Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

"ΕΞΕΔΥΣΑΝ ΜΕ ΤΑ ΙΜΑΤΙΑ ΜΟΥ..."

ΦΟΒΕΡΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΝ

ΦΟΒΕΡΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς


   Ποτέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν εἶχε λιγώτερο Θεό μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἀπό σήμερα. Ποτέ λιγώτερος Θεός ἀπό σήμερα. Σήμερα ὁ διάβολος “σαρκώθηκε” μέσα στόν ἄνθρωπο, γιά νά ἀποσαρκώσῃ τόν Θεάνθρωπο. Σήμερα ὅλο τό κακό μπῆκε στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ἀποδιώξῃ τόν Θεό ἀπό τό σῶμα. Σήμερα ὅλος ὁ Ἅδης μεταφέρθηκε στήν γῆ. Ποιός νά θυμᾶται ὅτι ἡ γῆ κάποτε ἦταν παράδεισος; Ἡ σημερινή πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀπό τήν πρώτη πτῶσι [τοῦ Ἀδάμ]. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀποστάτησε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά σήμερα ἐσταύρωσε τόν Θεό, σκότωσε τόν Θεό. Ἄνθρωπε, πῶς ἀλλοιῶς νά σέ ὀνομάσω παρά διάβολο; Μά καί αὐτό εἶναι ὕβρις γιά τόν διάβολο. Ὁ διάβολος ποτέ δέν ὑπῆρξε τόσο κακός, τόσο ἔντεχνα κακός ὅπως ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος κατέβηκε καί στόν Ἅδη, μά ἐκεῖ δέν τόν ἐσταύρωσαν. Ἐμεῖς ὅμως τόν ἐσταυρώσαμε! Δέν εἶναι λοιπόν οἱ ἄνθρωποι χειρότεροι ἀπό τόν διάβολο; Δέν εἶναι ἡ γῆ χειρότερος Ἅδης ἀπό τόν Ἅδη; Ἀπό τόν Ἅδη δέν ἔδιωξαν τόν Χριστό, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι σήμερα τόν ἔδιωξαν ἀπό τήν γῆ, τόν ἔδιωξαν ἀπό τό σῶμα τους, ἀπό τήν ψυχή, ἀπό τήν πόλι τους…
   Στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς μου, ἀδελφοί, κουλουριάσθηκε σάν φίδι ἕνα πονηρό ἐρώτημα καί χαιρέκακα μέ ἐρωτᾶ: Ὑπῆρξε ἄραγε ποτέ καλός ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ μπόρεσε νά σταυρώσῃ τόν Χριστό;
  Ἐσύ [ὁ οὐμανιστής] πιστεύεις στόν ἄνθρωπο. Καυχιέσαι γι’ αὐτόν. Τοῦ δίνεις μεγάλη ἀξία; Ὤ…! κοίταξε τόν ἄνθρωπο, κοίταξέ τον τήν Μεγάλη Παρασκευή, κοίταξέ τον πῶς σκοτώνει τόν Θεάνθρωπο καί πές μου, ἀκόμη τοῦ δίνεις μεγάλη ἀξία; Δέν αἰσθάνεσαι ντροπή πού εἶσαι ἄνθρωπος; Δέν βλέπεις ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπό τόν διάβολο;
   Ξεχᾶστε ὅλες τίς ἡμέρες πρίν καί μετά τήν Μεγάλη Παρασκευή, δεῖτε τόν ἄνθρωπο στό πλαίσιο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Δέν σᾶς φαίνεται ὁ ἄνθρωπος ἡ συμπύκνωσις ὅλων τῶν κακῶν, ὅλων τῶν πειρασμῶν, ὄλων τῶν ἀθλιοτήτων; Δέν δείχνει σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἡ γῆ ἀποτρελάθηκε; Δέν ἀπέδειξε σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὅτι, σκοτώνοντας τόν Θεάνθρωπο εἶναι στ’ ἀλήθεια ἡ παραφροσύνη τῆς γῆς;
   Καί ἡ Μέλλουσα Κρίσις δέν θά εἶναι, ἀδελφοί, φοβερώτερη ἀπό τήν Μεγάλη Παρασκευή· δέν θά εἶναι. Ἀναμφίβολα θά εἶναι λιγώτερο φοβερή, διότι τότε ὁ Θεός θά κρίνῃ τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ σήμερα ὁ ἄνθρωπος κρίνει τόν Θεό. Σήμερα εἶναι ἡ Φοβερά Καταδίκη τοῦ Θεοῦ· Τόν καταδικάζει ὁ ἄνθρωπος. Σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὁρίζει ὅτι ὁ Θεός ἀξίζει τριάκοντα ἀργύρια. Ὁ Χριστός τριάκοντα ἀργύρια! Καί εἶναι τάχα ἡ τελευταία φορά; Μήπως ὁ Ἰούδας εἶναι ὁ τελευταῖος ἀπό ἐμᾶς πού ἀποτίμησε τόν Χριστό τριάκοντα ἀργύρια;
    Σήμερα ὁ ἄνθρωπος κατεδίκασε τόν Θεό σέ θάνατο. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀνταρσία στόν οὐρανό καί στήν γῆ. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία στόν οὐρανό καί στήν γῆ.  Οὔτε οἱ πεπτωκότες ἄγγελοι δέν τό ἔκαναν αὐτό. Σήμερα ὡλοκληρώθηκε ἡ Φοβερά Δίκη κατά τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν ὑπῆρξε πιό ἀθῶος κατάδικος. Ποτέ ὁ κόσμος δέν εἶδε πιό παράλογο δικαστή.
   Περιγελᾶται σήμερα ὁ Θεός χειρότερα ἀπό κάθε ἄλλη φορά. Ὁ «παγγέλαστος Ἅδης» μπῆκε σήμερα στόν ἄνθρωπο καί περιγέλασε τόν Θεό καί κάθε τι τό θεϊκό. Περιγελᾶται σήμερα Ἐκεῖνος πού δέν ἐγέλασε ποτέ. Λένε πώς ὁ Κύριος ποτέ δέν ἐγέλασε, ἐνῶ συχνά τόν ἔβλεπαν νά κλαίει. Ὀνειδίζεται σήμερα Ἐκεῖνος πού ἦρθε νά μᾶς δοξάσῃ. Βασανίζεται σήμερα Ἐκεῖνος πού ἦρθε νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τά βάσανα. Παραδίδεται σήμερα σέ θάνατο Ἐκεῖνος πού ἔφερε τήν Αἰώνιο Ζωή. Ἄνθρωπε! ὑπάρχει τέλος στόν παραλογισμό σου; τέρμα στήν πτώση σου;
   Σέ Ἐκεῖνον πού μᾶς ἐδώρισε τήν αἰώνια δόξα, ἀντιπροσφέραμε τόν Σταυρό, τό πιό εἰδεχθές ἀντίδωρο. Ἐσύ ὁ λεπρός, γι’ αὐτό τοῦ δωρίζεις τόν Σταυρό, ἐπειδή σέ ἐκαθάρισε ἀπό τήν λέπρα; Ἐσύ ὁ τυφλός, γι’ αὐτό σοῦ ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς, γιά νἄχεις μάτια νά φτιάξῃς τόν Σταυρό καί νά Τόν σταυρώσῃς ἐπάνω σ’ Αὐτόν. Ἐσύ ὁ νεκρός, γι’ αὐτό σέ ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν, γιά νά τόν στείλῃς στόν τάφο; Μέ χαρᾶς εὐαγγέλια ἐγλύκανε ὁ Γλυκύτατος Ἰησοῦς τό πικρό μυστήριο τῆς ζωῆς μας, ἀδελφοί, καί ἐμεῖς ἀντί αὐτῶν τοῦ προσφέρουμε τέτοια πίκρα;
            «Λαέ μου, τί ἐποίησά σοι, καί τί μοι ἀνταπέδωκας;»
    Ἡ Μεγάλη Παρασκευή εἶναι ἡ ντροπή μας, ἀδελφοί, τό ὄνειδος καί ἡ ἀποτυχία μας. Κατά κάποιον τρόπο στόν Ἰούδα τόν Ἰσκαριώτη ἔχει μερίδιο ἡ ψυχή ὅλων μας. Ἄν δέν ἦταν ἔτσι, θά ἤμασταν ἀναμάρτητοι. Διά τοῦ Ἰούδα ὅλοι μας πέσαμε, ὅλοι μας προδώσαμε τόν Χριστό, ὅλοι μας καταλιμπάνουμε τόν Χριστό καί παραλαμβάνουμε τόν διάβολο, ἐναγκαλιζόμεθα τόν σατανᾶ. Ναί, τόν σατανᾶ. Γιατί στό ἱερό Εὐαγγέλιο γράφει: «καί μετά τό ψωμίον τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον [τόν Ἰούδα] ὁ σατανᾶς» (Ἰω. ιγ΄ 27). Μετά ἀπό ποιό ψωμί; Μετά ἀπό ἐκεῖνο πού τοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός· μετά πού Κοινώνησε· μετά πού πῆρε τόν Χριστό. Ἄχ, ὑπάρχει μεγαλύτερη πτῶσις, μεγαλύτερη φρίκη;
   Ὤ φιλαργυρία, ἐσύ πρόδωσες τόν Χριστό! Ἐσύ καί σήμερα τόν προδίδεις. Τόν Ἰούδα, πού ἦταν μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπί τρία χρόνια ἦταν μαζί Του, πού ἦταν παρών σέ ὅλα τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, πού στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καθάριζε λεπρούς, θεράπευε ἀρρώστους, ἀνάσταινε νεκρούς, ἔδιωχνε ἀκάθαρτα πνεύματα, αὐτόν τόν Ἰούδα ἡ φιλαργυρία τόν ἔκανε προδότη καί Χριστοκτόνο. Πῶς λοιπόν νά μή κάνῃ καί μένα καί σένα προδότη καί Χιστοκτόνο, ἐμένα πού δέν εἶδα ἐπί τρία χρόνια τόν Θεό ἐν σαρκί, πού δέν λεπρούς ἐκαθάρισα στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, οὔτε ἀσθενεῖς ἐθεράπευσα οὔτε νεκρούς ἀνέστησα; Ὁ Ἰούδας τόσον καιρό ἦταν μαζί μέ Ἐκεῖνον πού δέν εἶχε ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ, μαζί μέ Ἐκεῖνον πού καί μέ ἔργα καί μέ λόγια ἐδίδαξε πώς δέν πρέπει νά ἔχουμε πάνω μας οὔτε ἄργυρο οὔτε χρυσό. Ἐνῶ ἐγώ; Ἐνῶ ἐσύ; Δέν ξέρεις νά χαίρεσαι μέ τήν φτώχεια, ἀδελφέ, νά εἶσαι χαρούμενος μέ τήν φτώχεια; Ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου πώς εἶσαι ὑποψήφιος Ἰούδας. Μή ρωτᾶς: «μή τι ἐγώ Κύριε;», διότι ἀναμφίβολα θά ἀκούσῃς τήν ἀπάντησι: ναί, «σύ εἶπας». Λαχταρᾶς τά πλούτη; Ἄναψε μέσα σου ἐπιθυμία γιά χρήματα; Νά ξέρεις ὅτι μέσα σου κυοφορεῖται ὁ Ἰούδας. Φίλε μου καί ἀδελφέ μου, μή ξεχνᾶς σέ ὅλη σου τήν ζωή: ἡ φιλαργυρία σταύρωσε τόν Χριστό, σκότωσε τόν Θεό· ἡ φιλαργυρία ἔκανε τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ ἐχθρό τοῦ Χριστοῦ, φονιά τοῦ Χριστοῦ. Καί ὄχι μόνο αὐτό: ἡ ἴδια σκότωσε καί τόν Ἰούδα. Ἡ φιλαργυρία ἔχει ἐκεῖνο τό καταραμένο ἰδίωμα, νά κάνει τόν ἄνθρωπο ὄχι μόνο Χριστοκτόνο ἀλλά καί αὐτο-κτόνο. Αὐτή σκοτώνει πρῶτα μέσα στήν ἀνθρώπινη ψυχή τόν Θεό καί ὕστερα σκοτώνει τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο.
   Ὁ θάνατος εἶναι φοβερό μυστήριο, ἀδελφοί. Πιό φοβερό ὅμως εἶναι νά παραδίδουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό σέ θάνατο καί νά ἐπιθυμοῦν νά τόν ἐξαφανίσουν ἐντελῶς. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν φοβεροί γιά τόν Θεό, γιατί βασανίζουν τόν Θεό ὅπως κανείς ποτέ δέν Τόν βασάνισε· φτύνουν τόν Θεό ὅπως κανείς ποτέ δέν τόν ἔφτυσε· σκοτώνουν τόν Θεό ὅπως κανείς ποτέ δέν τόν ἐσκότωσε. «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία»! Κανείς νά μή καυχιέται γιά τόν ἄνθρωπο, κανείς νά μή καυχιέται γιά τήν ἀνθρωπότητα, διότι ἰδού! ἡ ἀνθρωπότης δέν ἀνέχεται τόν Θεό ἀνάμεσά της· τόν παραδίδει σέ θάνατο. Τί νά καυχηθῇς γιά μιά τέτοια ἀνθρωπότητα; Κανείς νά μή καυχιέται γιά τόν οὐμανισμό, γιατί εἶναι μόνο σατανισμός, σατανισμός, σατανισμός…
   Σήμερα ὄχι δαίμονες, ὄχι θηρία, ὄχι τσακάλια, ἀλλά ἄνθρωποι ἔπλεξαν ἀκάνθινο στεφάνι καί τό φόρεσαν στήν κεφαλή τοῦ Χριστοῦ. Μέ ἀκάνθινο στεφάνι στολίζουν Ἐκεῖνον πού ἐστόλισε τόν ἄνθρωπο μέ ἀθανασία. Ἀκάνθινο στεφάνι πλέκει ἡ ἀνθρωπότης γύρω ἀπό τήν κεφαλή Ἐκείνου πού περιέβαλλε τήν γῆ μέ στεφάνι ἀπό ἀστέρια! Ἀκάνθινο στεφάνι πλέκουμε γιά τόν Χριστό, καί ἐγώ καί ἐσύ φίλε, ἄν εἶμαι φιλάργυρος, ἄν εἶμαι πόρνος, ἄν εἶμαι μοιχός, ἄν εἶμαι βλάσφημος, ἄν εἶμαι συκοφάντης, ἄν εἶμαι κατάλαλος, ἄν εἶμαι μέθυσος, ἄν εἶμαι ἀνελεήμων, ἄν εἶμαι θυμώδης, ἄν κάνω ἁμαρτωλές σκέψεις, ἄν ἔχω ἀκάθαρτα αἰσθήματα, ἄν δέν ἔχω πίστι, ἄν δέν ἔχω ἀγάπη. Κάθε μου ἁμαρτία, κάθε μας ἁμαρτία, εἶναι ἀγκάθι στό καταραμένο στεφάνι πού ἡ παραλογιασμένη ἀνθρωπότητα πλέκει ἀδιάκοπα γύρω ἀπό τήν κεφαλή τοῦ Χριστοῦ.
   Ὁ ἄνθρωπος βασανίζει τόν Θεό πιό ἀνοικτίρμονα καί ἀπό τόν διάβολο. Δέν τό πιστεύετε; Ἀκοῦστε τί λέει ἕνας αὐτόπτης: «τότε ἐνέπτυσαν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ» (Ματθ. κστ΄ 67), στό ἐξαίσιο καί ὡραιότατο Πρόσωπό Του… Κύριε, πῶς τά χείλη τους δέν γέμισαν λέπρα καί πληγές; Ἀσφαλῶς, γιά νά διδαχθοῦμε ἐμεῖς τήν ὑπομονή καί τήν πραότητα. Ἔφτυσαν σ’ ἐκεῖνο τό θαυμαστό, τό γλυκύ Πρόσωπο, τό ὁποῖο ἀξίζει πιό πολύ ἀπ’ ὅλους τούς γαλαξίες, ἀπ’ ὅλες τίς μακαριότητες. Τί λέγω; Μάλιστα! περισσότερο ἀπό ὅλες τίς μακαριότητες, διότι σ’ αὐτό τό πρᾶο Πρόσωπο ὑπάρχει ὅλη ἡ αἰωνία θεότης, ὅλη ἡ αἰωνία χαρά… Ἔφτυσαν σ’ ἐκεῖνο τό φωτεινό Πρόσωπο, μπροστά στό ὁποῖο ἡ θάλασσα γαλήνεψε· σ’ ἐκεῖνο τό Πρόσωπο πού εἰρήνευσε ταραγμένες ψυχές καί χορήγησε σέ ὅλους τήν ἀνάπαυσι.
   Καί σεῖς πλέκετε ἐγκώμια στόν ἄνθρωπο; Ὤ, χαμηλῶστε τούς τόνους οὐτιδανοί… σκουλήκια! Κανείς καί τίποτα δέν πρέπει νά ντρέπεται τόσο, ὅσο ὁ ἄνθρωπος, οὔτε οἱ δαίμονες, οὔτε τά θηρία, οὔτε τά κτήνη… Οἱ ἄνθρωποι φτύνουν τόν Θεό! Ὑπάρχει πιό φοβερό ἀπό αὐτό; Οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν τόν Θεό. Ὑπάρχει πιό σατανικό ἀπό αὐτό; Ἀδελφοί, ἄν δέν ὑπάρχει κόλασις, ἔπρεπε νά ἐπινοήσουμε μία γιά τούς ἀνθρώπους, ναί γιά τούς ἀνθρώπους…
Ἐκεῖνον, τόν Δημιουργό καί Σωτῆρα, τόν φτύνουν καί τόν φονεύουν, ἐνῶ Ἐκεῖνος ταπεινά καί σιωπηλά τά ὑπομένει ὅλα. Ποιά δικαιολογία ἔχεις ἐσύ πού σέ κάθε ὕβρι ἀνταποδίδεις ὕβρι, σέ κάθε κακό κακό, στό μίσος μίσος; Ὅταν ἀνταποκρίνεσαι μέ κακία στήν κακία, φτύνεις τόν Δεσπότη Χριστό· ὅταν μισῇς αὐτούς πού σέ μισοῦν, φονεύεις τόν Χριστό καί τόν βασανίζεις· ὅταν ὑβρίζῃς αὐτούς πού σέ ὑβρίζουν, ἐξευτελίζεις τόν Χριστό, ἀφοῦ Ἐκεῖνος δέν ἔκανε τό ἴδιο.
    Παρέδωκε ὁ Πιλᾶτος τόν πρᾶο Κύριο, ἵνα σταυρωθῇ (Ἰω. ιθ΄ 16). Οἱ ἄνθρωποι τόν ὁδηγοῦν ἀπό τελώνιο σέ τελώνιο, ἀπό βάσανο σέ βάσανο, ἀπό χλεύη σέ χλεύη. Καί τόν ἐχλευασμένο Θεό τόν σταυρώνουν, τόν καρφώνουν στόν Σταυρό.
    Καρφιά ἐμπήγετε στά χέρια τοῦ Χριστοῦ, στά χέρια πού τόσους ἀρρώστους ἐθεράπευσαν, τόσους λεπρούς ἐκαθάρισαν, τόσους νεκρούς ἀνέστησαν; Πῶς νά σιωπήσουν τά χείλη πού μίλησαν ὅπως κανείς ποτέ ἄλλος ἄνθρωπος; Ἰάειρε, ποῦ εἶσαι; Λάζαρε, ποῦ εἶσαι; Χήρα τῆς Ναΐν, ποῦ εἶσαι νά ὑπερασπισθῇς τόν δικό σου καί δικό μου Κύριο; Σταυρώνετε [ἄνθρωποι] Ἐκεῖνον, τήν ἐλπίδα τῶν ἀπηλπισμένων, τήν παρηγορία τῶν ἀπαρακλήτων, τόν ὀφθαλμό τῶν τυφλῶν, τό οὖς τῶν κωφῶν, τήν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν; Καρφιά ἐμπήγετε σέ ἐκεῖνα τά ἅγια πόδια, πού ἔφεραν τήν εἰρήνη, πού ἔφεραν τό εὐαγγέλιο, πού περιεπάτησαν στήν θάλασσα σάν νἆταν ξηρά, πού ἔτρεξαν σέ ὅλους τούς ἀρρώστους, στόν νεκρό Λάζαρο, στόν δαιμονισμένο τῶν Γαδαρηνῶν;
  Σταυρωμένος Θεός. Ἱκανοποιηθήκατε θεομάχοι; χαρήκατε θεοκτόνοι; Τί νομίζετε πώς εἶναι ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό; Ἀπατεώνας; ἀδύναμος; σκανδαλοποιός; «Ὁ καταλύων τόν ναόν καί ἐν τρισίν ἡμέραις οἰκοδομῶν, σῶσον σεαυτόν, εἰ υἱός εἶ τοῦ Θεοῦ, καί κατάβηθι ἀπό τοῦ σταυροῦ» (Ματθ. κζ΄ 40).
   Τί ὅμως σκέπτεται ὁ Κύριος ἐπί τοῦ Σταυροῦ γιά τούς ἀνθρώπους πού εἶναι κάτω ἀπό τόν Σταυρό; Ἐκεῖνο πού μόνο ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς πραότητος μπορεῖ νά σκέπτεται: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι!» (Μάρκ. κγ΄ 34).
     Πραγματικά, δέν ξέρουν τί κάνουν στόν σεσαρκωμένο Θεό.

Mεγάλη Πέμπτη βράδυ

Toῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

«ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ…»

«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι
τὴν γῆν κρεμάσας» (ἀντίφ. ιε΄ ὄρθρ. Μ. Παρ.)

    ...Προσέξατε τί λέει ὁ ὕμνος; «ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ (Ο ΧΡΙΣΤΟΣ) ἐπὶ ξύλου». Δὲ λέει «ἐκρεμάσθη»· λέει «κρεμᾶται», σὲ ἐνεστῶτα. Τί ἔννοια ἔχει αὐτὸς ὁ ἐνεστώς; Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐκρεμάσθη σὲ ὡρισμένη χρονικὴ στιγμή, ἐφ᾿ ἅπαξ, γιατί λέει «σήμερον κρεμᾶται»; Διότι συνεχίζεται τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοῦ μας. Ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός. Ναί, ξανασταυρώνεται. Ὄχι πλέον ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς λεγομένους Χριστιανούς, αὐτοὺς ποὺ βαπτίσθηκαν στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, φέρουν ὀνόματα χριστιανικὰ καὶ τώρα τὶς μέρες αὐτὲς πυκνώνουν τὰ ἐκκλησιάσματα.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι, ὅπου θανάσιμο ἁμάρτημα, ὅπου ἔγκλημα καὶ ἰδίως φόνος, ἐκεῖ «ἀνασταυροῦται» ὁ Χριστός (βλ. Ἑβρ. 6,6). Λίγοι φόνοι ἔγιναν ἐπάνω στὴ γῆ; 40 μὲ 50 ἑκατομμύρια ἦταν οἱ νεκροὶ μόνο τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων. Ἀλλὰ καὶ σήμερα μὲ τὶς ἐκτρώσεις ―τί φρίκη― στὴν Ἑλλάδα σφάζονται 400.000 ἔμβρυα τὸ χρόνο. Παιδιά, ἄνθρωποι εἶν᾿ αὐτά, ἀφοῦ ἡ ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεως. Ἡ μήτρα τῆς γυναίκας εἶνε θερμοκήπιο τῆς ζωῆς, ἐργαστήριο ποὺ φτειάχνει ἄνθρωπο. Ἔκτρωσι σον φόνος, καὶ φόνος σον ἀνασταύρωσις τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ντοστογιέφσκυ λέει· «Ὅποιος σκοτώνει παιδί, σκοτώνει τὸ Χριστό». Διότι τὸ παιδὶ εἶνε ἀθῷο ὅπως ὁ Χριστός. Τώρα οἱ Ἕλληνες γεννοῦν δύο μόνο. Τὰ ἄλλα ἔμβρυα τί γίνονται; Δολοφόνοι, δολοφόνοι! Μένετε ἀμετανόητοι· δὲν τρέχετε νὰ ζητήσετε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ὅπου φόνος, ὅπου ἔκτρωσις-ἄμβλωσις, ὅπου κλοπή, κατάχρησις, ἀδικία, ἐκμετάλλευσις, ὅπου ψέμα, συκοφαντία καὶ διαβολή, ὅπου πορνεία, μοιχεία κι ὅ,τι ἄλλο ἔκφυλο, ἐκεῖ σταυρώνεται ὁ Χριστός, «σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου» πάλι. Ὁ Ἠλίας Μηνιάτης λέει· «Σήμερον ὁ Χριστὸς κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, καὶ ὁ πόρνος κρεμᾶται στὴν ἀγκάλη τῆς πόρνης!».
Πιστεύεις, Χριστιανέ; ἔλα μετανοημένος νὰ προσκυνήσῃς τὸν Ἐσταυρωμένο. Δὲν πιστεύεις; μὴ μολύνεις καὶ τὰ χείλη σου μὲ φίλημα Ἰούδα. Ἰδού πῶς ἐπαναλαμβάνεται σὲ μύριες περιπτώσεις τὸ «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου».
Καὶ ἡ γῆ; Η ΓΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΕΤΑΙ. «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε»! Τὸ δαχτυλάκι του νὰ κουνήσῃ ὁ Χριστός, θὰ γίνουμε ὅλοι σκόνη, θὰ σβήσουμε. Ἁμαρτάνεις, ἄνθρωπε, πάνω στὴ σφαῖρα αὐτή, καὶ ἡ γῆ δὲ᾿ θὰ διαμαρτυρηθῇ; Ἀσφαλῶς διαμαρτύρεται. Τὸ ἀκούσαμε χθές· «Φρῖξον ἥλιε, στέναξον ἡ γῆ» (γ΄ ἀπόστ. αν. Μ. Πέμ.). Ἡ μόλυνσις τοῦ περιβάλλοντος, γιὰ τὴν ὁποία φωνάζει ἡ νέα ἐπιστήμη τῆς οἰκολογίας, τί εἶνε; μιὰ διαμαρτυρία. Ἡ γῆ δὲν εἶνε πλέον ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔχει μολυνθῆ καὶ διαρκῶς μολύνεται. Φωνάζουν ὅλοι, Ἄγγλοι, Ἰταλοί, Γερμανοί, Ῥῶσοι· Ἀμάν, πεθαίνει ἡ γῆ· ξύπνα, ἀνθρωπότης!… Τὸ χορτάρι πικρίζει, οἱ καρποὶ ἀλλοιώνονται. Οἱ λίμνες, οἱ θάλασσες ῥυπαίνονται (ἡ Μεσόγειος κατήντησε ὀχετός). Τὰ ψάρια, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι, ψοφοῦν (βλ. Ἀπ. 8,9), ζῷα δηλητηριάζονται. Ὁ ἀέρας, τὸ πιὸ ἀπαραίτητο στοιχεῖο γιὰ τὴ ζωή, καλύπτεται ἀπὸ νέφη αἰθάλης καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀσφυκτιοῦν. Τὰ πάντα πεθαίνουν. Αὐτὴ εἶνε ἡ διαμαρτυρία τῆς γῆς γιὰ τὸ ἔγκλημα τῆς ἁμαρτίας.
Τί συνιστᾷ ἡ ἰατρικὴ ὅταν μολυνθῇ ἕνας τόπος; Ἀπολύμανσι. Καὶ ἡ γῆ θέλει ἀπολύμανσι. Δὲν ὑπάρχει σημεῖο της ποὺ δὲν εἶνε μολυσμένο ἀπὸ αἷμα. Ὅπου νὰ πᾶτε ἀκούγεται· «Κάϊν Κάϊν, ποῦ εἶνε ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Ἐγώ, ποὺ ἔχω ζήσει τόσα χρόνια καὶ περνῶ τοὺς δρόμους καὶ ξέρω ὅτι σὲ κάθε χιλιόμετρο στὴν Ἑλλάδα κάποιος ἔχει σκοτωθῆ, ἀνατριχιάζω. Δὲν ὑπάρχει γωνιὰ ποὺ δὲν τὴ βάψαμε μὲ αἷμα δεξιοὶ κι ἀριστεροί. Ἀναστενάζει ἡ γῆ καὶ ζητεῖ ἀπολύμανσι, νὰ μπῇ σὲ κλίβανο. Καὶ θὰ μπῇ. Ὁ δὲ κλίβανος εἶνε ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.

* * *

Τί θὰ κάνουμε, ἀδελφοί; Σταματῶ. Πονῶ, μοῦ ᾿ρχεται νὰ κλαύσω. Βρισκόμαστε στὸ τέλος τῆς ἀνθρωπότητος. Σημεῖα πολλά. Μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ αὐτό· πεθαίνει ἡ γῆ! Κλαῖνε τὰ δέντρα, τὰ πουλιά, τὰ βράχια…
Ἐσὺ δὲ θὰ κλάψῃς; Ἂς κλάψουμε κ᾿ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου. Ἂς ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς τὸ λόγο τοῦ λῃστοῦ· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 27-4-1989

«Ου τοις εχθροίς Σου (Οἰκουμενιστές) το μυστήριον είπω, ου φίλημά Σοι δώσω καθάπερ ο Ιούδας»! ( Ομιλία Αυγουστίνου Καντιώτη)

Οἱ σύγχρονοι Ἰοῦδες
(Μητροπ. Αὐγουστίνου Καντιώτη)
«Και σύ, τέκνον Βροῦτε;». 

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ'':.
ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΙΟΥΔΕΣ
ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΠΡΟΣΘΕΣΟΥΜΕ ΑΡΚΕΤΟΥΣ ΑΚΟΜΑ...

ΚΑΛΟ ΘΑ ΗΤΑΝ ΝΑ ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΜΗΠΩΣ ΣΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΙΟΥΔΕΣ! Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΞΕΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΚΟ!

   ΑΠΟ ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ θείου δράματος, ἀγαπητοί μου, ἐκεῖνο ποὺ ἀφήνει τὴν πιὸ ἀλγεινὴ ἐντύπωσι εἶνε ὁ Ἰούδας. Δυστυχῶς ὅμως, ἐνῷ ἐκεῖνος τελείωσε τότε κατὰ τρόπο οἰκτρό, οἱ Ἰοῦδες δὲν λείπουν μέχρι σήμερα. Ὁ Ἰούδας τρόπον τινὰ ἵδρυσε «σχολὴ» καὶ πολλοὶ μαθαίνουν νὰ παίζουν τὸ ῥόλο του σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς.
        Σᾶς παρουσιάζω μερικὲς εἰκόνες.
   Ἕνας σύγχρονος Ἰούδας εἶνε αὐτὸς ποὺ ἐμφανίζεται πρῶτα-πρῶτα στὸν κύκλο τῆς φιλίας. Γνώρισες κάποιον καὶ λές· Σπουδαῖος ἄνθρωπος! πόσο γλυκὰ μιλάει, τί ἀγάπη δείχνει, τί δῶρα δίνει! Τὸν ἀγαπᾷς παραπάνω κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὸν ἀδερφό σου. Τὸν ἐμπιστεύεσαι, τοῦ ἀνοίγεις τὴν καρδιά σου, τοῦ λὲς τὰ μυστικά σου. Καὶ ξαφνικὰ αὐτὸς ὁ φίλος γίνεται ἐχθρός. Γνωρίζω κάποιον ποὺ ἔπαθε συγκοπὴ καρδίας, ὅταν στὸ δικαστήριο εἶδε ὡς μάρτυρα κατηγορίας ἐναντίον του –ποιόν; τὸν φίλο του. Ἰούδας λυμαίνεται τὸν ἱερὸ δεσμὸ τῆς φιλίας κι ὁ ἄνθρωπος ἀπογοητεύεται.
   Ὁ ἄλλος ἱερὸς κύκλος, τὸν ὁποῖο ἁγίασε ὁ Χριστὸς κάνοντας τὸ πρῶτο θαῦμα στὴν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας, εἶνε ἡ οκογένεια. Βλέπεις, ἐσὺ ὁ νέος μιὰ νέα, σὲ μαγεύει μὲ τὴν ὅλη ἐμφάνισί της, καὶ τὴ βάζεις στὴν καρδιά σου. Τῆς παραδίδεσαι. Τὴν ἀγαπᾷς παραπάνω ἀπὸ τὴ μάνα σου. Καὶ τέλος τὴ στεφανώνεσαι, καὶ νιώθεις ὅτι πλέεις σὲ πελάγη εὐτυχίας. Ἀλλὰ κάποια στιγμὴ ἀνακαλύπτεις ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή, ποὺ νόμισες ὅτι θὰ μείνῃ κοντά σου ἄγγελος συμπαραστάτης, ἐν σὲ ἀγκαλιάζει καὶ σὲ γεμίζει φιλιά, τὴν ἴδια ὥρα σὲ προδίδει. Να κ᾽ ἐδῶ ὁ Ἰούδας στὸν κύκλο τῆς οἰκογενείας. Κι ὅ,τι εἶπα γιὰ τὴ γυναῖκα τὸ λέω καὶ γιὰ τὸν ἄντρα, ποὺ κι αὐτὸς ὑποκρίνεται πὼς ἀγαπᾷ τὴ γυναῖκα του ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν τὴν ἀπατᾷ, χειρότερα μάλιστα ἀπὸ ὅ,τι ἐκείνη τὸν ἄντρα.
  Θέλετε ἄλλον Ἰούδα; Ἰοῦδες πολλοὶ εἶνε ἰδίως στοὺς διπλωματικοὺς

«ΠΡΟΔΟΣΙΑ στο βαθμό που διαπράχθηκε είτε ηθελημένα είτε αθέλητα»!



«Ἡ ἀγάπη οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ»
(Α΄ Κορινθίους 13,6)



   Τόσα χρόνια διαβάζω την περικοπή από τον Απόστολο στο Άγιο Ευχέλαιο και δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου αυτή η ευαγγελικώς διατυπωμένη σχέση της Αλήθειας με την Αγάπη. Στο Χριστό συνυπάρχουν άμα Αλήθεια και Αγάπη. Δηλαδή στην Εκκλησία μας, η οποία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες: «Ἡ ἀγάπη συγχαίρει τῇ ἀληθείᾳ». Πόσο αναπαύει αλήθεια αυτός ο λόγος. Πόσο πληρώνει την καρδιά!
    Με δυο λόγια, η αγάπη αναπαύεται στην αλήθεια και όχι στο ψέμα. Ούτε στην ελάχιστη απόκλιση απ΄ αυτήν. Διότι η Αλήθεια είναι μία, ο Χριστός αποκαλυπτόμενος στους αγίους του. Δεν μπορεί να είναι ο Χριστός τεμαχισμένος ή ελλιπής στο ελάχιστο. Τέτοιος προσφερόμενος Χριστός είναι ψεύτικος. Είναι Χριστός μύθευμα, δημιούργημα της φαντασίας και μάλιστα της αρρωστημένης, της δαιμονικής.
Πώς μπορεί να είναι θεραπευτικό ένα φάρμακο, αν του ρίξεις μέσα μια σταγόνα δηλητήριο; Έτσι και «μια σταγόνα» ψέμα καθιστά όλη την αλήθεια ψέμα, πλάνη. Και αυτό το κριτήριο υπάρχει στην Αγία του Χριστού Εκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου οι άγιοι, διά των εμπειριών τους, επιβεβαιώνουν την παράδοσή της και τη συνεχίζουν.
   Τώρα, όσοι προσπαθούν να ταιριάξουν τα αταίριαστα, να παρακάμψουν αυτήν την «ιερή ξυνωρίδα» και να δώσουν προτεραιότητα στην «αγάπη», όπως αυτοί την καταλαβαίνουν, για να γίνουν συνένοχοι  στις απάτες του απατηλού κόσμου, δηλαδή του αθύρματος του διαβόλου, είτε δεσποτάδες είτε πατριαρχίκοι είτε παπάδες είτε λαϊκοί είτε καθηγητές και μάλιστα με πολλά διδακτορικά ή είναι πλανεμένοι και χρειάζονται να ομολογήσουν την πλάνη τους και να επιστρέψουν ή είναι επαγγελματίες καριέρας και θέλουν να πλασαριστούν ανάμεσα στους «δυνατούς» του κόσμου. Λησμονούν πως «ο μόνος δυνατός εν ισχύει» είναι ο Χριστός  και θα φυλάξει την Εκκλησία του από τέτοιους λύκους «μη φειδόμενους του ποιμνίου». Τα ξέρουν πολύ καλά αυτά. Δεν τους είναι άγνωστα. Επιμένουν όμως στο διεστραμμένο θέλημά τους.
   Και τα κάνουν αυτά με αντιευαγγελικές και αντιπατερικές πρωτοβουλίες, αγνοώντας το σώμα της Εκκλησίας, μόνοι τους.
  Για να επιβεβαιώσω δε τα γραφόμενα αναφέρω εδώ μια μικρή δημοσκόπηση που έκανα διερχόμενος τα πεζοδρόμια της πόλης. Ρωτούσα ανθρώπους που τους ήξερα, αν γνώριζαν ποιο μεγάλο εκκλησιαστικό γεγονός θα λάβει χώρα τις ημέρες της Πεντηκοστής, εννοώντας την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και δεν είχε κανένας ιδέα. Ώστε λοιπόν θα αποφασίσουν οι «γραμματείς και οι αρχιγραμματείς» εν αγνοία του λαού και θα εκδώσουν ημερήσια διαταγή; «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν»; Πού ζούμε αλήθεια; Είναι εκκλησιαστικό φρόνημα αυτό;
   Μέσα στα ίδια εκκλησιαστικά και θεολογικά δεδομένα συμπεριλαμβάνεται και το σόου με τον πάπα στη Μυτιλήνη. Απάτη μαζί και προσβολή του ορθόδοξου αισθήματος. Προδοσία στο βαθμό που διαπράχθηκε είτε ηθελημένα είτε αθέλητα. Σημασία έχει πως ξεκίνησε με σύμφωνη γνώμη των ορθοδόξων αρχιερέων. Αλλά με το διάβολο μπορείς να κάνεις χωριό; Κάποια στιγμή θα σου τη φέρει, κατά τη λαϊκή ρήση.
  Έκανε τη φιέστα του ο πάπας και αφέθηκε πάλι «κοινή τη γνώμη»  «στην κοινή γνώμη» «η γνώμη», πως «είναι αρχηγοί χριστιανικών εκκλησιών» και συνεπώς δεν μας χωρίζει τίποτε ουσιώδες και πιστεύουμε τα ίδια  και συμπορευόμαστε και συνυπογράφουμε και θα συνεχίσουμε παρακάτω. Και έφυγε ο παμπόνηρος, αφήνοντας την τελική εντύπωση πως αυτός είναι που κάνει το «κουμάντο» στα «χριστιανικά πράγματα».
   Αυτά τα λίγα για τα όσα συμβαίνουν και συνέβησαν αυτόν τον καιρό και μέλλουν να συμβούν. Ναι, μέλλουν να συμβούν. Μην αμφιβάλλουμε καθόλου. Το παιχνίδι βρίσκεται ήδη  σε προχωρημένο στάδιο και δεν έχουν καμία διάθεση να το αφήσουν στη μέση. Γιατί εξάλλου; Αφού τους πάει μια χαρά;
  Λίγα πράγματα θα συμπληρωθούν ακόμη και ο καθένας ας κάνει υπακοή στον πνευματικό του, ανάλογα με την προαίρεσή του και τη διάκριση που θα του δώσει ο Θεός. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, επαναλαμβάνω, καμία αμφιβολία πως θα ξεκαθαρίσουν πολλά πράγματα πολύ σύντομα.
Καλή Ανάσταση!

ΣΧΟΛΙΟ: Δὲν θὰ πάψουμε νὰ τὸ ἐπισημαίνουμε: Διαλύονται τὰ πάντα, ξεπουλιοῦνται τὰ πάντα, τὰ βλέπουν, τὰ περιγράφουν μεγαλοβδομαδιάτικα, κι ἀντὶ νὰ σκεφτοῦν Ὀρθόδοξα, ἀντὶ νὰ μᾶς ποῦν  νὰ κάνουμε ὑπακοὴ στὴν Ἁγία Γραφή, στοὺς Ἁγίους, (ὅσοι νομίζουν πὼς μποροῦν νὰ συμβουλεύουν ἀφ' ἑαυτῶν ...ἀντι-Οἰκουμενιστικά) μᾶς λένε, ὡσὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἰδιαίτερα προσωπικὰ ἁμαρτήματα καὶ προβλήματα κι ὄχι γιὰ κοινὸ θέμα Πίστεως: πρὸς Θεοῦ, μὴν κάνετε ὑπακοὴ στὴν Ἐκκλησία, στοὺς Ἁγίους, ἀλλὰ «ο καθένας ας κάνει υπακοή στον πνευματικό του»!!!
    Κι ὅσοι πνευματικοί, τόσες καὶ γνῶμες!

Ο προδότης Ιούδας. «Θα συγχωρηθεί, άραγε, στόν Ιούδα η αμαρτία της προδοσίας;»

 Ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος

Ἐπιστολή στόν σιδερὰ Ῥαντοσάββα Ι.,
γιά τὸν προδότη Ἰούδα

Ῥωτᾶς: «Θὰ συγχωρηθεῖ, ἄραγε, στόν Ἰούδα ἡ ἁμαρτία τῆς προδοσίας τοῦ Διδασκάλου καὶ Κυρίου του Ἰησοῦ Χριστοῦ;». Δὲν γνωρίζω γιά ποιό λόγο σὲ ἐνδιαφέρει κάτι τέτοιο. Γιά μᾶς ἀποτελεῖ τή μεγαλύτερη μέριμνα αὐτό, τὸ νά μὴν προδώσουμε ἐμεῖς τὸν Χριστὸ μὲ τίς ἀνομίες μας. Καὶ ἀκόμα πιὸ σημαντικό· τό πῶς νά σώσουμε τίς ψυχὲς μας. Γιατὶ δές, τὸ ῥολόι τῆς ζωῆς μας μετράει γοργὰ τὶς μέρες καὶ τὶς ὦρες ὑπενθυμίζοντάς μας τὴν ἐπικείμενη ἔξοδο ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο. Ὅλοι ἐμεῖς θὰ βρεθοῦμε ἐνώπιον τοῦ αἰώνιου Κριτή, ὁ Ὁποῖος θὰ ἐκφέρει τὴ δίκαιη Κρίση Του γιά ὅλα ἐκεῖνα πού πράξαμε στή ζωὴ μας, ἐνώπιον ὅλων τῶν οὐρανίων ἀνθρώπων.
 Ὅταν οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν σὲ δίκη, σκέφτεται ὁ καθένας τὰ δικὰ του ἁμαρτήματα καὶ τὶς ἀδικίες καὶ τὸ πῶς θὰ δικαιολογήσει τὸν ἑαυτὸ του ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ. Κανεὶς δέν ἔχει τὸ χρόνο καὶ τὴν ἐπιθυμία νά σκεφτεῖ γιά τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, μήτε καὶ νά μπεῖ στά μυστικὰ τοῦ νοῦ τοῦ δικαστή πού θὰ κρίνει. Ποιός γνωρίζει τὸ πῶς θὰ κρίνει ὁ αἰώνιος Κριτὴς ἐμένα καὶ ἐσένα; Σίγουρο εἶναι μονάχα ἕνα, ὅτι θὰ μᾶς κρίνει κατὰ τὸ δίκαιο καὶ ὄχι ἄδικα, ἐνῶ ἐμεῖς θὰ θέλαμε περισσότερο νά μᾶς κρίνει ὄχι κατὰ τὸ δίκαιο ἀλλὰ μὲ ἔλεος. Μάταια ὅμως. Ἐκεῖνος ὑποσχέθηκε νά κρίνει δίκαια.
Γι’ αὐτὸ μᾶς καταλαμβάνει φόβος καὶ τρόμος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐγώ, δέν ἐπιθυμῶ οὔτε γιά σένα, οὔτε γιά μένα καὶ γιά κανένα στόν κόσμο, νά βρεθεῖ σὲ κείνη τὴν πλευρά πού θὰ βρίσκεται ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης. Ἐπειδὴ ὁ Ἰούδας, εἶναι προδότης. Εἶναι προδότης καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ του. Πρόδωσε τὸν Χριστό, τοὺς Ἀποστόλους, τὸν ἑαυτὸ του τὸν ἴδιο ὡς ἄνθρωπο. Πρόδωσε τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους στούς Ἰουδαίους καὶ τὸν ἑαυτὸ του στό διάβολο. Γιατὶ εἶναι γραμμένο: «τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς» (Ἰω. 13, 27). Εἶναι δύσκολο νά μετρήσει κανεὶς ὅλο τὸ βάθος τοῦ κακοῦ πού κατέλαβε τὸν Ἰούδα. Ἦταν ἄπιστος καὶ ἀχόρταγος, κλέφτης καὶ φιλάργυρος, φίλαυτος καὶ προδότης·τέλος, ἀπελπισμένος καὶ αὐτόχειρας.
Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πολλὲς φορὲς τὸν προειδοποίησε νά ἀφήσει τὸν κακὸ του δρόμο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔμεινε ἀμετανόητος. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἔδειχνε ἀπέναντί του, τὴν ἴδια φροντίδα καὶ ἀγάπη καθὼς καὶ στούς ὑπολοίπους μαθητὲς, ἀλλὰ ἐκεῖνος στήν ἀγάπη ἀπαντοῦσε μὲ μῖσος. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γονάτισε καὶ τοῦ ἔπλυνε τὰ πόδια, λίγο πρὶν τὴν προδοσία καὶ ἀπὸ τὸ χέρι Του, τοῦ πρόσφερε τεμάχιο ἄρτου βουτηγμένο στο ἁλάτι. Μὲ ψωμὶ καὶ ἁλάτι, ἐμεῖς ὑποδεχόμαστε τοὺς ὑψηλοὺς καλεσμένους. Ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς Κύριος θέλησε νά ἀνυψώσει τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ Ἰούδα, γι’ αὐτὸ τοῦ προσέφερε ἄρτο καὶ ἁλάτι. Τὸν χαιρέτησε μὲ ἄρτο καὶ ἁλάτι, ἀκριβῶς πρὶν τὴν προδοσία. Ὁ Ἰούδας, πῆρε μὲ τὸ χέρι του τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τὰ πῆρε μὲ τὸ χέρι μὰ τὰ ἀπέῤῥιψε στήν καρδιά του μὲ περιφρόνηση. Ὁ θνητὸς ἄνθρωπος, ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀθανάτου!
Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸν ἐγκατέλειψε πλήρως, καὶ μετὰ τὸ ψωμί, τότε εἰσῆλθε σ’ ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς (Ἰω. 13, 27). Ἀπὸ ἐκείνη τή στιγμή ὁ Ἰούδας, πρώην μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ πρώην ἄνθρωπος, διεγράφη ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν ἀνθρώπων καὶ καταγράφηκε στίς τάξεις τῶν πνευμάτων τῆς κολάσεως. Ἐσὺ τώρα, πειράζεις τὸν Θεὸ καὶ ῥωτᾶς ἂν ὁ Θεὸς θελήσει νά συγχωρήσει τὰ πνεύματα τῆς κολάσεως καὶ νά τὰ σώσει. Δοκιμάζεις τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἔκαναν καὶ οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζοντας τή δύναμη τοῦ Θεοῦ στό Γολγοθᾶ, λέγοντας: «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ» (Μτ. 27, 40).
Γιά τὸ πείραγμά τους αὐτὸ οἱ Ἑβραῖοι, ἔλαβαν ἄξια πληρωμὴ σὲ τοῦτο τὸν κόσμο. Φυλάξου λοιπὸν καὶ ἐσύ, γιά νά μὴ λάβης τὴν ἀμοιβὴ τῶν ὁμοφρονούντων μὲ τὸν Ἰούδα. Δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν προορισμένος ἀπὸ Θεοῦ, νά γίνει προδότης ὅπως νομίζεις ἐσύ. Ἂν ἦταν ἔτσι, τότε γιατὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ κόπιασε τόσο γιά νά τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν κακὴ του πράξη; Γιὰ ποιό λόγο, πρὶν ἀπ’ ὅλα, τὸν προσέλαβε ὡς μαθητή Του καὶ τὸν κράτησε δίπλα Του γιά τρία χρόνια; Γιατὶ νά ταπεινωθεῖ μπροστὰ του καὶ νά τοῦ πλύνει τὰ πόδια; Γιατὶ μὲ τὰ ἴδια τὰ Ἅγια χέρια Του νά τοῦ δώσει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι; Διαβάζοντας μέσα στήν ψυχὴ τοῦ Ἰούδα τίς κακὲς προθέσεις του, ὁ Κύριος ἔκανε ὅλα αὐτὰ γιά νά τὸν σώσει ἀπὸ τὴν αἰώνια ἀπώλεια. Καὶ ἂν ἔχει εἰπωθεῖ ὅτι οἱ σκανδαλοποιοὶ θὰ πρέπει νά ἔρθουν, ἔχει πάλι εἰπωθεῖ καὶ τοῦτο, σὰν αὐστηρὴ προειδοποίηση: «οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται» (Μτ. 18, 7). Σκανδαλοποιὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς καὶ σὰν τέτοιος, πρέπει νά ἐπιτελέσει τὸ ἔργο του.
Γι’ αὐτό, «ἀνάγκη γάρ ἐστιν ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα» (Μτ. 18, 7), ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ διά μέσου ἐκείνου. Ἀλίμονο ὅμως στόν ἄνθρωπο ποὺ θὰ παραδοθεῖ στό σατανᾶ καὶ θὰ γίνει ὄργανό του. Ἀλίμονο σὲ ἐκεῖνον πού ἀντίθετα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ δείξει τὴν ἀγάπη του στόν ἀντίπαλο τοῦ Θεοῦ. Νά προσεύχεσαι στόν Θεό, νά σὲ φυλάγει ἀπὸ τὸν Σκανδαλοποιό πού σκανδάλισε τὸν Ἰούδα καὶ τοὺς Ἰουδαίους καὶ νά μὴ γίνης ποτὲ ὑπηρέτης καὶ ὄργανο τοῦ σκανδαλισμοῦ του.
Πηγή: http://www.imaik.gr/

ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό τήν γιαγιά σου κάτι (σάν παραμύθι!), γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ. Καί ρωτᾶς: Ποία εἶναι ἡ πραγματικότητα; Διάβασε τήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι ντροπή νά μήν ξέρωμε τήν Πίστη μας. Ἄφησε στήν ἄκρη κάθε ἄλλο διάβασμα! Ἄρχισε τήν μελέτη σου ἀπό τά ἱερά Εὐαγγέλια. Αὐτή εἶναι ἡ πιό σπουδαία καί ἡ πιό λυτρωτική μελέτη. Πρώτη στήν σειρά, ἔρχεται ἡ γνώση τῆς Πίστεως. Καί μετά ἡ κάθε ἄλλη γνώση.
Νά τόν μελετᾶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δίνει ἀξία στόν δικό μας λόγο. Ὅπως τά διαμάντινα στά γυναικεῖα κοσμήματα.
Ἡ ἁγία Γραφή δέν μᾶς τό λέει καθαρά ὅτι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ εἶναι πέντε. Μά εἶναι ἡ φοβερή πραγματικότητα: δύο στά χέρια˙ δύο στά πόδια˙ καί μία στά πλευρά. Ἀπό τά καρφιά. Καί ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλογοῦσαν! Τρυπημένα τά πόδια πού βάδιζαν τόν δρόμο τῆς ἀλήθειας! Τρυπημένη ἡ πλευρά, πού ἄναψε τήν θεία καί ἱερή φλόγα τῆς ἀγάπης! Ἔτσι τό θέλησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.
 -Νά Τοῦ τρυπηθοῦν τά χέρια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἐκάμαμε μέ τά χέρια μας- (φόνους, κλεψιές, βιαιότητες).
-Νά Τοῦ τρυπήσουν τά πόδια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά πόδια, (ἕνα δάσος πόδια!), πού ἔτρεξαν νά κάνουν τό κακό, τό κάθε κακό!
-Τοῦ τρύπησαν τήν πλευρά κοντά στήν καρδιά, γιατί ἡ δική μας καρδιά, ἦταν γεμάτη μέ κάθε κακό˙ ἀσέβεια, βλάσφημες σκέψεις, κτηνώδεις ἐπιθυμίες, μῖσος καί φθόνο, καί σχέδια δαιμονικά ἐναντίον ἀδελφῶν, ἐναντίων φίλων, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ!
-Τρυπήθηκαν τά χέρια τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θεραπευθοῦν οἱ ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά δικά σου χέρια!
-Τρυπήθηκαν τά πόδια Του, γιά νά ἐπιστρέψουν τά πόδια τά δικά σου ἀπό τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας!
-Τρυπήθηκε ἡ πλευρά Του, γιά νά καθαρίσει ἡ δική σου καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές σκέψεις καί ἐπιθυμίες!   Ὅταν ὁ Κρόμβελ, ὁ φοβερός αὐτός δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τίς περιουσίες τῶν Μοναστηριῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔγινε μιά μεγαλειώδεις πορεία διαμαρτυρίας. Μιά διαδήλωση. Χιλιάδες λάβαρα καί πανώ, πού ἔγραφαν «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ». Καί ὁ δικτάτορας ὑποχώρησε. Μετάνοιωσε. Ὄχι γιά ἄλλο λόγο. Σεβάστηκε τά λόγια, πού ἦταν γραμμένα στό πλακάτ: Πέντε εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ!
 Μάθε νά τίς σέβεσαι καί σύ! Πέντε εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ! Πέντε οἱ κρουνοί τοῦ Αἵματός Του. Ἀπό αὐτές ἔρρευσε τό Αἷμα Του, πού ἁγίασε τήν γῆ καί ἐξηγόρασε τό ἀνθρώπινο γένος. Μέ τό Αἷμα Του, πού ἔρρευσε ἀπό τίς πέντε πληγές Του πλένει τόν κάθε πιστό Του.
 ***
Σάν θαυματουργός καί παντοδύναμος ὁ Κύριος ἐπῆρε πέντε ψωμιά, καί ἔθρεψε μέ αὐτά πέντε χιλιάδες ψυχές! Ἔτσι καί μέ τό Αἷμα Του. Μπορεῖ νά θρέψει ψυχικά ἑκατομμύρια πιστῶν! Αὐτό εἶναι ἡ Θεία Μετάληψη! Φρόντισε λοιπόν τήν Μεγάλη Παρασκευή νά σταθῆς κάτω ἀπό τόν Σταυρό Του. Καί παρακάλεσέ Τον. Νά σέ καθαρίσει καί σένα μέ τό Αἷμα Του. Καί νά ζωοποιήσει τήν ψυχή σου. Ὥστε, τήν Ἀνάσταση, νά φωνάζεις καί σύ μαζί μέ τίς ἅγιες μυροφόρες ὅτι Ἀνέστη ὁ Κύριος ὄντως.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΓΩΝΙΣΘΕΙΤΕ

Nα αφήσουμε την Εκκλησία του Χριστού στα χέρια των καθαρμάτων και των εκφύλων;

Πηγή: "Κατάνυξις

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΓΩΝΙΣΘΕΙΤΕ

Απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου. Αθήνα 30-1-1962

«Ακούω φωνή· Εσείς δεν ακούτε; Από την Καισάρεια…ακούεται η βροντερά φωνή του Μεγάλου Βασιλείου· Ακούω την σάλπιγγα του ιερού Χρυσοστόμου. Ακούω την απαστράπτουσα φωνή του Γρηγορίου· Εσείς δεν ακούτε; Σάλπιγγες είναι. Τι μας λένε; «Αγωνισθείτε για την Εκκλησία του Χριστού μας. Αγωνιστείτε για να καθαριστεί η Εκκλησία από τα ανάξια στελέχη της, για να έρθει η Εκκλησία στο ύψος των Πατέρων… Γιατί τα λέω αυτά;…
Δυστυχώς υπάρχει μία εσφαλμένη γραμμη των πνευματικών πατέρων και εξομολόγων. Τί λέγουν; «Εμείς την ψυχούλα μας να κοιτάξουμε. Τί κάνει ο διάκος στην εκκλησία, τι κάνει ο παπάς, τι κάνει ο δεσπότης; (κάνει με το χέρι σιωπή)
ΤΗΝ ΨΥΧΟΥΛΑ ΜΑΣ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΟΥΜΕ;
Το θεωρώ σατανικό το ρήμα τούτο.
Την ψυχούλα μας να κοιτάξουμε και να αφήσουμε την Εκκλησία τουυ Χριστού στα χέρια των καθαρμάτων και των Γεροντίων και των εκφύλων; Ετσι λέτε; Πολύ καλά.
*Είναι σαν να λένε· Να καίγεται το σπίτι και την ψυχούλα σου κοιτάξε· να μην σβήσεις την φωτιά.
*Να μπούν στο κατάστημά σου κλέφται και διαρρήκται και να σου λέει· Μη κουνηθείς, να μη ειδοποιήσεις την αστυνομία, την ψυχούλα σου να κοιτάζεις.
*Σαν να λένε· Να έχεις μαντρί με πρόβατα και να μην ενδιαφέρεσαι να διώξεις τους λύκους.
*Σαν να λένε· Να έχεις ωραίο αμπέλι με σταφύλια και ν’αφήσεις τ” αγριογούρουνα να πάνε με τις μουτσούνες τους να το καταστρέψουν. Υπάρχει γεωργός που αδιαφορεί για το γεώργιό του; Υπάρχει αμπελουργός, που αδιαφορεί για την άμπελόν του; Υπάρχει ποιμήν που αδιαφορεί για τα πρόβατά του; Υπάρχει αξιωματικός, που αδιαφορεί για το στράτευμά του; Δεν μπορεί αδελφοί μου να γίνει αυτό.
Εάν είσαι χριστιανός και πονείς την Εκκλησία του Χριστού· πρέπει κοντά στον άλλο αγώνα που κάνεις για τον εαυτό σου, ν” αγωνιστείς για την Εκκλησία του Χριστού. Η ανοχή αυτή που δεικνύουμε για την Εκκλησία του Χριστού είναι ενοχή και έγκλημα, είναι αμαρτία…. Την ψυχούλα μας να κοιτάξουμε και να αφήσουμε την Εκκλησία να περιέλθει στα καθάρματα και τα αποφώλια τέρατα και στους Γεροντίους και στην συνοματαξία αυτών; Την ψυχούλα μας να κοιτάξουμε. Το βιολί αυτό των πνευματικών πατέρων που ευνούχισαν τον ευσεβήν Ελληνικόν λαόν.…..(τη συνέχεια ακούστέ την στο YouTube "ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ" ΜΗΤΡΟΠ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ)

β) «…Τιμώμεν τον επίσκοπο, τιμώμεν τον καλόν επίσκοπο, τιμώμεν τον καλόν Ποιμένα τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος είναι ο Αρχιποίμην του λογικού Ποιμνίου· τιμώμεν, λέγω, τον Εσταυρωμένο Λυτρωτή, ο οποίος είναι το πρότυπο παντώς καλού ποιμένος. Τιμώμεν τους επισκόπους, -τους αληθινούς επισκόπους-, υποκλινόμεθα, γονατίζουμε και φιλούμε τα κράσπεδά τους, δεν είμεθα άξιοι να φιλήσουμε ούτε τον ιμάντα των υποδημάτων τους… Αλλά ενώ αγαπητοί μου, υποκλινόμεθα ενώπιον παλαιών και νέων ιερών μορφών της σεπτής ιεραρχίας μας, δεν υποκλινόμεθα, δεν υποχρεούμεθα ούτε από το Ευαγγέλιο ούτε από τους Ιερούς Κανόνας, ούτε από την Ιστορία της Εκκλησίας να υποκλινόμεθα ενώπιον κακών επισκόπων· ενώπιον επισκόπων οι οποίοι αποτελούν την ανατροπήν του Ευαγγελικού κηρύγματος. Δεν υποκλινόμεθα ενώπιον σκανδαλοποιών ιεραρχών. Δεν υποκλινόμεθα ενώπιον ιεραρχών οι οποίοι εισήλθαν ανωμάλως εις την Εκκλησία του Χριστού μας. Η αγία μας Ορθοδοξία γνωρίζει μίαν μόνον θύραν, και πας ο εισερχόμενος δια αυτής είναι ποιμήν των προβάτων κανονικός….»

Από πού προήλθε η άρνηση του Αποστόλου Πέτρου;

 (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)

ΜΕΛΕΤΗ ΚΗ΄

Στην αρνησι του Αποστόλου Πέτρου, που προήλθε
Α΄. Από την υπερηφάνεια.
Β΄. Από την αδιαφορία.
Γ΄. Από την έλλειψι τής προσευχής.

Α΄.
Σκέψου, αδελφέ, από πού προήλθε εκείνη η φοβερή πτώσις της αρνήσεως του αποστόλου Πέτρου, που ενώ προηγούμενος ήταν τόσο θερμός μαθητής του Ιησού Χριστού και κατόπιν έγινε επίορκος και αρνητής του διδασκάλου του, για να στηριχθής περισσότερο στο καλό μέσα από την πτώσι εκείνου. Η πρώτη αιτία της αρνήσεως του Πέτρου ήταν η υπερηφάνεια [Ο θείος Χρυσόστομος αναφέρει ότι τρία ήταν τα αίτια της αρνήσεως του Πέτρου· η αντιλογία στα λόγια του Κυρίου, η προτίμησις του εαυτού του από τους άλλους μαθητές και η εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στην δύναμί του. «Δυο ήταν τα εγκλήματα· και το ότι αντιμίλησε και το ότι προτίμησε τον εαυτό του από τους άλλους μαθητές· μάλλον και τρίτο· το ότι εξαρτούσε το παν από τον εαυτό του, δηλαδή είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του» (Σειρά εις το κατά Ματθαίον)], μέσα από την οποία έχοντας ιδιαίτερη εκτίμησι στον εαυτό του και στην προηγούμενή του θερμότητα, έφθασε στο σημείο να καταφρονή όλους τους αποστόλους και να προτιμά τον εαυτό του περισσότερο από τους άλλους λέγοντας ότι αν επρόκειτο όλοι οι άλλοι να αρνηθούν τον Χριστό, αυτός όμως ποτέ δεν επρόκειτο να τον αρνηθή· «Εάν όλοι κλονισθούν στην εμπιστοσύνη τους σ’ εσένα, εγώ ποτέ δεν θα κλονισθώ» (Ματθ. 26, 33), και κατόπιν έφθασε σε τόση παραφροσύνη, ώστε ούτε τα λόγια του διδασκάλου του υπολόγισε που του προέλεγε την πτώσι του, αλλ’ αντιστεκόταν και νόμιζε, ότι είναι λόγια άχρηστα και που λέγονται στον αέρα· «Αλλ’ ο Πέτρος ακόμη περισσότερο έλεγε· Και αν χρειασθή να πεθάνω μαζί σου, δεν θα σε απαρνηθώ» (Μάρκ. 14, 31). Αυτή η ίδια η υπερηφάνεια τον έκανε να αυθαδιάση και να κινδυνεύση, όχι μόνον όταν μπήκε στην αυλή του αρχιερέα ανάμεσα σε τόσο πλήθος στρατιωτών, αλλά και όταν κάθισε αναπαυτικά μαζί με αυτούς στην φωτιά και ζεσταινόταν· και τόσο πολύ τον έκανε να υπερβή το θάρρος του, ώστε να έχη την γνώμη, ότι ο διάβολος πρέπει να φοβάται αυτόν και όχι αυτός τον διάβολο. Γι’ αυτό ποιο είναι το αξιοπερίεργο που με τέτοιον τρόπο αρνήθηκε τον Χριστό και έπεσε; Γιατί πώς μπορούσε να παραμείνη όρθιος, την στιγμή που τον έσπρωξε μία τόση μεγάλη υπερηφάνεια; «Πριν από την συντριβή προηγείται η υπερηφάνεια και πριν από την πτώσι η καταφρόνησις» (Παροιμ. 16, 18). Ναι, ακολουθούσε τον Ιησού και ο αγαπημένος του μαθητής και μπήκε στο παλάτι του Καϊάφα,

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ - Κοντάκιο - Στιχηρά Αἴνων


«Ὑπέρ τήν πόρνην, ἀγαθέ, ἀνομήσας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοι προσῆξα· ἀλλά σιγῇ δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθῳ ἀσπαζόμενος τούς ἀρχάντους σου πόδας, ὅπως μοι τήν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης, παράσχῃς τῶν ὀφλημάτων κράζοντι, Σωτήρ· Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με».


 Ἀγαθέ Κύριε, ἄν καί ἁμάρτησα πιό πολύ ἀπό τήν πόρνη ὅμως δέ σοῦ πρόσφερα (ὅπως ἐκείνη) βροχή δακρύων μετανοίας ἀλλά πέφτω στά πόδια σου, σιωπηλά δεόμενος καί ἀσπαζόμενος τά ὁλοκάθαρα πόδια σου, νά μοῦ χορηγήσεις συγχώρηση τῶν πταισμάτων μου, κράζοντας Σωτήρα μου: Λύτρωσέ με ἀπό τόν ἠθικό βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων μου καί σῶσε με.
 Ὁ πιστός στό Κοντάκιο παραβάλλει τόν ἑαυτό του πρός τήν πόρνη γυναίκα, πού ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Ἡ γυναίκα πληγωμένη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, στρέφεται μετανιωμένη στόν Κύριο καί ἐκφράζει τή μεγάλη ἀγάπη, πού ἄρχισε νά φεγγίζει στή σκοτισμένη της ψυχή, μέ τρόπο ἄκρως συγκινητικό· μύρισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, ἐκδήλωση τῆς μεγάλης τρυφερότητας πού ἔτρεφε στό Σωτήρα της, κλαίοντας συγχρόνως καί βρέχοντας μέ τά δάκρυά της τά ἄχραντα πόδια του. Ἐνῶ αὐτός (ὁ πιστός) ἄν καί πολύ ἁμαρτωλότερος, οὔτε ἕνα δάκρυ δέν ἔχυσε, ἐκφραστικό τῆς μετάνοιας τῆς καρδιᾶς του. Εἶναι λιγοστός μπροστά στό πλάσμα ἐκεῖνο, πού τράπηκε ξαφνικά στήν ἀγάπηση Ἐκείνου!
 Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά σωπαίνει καί νά προσεύχεται. Στή σιγή τῆς ψυχῆς του νά νιώθει τόν ἄπειρο Θεό του. Τί χρειάζονται τάχα τά λόγια στό ἀχανές μυστήριο τῆς θείας ἀπειρίας, πού ὅλα τά περιλαμβάνει καί ὅλα τά γνωρίζει; Ὡς ἄνθρωπος ὅμως δέν μπορεῖ παρά νά ἐκφράζεται. Δέν ἔχει ἄλλη δυνατότητα. Στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ μόνο δέ θά ὑπάρξει ἀνάγκη προσευχῆς. Οἱ Ἄγγελοι καί οἱ μάκαρες δέν προσεύχονται στό Θεό. Τόν ζοῦν καί τόν δοξάζουν. Ἡ προσευχή εἶναι ἀναφορά, πού προϋποθέτει ἀπόσταση. Εἶναι σχῆμα τοῦ κόσμου καί τῆς γῆς. Ὁ οὐρανός εἶναι βίωση, ἕνωση, ἀνάχυση πνευματική, ἄυλη ἀμεσότητα. Ἐκεῖ δέν προσευχόμαστε, ἀγαπᾶμε.
 Ὁ πιστός, λοιπόν, πέφτει νοερά στά ἄχραντα πόδια τοῦ Κυρίου καί τά ἀσπάζεται μέ πόθο, ζητῶντας ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του καί κράζοντας: Ἀπό τό βόρβορο τῶν ἔργων μου λύτρωσέ με, Κύριε.
 Ὁ Οἶκος.
«Ἡ πρῴην ἄσωτος γυνή ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τά ἔργα τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας καί ἡδονάς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τήν αἰσχύνην τήν πολλήν καί κρίσιν τῆς κολάσεως, ἥν ὑποστῶσι πόρνοι καί ἄσωτοι· ὧν περ πρῶτος πέλω καί πτοοῦμαι, ἀλλ᾽ ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων· ἡ πόρνη δέ γυνή, καί πτοηθεῖσα καί σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρός τόν λυτρωτήν· Φιλάνθρωπε καί οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με».
 Ἡ γυναίκα, πού ἦταν προηγουμένως ἄσωτη, ξαφνικά φάνηκε συνετή, μισήσασα τά αἰσχρά ἔργα τῆς ἁμαρτίας καί τίς αἰσχρές ἡδονές τοῦ σώματος, ἐνθυμουμένη τήν πολλή αἰσχύνη καί τήν καταδίκη τῆς κολάσεως, τήν ὁποία θά ὑποστοῦν οἱ πόρνοι καί οἱ ἄσωτοι μεταξύ τῶν ὁποίων πρῶτος εἶμαι ἐγώ, ἀλλ᾽ ἐπιμένω στή φαύλη μου συνήθεια ὁ ἀνοήτος, ἐνῶ ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα καί φοβήθηκε καί ἦλθε γρήγορα, φωνάζουσα πρός τό Λυτρωτή: Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων μου, σῶσε με.
 Μιά ἐκ βαθέων ἐξομολόγηση τῆς πιστεύουσας ἁμαρτωλῆς καρδιᾶς. Μέ κατάνυξη καί ἀμηχανία φέρει νοερά μπροστά της τήν ἁμαρτωλή γυναίκα. Τή βλέπει ξαφνικά ν᾽ ἀλλάζει ὑπόσταση. Νά μισεῖ καί ν᾽ ἀποστρέφεται τά αἰσχρά ἔργα τῆς ἁμαρτίας, τά ὁποῖα σφράγιζαν τή ζωή της, μέχρι τή μεγάλη συνάντηση. Νά μισεῖ τίς ἐπαίσχυντες ἡδονές τοῦ σώματος, ἀπό τίς ὁποῖες ἔτρωγε τό μικρό ψωμί τῆς ζωῆς της, δουλεύοντας νύχτα-μέρα στήν πορνεία. Καί νά θυμᾶται τήν ντροπή τήν πολλή τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, πού ντρόπιαζε τό κορμί της, κάνοντας το σέ πρώτη ζήτηση σκεῦος ἡδονῆς. Καί συγχρόνως νά θυμᾶται μέ τρόμο τήν αἰώνια καταδίκη τῆς κολάσεως, τήν ὁποία θά ὑποστοῦν, ἄν δέ μετανοήσουν, οἱ πόρνοι καί οἱ ἄσωτοι, μεταξύ τῶν ὁποίων πρῶτος εἶναι αὐτός (ὁ ἐξομολογούμενος ἁμαρτωλός), ὁ ὁποῖος φοβᾶται τό ἴδιο τήν κόλαση, τρέμει τήν καταδίκη καί τήν ἀπόρριψη καί τά δεινά κολαστήρια, κι ὡστόσο δέν μπορεῖ ν᾽ ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή φαύλη συνήθεια τῆς πορνείας.
Δεινό πράγματι ἡ συνήθεια καί δυσκαταγώνιστο. Γίνεται δεύτερη φύση στόν ἄνθρωπο. Συνήθως πεθαίνει μαζί του καί παύει μονάχα στά ψυχρά τοιχώματα τοῦ τάφου! Ἐκφράζει ὅμως καί κάποια ζήλεια πρός τήν ἁμαρτωλή γυναίκα. Ναί, αὐτό συμβαίνει μαζί μου, ταλαιπωροῦμαι καί κολάζομαι, κυλιέμαι στήν ἁμαρτωλή συνήθεια, ἐνῶ ἐκείνη καί φοβήθηκε, ἀλλά βρῆκε λύση τῆς δυστυχίας της τρέχοντας στόν Κύριο καί Λυτρωτή της. Μ᾽ ἐμένα θά συμβεῖ τό ἴδιο, ἤ μήπως πεθαίνοντας θά χαθῶ στήν ἄβυσσο τῆς ἀθλιότητάς μου;
 Στίχοι.
«Γυνή βαλοῦσα σώματι Χριστοῦ μύρον· τήν Νικοδήμου προὔλαβε σμυρναλόην». Ἀλλ᾽ ὁ τῷ νοητῷ μύρῳ χρισθείς, Χριστέ ὁ Θεός, τῶν ἐπιῤῥύτων παθῶν ἐλευθέρωσον καί ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος ἅγιος καί φιλάνθρωπος. Ἀμήν».
 Ἡ γυναίκα, πού ἄλειψε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο, πρόλαβε τό Νικόδημο, ὁ ὁποῖος ἄλειψε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ (κατά τόν ἐνταφιασμό του) μέ μίγμα σμύρνας καί ἀλόης. Ἀλλά σύ, Χριστέ ὁ Θεός μας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνθρώπινη φύση χρίστηκε μέ τό νοητό μύρο (τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), λύτρωσέ μας ἀπό τά πολλά πάθη πού μᾶς κατακλύζουν, ὡς μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος. Ἀμήν.
Στιχηρά ἰδιόμελα τῶν Αἴνων.
Στίχ. «Αἰνεῖτε αὐτόν ἐπί ταῖς δυναστείας αὐτοῦ· αἰνεῖτε αὐτόν κατά τό πλῆθος τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ».
Αἰνεῖτε αὐτόν γιά τά θαυμαστά ἔργα τῆς ἐξουσίας του· αἰνεῖτε αὐτόν σύμφωνα μέ τό ἄπειρο μεγαλεῖο του.
 «Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος; ἐάν γάρ τολμήσω συνεισελθεῖν εἰς τόν νυμφῶνα, ὁ χιτών μέ ἐλέγχει, ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ γάμου, καί δέσμιος ἐκβαλοῦμαι ὑπό τῶν Ἀγγέλων· καθάρισον, Κύριε, τόν ῥύπον τῆς ψυχῆς μου καί σῶσόν με ὡς φιλάνθρωπος».
 Μέσα στίς λαμπρότητες τῶν ἁγίων σου, Κύριε, πῶς θά εἰσέλθω ἐγώ ὁ ἀνάξιος; Γιατί, ἄν τολμήσω νά εἰσέλθω μαζί τους στό νυμφώνα, τό ἔνδυμά μου μέ ἐλέγχει ὅτι εἶναι ἀκατάλληλο καί ἀνάξιο τῆς καθαρότητας τοῦ γάμου, καί οἱ Ἄγγελοι (οἱ ταξιθέτες τοῦ νυμφώνα), ἀφοῦ μέ δέσουν, θά μέ πετάξουν ἔξω. Κύριε, καθάρισε τίς κηλίδες τῆς ψυχῆς μου καί σῶσε με ὡς φιλάνθρωπος.
 Ἡ περιπάθεια καί ἡ συγκίνηση τῆς ψυχῆς πρό τῆς λαμπρότητας τοῦ ἐπουράνιου νυμφώνα, συνεχίζεται. Σάν ἕνας πελώριος μαγνήτης ἡ ἑόρτια πανηγυρική χαρά τοῦ νυμφώνα τήν τραβᾶ ἀκατανίκητα πρός αὐτόν. Δέ θέλει νά ξεκολλήσει τό νοῦ της ἀπό τίς ἐράσμιες ἐκεῖνες χάρες καί χαρές. Ἀπό τήν ἄυλη μακαριότητα τῶν ἐκλεκτῶν στό σύλλογο τῶν σεσωσμένων. Διαισθάνεται πράγματα ἀνείπωτα καί ἀκαθόριστα. Φαντάζεται μυστικές γλυκύτητες καί ἐκστασιασμούς, γιορτινά ἐπιθαλάμια ἄσματα, τό τραγούδι τῶν Ἀγγέλων καί τό πανηγύρι τῶν δικαίων!
 Ὁ πιστός καρφώνει ξαφνικά τό βλέμμα του στό βάθος τῆς ψυχῆς του καί ὠχριᾶ. Αὐτά τά πράγματα δέν εἶναι γιά μένα. Ἐγώ εἶμαι βρόμικος καί ἀκάθαρτος, μιά σκέτη παραφωνία στήν ἔκπαγλη ἁρμονία τοῦ οὐρανοῦ. Τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου εἶναι λερωμένο καί σχισμένο. Μόνο μέ ἀνεύθυνη θρασύτητα μπορῶ νά δρασκελίσω τό κατώφλι τοῦ νυμφώνα καί νά βρεθῶ μαζί μέ τούς ἐκλεκτούς καί ἁγίους.
Καί τί θά συμβεῖ, ἄν προβῶ στό ἀπονενοημένο τόλμημα; Θά γίνω στόχος ἐπικρίσεως καί περίγελος τῶν συνδαιτυμόνων. Οἱ Ἄγγελοι, οἱ ὑπηρέτες τοῦ συμποσίου τῆς θείας βασιλείας, τά καθαρά καί ἀστραφτερά πνεύματα τοῦ Θεοῦ, θά μέ πλησιάσουν: Φίλε, πῶς μπῆκες ἀπρόσκλητος, χωρίς νά ἔχεις κατάλληλο ἔνδυμα παραστάσεως; Πῶς τόλμησες νά καθίσεις μέ τούς καθαρούς, ἐσύ ὁ αἰσχρός καί ἀκάθαρτος; Καί ἀφοῦ τόν δέσουν, ὅπως δένουν τούς ἐγκληματίες οἱ ἄνθρωποι, θά τόν πετάξουν ἔξω, στό σκοτάδι τό πυκνό τοῦ πόνου καί τῆς δυστυχίας!
 Νά μήν ὑπάρχει ἄραγε θεραπεία σ᾽ ἕνα τέτοιο τραγικό ἐνδεχόμενο; Ὑπάρχει βέβαια, ἀλλά μόνο ἀπό τή μεριά τοῦ πανάγαθου Θεοῦ. Μονάχα αὐτός μπορεῖ νά καθαρίσει τό ρυπωμένο χιτώνα τοῦ ἁμαρτωλοῦ μέ τήν καθαρτική χάρη του. Νά σώσει τήν ψυχή του ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά τόν ἐνσωματώσει στό σῶμα τῶν ἐκλεκτῶν καί ἁγίων του. Φτάνει νά μετανοήσει ὁ ἄνθρωπος γιά τά ἁμαρτωλά καί ἐπαίσχυντα ἔργα του. Ὁ Θεός προσφέρει τά πάντα, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τοῦ ζητήσει, μέ συντετριμμένη καρδιά, τό ἔλεος καί τή φιλανθρωπία του.
Πηγή:  http://www.imaik.gr

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Ομιλία στην Γυναίκα την αλείψασα τον Κύριο Μύρω

(Μ. ΤΡΙΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ)


ΑΓΙΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΚΟΝΙΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ

ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ, ΤΗΝ ΑΛΕΙΨΑΣΑΝ

ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΜΥΡΩ ΚΑΙ ΕΙΣ ΦΑΡΙΣΑΙΟΝ

Α’ Πολύ ωφέλησε την ψυχή μας ο Χριστός, σαν παρακάθησε στο τραπέζι του Ζακχαίου. Γιατί όπου ο Χριστός φιλοξενείται, και κάμνει συντροφιά με τους ανθρώπους, και το πιοτό και το τραπέζι μας καταδέχεται, εκεί κατοικεί η ευφροσύνη. Γιατί ποιος τελώνης ή πόρνη ή απ’ εκείνους που έπραξαν όσα δε λέγονται κακά, βλέποντας τον Ποιητήν του ουρανού και της γης να εισέρχεται στο σπίτι του Τελώνη, ή εκείνον που μας δίδει τα στάχυα, να λαβαίνει με τα χέρια του ανθρώπινο ψωμί, ή των τσαμπιών τον χορηγό να πίνει απ’ το κρασί και να ευλογεί τα πατητήρια, και στο μυαλό του δε θάβαζε την πράξη τούτη για μεγάλη γιορτή και λαμπρό πανηγύρι; Αληθινά γιορτή. Ευφροσύνη αγγελικής φιλοξενίας, να βλέπεις το Δεσπότη με τους δούλους· το Θεό με τους ανθρώπους· τον Κριτήν τέλος να βλέπεις μ’ εκείνους που θα κρίνει, να κάθεται το ίδιο τραπέζι. Μα για τούτον το λόγο ήρθε στη γη, χωρίς να εγκαταλείψει τον ουρανό ορφανό από τη θεϊκή δόξα· γιατί και τέλειος γενόμενος άνθρωπος, δεν έπαυσε να είναι Θεός.
Και ήρθε επί της γης και πέρασε θάλασσες για να βγάλει τους χειμαζομένους στο πέλαγος των βιοτικών φροντίδων από το βυθό της αμαρτίας, και σε πόλεις και κώμες περιόδευσε και περπάτησε στα στενά τα μονοπάτια και στ’ απόκρημνα πατήματα, και σε γκρεμνούς στάθηκε κι αναζήτησε τους πλανεμένους για να τους επαναφέρει στην ποίμνη των, σαν ακυβέρνητα πρόβατα. Γιατί Αυτός είναι εκείνος που αναζητεί το «απολωλός πρόβατον», εκείνος που εγκαταλείπει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και πάσχει για το ένα. Κι επειδή ζητούσε το ένα, δε σημαίνει πως καταφρονούσε τα επίλοιπα, μα κι ούτε πάλιν θυσίαζε για τα πολλά το ένα· γιατί άφηνε τα ενενήντα εννέα στη μάντρα ασφαλισμένα και σίγουρα, και τότε έτρεχε για το ένα να το σώσει απ’ την πλεκτάνη του διαβόλου. Πρόβατο χωρίς ποιμένα είναι έτοιμο δείπνο στα θηρία, και ψυχή ασφράγιστη από αρετή και χωρίς ταπείνωση και φόβον Θεού είναι στα χέρια του διαβόλου. Όθεν και τον Ζακχαίον άρπαξε σαν πρόβατο από το στόμα του λύκου και στη λογικήν αυλήν των προβάτων επανέφερε και με θεία χαρίσματα και αρετήν τον εκόσμησε. Και όπως ο ποιμήν που επιθυμεί να ξαναβρή το πλανεμένο αρνί, αφήνει φρόνιμο και πιστό του ζώο ελεύθερο να βόσκει, μη τυχόν το απαντήσει και συντροφιαστά επιστρέψουνε στη μάντρα, έτσι και ο Λόγος του Θεού τη σάρκα που δανείστηκε από την Παρθένον, σαν πρόβατο σε βοσκοτόπι, άφησε στο τραπέζι του Ζακχαίου, όπως, ένεκεν της φιλοξενίας και της συντροφιάς, τον τραβήξει προς την ποίμνην.
Β’ Αλλά τούτο δεν το καταλάβαιναν οι Φαρισαίοι και σχολίαζαν με τις απαίσιές τους γλώσσες και διέβαλλαν το Χριστό  που τον έβλεπαν να τρώγει με τους τελώνες. Μα σαν τα ασκιά τα παληά ανοίξανε γιατί δεν μπορούσαν να δεχτούν τον καινούριο δυνατό λόγο της διδασκαλίας. Εμείς όμως, αδελφοί, ας

Επαναλάβετε το ιστορικό λάθος του παρελθόντος, της καταφυγής στη σκέπη του Ρωμαίου Ποντίφικα!"

Τι έλεγε ο καθηγητής Κορναράκης, τότε!


ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ:

Προς τον Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ. Βαρθολομαίον

του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομ. Καθηγητού Παν. Αθηνών

          Παναγιώτατε,                                                                                                                                 
Ως φύλακας και φρουρός της Ορθοδόξου επάλξεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είναι αληθές ότι έχετε δώσει στο παρελθόν, σε πολλές περιπτώσεις, αποδείξεις υπομονής και καρτερίας, παραμένοντας σ΄ ένα εχθρικό περιβάλλον, εκτεθειμένο συνεχώς στις απειλητικές προκλήσεις και καταστροφικές συμπεριφορές παντός είδους «γκρίζων λύκων»!                                           
Εξάλλου, όσες δοκιμασίες, ταλαιπωρίες, κινδύνους και ταπεινώσεις, επέπρωτο να υποστήτε, παραμένοντας εδραίος και αμετακίνητος στην κορυφαία αυτή έπαλξη της Ορθοδοξίας, σας απέδειξαν ισχυρό άνδρα, ικανό πυλωρό των συμφερόντων και των δικαίων του Πατριαρχείου!                                                                   
Πλην, όμως, σήμερα, εκ των πραγμάτων βεβαιώνεται το γεγονός, ότι οι αντίξοες αυτές και απειλητικές, για την ύπαρξη της επάλξεως αυτής, του Πατριαρχείου, δυσμενείς περιστάσεις, σας εκούρασαν και σας κατεπόνησαν ψυχικώς, σας έθλιψαν και μάλιστα σας απογοήτευσαν στο βαθμό ενός προβληματισμού, υπαρξιακού πλέον αδιεξόδου!                                                                                                     
Φαίνεται ότι, κάποια στιγμή, θα κλονίσθηκε η υπομονή σας και θα κάμφθηκε η αντίστασή σας, κατά των εχθρικών διαθέσεων και πράξεων του περιβάλλοντος, στο οποίο διαβιώνετε και λόγω της κοπώσεως αυτής θα οδηγηθήκατε στην τελική σας σκέψη, ότι το μέλλον του οικουμενικού σας πατριαρχικού κύρους, προδιαγράφεται σκοτεινό και αβέβαιο!                                                                                      
Αλλά επίσης, φαίνεται εκ των πραγμάτων, ότι μέσα στο κλίμα της ψυχικής αυτής κοπώσεως, πεισθήκατε ότι δεν υπάρχει πλέον ελπίδα βοηθείας, από τον ορθόδοξο χώρο, εκκλησιαστικό και πολιτικό, για μια δυναμική στήριξή σας, για την έξοδό σας από το αδιέξοδο, το οποίο αντιμετωπίζατε και τότε αποφασίσατε, εν ψυχρώ, να προχωρήσετε στην τραγική επιλογή σας, της εξόδου δηλαδή από το αδιέξοδό σας, με την είσοδό σας στην αίρεση!                                                                    
Επιλέξατε να επαναλάβετε το ιστορικό λάθος του παρελθόντος, της καταφυγής στη σκέπη και προστασία του Ρωμαίου Ποντίφικα! Και το έγκλημα έγινε! Καταφύγατε στη σαρκωμένη αίρεση! Ζητήσατε τη βοήθεια του Πάπα! «Πέσατε στην αγκαλιά του Πάπα»! Συλλειτουργήσατε, συμπροσευχηθήκατε, ανταλλάξατε λειτουργικό ασπασμό αγάπης και υποσχεθήκατε αμοιβαία δέσμευση, για «πλήρη και τελική ένωση»! Ενεργήσατε ως κάτοχος κύρους Οικουμενικής Συνόδου, ως μονοκράτωρ Πάπας του ορθοδόξου χώρου! Η τραγική αυτή επιλογή σας, να προσφύγετε στην προστασία του Ρωμαίου Ποντίφικα έχει εντούτοις το νοηματικό βάρος, αλλά και τις συνέπειες του αμαρτητικού παραπτώματος της αδαμικής παραβάσεως. Επαναλάβατε, με την τραγική σας επιλογή, το αξιολογικό έγκλημα της αρχεγόνου αυτής πράξεως. Μεταξύ του θελήματος του Θεού και του δικού σας, του καταπτοημένου από το αδιέξοδό σας, θελήματος, προτιμήσατε την αθέτηση του πρώτου! Μεταξύ της αμωμήτου Ορθοδοξίας, της κιβωτού της αποκεκαλυμμένης αληθείας και της παπικής αιρετικής κακοδοξίας, προτιμήσατε την τελευταία! Επιλέξατε την εμπλοκή σας στην αίρεση, ως σωτήρια λύση της στηρίξεως του εγκοσμίου οικουμενικού σας κύρους! Σας εγοήτευσε η υποβολή του όφεως! Στρέψατε την πλάτη σας στην αγιοπνευματική πατερική παράδοση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού και αδιαφορήσατε για τις ανυπολόγιστες ευθύνες σας, τις οποίες έχουν ήδη καταγράψει οι αθετηθέντες, από την επιλογή σας, Ιεροί Κανόνες, στη χρεωστική, εις βάρος σας, μερίδα του βιβλίου του ουρανού! Λησμονήσατε, Παναγιώτατε, ότι, το πρώτιστο έργο πυλωρού, το οποίο είχατε υποχρέωση να επιτελέσετε, στην κορυφαία έπαλξη της Ορθοδοξίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ήταν πάντοτε, όχι η περιφρούρηση του οικουμενικού σας τίτλου, αλλά η αλήθεια της, μιάς και μόνο, Εκκλησίας του Χριστού, της Ορθοδοξίας των Πατέρων!                                              
Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο όχι, για να θεσπίσει κοσμικά ή εκκλησιαστικά αξιώματα αλλά, «ίνα μαρτυρήση τη αληθεία»! Η ομολογία του, την ύστατη στιγμή του Πάθους του, ενώπιον του Πιλάτου· «Εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία» (Ιω. 18, 37)! Ήταν ομολογία θυσίας υπέρ της αληθείας και όχι στήριξη της βασιλικής του εξουσίας!                                 
Εσείς, με την επιλογή σας, να επιδιώξετε στήριξη του οικουμενικού σας τίτλου, με την είσοδό σας στην αίρεση, ταυτισθήκατε με το αίτημα των δύο, εκ των συνοδοιπορούντων με τον Κύριο προς τα Ιεροσόλυμα μαθητών του, οι οποίοι αξίωσαν τίτλους πρωτοκαθεδρίας και αξιώματος, παρανοήσαντες το σκοπό αυτής της πορείας!                                                                                                                       
Ο αντίλογος του Κυρίου, στο αίτημα των μαθητών του, ήταν, όπως γνωρίζετε, αντιπρόταση θυσίας! «…δύνασθε πιείν το ποτήριον ο εγώ πίνω, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήναι; …το μεν ποτήριον ο εγώ πίνω πίεσθε, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε» (Μάρκ. 10, 38)!                                                 
Η Ορθοδοξία ήταν και είναι πάντοτε, Παναγιώτατε, οδός μαρτυρίου! Αυτή την οδό έπρεπε να βαδίσετε! Εδραίος και αμετακίνητος στην οδό του μαρτυρίου της αλήθειας της Ορθοδοξίας και όχι στην έπαλξη της περιφρουρήσεως του οικουμενικού σας τίτλου! Ανταλλάξατε την αλήθεια του μαρτυρίου της Ορθοδοξίας με τον στηρικτικό του αξιώματός σας παπικό ασπασμό! Προτιμήσατε την πανηγυρική σας είσοδο στην αίρεση και δεν ισχύσατε να ακούσετε «της φωνής» Κυρίου! «Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει της φωνής μου»! Σας διέφυγε, δυστυχώς, από το πνεύμα σας, η αλήθεια της Ορθοδοξίας! Κερδήσατε την κακοδοξία της αιρέσεως! Κρίμα!