενισμός καί ὁπωσδήποτε τίς εἶχε στόν ὑπερθετικό βαθμό.

13) Ματθ. 15,14: «Ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοί τυφλῶν· τυφλός δέ τυφλόν ἐάν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται».
Τό χωρίον αὐτό τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁμιλεῖ διά τήν πνευματική τυφλότητα καί τήν πνευματική καθοδήγησι, ἐφ’ ὅσον ὁ Κύριος ἀναφέροντάς το, ἀπευθύνετο εἰς τούς Φαρισαίους. Ἄλλωστε, ὁ σωματικά τυφλός, εἶναι φυσικῶς καί ἀνθρωπίνως ἀδύνατον νά ὁδηγῆ κάποιον ἄλλο τυφλό. Ἡ πνευματική δέ τυφλότης ἤ ἡ πνευματική καθοδήγησι ἔχει δύο διαστάσεις.
Ἡ μία εἶναι ἡ ἠθική καί πνευματική, κατά τήν ὁποία κάποιος εἶναι ἀνήθικος, φιλάργυρος, ἐγωϊστής κ.λπ. καί καθοδηγεῖ ἄλλους, ἐπειδή π.χ. ἔχει ἕνα ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου, τοῦ Πνευματικοῦ κ.λπ.
         Ἡ δεύτερη, ἡ σημαντικώτερη, εἶναι ἡ δογματική, κατά τήν ὁποία, κάποιος ἔχει τήν πνευματική καθοδήγησι ἤ διαποίμανσι ἐξ’ αἰτίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ του ἀξιώματος καί συγχρόνως εἶναι αἱρετικός, εἴτε διότι ἔπεσε σέ κάποια αἵρεσι ἐκ τῶν ὑστέρων, εἴτε διότι ἐχειροτονήθηκε ἀπό ὁμοίους του αἱρετικούς, ἀκριβῶς διότι συμφωνοῦσε μέ αὐτούς εἰς τήν αἵρεσι, ὅπως ἐγίνετο παλαιά μέ τούς Ἀρειανούς, τούς Εἰκονομάχους κ.λπ. καί ὅπως γίνεται σήμερα μέ τούς Οἰκουμενιστές.
         Ἡ ἀντιμετώπισις αὐτῶν τῶν δύο περιπτώσεων ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ πρός τούς ποιμένες πρέπει νά εἶναι διαφορετική. Αὐτό τό ἐξηγεῖ θαυμάσια ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό χωρίον τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε κ.λπ.» Στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας του ἀναφέρεται στό πόσο κακό εἶναι ἡ ἀναρχία, καί μάλιστα μέσα στήν Ἐκκλησία, καί μέ διάφορες παρομοιώσεις ἀπό τήν κοσμική ζωή ἀποδεικνύει τήν ἀναγκαιότητα τῆς ὑπακοῆς πρός αὐτούς πού ἔχουν τήν ἐξουσία: «Κακόν μέν ἡ ἀναρχία πανταχοῦ, καὶ πολλῶν ὑπόθεσις συμφορῶν, καὶ ἀρχὴ ἀταξίας καὶ συγχύσεως· μάλιστα δὲ ἐν Ἐκκλησίᾳ τοσοῦτον ἐπισφαλεστέρα ἐστίν, ὅσον καὶ τὸ τῆς ἀρχῆς μεῖζον καὶ ὑψηλότερον. Ὥσπερ γάρ, ἂν χοροῦ τὸν κορυφαῖον ἀνέλῃς, οὐχὶ κατὰ μέλος καὶ κατὰ τάξιν ὁ χορὸς ἔσται, καὶ φάλαγγος στρατοπέδου τὸν στρατηγὸν ἂν ἀποστήσῃς, οὐκ ἔτι ῥυθμῷ καὶ τάξει τὰ τῆς παρατάξεως ἔσται, καὶ πλοίου τὸν κυβερνήτην ἐὰν περιέλῃς, καταδύσεις τὸ σκάφος· οὕτω καί, ποιμνίου τὸν ποιμένα ἐὰν ἀποστήσῃς, πάντα ἀνέτρεψας καί ἠφάνισας» (Ε.Π.Ε. 25, 370).
         Ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρεται στήν ἀπείθεια καί ἀνυπακοή τοῦ λαοῦ πρός τούς ἐκκλησιαστικούς ἄρχοντας, καί διδάσκει ὅτι ἡ ἀνυπακοή τοῦ λαοῦ στούς ἐκκλησιαστικούς ἄρχοντας συνεπάγεται τιμωρία καί κόλασι. «Κακόν μέν οὖν ἡ ἀναρχία καί ἀνατροπῆς ὑπόθεσις, κακὸν δὲ οὐχ ἧττον καὶ ἡ ἀπείθεια τῶν ἀρχομένων· τὸ αὐτὸ γὰρ γίνεται πάλιν. Λαὸς γὰρ ἄρχοντι μὴ πειθόμενος, ὅμοιός ἐστι τῷ μὴ ἔχοντι, τάχα δὲ καὶ χείρων· ἐκεῖ μὲν γὰρ καὶ συγγνώμην ἔχουσιν ὑπὲρ τῆς ἀταξίας, ἐνταῦθα δὲ οὐκέτι, ἀλλά καί κολάζονται».
         Κατόπιν ὁ ἅγιος ἀναφέρεται στό τρίτο κακό τό ὁποῖο ἐπιτελεῖται στήν περίπτωσι πού ὁ ἐκκλησιαστικός ἄρχοντας εἶναι κακός. Ἐδῶ ὁ ἅγιος δηλώνει ἀπερίφραστα ὅτι αὐτό εἶναι τό χειρότερο κακό, διότι αὐτοί πού θά ἀκολουθήσουν τόν κακό ἄρχοντα ὁπωσδήποτε θά ὑποστοῦν ναυάγια καί καταστροφή. «Ἄλλ’  ἴσως ἐρεῖ τις ἡμῖν, ὅτι ἔστι καὶ τρίτον κακόν, ὅταν ὁ ἄρχων ᾖ κακός. Οἶδα κἀγώ, καὶ οὐ μικρὸν τοῦτο κακόν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναρχίας πολλῷ κάκιον· κρεῖττον γὰρ ὑπὸ μηδενὸς ἄγεσθαι ἢ ὑπὸ κακοῦ ἄγεσθαι. Ὁ μὲν γὰρ πολλάκις μὲν ἐσώθη, πολλάκις δὲ ἐκινδύνευσεν· οὗτος δὲ πάντως κινδυνεύσει, εἰς βάραθρα ἀγόμενος».
         Μετά ἀπό ὅλη αὐτή τήν διδασκαλία περί ἀρχόντων καί ἀρχομένων ἑρμηνεύει τό χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε»  καί διδάσκει τό ποῦ αὐτό ἀναφέρεται. Διδάσκει ὁ ἅγιος ὅτι, ὅταν ὁ ἐκκλησιαστικός ἄρχοντας σφάλλει στά θέματα τῆς πίστεως, πρέπει νά φεύγωμε μακρυά ἀπό αὐτόν, ἐνῶ ὅταν σφάλλει σέ ὅλα τά ἄλλα θέματα δέν πρέπει ὄχι μόνο νά φεύγωμε, ἀλλά οὔτε καί νά τά ἐξετάζωμε. «Πῶς οὖν ὁ Παῦλος φησί· ”πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε;  Ἀνωτέρω εἰπών, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν, τότε εἶπε, ”πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε. Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρὸς ᾖ, καὶ μὴ πειθώμεθα; Πονηρός, πῶς λέγεις; εἰ μὲν πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησαι, μὴ μόνον ἂν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλὰ κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών· εἰ δὲ βίου ἕνεκεν, μὴ περιεργάζου. Καὶ τοῦτο οὐκ οἴκοθεν λέγω τὸ ὑπόδειγμα, ἀλλ’ ἀπό τῆς θείας Γραφῆς» (Ὡς ἀνωτ. σελ. 372).
Ἐν συνεχείᾳ, ἀφοῦ ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά παραδείγματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς τά ὁποῖα συνηγοροῦν σ’ αὐτήν τήν διδασκαλία, ἀναφέρει ὅτι τό χωρίον τῆς Ἁγίας Γραφῆς «μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε» ἀναφέρεται σέ ὅλα τά ἄλλα θέματα, πλήν τῶν θεμάτων τῆς πίστεως καί τῆς αἱρέσεως «ἐπεί καί τό “μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε” περί βίου ἐστίν, οὐ περί πίστεως». Δηλαδή, ὅταν οἱ ἐκκλησιαστικοί ἄρχοντες σφάλλουν στά θέματα τῆς πίστεως, ὄχι μόνο θά τούς κρίνωμε, ἀλλά καί εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό αὐτούς.
Ἐπανερχόμενοι μετά τίς ἑρμηνευτικές διευκρινίσεις καί διδασκαλίες τοῦ Χρυσορρήμονος, στό χωρίο τοῦ Ματθαίου (15,14) «τυφλός δέ τυφλόν ἐάν ὁδηγῆ, ἀμφότεροι, εἰς βόθυνον πεσοῦνται» ἀναφέρομε, ὅτι αὐτό τό χωρίον καί ἡ διδασκαλία τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφέρεται κατ’ ἐξοχήν καί πρωτίστως εἰς τά θέματα τῆς πίστεως. Διότι, ἐάν ἀκολουθοῦμε τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται καί εἶναι τυφλοί ἐξ’ αἰτίας τῆς αἱρέσεως, εἶναι φυσικό νά πέσωμε μαζί των στόν γκρεμό καί στό βάραθρο τῆς αἱρέσεως, ἐφ’ ὅσον αὐτοί, ὡς ἐκπρόσωποί μας, ἀποφασίζουν καί ἐπιτελοῦν τίς προδοσίες τῆς πίστεως. Τό σημαντικό δέ, εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι, εἶναι ὅτι οἱ ἔγκριτοι ἑρμηνευτές τῆς Ἁγίας Γραφῆς διδάσκουν εἰς τό συγκεκριμένο χωρίο ὅτι ὁ Κύριος ἀπεκάλεσε ἔτσι τούς Φαρισαίους διά νά ἀπομακρύνη τόν λαό ἀπό αὐτούς.
Εἶναι φανερό καί σαφέστατο ὅτι ὁ Κύριος, στό χωρίο αὐτό, δέν ἀφήνει περιθώρια σωτηρίας σέ ὁποιονδήποτε ἔχει καί ἀκολουθεῖ τυφλόν ὁδηγό. Δέν θά σωθῆ, δηλαδή κάποιος, ἔστω καί ἄν ἀπό ἄγνοια ἤ κακή διάγνωσι ἤ ἔλλειψι διακρίσεως, ἀκολουθήσει τυφλόν ὁδηγό. Ἐδῶ διαφαίνεται ἡ πλήρης διαφωνία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν μέ τήν Ἁγία Γραφή, διότι αὐτοί διδάσκουν ὅτι τυφλός καθίσταται κάποιος μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἐνῶ πρίν ἀπό αὐτήν εἶναι κανονικός Ἐπίσκοπος εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ. Ἐπίσης διδάσκουν (τό κυριώτερο) ὅτι δέν βλάπτονται οὔτε μολύνονται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτόν τόν τυφλό ὁδηγό Ἐπίσκοπο, ἐφ’ ὅσον ἔχουν Ὀρθόδοξο φρόνημα.
Ὁ Μ. Βασίλειος ἀντιθέτως πρός τούς Ἀντιοικουμενιστές διδάσκει τά ἑξῆς: «Προτρέπεται ἡμᾶς ὁ λόγος, μή ἄγεσθαι ὑπό τῆς πιθανότητος τῶν ἑτεροδόξων· μανία γάρ σαφής, ἐξεστηκόσιν ἀκολουθεῖν. Γνώρισον αὐτούς ὅτι ἐξέστησαν. Ἔξω εἰσί τῆς ὁδοῦ, τῆς προς Θεόν ἀγούσης· μή χρήσῃ αὐτοῖς ὁδηγοῖς, μή ποτε ἀχθῇς ὑπ’ αὐτῶν εἰς κρημνόν καί βάραθρον. Τυφλός γάρ ἐάν τυφλόν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Μ. Βασιλείου, Εἰς τόν Προφήτην Ἡσαΐαν, κεφ. ιστ΄, T.L.G., c. 16, s. 305, l. 21).
Εἶναι θαυμάσια  καί  καταλυτική ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἡ διδασκαλία αὐτή τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἑρμηνεύοντας τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἀναφέρει σαφῶς καί ἀπεριφράστως ὅτι εἶναι μανία (τρέλα)  σαφής  (καθαρή) τό νά ἀκολουθῆς τούς διεστραμμένους καί αἱρετικούς.  Αὐτήν, λοιπόν ἀκριβῶς, τήν μανία (τρέλα) τήν ἐβάπτισαν οἱ Ἀντιοικουμενιστές διάκρισι, καί τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό αὐτούς (τούς αἱρετικούς καί διεστραμμένους) τήν ἐβάπτισαν σχίσμα καί ἔξοδο ἀπό τήν Ἐκκλησία.  Τραγική ὄντως ἀντίθεσις μέ τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἀναφέρει τά ἑξῆς ἑρμηνεύοντας τό ἐν λόγῳ χωρίο: «Ἀπεγνωσμένων δέ ὄντων τῶν Φαρισαίων καί ἀνιάτων εἶπε τό «Ἄφετε αὐτούς». Ἐντεῦθεν οὖν μανθάνομεν ὅτι τό σκανδαλίζεσθαι τούς ἑκοντί σκανδαλιζομένους καί ἀνιάτους, οὐκ ἔστιν ἡμῖν βλαβερόν· διδασκάλους δέ αὐτούς λέγει τυφλούς τυφλῶν τοῦτο δέ φησίν ὡς ἄν ἀποστήση ἀπ’ αὐτῶν τούς ὄχλους»  (P.G. 123, 308Β). Δηλαδή ὁ λαός ἔπρεπε νά ἀπομακρυνθῆ ἀπό τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι τόν ὡδηγοῦσαν διεστραμμένα.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁ ἄριστος τῶν ἑρμηνευτῶν ἀναφέρει εἰς τήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ χωρίου τά ἑξῆς: «...εἶτα καί τό πλῆθος ἀποσχίζων αὐτῶν ὡς μέλλον εἰς βάραθρον ἐμπίπτειν δι’ αὐτούς, φησίν “Τυφλός, τυφλόν ἐάν ὁδηγεῖ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον ἐμπεσοῦνται”. Μέγα μέν κακόν καί τυφλόν εἶναι· τό δέ καί τοιοῦτον ὄντα μήτε ἔχει τόν χειραγωγόν, καί ὁδηγοῦ τάξιν ἐπέχειν, διπλοῦν καί τριπλοῦν ἔγκλημα. Εἰ γάρ τό μή ἔχειν ὁδηγόν τόν τυφλόν ἐπισφαλές, πολλῶ μᾶλλον τό καί ἑτέρῳ τοῦτο βούλεσθαι εἶναι» (Ε.Π.Ε. 11, 384, 9).
Νομίζω ὅτι μέ αὐτές τίς ἑρμηνεῖες τῶν Πατέρων, ἄν κάποιος δέν ἔχει κακή προαίρεσι, θά πρέπει νά εἶναι ὄντως τυφλός, ἄν ἰσχυρίζεται ὅτι πρέπει νά μήν ἀπομακρυνθοῦμε καί ἀποτειχιστοῦμε ἀπό τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους, γιά νά μήν ἐξέλθουμε τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μήν κάνουμε σχίσμα κ.λπ. Διότι αὐτοί οἱ Ἐπίσκοποι, ὄχι μόνο εἶναι τυφλοί στά θέματα τῆς πίστεως, ὄχι μόνο ἀπαιτοῦν νά ὁδηγοῦν στήν προδοσία καί στόν γκρεμό τούς πιστούς, ἀλλά  ἔγιναν ἐπίσκοποι γιά νά ἐπιτελέσουν αὐτόν τόν συγκεκριμένο σκοπό, καί ἐπελέγησαν ὡς κατάλληλοι ἀπό ἄλλους ὁμοίους των, μετά ἀπό ἐξετάσεις πού ἔδωσαν, ὅτι θά εἶναι πιστοί σ’ αὐτό πού ἐπελέγησαν νά ἐπιτελέσουν.

14) Ματθ. 16, 17-18: «Καί ἀποκριθείς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. κἀγώ δέ σοι λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος, καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τήν ἐκκλησίαν, καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».
Αὐτά τά λόγια τοῦ Κυρίου πρός τήν ὁμολογία τοῦ Πέτρου φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι δέν ἔχουν κάποια σχέσι μέ τήν παροῦσα ὑπόθεσι τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους· ἐπειδή ὅμως γίνεται εὐρεία καί ἀπροκάλυπτος διαστροφή των, ἀπό Οἰκουμενιστές καί Ἀντιοικουμενιστές, θά ἀναφέρωμε τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἐπί τοῦ θέματος τούτου, γιά νά δείξωμε τήν ἀληθινή ἔννοια τῶν λόγων τοῦ Κυρίου. Διότι διαστρέφοντάς τα, καί κατά τό δή λεγόμενο «πλανῶντες καί πλανώμενοι», οἱ μέν Οἰκουμενιστές θεωροῦν  Ἐκκλησία τούς ἑαυτούς των, δηλαδή τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί, στηριζόμενοι ἀποκλειστικά καί μόνο στήν ἀποστολική διαδοχή, διακηρύττουν ὅτι στήν Ἐκκλησία (σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Κυρίου) δέν θά κατισχύσουν οἱ πύλες τοῦ ᾅδου καί, ἄρα, αὐτοί ὡς ἐκπρόσωποί της δύνανται νά τήν ὁδηγοῦν ὁπουδήποτε, ὁ δέ λαός εἶναι ὑποχρεωμένος νά τούς ἀκολουθῆ καί νά τούς ἀναγνωρίζη· οἱ Ἀντιοικουμενιστές δέ πάλι, σιγοντάροντας τούς Οἰκουμενιστές καί τρόπον τινά στηρίζοντας τους στήν αἵρεσι, θεωροῦν καί αὐτοί ὡς Ἐκκλησία τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί διδάσκουν τήν θεωρία τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τοῦ βολέματος, ὅτι δηλαδή, ἐφ’ ὅσον τήν Ἐκκλησία, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Κυρίου, δέν θά κατισχύσουν «οἱ πύλες τοῦ ᾅδου», δέν πρέπει οἱ πιστοί νά ἐξέλθουν  ἀπό αὐτήν τήν αἱρετική ἐκκλησία, ἔστω δηλαδή καί ἐάν σφάλλη καί πλανηθῆ στά θέματα τῆς πίστεως, ἀλλά ὀφείλουν ἁπλῶς καί μόνο νά διαμαρτύρωνται καί νά κάνουν ὁμολογίες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, κατά τά ἄλλα δέ νά ἀναμένουν ἐντός τῆς αἱρέσεως τήν διόρθωσι τῶν πραγμάτων.
         Ἐδῶ γίνεται διαστροφή, σέ σημεῖο αἱρέσεως, δύο πραγμάτων. Ἀφ’ ἑνός μέν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία γιά νά ὑπάρχη πρέπει νά εὑρίσκεται ἀποκλειστικῶς μόνο στόν χῶρο τῆς ἀληθείας, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διαστρέφεται ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ Κυρίου περί τῶν πυλῶν τοῦ ᾅδου, οἱ ὁποῖες δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τούς ἴδιους τούς αἱρετικούς. Στήν προκειμένη δέ περίπτωσι, ἐπειδή μᾶς ἐνδιαφέρει, σύμφωνα μέ τό ἐν λόγῳ χωρίο ἡ ἔννοια καί ἡ Ὀρθόδοξος θέσις «τῶν πυλῶν τοῦ ᾅδου» προσθέτουμε ὅτι τίς «πύλες τοῦ ᾅδου», καί οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές, τίς θεωροῦν ἀορίστως σάν μία ἔκφρασι τοῦ Κυρίου χωρίς συγκεκριμένο νόημα ἤ ἀντικείμενο, τήν ὁποία ἀνέφερε ὁ Κύριος πρός τόν Πέτρο ἁπλῶς καί μόνο γιά νά δηλώση τήν ἕως ἐσχάτων ὕπαρξι τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διαιώνισί της μέ μόνη τήν ἀποστολική διαδοχή.
         Θά ἀναφέρωμε λοιπόν, ὡς ἐκ τούτου, τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἐπί τοῦ θέματος τούτου, γιά νά δείξωμε τήν ἀληθινή ἔννοια τῶν λόγων τοῦ Κυρίου και, ἀκόμη, ὅτι μέ τήν ἔννοια αὐτή καί διάστασι πού δίδουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει ἀμέσως νά ἀποτειχιστοῦμε ἀπό τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, εἰδ’ ἄλλως τοποθετοῦμε τήν Ἐκκλησίαν ἐντός τῶν πυλῶν τοῦ ᾅδου.
       Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας κατ’ ἀρχάς, ὡς ἔγκριτος ἑρμηνευτής τῶν Εὐαγγελίων ἀναφέρει τά ἑξῆς: «...Εἰπών δέ τήν Ἐκκλησίαν μου, δείκνυσιν ἑαυτόν δεσπότην τοῦ παντός. Θεοῦ γάρ δοῦλα τά σύμπαντα. Πύλαι δέ ᾅδου, οἱ κατά καιρούς διῶκται, οἵ εἰς ᾅδην παρέπεμπον τούς χριστιανούς. Καί οἱ αἱρετικοί δέ, πύλαι εἰς ᾅδην φέρουσαι· πολλῶν οὖν διωκτῶν καί πολλῶν αἱρετικῶν ὑπερίσχυσεν ἡ Ἐκκλησία...» (P.G. 123, 308Β). Σύμφωνα λοιπόν μέ τόν Θεοφύλακτον Βουλγαρίας οἱ πύλες τοῦ ᾅδου εἶναι οἱ «κατά καιρούς διῶκται καί οἱ αἱρετικοί». Συνήθως δέ οἱ αἱρετικοί διαχρονικά ἦσαν καί διῶκτες τῶν Ὀρθοδόξων.
         Ὁ μέγας Φώτιος ἀπαντώντας σέ σχετική ἐρώτησι ἀναφέρει τά ἑξῆς: «...Υἱόν γάρ ἀνθρώπου ἑαυτόν ἀνειπών καί παρά τοῦ κορυφαίου Πέτρου, Υἱός τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἀναρρηθείς· τό μέν οἷς αὐτός εἶπε, τό δέ οἷς ἀπεδέξατο ἐβεβαίωσε· διό καί μισθόν τῷ Πέτρῳ τῆς ὀρθῆς ὁμολογίας, τάς τε κλεῖς τῆς βασιλείας ἐνεχείρισε, καί ἐπί τῇ αὐτοῦ ὁμολογίᾳ ἐστηρίχθαι τήν ἐκκλησίαν καί κατά πυλῶν ᾅδου καί πάσης αἱρετικῆς ἀθυροστομίας, λαμπρά φέρειν τά νικητήρια ἐκραιταίωσεν» (Ε.Π.Ε. 3, 224, 18). Καί ὁ μέγας Φώτιος λοιπόν τίς πύλες τοῦ ᾅδου τίς ἀποδίδει ἀποκλειστικῶς καί μόνο στούς αἱρετικούς.
         Ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης ἐπίσης σέ ἐπιστολή του ἑρμηνεύει τήν συγκεκριμένη ἔκφρασι τοῦ Κυρίου «πύλας ᾅδου» ὡς ἑξῆς: «πύλας ᾅδου» ὁ Θεῖος λόγος ἐκάλεσε τάς τῶν ἀθέων τιμωρίας, τάς τῶν αἱρετικῶν βλασφημίας, αἷστισι πάσαις ἀνθεστῶσα ἡ τοῦ θεοῦ ἐκκλησία, τάς μέν καταγωνίζεται, ὑπό δέ τῶν οὐ κατακυριεύεται» (Ε.Π.Ε. 1, 242, 15). Καί ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος λοιπόν ὁ Πηλουσιώτης τίς πύλες τοῦ ᾅδου τίς ταυτίζει μέ τίς τιμωρίες τῶν ἀθέων καί τίς αἱρέσεις (βλασφημίες) τῶν αἱρετικῶν. Μάλιστα στό σημεῖο αὐτό διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν καταλαμβάνεται (κατακυριεύεται) ἀπό τίς πύλες αὐτές τοῦ ᾅδου, δηλαδή τίς αἱρέσεις.
         Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης τέλος συνομολογῶν τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, σέ ἐπιστολή του πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο ἀναφέρει ἐπί τοῦ θέματος τούτου τά ἑξῆς: «...ᾖσα ὁ ταπεινός χαριστήρια, ὡς οὐ καταλέλοιπεν τέλεον Κύριος τήν ἐκκλησίαν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἔδειξεν ἔτι ἔχειν τήν ἰσχύν αὐτῆς, κινήσας τούς ἀπό Δύσεως ἀδελφούς ἡμῶν ἔλεγχον τῆς παροινίας τῶν τῇδε καί φωτισμόν τῶν νυκτομαχούντων τῇ αἱρέσει. Κἄν ἀπεσείσαντο οἱ ἀτεράμονες, κἄν ὀφθαλμούς καρδίας οὐκ ἤνοιξαν (μαρτυριῶ ἄρτι κατενώπιον θεοῦ καί ἀνθρώπων), ἑαυτούς ἀπέρρηξαν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ κορυφιακοῦ θρόνου, ἐν ᾧ Χριστός ἔθετο τάς κλεῖς τῆς πίστεως, ἧς οὐ κατίσχυσαν ἀπ' αἰῶνος οὐδ᾿ ἄν κατισχύσωσι μέχρι συντελείας πύλαι ᾃδου, τά τῶν αἱρετικῶν δηλαδή στόματα, ὡς ἡ τοῦ ἀψευδοῦς ὑπόσχεσις» (Φατ. 407, 564, 4). Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λοιπόν διδάσκει καί αὐτός ἀπερίφραστα ὅτι οἱ πύλες τοῦ ᾅδου εἶναι οἱ αἱρετικοί.
         Ἐπίσης ὁ Ὅσιος, ἐπί τοῦ ἰδίου θέματος, ἀναφερόμενος μάλιστα στήν μοιχειανική αἵρεσι, ἀναφέρει τά ἑξῆς σέ ἐπιστολή του πρός τον μάγιστρο  Θεόκτιστο:  «Πολλοί τοίνυν καί ἄλλοι, ἐπειδή τό βούλεσθαι καί αὐτοῖς νόμος ἐστίν οὐ θεῖος, ἀλλά ἀνθρώπινος καί κατηγορούμενος, δεδράκασι καί δράσωσι τυχόν ἕως τοῦ αἰῶνος. ἀλλ᾿ ἡ τοῦ θεοῦ ἐκκλησία μεμένηκεν ἀπήμαντος, κἄν πολλοῖς ἐβλήθη τοξεύμασι, καί πύλαι ᾅδου κατισχῦσαι αὐτῆς οὐ δεδύνηνται. Οὐδέ παρά τούς κειμένους ὅρους καί νόμους πράττειν τι καί λέγειν ἀνέχεται, κἄν πολλοί πολλαχῶς ποιμένες ἠφρονεύσαντο· ἐπεί καί συνόδους συνεκρότησαν μεγάλας καί παμπληθεῖς καί ἐκκλησίας θεοῦ ἑαυτούς ὠνομάκασιν καί ὑπέρ κανόνων ἐφρόντισαν τό δοκεῖν, κατά κανόνων τό ἀληθές κινούμενοι» (Φατ. 24, 66, 57). Ὁ Ὅσιος λοιπόν διδάσκει ὅτι οἱ πύλες τοῦ ᾅδου, δηλαδή οἱ αἱρετικοί, δέν ἠδυνήθησαν νά καταβάλλουν τήν Ἐκκλησία, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία δέν ἀνέχεται «παρά τούς κειμένους ὅρους καί νόμους πράτειν τι καί λέγειν».
         Ἡ διδασκαλία, ὡς ἐκ τούτου, τῶν Ἁγίων Πατέρων καταρρίπτει τήν διδασκαλία τῶν Οἰκουμενιστῶν καί Ἀντιοικουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι σήμερα ἡ Ἐκκλησία ὁριοθετεῖται μέσα στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδή μέσα στίς πύλες τοῦ ᾅδου. Ἐπίσης καταρρίπτει τήν διδασκαλία ὅτι, ὅσοι εὑρίσκονται ἐκτός τῆς αἱρέσεως, δηλαδή οἱ ἀποτειχισμένοι ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας, κάνουν σχίσμα κ.λπ.
Κατ’ οὐσίαν σήμερα ὁμοθυμαδόν οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές διδάσκουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμόθ. 3, 15), ἀλλά στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς αἱρέσεως, τῆς πλάνης καί τῆς ἀπάτης, ἐφ’ ὅσον τήν ὁριοθετοῦν ἀβασάνιστα, ἀντιπατερικῶς καί ἀντιευαγγελικῶς στόν χῶρο τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἐπίσης, ἄν ὑποθέσωμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁριοθετεῖται μέσα στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁμολογοῦμε ἀπερίφραστα ὅτι οἱ πύλες τοῦ ᾅδου ὑπερίσχυσαν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία ἡττήθηκε καί κατ’ οὐσίαν ἔπαυσε νά ὑπάρχη. Διότι κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος πέραν τῶν ἄλλων εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Αὐτοαλήθεια, ἡ δέ αἵρεσις εἶναι τό ψεῦδος καί ἡ πλάνη καί δέν δύναται αὐτά τά δύο νά συνυπάρχουν, νά συμπορεύωνται καί νά ἀλληλοπεριχωροῦνται.
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ διαστροφή τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου περί τῶν πυλῶν τοῦ ᾅδου, γίνεται ἀπό τούς Οἰκουμενιστές καί τούς Ἀντιοικουμενιστές ἐσκεμμένα, διότι οἱ μέν Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι δέν ἔχουν τήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ἐντιμότητα νά ὁμολογήσουν ὅτι οἱ πύλες τοῦ ᾅδου εἶναι οἱ ἴδιοι, οἱ δέ Ἀντιοικουμενιστές τό θάρρος νά ὁμολογήσουν ὅτι, γιά νά ἀνήκουν στήν ἀληθινή Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, πρέπει νά φύγουν ἀπό τίς πύλες τοῦ ᾅδου, δηλαδή νά ἀποτειχιστοῦν πάραυτα ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους.
Γίνεται ὡς ἐκ τούτου φανερό πώς τό χωρίο αὐτό, ὀρθοδόξως ἑρμηνευόμενο, ὁδηγεῖ ἀβίαστα στήν ἀποτείχισι, διεστραμμένα δέ καί αἱρετικά ἑρμηνευόμενο, ὁδηγεῖ στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, στόν ἐφησυχασμό καί στό βόλεμα, στήν τοποθέτησι καί ὁριοθέτησι δικῶν μας ὅρων καί ὁρίων (κοινό ποτήριο, ἄχρι καιροῦ μνημόνευσι κ.λπ.). Δι’ αὐτό, ὅπως προαναφέραμε, καί καταλήγοντας ἐπαναλαμβάνομε τόν λόγο τοῦ Κυρίου περί τῶν πυλῶν τοῦ ᾅδου, καί οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές τόν ἐκλαμβάνουν ἀόριστα καί ἀπρόσωπα καί χωρίς συγκεκριμένο νόημα καί ἀντικείμενο, ὥστε νά μήν δυνηθοῦν οἱ ἔχοντες ἀγαθήν προαίρεσι νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό αὐτές.

15) Ματθ. 18, 8-9: «εἰ δέ ἡ χείρ σου ἤ ὁ ποῦς σου σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτά καί βάλε ἀπό σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν εἰς τήν ζωήν χωλόν ἤ κυλλόν, ἤ δύο χεῖρας ἤ δύο πόδας ἔχοντα βληθῆναι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον. καί εἰ ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ· καλόν σοί ἐστι μονόφθαλμον εἰς τήν ζωήν εἰσελθεῖν, ἤ δύο ὀφθαλμούς ἔχοντα βληθῆναι εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός».
Στό χωρίο αὐτό τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὁ Κύριος, σύμφωνα μέ τίς ἑρμηνεῖες τῶν Ἁγίων, ὁμιλεῖ ἀλληγορικῶς καί διδάσκει τήν ἀπομάκρυνσι ἀποκοπή καί ἀποτείχισι ἀπό αὐτούς τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέν κοντά μας, ὅπως τά μέλη τοῦ σώματός μας, καί χρήσιμοι, ὅπως τά μέλη μας, πλήν ὅμως ἡ συναναστροφή μας μέ αὐτούς, καί ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐπικοινωνία μας, γίνονται ἀφορμή νά παρασυρώμεθα στήν ἁμαρτία καί νά βλαπτώμεθα ψυχικά. Αὐτή τήν ἀλληγορική ἑρμηνεία δίδουν στό συγκεκριμένο ἁγιογραφικό χωρίο ἅπαντες οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ δέ ἱεροί Κανόνες ἀπαγορεύουν τόν ἀκρωτηριασμό τοῦ σώματός μας.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό χωρίο αὐτό ἀναφέρει τά ἑξῆς: «....οὐ περί μελῶν ταῦτα λέγων ἄπαγε· ἀλλά περί φίλων, περί τῶν προσηκόντων, οὕς ἐν τάξει μελῶν ἔχομεν ἀναγκαίων. Τοῦτο καί ἀνωτέρῳ εἴρηκε, καί νῦν λέγει. Οὐδέν γάρ οὕτω βλαβερόν, ὡς συνουσία πονηρά. Ὅσα γάρ ἀνάγκη μή δύναται, δύναται φιλία πολλάκις καί εἰς βλάβην καί εἰς ὠφέλειαν. Διό μετά πολλῆς τῆς σφοδρότητος τούς βλάπτοντας ἐκκόπτειν κελεύει, τούτους αἰνιττόμενος τούς τά σκάνδαλα φέροντας» (Ε.Π.Ε 11Α 94, 25). Ὀλίγον δέ κατωτέρω ὁ ἅγιος ἀναφέρει καί τά ἑξῆς: «Τούς πονηρούς φησί, κἄν σφόδρα σοι φίλοι ὦσιν, ἀπότεμνε τῆς φιλίας. Καί λέγει λογισμόν ἀναντίρρητον. Ἄν μέν γάρ μένωσι φίλοι, οὔτε αὐτούς κερδανεῖς, καί σαυτόν προσαπολεῖς· ἄν δέ ἀποτέμνῃς, τήν γοῦν σαυτοῦ σωτηρίαν καρπώσῃ. Ὥστε εἴ τινός σέ φιλία βλάπτει, ἔκκοπτε ἀπό σοῦ. Εἰ γάρ τῶν ἡμετέρων μελῶν πολλά πολλάκις ἀποτέμνομεν, ὅταν αὐτά τε ἀνιάτως ἔχῃ, καί τοῖς λοιποῖς λυμαίνεται, πολλῷ μᾶλλον ἐπί φίλων τοῦτο ποιεῖν χρή».
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπίσης στηριζόμενος στό ἴδιο χωρίο διδάσκει τήν ἀναγκαία ἀπομάκρυνσι ἀπό οἱονδήποτε μᾶς βλάπτει ψυχικά: «Ἐὰν οὖν, φησίν, ἔχῃς φίλον καὶ συγγενῆ ἀναγκαῖόν σοι ὄντα, ὡς δεξιόν ὀφθαλμόν ἤ χεῖρα… και ἴδοις ἑαυτόν βλαπτόμενον τήν ψυχήν ὑπ’ αὐτοῦ, ἔκκοψον αὐτόν ἀπό σοῦ· οὐδεμία γάρ κοινωνία φωτί πρός σκότος, μάλιστα ἐάν ὑποκρίσεώς τινος καί δόλου μετέχωσι» (Μ. Ἀθανασίου, Ρήσεις καί ἑρμηνεῖαι Παραβολῶν τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, Ἐρώτ. λε΄, T.L.G., v. 28, p. 721, l. 31).
     Σαφῶς λοιπόν οἱ Ἅγιοι διδάσκουν, ὅτι ὁ Κύριος στό συγκεκριμένο χωρίο διδάσκει, νά ἀποκοπτώμεθα ἀπό φίλους καί γνωστούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς βλάπτουν ψυχικά. Ἄν ἀποκοποῦμε ἀπό αὐτούς σωζόμεθα, ἐπειδή ἀποφεύγομε τήν βλάβη πού προέρχεται ἀπό αὐτήν τήν φιλία καί σχέσι, ἐνῶ ἄν δέν ἀποκοποῦμε καταστρεφόμεθα μαζί μέ ἐκείνους.
         Ἐδῶ ὅμως γεννᾶται τό ἐρώτημα καί δημιουργεῖται ἡ εὔλογος ἀπορία. Πῶς εἶναι δυνατόν γιά τήν ψυχική βλάβη πού προέρχεται ἀπό φίλους καί γνωστούς ὁ Κύριος νά ἐπιτάσση τήν ἄμεση ἀποκοπή μας ἀπό αὐτούς, προκειμένου νά σωθοῦμε, καί γιά τήν βλάβη τήν ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα, ἡ ὁποία ὑπάρχει καί ὑφίσταται, ὅταν ὁ ποιμένας ἤ Ἐπίσκοπος εἶναι αἱρετικός, νά ὀφείλωμε ὑπακοή καί ἀναγνώρισι εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, ἤ μέχρι τοῦ κοινοῦ ποτηρίου, ἤ ἄχρι καιροῦ, ἤ τέλος πάντων μέχρι τότε πού ὁ καθένας θέσει ὅριο σ’ αὐτήν την κατά τόν Χρυσόστομο «πονηρά συνουσία»; Πῶς δηλαδή εἶναι δυνατόν, γιά τήν μικρότερη ψυχική βλάβη νά ὑπάρχη αὐστηρότερη καί ἄμεση ἐντολή ἀποκοπῆς, καί γιά τήν μεγαλύτερη ψυχική βλάβη νά ὑπάρχη ἀνοχή καί ἐπιείκεια, συγχρωτισμός καί συνοδοιπορία, συναγελασμός καί ἀλληλοπαραχώρησι και, κοντολογίς, νά ὑπάρχη ἀδιαφορία γιά τήν ψυχική μας σωτηρία, δηλαδή νά μήν ὑπάρχη κἄν ἐντολή, ἡ ὁποία νά καθοδηγῆ τούς πιστούς εἰς τό δέον γενέσθαι, εἰς τρόπον ὥστε ὁ καθένας νά καθορίζη τά ὅρια, τά ὁποῖα τόν ἐξυπηρετοῦν διά νά ἀποτειχισθῆ.
Στό σημεῖο αὐτό οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές παρουσιάζουν τήν Ἁγία Γραφή νά ἀντιμάχεται πρός τόν ἑαυτόν της, νά χρησιμοποιῆ δύο μέτρα καί δύο σταθμά, καί νά εἶναι αὐστηρή στά μικρά καί ἐπιεικής (μᾶλλον τελείως ἀδιάφορη) στά σοβαρά καί μεγάλα. Δηλαδή μᾶς λέγουν, καί οἱ μέν καί οἱ δέ, νά ἀποκόπτωμε αὐτούς πού μᾶς βλάπτουν καί νά εἴμεθα ἑνωμένοι καί ἐνσωματωμένοι μέ αὐτούς πού μᾶς ὁδηγοῦν στόν αἱρετικό γκρεμό, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἴδιοι τυφλοί καί οἱ προσωποποιημένες «πῦλες τοῦ ᾅδου».

         Οἱ Ἅγιοι, ἐπί πλέον, μᾶς διδάσκουν νά ἑρμηνεύωμε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο τά διάφορα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὥστε νά τά φέρωμε σέ ἀπόλυτο συμφωνία, νά λύωμε κάθε ἐναντιοφάνεια καί κυρίως νά μήν τά ἑρμηνεύωμε ὅπως μᾶς ἐξηπηρετεῖ ἤ ὅπως βολεύει τά πάθη μας. Κατ’ αὐτόν λοιπόν τόν τρόπο ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου, γιά τήν ἀποκοπή μας ἀπό ὅσους μᾶς βλάπτουν, σημαίνει καί τήν ἴδια ἀποκοπή μας ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες ἤ ἐπισκόπους,  οἱ ὁποῖοι μᾶς βλάπτουν ἀσυγκρίτως περισσότερο.