Πόσοι, ἀπ’ ὅσους ἑορτάζουν τὴν Περιτομὴ τοῦ Κυρίου,
τὴν ἑορτὴ τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τὴν κοσμικὴ ἔλευση τοῦ Νέου Χρόνου, ἔχουμε
συνειδητοποιήσει ὅτι οἱ ἑορτασμοί μας αὐτοί, ποὺ τοὺς θέλουμε ὀρθόδοξους, ἐπιτελοῦνται, εἶναι συνδεδεμένοι
καὶ κυριολεκτικὰ «βουτηγμένοι» στὴν ἰογενὴ ἀτμόσφαιρα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;
Πόσο, ἀλήθεια, εὐχάριστο καὶ ὑγιεινὸ εἶναι νὰ βρίσκεται κανεὶς μέσα σὲ μιὰ ἀποπνιχτικὴ ἀπὸ καπνὸ ἀτμόσφαιρα; Ὅσοι ἔχουν βρεθεῖ σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση τὸ γνωρίζουν καλά.
Πόσο, ἀλήθεια, εὐχάριστο καὶ ὑγιεινὸ εἶναι νὰ βρίσκεται κανεὶς μέσα σὲ μιὰ ἀποπνιχτικὴ ἀπὸ καπνὸ ἀτμόσφαιρα; Ὅσοι ἔχουν βρεθεῖ σὲ μιὰ τέτοια κατάσταση τὸ γνωρίζουν καλά.
Ἂν δὲν ἀντέχεται ἡ μολυσμένη γήινη ἀτμόσφαιρα, πόσο
ἀντέχεται ἡ ἀποπνιχτικὴ ἀτμόσφαιρα, ποὺ τουλάχιστον οἱ ἀψευδεῖς εἰκόνες τῶν θρησκευτικῶν
ἱστολογίων, μᾶς τὴν παρουσιάζουν κατάμαυρη ἀπὸ τὸν μολυσματικὸ καπνὸ τῆς
Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Πρόκειται γιὰ ἕνα «πνευματικὸ» καπνό, ὡσὰν
ἐκεῖνο ποὺ προφητεύεται στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, ὅταν «ὁ πέμπτος ἄγγελος ἐσάλπισε... καὶ ἤνοιξε τὸ φρέαρ τῆς
ἀβύσσου, καὶ ἀνέβη καπνὸς... ὡς καπνὸς καμίνου καιομένης»
(9, 1-2).
Κι ὅμως, στοὺς ἔσχατους αὐτοὺς καιροὺς οἱ ποιμένες, μᾶς ἔμαθαν νὰ ζοῦμε μέσα στὸν
καπνό, χωρὶς μάλιστα νὰ διαμαρτυρόμαστε, ἀντίθετα νὰ ὑπερασπιζόμαστε τὴ
...νομιμότητα συνυπάρξεως καὶ συγκοινωνίας μὲ τοὺς Παναιρετικούς μολυσματικοὺς καπνογόνους
Οἰκουμενιστές!
Πρὶν προσφύγουμε στὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Βασιλείου,
ἂς δοῦμε δυὸ τρεῖς θέσεις Ἁγίων Πατέρων περὶ αὐτοῦ τοῦ μολυσμοῦ.
Ὁ ἅγιος Κύριλλος διὰ πολλῶν
διδάσκει ὅτι εἶναι πνευματικὸς νόμος, πὼς οἱ ψυχικὰ ἀκάθαρτοι μολύνουν ὅσους
τοὺς ἐγγίζουν: «Συγκαταμιαίνονται δὲ αὐτοῖς καὶ οἱ θιγγάνοντες, ἤτοι κολλώμενοι,
κατὰ σχέσιν δὲ δηλονότι τῆς ταυτοβουλίας, ἤγουν ταυτοεργίας· “Φθείρουσι γὰρ ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί”·
καί, ἀληθές, ὅτι “Μετὰ ὁσίου ὁσιωθήσῃ, καὶ μετὰ ἀνδρὸς ἀθώου ἀθῶος ἔσῃ, καὶ
μετὰ ἐκλεκτοῦ ἐκλεκτὸς ἔσῃ, καὶ μετὰ στρεβλοῦ διαστρέψεις”...» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας,
Περὶ τῆς ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καὶ λατρείας).
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς
διδάσκει ὅτι μολύνεται
κανεὶς ἐπικοινωνώντας μὲ κακοὺς καὶ αἱρετικούς,
ὅπως μολύνεται καὶ ἀρρωσταίνει ὅταν ἀναπνέει ἀέρα ποὺ ἀναπέμπεται σὲ χῶρο στὸν
ὁποῖο κατοικοῦν ἄρρωστοι μὲ μεταδοτικὴ ἀσθένεια: «Βλαβεραὶ αἱ πρὸς τοὺς
κακοὺς συνουσίαι... Ὡς γὰρ ἐν τοῖς νοσοποιοῖς χωρίοις, ὁ κατὰ μέρος
ἀναπεμπόμενος ἀήρ, λανθάνουσαν νόσον τοῖς ἐνδιαιτωμένοις ἐναποτίθεται, οὕτως ἡ
πρὸς τοὺς φαύλους συνήθεια μεγάλα κακὰ ταῖς ψυχαῖς ἐναφίησιν, κἂν τὴν παραυτίκα
αἴσθησιν τὸ βλαβερὸν διαφεύγῃ... Φύσιν γὰρ εἶναι τῆς νόσου ταύτης, τὸ ἐξ
ἀλλήλων πάντας ἀναπιμπλάναι τῆς ἀρρωστίας. Τοιοῦτοι δή τινές εἰσι καὶ οἱ
ἐργάται τῆς ἀδικίας. Ἄλλος γὰρ ἄλλῳ τῆς νόσου μεταδιδόντες, συννοσοῦσιν
ἀλλήλοις καὶ συναπόλλυνται. Φεῦγε
τὰς μιμήσεις τῶν κατεγνωσμένων» (Δαμασκηνοῦ Ἰω., Εἰς τὰ ἱερὰ παράλληλα,
Τίτλ. ιζʹ, P.G. 96, 353C).
Ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος, γράφει πὼς πρέπει νὰ
ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ ὁμάδες αἱρετικῶν καὶ φιληδόνων, γιατὶ διαστρέφουν μὲ τοὺς λόγους τους τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ὅποιος νοσεῖ
ὡς πρὸς τὴν πίστη, ἔχει τόσο ἐλαστικὴ συνείδηση, ὥστε παραβλέποντας τὶς Ἐντολὲς
τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ λέγει (ὅπως καὶ οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστές: τί
πειράζει αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο; ἀγάπη χρειάζεται νὰ δείχνουμε), καὶ σὲ τί θὰ μᾶς βλάψει
ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς αἱρετικούς; «Καὶ ὁ μὲν
περὶ πίστεως νοσῶν λέγει· τί γὰρ βλάψει
τὸ συμπεριφέρεσθαι παντὶ ἀνθρώπῳ, εἴτε ὀρθῶς πιστεύοντι, εἴτε κακῶς φρονοῦντι,
τὸ ὑγιὲς τῆς πίστεως περιοδεύοντες;» (Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Περὶ ἀρετῆς κεφάλαια
δέκα, κεφ. ηʹ, Πρόλογος).
[Κι
ἐδῶ ἐντοπίζεται μιὰ ΦΟΒΕΡΗ ἀντινομία-ὑποκρισία τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν Πατέρων: Καταδικάζουν
ὡς μεγάλη ἁμαρτία τὴν ἐπικοινωνία μὲ ἀνήθικους-φιλήδονους —διότι μολύνουν, μεταδίδουν τὴν φιληδονία
τους— ἀλλὰ ἀμνηστεύουν τὴν ἐπικοινωνία μὲ Οἰκουμενιστές, διότι αὐτοί, τάχα,
δὲν μολύνουν, ἐφόσον δὲν ἔχουν ...καταδικαστεῖ ἀκόμα ἀπὸ Σύνοδο!!!].
Συνεχίζουμε μὲ τὸν Εὐγένιο Βούλγαρι, ἀρχιεπίσκοπο
Σλαβωνίου· γράφει: «Ὁ
Ἀπόστολος ἐπαράγγειλεν εἰς τοὺς Κορινθίους μὴ συναμίγνυσθαι τοῖς τοιούτοις,
μηδὲ συνεσθίειν· ἡ συναναστροφὴ καὶ ἡ συνανατροφὴ καθ’
ἑαυτὰ ἀδιάφορα, ἀλλ’ ἐκ τούτων κατὰ μικρὸν ἐνδέχεται νὰ γεννηθῇ ἡ διαστροφὴ καὶ
ἡ καταστροφή» (Βουλγάρεως Εὐγ., Σχεδίασμα περὶ τῆς Ἀνεξιθρησκείας, σ. 47, Ἐκδ. Στάχυ, 2001).
Καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος
γράφει: «οἱ τῶν αἱρετικῶν λόγοι βλάπτουσι
καὶ διαφθείρουσι τὸ περισσότερον μέρος τῆς εὐσεβείας, ὡσὰν ἡ γάγγραινα» ποὺ
«κατατρώγει τὰ ὑγιεινὰ μέρη τοῦ σώματος... Διὰ τοῦτο πρέπουν νὰ ἀποφεύγουν οἱ
Χριστιανοὶ τούτους καὶ πάντας
τοὺς αἱρετικοὺς ὡσὰν λοιμοὺς καὶ πανούκλας, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ μὲ αὐτούς...
ἀπωλεσθοῦν» (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ΄ Ἐπιστολὰς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόμ. 3ος,
Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», σελ. 318-319 καὶ ὑποσ. 38).
Καὶ ἐρχόμαστε τώρα στὸ Μ. Βασίλειο, ποὺ σήμερα τιμοῦμε.
Ἂς ἀκούσουμε ἐν πρώτοις, τί μᾶς διδάσκει γιὰ τὸν μολυσμὸ καὶ τὴ φθορὰ ποὺ ἐπιφέρει
ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὴν αἵρεση.
Γράφει ὀδυρόμενος ὁ ἅγιος Βασίλειος τὰ
παρακάτω, καὶ εἶναι σὰν νὰ περιγράφει τὴν σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὶς ἡμέρες μας,
κατὰ τὶς ὁποῖες διαδίδεται καὶ προωθεῖται ἀπὸ «Ὀρθόδοξους» Ἐπισκόπους ἡ
Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
(Καὶ τὸ φοβερὸ γιὰ μᾶς σήμερα εἶναι, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς
δὲν περιέχει μόνο πλάνες ποὺ ἤδη ἔχουν ἐπισημανθεῖ καὶ εἶναι γνωστὲς στοὺς πιστούς,
ἀλλὰ κρύβει καὶ ἄγνωστες κακοδοξίες
ποὺ ἀνακαλύπτουν οἱ μελετῶντες τὰ συγγράμματα τῶν Οἰκουμενιστῶν (θεολόγοι καὶ θεολογοῦντες φιλόσοφοι). Τὸ δὲ τραγικὸ
στὴν περίπτωσή μας εἶναι, ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἐπισημαίνοντες τὶς ρίζες καὶ τὶς
ἄγνωστες αὐτὲς κακοδοξίες, μὲ ἐγωϊστικὸ πεῖσμα ἀποτρέπουν τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές,
διδάσκοντες ὅτι, πρέπει πρῶτα νὰ γνωρίσουμε τὴν αἵρεση πλήρως καὶ ...μετὰ νὰ
ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ αὐτήν! Δηλαδή, νὰ μὴν διακόψουμε τὴν κοινωνία μετ' αὐτῶν, τῶν ὁποίων καταδεικνύουν καὶ ἀναιροῦν τὴν αἵρεση λεπτομερῶς! Τότε, γιατί τὴν ἀναιροῦν; Μόνο γιὰ νὰ λάβουν τὰ εὔσημα τῆς ἀναιρέσεως; Οὐδέποτε διάβασαν στοὺς Πατέρες ὅτι ἡ κοινωνία μαζί τους, προκαλεῖ ἀλλοίωση, ὄχι μόνο στοὺς ἀδύνατους πιστούς, ἀλλὰ καὶ στοὺς δυνατούς; Καὶ διαπράττουν αὐτὴ τὴν ἀπρέπεια, ἐπειδὴ ἐγωϊστικὰ θεωροῦν τὴν δική τους -ἀξιέπαινη ἀσφαλῶς προσπάθεια- ὡς τὴν μόνο ἐνδεδειγμένη, τὴν προσπάθεια δὲ τῶν ἄλλων -ποὺ δὲν ἔχουν τὴν δική τους νοημοσύνη καὶ δυνατότητα ἀναλύσεως τῆς Παναιρέσεως- ὡς ἀνάξια λόγου καὶ ἐπιζήμια!).
Γράφει, λοιπόν, ὁ Μ. Βασιλείου «Πρὸς ...Ἐπισκόπους
περὶ τῆς καταστάσεως καὶ συγχύσεως τῶν Ἐκκλησιῶν» -καὶ γράφει πρὶν τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία
κατεδίκασε τοὺς Πνευματομάχους:
«Γίνεται ἄρνησις (τῆς Θεότητος) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπομακρύνεται (σ.σ.
διώκεται) ὅποιος δύναται νὰ ἀποδείξῃ ψευδῆ τὴν ἄρνησιν… Ἀλλὰ ”ποιός θὰ δώσῃ εἰς
τὰ βλέφαρά μου πηγὴν δακρύων, διὰ νὰ κλαύσω” ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τὸν λαόν, ὁ
ὁποῖος μαζὶ μὲ αὐτὰς τὰς πονηρὰς διδασκαλίας σπρώχνεται εἰς τὴν καταστροφήν;
Παρασύρονται (καὶ τείνονται εὐήκοα) τὰ ὦτα τῶν ἁπλουστέρων. Ἤδη πλέον ἔχει
ἐξοικειωθεῖ (ὁ λαός) μὲ τὴν αἱρετικὴν δυσσέβειαν. Τὰ μικρὰ παιδιὰ τῆς
Ἐκκλησίας (ἀπὸ νήπια) ἐκπαιδεύονται (καὶ μεγαλώνουν) μὲ τὰ ἀσεβῆ λόγια (τῆς αἱρέσεως). Ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς
τελοῦνται οἱ βαπτίσεις, οἱ κηδεῖες τῶν νεκρῶν, οἱ ἐπισκέψεις τῶν
ἀσθενῶν, ἡ παρηγορία τῶν θλιβομένων, ἡ βοήθεια τῶν











