Ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ Καλόθετος ἦταν μαθητὴς καὶ
συναγωνιστὴς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατὰ τῆς αἱρέσεως τῆς ἐποχῆς τους. Ἡ ἐπιστολή, τῆς ὁποίας ἕνα μικρὸ τμῆμα παρουσιάζουμε καὶ σχολιάζουμε, ἐγράφη τὸ 1344 (περὶ τὰ τέλη Νοεμβρίου κατὰ τὸν Δημ. Τσάμη στὸ
Σύγγραμμα «Ἰωσήφ Καλόθετος», σελ. 352). Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
κατηγορεῖται ὡς αἱρετικὸς ἀπὸ τὸν νόμιμο καὶ κανονικὸ Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα.
Ὁ Π. Χρήστου μᾶς πληροφορεῖ σχετικά:
«Το 1344 ενδημούσα σύνοδος της
Κωνσταντινούπολης έθεσε (τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ) εκτός εκκλησιαστικής κοινωνίας επειδή παρερμήνευσε τον Τόμο του 1341 και επειδή δεν μνημόνευσε τον Πατριάρχη». Καὶ ὅπως γράφει ὁ Jean
Meyendorff: «Ο Πατριάρχης (σ.σ.: Ἰωάννης
Καλέκας) διέταξε τη σύλληψη του Γρηγορίου
Παλαμά, με πρόσχημα καθαρά πολιτικό. Αλλά, για να νομιμοποιήσει τη σύλληψη, αποφάσισε να
κατευθύνει εναντίον του μια δίκη για
αίρεση. Ο Ακίνδυνος, με απαίτηση του αρχιερέα, δημοσίευσε τις αναιρέσεις εναντίον του Παλαμά, κι ο
Παλαμάς, απ' το βάθος της φυλακής του, δεν παρέλειψε ν’ απαντήσει» (Jean Meyendorff, “Γρηγόριος Παλαμάς, Ο Θεολόγος του Ησυχασμού” -ἐδῶ).
Ἐκείνη λοιπόν, τὴν περίοδο, ποὺ ὁ Ἱερομόναχος
Γρηγόριος Παλαμᾶς βρίσκεται στὴ φυλακὴ κατηγορούμενος γιὰ αἵρεση, ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ
Καλόθετος γράφει αὐτὴ τὴν ἐπιστολή, στὴν ὁποία τονίζει ὅτι «αἱ
δυνάμεις τοῦ κακοῦ πολεμοῦν ποικιλοτρόπως τὴν ἀλήθειαν. Αἱ αἱρέσεις εἶναι ὅπλον
των κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὅμως διὰ τῶν Ἁγίων της περιορίζει τὴν ἔκτασιν τῆς ἀποστασίας».
Ὁ Ἀκίνδυνος τώρα (σύμμαχος τοῦ Κελέκα), εἶχε ἤδη καταδικαστεῖ
γιὰ τὶς θέσεις του ἀπὸ Σύνοδο τοῦ 1341, ἀλλὰ δέχτηκε «να υπογράψει μια θολή δήλωση μεταμέλειας, και απέφυγε
τη μνημόνευση του ονόματος του μέσα στις συνοδικές αποφάσεις». Ἔτσι, μὲ
τὴν ὑποστήριξη τοῦ πατριάρχη Καλέκα, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἔγγραφη-ἐπίσημη
καταδικαστικὴ ἀπόφαση, διαδίδει «τὰς κακοδόξους
διδασκαλίας του, ὡς βραβεῖον δὲ τοῦ ἀπονέμονται Μοναί»! (Δ. Τσάμη, ὅπ. παρ.).
Οἱ μαθητὲς τοῦ Ἁγίου, βέβαια, δὲν ἀποδέχονται αὐτὲς
τὶς «δραστηριότητες» τοῦ Ἀκίνδυνου (καὶ Καλέκα), ἀφοῦ μὲ αὐτές, κατὰ τὸν ἱ. Ἰωσὴφ
Καλόθετο
ὁ Ἀκίνδυνος «ἀπεκόπη οὐσιαστικῶς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἵδρυσε μετὰ τοῦ Πατριάρχου (Καλέκα) ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν» (Δ. Τσάμη, ὅπ. παρ.).Καὶ αὐτὰ τὰ λέει ὁ ἱερὸς Ἰωσήφ, χωρὶς κάποια Σύνοδος νὰ ἔχει ἀφορήσει τὸν Καλέκα, μεταφέροντάς μας τὴν ἐπικρατοῦσα πεποίθηση-πράξη τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ συνειδητὰ αἱρετίζων ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὡς ἀποκεκομμένος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Στὸ τμῆμα τῆς 2ας Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰωσὴφ Καλόθετου
ποὺ παραθέτουμε, ὁ ἱερὸς συγγραφεὺς ἀνατρέχει στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ ἐρωτᾶ:

§9. Εἶναι δυνατόν, ἀφ’ ὅτου ὁ Ἄρειος καὶ ὁ Νεστόριος
ἀποκόπηκαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, κατόπιν, κάποιοι ἐκκλησιαστικοὶ προϊστάμενοι
(Πατριάρχες, Ἐπίσκοποι κ.λπ.) νὰ ἐπιχειροῦν νὰ φέρουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ πάλι
στὴν Ἐκκλησία; Νὰ ἐπαναφέρουν
δηλαδή, τοὺς αἱρεσιάρχες, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὸ ἴδιο
πνευματικὸ νόσημα τῆς αἱρέσεως, στὴν ἀμώμητο νύμφη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καὶ νὰ
τοὺς συγκαταλέξουν μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, ἐνόσῳ οἱ αἱρετικοὶ συνεχίζουν νὰ φρονοῦν
καὶ νὰ παραμένουν ἀμετανόητοι στὴν αἵρεση;
Ὁ ἅγιος Κύριλλος π.χ., ποὺ ὑπερασπίστηκε τὴν Ἀλήθεια
τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀντιπαρατέθηκε σὲ ὑψηλοὺς τόνους μετὰ τοῦ Νεστορίου, ἦταν δυνατόν,
λέγει ὁ ἱ. Ἰωσήφ, ἀφότου καταδικάστηκε ὁ Νεστόριος κι ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία,
κατόπιν ὁ ἴδιος νὰ τὸν «εἰσαγάγει» καὶ πάλι

