Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Αδιόρθωτοι και προκλητικοί!



«ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»


Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου


   Οἀντι-Οἰκουμενιστὲς ἀδιόρθωτοι καὶ προκλητικοὶ συνεχίζουν ἐτσιθελικὰ τὴν διαστροφὴ τῆς ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως. Ἀρνοῦνται νὰ συζητήσπυν σοβαρά, νὰ δικαιολογήσουν ἔστω τὴν νέο-μετα-πατερική τους δράση καὶ τὴν κακὴ Οἰκονομία ποὺ ἐφαρμόζουν, καὶ ἔτσι ἁπλά, τὴν συνεχίζουν ἀνενδοίαστα καὶ τὴν καθιστοῦν προοδευτικὰ Κανόνα καὶ Ἀκρίβεια.
    Συμβαίνει μ’ αὐτοὺς αὐτὸ τὸ τραγελαφικό· διαβάζουν ἀναθέματα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ παρὰ ταῦτα κοινωνοῦν μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀναθεμάτισαν καὶ τοὺς μνημονεύουν! Κάνουν Συνέδρια, ὁμιλίες καὶ Ἡμερίδες καὶ καταδεικνύουν τὴν Παναίρεση μὲ τὰ μελανότερα χρώματα, ἀλλὰ συλλειτουργοῦν μὲ τοὺς πρωταίτιους τῶν αἱρέσεων ἢ στέλνουν τὰ πνευματικά τους παιδιὰ νὰ κοινωνοῦν ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές!
    Αὐτὸ ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ παγκόσμια πρωτοτυπία, στὴν γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας δέ, λέγεται ὑποκρισία, ἀπάτη καὶ βλασφημία.
     Ἐπὶ πλέον, μὲ μαεστρία ὁ π. Παῦλος, παρότι ξεκάθαρα τὸν Οἰκουμενισμὸ τὸν δέχεται ὡς αἵρεση, βραχυκυκλώνει τοὺς πιστούς, διαπραγματευόμενος τὴν Νέα Ἐποχὴ καὶ τὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς δύο «μεγέθη»,  ταυτίζοντας οὐσιαστικὰ στὴν συνείδηση τοῦ ἀκροατοῦ  (ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση) μιὰ αἵρεση ποὺ λυμαίνεται ἐκ τῶν ἔσω τὸ σώμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ἕνα πολιτικοοικονομικό σύστημα ἐκτὸς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο φυσικὰ  ἀντιμετωπίζεται μὲ διαφορετικὸ τρόπο.
    Μᾶς καλεῖ «νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν ἀκεραιότητα τοῦ δόγματος», μὲ τήν …ἐπαγρύπνηση, ἐκεῖ ποὺ οἱ Πατέρες μᾶς διδάσκουν τὴν ἔξοδο καὶ τὴν διακοπὴ κοινωνίας μὲ τὴν αἵρεση!

 Σημειώνουμε τὰ κυριότερα σημεῖα τῆς ὁμιλίας:
   «Σήμερα η Εκκλησία μας καλείται κυρίως να αντιμετωπίσει δύο νέες ύπουλες και επικίνδυνες αιρέσεις, δύο πολυκέφαλα θηρία, δύο σκοτεινά, δαιμονικά και αντίχριστα κινήματα παγκοσμίων διαστάσεων, τη λεγόμενη Νέα Εποχή και τον Οικουμενισμό».
   «Φθάσαμε στο σημείο, μετά από αλλεπάλληλες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, να αναγνωρίσουμε τους ετεροδόξους ως Εκκλησίες».
   «Ο Οικουμενισμός δεν περιορίστηκε μόνο σε διαχριστιανικό επίπεδο, αλλά σύντομα επεκτάθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, και σε διαθρησκειακό. Το πρώτο επίσημο άνοιγμα προς τις άλλες θρησκείες πραγματοποιεί ο Παπισμός κατά την Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο».
   «Το παράδειγμα του Βατικανού ακολούθησε στη συνέχεια το Π.Σ.Ε. και η Ορθόδοξη Εκκλησία».
   «Ζούμε σε μια εποχή που έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εσχάτων χρόνων, όπως αυτά έχουν προφητευθεί από το αδιάψευστο στόμα του Κυρίου μας, από τους ιερούς συγγραφείς της Αγίας Γραφής και από αγίους και χαρισματούχους Γέροντες… Απέναντι στην διπλή αυτή απειλή καλείται να θωρακιστεί με την παντοδύναμο Χάρη του Θεού, με την πνευματική εκείνη πανοπλία, για την οποία κάνει λόγο ο απόστολος Παύλος».

   Καλεῖται, λοιπόν, πάτερ Παῦλε, τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ «να θωρακιστεί με την Χάρη, να υπερασπιστεί την ακεραιότητα του δόγματος», ἀλλὰ τοῦ ἀποκρύπτετε τὸν τρόπο ποὺ διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
     Νά, λοιπόν, ἡ παραποίηση καὶ ἡ ὑποκρισία!
   Δέχονται οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς αὐτὰ ποὺ ἔχουν γράψει οἱ συγγραφεῖς τῆς Ἁγ. Γραφῆς καὶ ἔχουν προφητεύσει οἱ χαρισματοῦχοι Γέροντες περὶ ἐσχάτων, ἀλλὰ ἀποκρύπτει καὶ οὐσιαστικὰ δὲν δέχεται τὴν Ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, «ἐξέρχεσθε ἐκ μέσου αὐτῶν» καὶ «χαίρειν αὐτοῖς μὴ λέγητε», οὔτε τὴν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» καὶ μάλιστα σὲ ἐσχάτους καιρούς! 
    Καὶ δὲν παραιτεῖται ὁ π. Παῦλος καὶ ὁ Μητροπολίτης του (σύμφωνα μὲ τὴν Ἐντολὴ τοὺ Ἀποστόλου), οὔτε ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας αἱρετικούς (ἀφοῦ ἀνήκει στὸ Π.Σ.Ε.), οὔτε ἀπὸ τοὺς ψευδεπισκόπους συνεπισκόπους του (ὅπως τὸν Μεσσηνίας, τὸν Σύρου, τὸν Δημητριάδος) μετὰ τῶν ὁποίων συλλειτουργεῖ καὶ καλεῖ στὴν Μητρόπολή του, οὔτε κἂν ἀπὸ τὸν ἀρχιαιρεσιάρχη κ. Βαρθολομαῖο!
   
 Αὐτὸν ὁποῖο τόλμησε –γεμᾶτος ἀμοραλισμὸ καὶ περιφρόνηση στὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ– νὰ στείλει ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΟΥ τιμητικὰ πορτραῖτο καὶ νὰ τὸν προσκυνήσει περιχαρής!

    Καὶ μετὰ ἀπὸ την ὁμιλία του αὐτὴ τοῦ π. Παύλου, ποιά ἦταν ἡ συμβουλή του στοὺς πιστούς, τὸ ἐγερτήριο σάλπισμα; Μήπως ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ποὺ διὰ στόματος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου καὶ Φωτίου τοῦ Μεγάλου λέγουν: Οὔτε μιὰ ὥρα μαζὶ μὲ τοὺς αἱρετικούς· φύγετε ἀπ’ αὐτοὺς σὰς ἀπὸ λύκους καὶ φίδια; Ὄχι βέβαια. Ἀλλὰ τί προτρέπει; «Καλείται (λέγει ὁ π. Παῦλος) σήμερα η Εκκλησία δια του κλήρου και του πιστού λαού της, να επαγρυπνεί και να διακρίνει τα “σημεία των καιρών”»!
    Ἀλλὰ βέβαια, οἱ μέντορές του κι αὐτός, τοὺς συμβουλεύουν νὰ κοινωνοῦν οἱ πιστοὶ καὶ νὰ συναναστρέφονται τὰ φίδια καὶ τοὺς λύκους!!! Ὡς ἐκ τούτου, γιὰ ποια ἐπαγρύπνηση ὁμιλεῖ. Ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς λύκους καὶ ἡ κοινωνία ἀπὸ τὸ φαρμακερὸ στόμα τῶν φιδιῶν, ὀνομάζεται ἐπαγρύπνηση;
    Ποιός Ἅγιος, ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς λέτε νὰ μιμηθοῦμε, π. Παῦλε, ἐφάρμοσε τὶς δικές σας κουτοπόνηρες καὶ ὑποκριτικὲς «ἀγωνιστικὲς» μεθοδεύσεις;






Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου, Συγγραφέως, Διευθυντού του Γραφείου Αιρέσεων καί Παραθρησκειών τῆς Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Εισήγηση με θέμα: «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ» που δόθηκε σε Αντιαιρετική Ημερίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς την 26η Απριλίου 2018 στην Αίθουσα του «Πειραϊκού Συνδέσμου Πειραιώς» με γενικό θέμα   «ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ».

Εν Πειραιεί τη 28η Απριλίου 2018

   Σεβασμιώτατε ποιμενάρχα μας, σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι. Πριν να ξεκινήσω θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ.κ. Σεραφείμ για την τιμή της αναθέσεως της παρούσης ομιλίας, στα πλαίσια της παρούσης Ημερίδος με γενικό θέμα  «Πτυχές του Αποκρυφισμού της Νέας Εποχής». Το θέμα μου έχει τίτλο: «Νέα Εποχή και Οικουμενισμός» και περιλαμβάνει μια σύντομη εισαγωγή, μια συνοπτική παρουσίαση των δύο σπουδαιοτέρων σκοτεινών και αντιχρίστων κινημάτων της εποχής μας, της λεγόμενης Νέας Εποχής και του Οικουμενισμού, την διαλεκτική σχέση μεταξύ Νέας Εποχής και Οικουμενισμού και τέλος κάποια συμπεράσματα.

Εισαγωγικά
    Οι αιρέσεις και γενικότερα τα ποικίλα συστήματα των σκοτεινών και αντιχρίστων δυνάμεων πάντοτε υπήρξαν ο μεγαλύτερος εχθρός στη ζωή της Εκκλησίας, το πιο επικίνδυνο όπλο του προαιωνίου αντιδίκου και αντιπάλου της σωτηρίας μας, του διαβόλου. Η αγία μας Εκκλησία κατά την μακραίωνα δισχιλιετή ιστορική πορεία της

Για να θυμούνται οι παλαιότεροι Ποιμένες και να μαθαίνουν οι νεώτεροι!


(Γρηγορίου ΘεολόγουΕἰς τὸν Μ. Ἀθανάσιον, Ἔργα 6 (Λόγοι), Ἐκδ. “Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”, σ. 51).


φοῦ ὅμως ἡ ἀνάρρησις τοῦ Ἀθανασίου εἰς τὸν θρόνον γίνεται μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅμοια ἀσκεῖ καὶ τὴν ἀρχήν. Δὲν παίρνει τὸν θρόνον εἰς τὴν κατοχήν του, ὅπως αὐτοὶ ποὺ ἁρπάζουν μίαν ἐξουσίαν ἢ μίαν ἀπροσδόκητον κληρονομίαν καὶ ν΄ ἀρχίση ἀμέσως νὰ ἀλαζονεύεται ἀπὸ ἱκανοποίησιν. Αὐτὴ εἶναι συμπεριφορὰ τῶν νόθων καὶ παρανόμων ἱερέων, τῶν ἀνάξιων διὰ τὴν ἀποστολή τους. Αὐτοὶ δὲν ἔχουν προσφέρει τίποτα ἀπὸ πρωτύτερα εἰς τὴν ἱερωσύνην, μήτε ἔχουν ταλαιπωρηθῆ ἀπὸ πρωτύτερα διὰ τὴν ἀρετήν, τὴν ἰδίαν ὥραν ὡστόσο ἀποδεικνύονται μαθηταὶ καὶ διδάσκαλοι τῆς εὐσεβείας καὶ πρωτοῦ ἐξαγνισθοῦν, ἐξαγνίζουν. Ἱερόσυλοι χθές, ἱερεῖς σήμερα, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κύκλον τῶν χριστιανῶν χθὲς καὶ σήμερα μυσταγωγοὶ τῆς πίστεως, παλαιοὶ εἰς τὴν κακίαν καὶ ὁλότελα βρέφη εἰς τὴν εὐσέβειαν.
Τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρωπίνης εὐνοίας καὶ ὄχι τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος. Αὐτοὶ ὅταν κακοποιήσουν τὰ πάντα, κακοποιοῦν εἰς τὸ τέλος καὶ τὴν εὐσέβειαν. Εἰς αὐτοὺς δὲν πιστοποιεῖ ὁ τρόπος τὸ ἀξίωμα, ἀλλὰ τὸ ἀξίωμα τὸν τρόπον, μὲ ριζικὰς ἀνατροπὰς τῆς φυσικῆς σειρᾶς. Οἱ πιὸ πολλοὶ πρέπει νὰ ἀποδίδουν τὴν θυσίαν διὰ τὸν ἑαυτόν τους καὶ ὄχι διὰ τὰ ἀγνοήματα τοῦ λαοῦ. Καὶ ὁπωσδήποτε διαπράττουν τὴν μίαν ἀπὸ τὰς δύο ἁμαρτίας ἤ, ἐπειδὴ ἔχουν ἀνάγκη οἱ ἴδιοι ἀπὸ συγχώρησιν, συγχωροῦν χωρὶς μέτρον, ὥστε νὰ μὴν ἀναστέλλεται ἡ κακία καὶ νὰ μὴ διαφωτίζεται ὁ λαός, ἢ μὲ τὴν τραχύτητα τῆς ἀρχῆς των συγκαλύπτουν τὰ ἰδικά των σφάλματα.

Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ἐκεῖνος. Ἔβλεπε πρὸς τὰ ἄνω μὲ τὰ ἔργα του, ἦταν ὅμως ταπεινὸς εἰς τὸ φρόνημα. Ἀπλησίαστος εἰς τὴν ἀρετήν, πολὺ προσιτὸς ὅμως νὰ τὸν συναντήσης. Πράος, χωρὶς θυμούς, συμπονετικός, γλυκὺς εἰς τὸν λόγον καὶ γλυκύτερος εἰς τὸν

ΤΟ ΜΕΓΑ ΟΝΟΜΑ

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Πράξ. 9,32-42)

Του Μητρ. Φλωρινης π. Αυγουστινου Καντιώτου

«Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός» (Πράξ. 9,34)

Ο ΚΥΡΙΟΣ    Θὰ ἀρχίσω, ἀγαπητοί μου, τὸ σύντομο κήρυ­γμά μου μὲ μία ἐρώτησι. Ὑπάρχει ἐδῶ κανεὶς ἀβάπτιστος; Θεὸς φυλάξοι. Ἀπὸ τὸ γερον­τότερο μέχρι τὸ μικρὸ παιδάκι, ὅλοι εἴμαστε βαπτισμένοι. Ἀβάπτιστος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μπῇ στὴν Ἐκκλησία· ἐὰν δὲν βαπτισθῇ ὁ ἄνθρωπος «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος», δὲν ἀνοίγουν τὰ παλάτια τῆς ἁγίας Τριάδος. Ἄλλωστε «εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος» στηρίζεται καὶ τὸ ἔθνος μας, ποὺ εἶνε τὸ μόνο μ᾽ αὐτὴ τὴν ἐπικεφαλίδα στὸ Σύν­ταγμά του (Σύνταγμα, Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, Ἀθήνα Νοέμ. 2006, σ. 25).
     Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, «τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος», βαπτισθή­καμε. Τὴν ὥρα λοιπὸν τοῦ βαπτίσματος πήρα­με δύο ὀνόματα, ἕνα μικρὸ καὶ ἕνα μεγάλο.
    * Τὸ μικρὸ ὄνομά μας εἶνε αὐτὸ τὸ ἕνα, ποὺ μᾶς ἔ­δωσε ὁ ἱερεύς. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουμε δύο ἢ τρία ὀνόματα· αὐτὰ εἶνε φράγκικες καὶ προτεστάντικες συνήθειες. Καὶ τὸ ὄνομα ποὺ θὰ πάρῃ ὁ ὀρ­θόδοξος πρέπει νὰ εἶνε ὄχι ξενικὸ ἀλλὰ ὄ­νο­μα ἁ­γίου τῆς πίστεώς μας. Τὸ ὄ­νομα αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ κρατήσῃ σ᾽ ὅλη του τὴ ζωή, νὰ μὴν τὸ ἀλλάξῃ. Στὴν ἐποχή μας, ποὺ ὅ­λα ἔγιναν μόδα, κινδυνεύουμε καὶ τὰ ὀνόμα­τά μας νὰ λησμονήσουμε. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔ­γι­νε Ντῖνος, ὁ Παναγιώτης Τάκης, ἡ Μαρία Μαίρη, ἡ Αἰκατερίνα Καίτη. Δηλαδὴ ξεβαφτιστήκαμε. Μὰ δὲν σὲ βάπτισαν

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

μιλα το γου ΙΩΑΝΝΟΥ το ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ




Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει. Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων. Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος - κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει;

Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη . Τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες. Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους.

Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ΄ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες. Γύρω ἀπ̉ αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ̉ ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα». Ἀλλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ̉ ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει.

Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ̉ αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής. Ὄχι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι̉ αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ̉ αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα». Γι̉ αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός. Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; - Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι̉ αὐτόν - ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ̉ αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ;

Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο. Ἄς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ̉ ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι. Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν. Ἐμεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας. Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή - ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει - δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει.

Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ̉ αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική; Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ̉ τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο. Γι̉ αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας. Σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους. Γι̉ αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια. Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι̉ αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;

Ἀλλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα. Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; Καθόλου. Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται. Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους. Γιαυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία. Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο; Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας. Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης;

Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ̉ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι̉ αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ̉ αὐτή. Γι̉ αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ̉ ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους; Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον. Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ̉ ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε. Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ̉ αὐτήν; Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι̉ αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο. Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι.

Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση. Τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός. Ὁ πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ. Γι̉ αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή. Τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος. Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα.
Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων. Δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήν ἐπιδιώκουν;
Ἄς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ΄ ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.