Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Φωνές ἁγιοπατερικής αντιστάσεως κατά του Βαρθολομαίου, του νέου Βέκκου της Εκκλησίας!




Ἐν Ἱερᾷ Μονῇ Μεγίστης Λαύρας 19-5/1-6-2014

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων

Πολλές φορές σέ παρελθόντα φύλλα τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου, ἔχει ἐκφραστεῖ ἡ ἀγωνία γιά τήν ἀφωνία τοῦ Ἁγίου Ὄρους σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν προδοσία τῆς Πίστεως πού συντελεῖτε στίς ἡμέρες μας.
Ἕνα χαρακτηριστικό ἀπό αὐτά εἶναι στό φύλλο τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου τῆς 12ης Ἰουλίου 2013, μέ ἀριθμόν 1983 καί ἐπικεφαλίδα: ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. Ἔκτοτε γράφτηκαν καί ἄλλα εἴτε ἀπό σεβαστούς πατέρες ἤ λαϊκούς. Διαβάζοντάς τα, νιώθουμε πόνο καί πικρία, διότι τά αἱρετικά φρονήματα καί ἀνοίγματα τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, καί ὄχι μόνο, διότι τώρα καί ὁ Ἀντιοχείας, καί ὁ Ἀλεξανδρείας καί ὁ Ἱεροσολύμων συμπλέουν στόν οἰκουμενιστικό κατήφορο, δέν ἐλέγχονται ἀπό τούς Ἡγουμένους τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οὔτε ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα, ἀλλά ἀντιθέτως τόν ὑποδέχονται ἀσμένως, μέ συλλείτουργα, καί φιέστες ἀπαράδεκτες γιά τόν Ἁγιώνυμο τόπο. Μέ ἀποκορύφωμα τήν συνάντηση Πατριάρχου καί Πάπα στά Ἱεροσόλυμα, τήν συμπροσευχή, τούς ἀσπασμούς, καί τήν ὑπόσχεση γιά κοινό ποτήριον. Τό ἴδιο ἔγινε καί πρίν 50 χρόνια, ἀλλά τότε οἱ Ἁγιορεῖτες ἀντέδρασαν, κόβοντας τό μνημόσυνο, καί δείχνοντας τήν ἀγάπη τους πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία του, χωρίς νά ὑπολογίσουν τυχόν «ποινές» ἤ μᾶλλον ἀντίποινα πού θά δεχόταν ἀπό τό Πατριαρχεῖον, ὅπως καί ἔγινε.
Σήμερα, οἱ Ἡγούμενοι καί τά Μοναστήρια, καί πρωτίστως ἡ Ἱερά Κοινότης, ὄχι μόνον σιωποῦν, ἀλλά καί δικαιολογούν τά ἀδικαιολόγητα, λέγοντας πώς δέν πρέπει νά ἀποκοποῦμε ἀπό τήν Ἐκκλησία, λές καί Ἐκκλησία εἶναι ὁ κάθε Πατριάρχης, καί δὴ ὅταν αὐτός ἔχει αἱρετικά φρονήματα, ὅπως ὁ νῦν.
Καί ἀντί νά πάρουν τό παράδειγμα ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες μας, τούς μάρτυρες ἐπί τοῦ λατινόφρονος Βέκκου, καί νά καταλάβουν ὅτι περισσότερον Βέκκου ἔχουμε σήμερον, καί νά διακόψουν τό μνημόσυνο, ἐλέγχοντάς τον διά τά κοράνια πού μοιράζει, πού ἐξισώνει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέ τίς «Ἐκκλησίες» τοῦ Σατανᾶ, πού δέχεται τά βαπτίσματα τῶν αἱρετικῶν, πού ἡ σωτηρία κατορθώνεται σέ ὅλες τίς «Ἐκκλησίες», πού συμπροσεύχεται μέ αἱρετικούς, Ἑβραίους, μέχρι καί πνευματιστές, καί γενικά γιά τήν προδοσία του στήν Ἐκκλησία καί τόν Χριστό, τόν προσφωνοῦν καί τόν ἀποδέχονται ὡς πατέρα τους. Νά τόν χαίρονται.
Ὅμως πρέπει νά μάθει ὁ Ὁρθόδοξος λαός πώς τό Ἅγιον Ὄρος, δέν εἶναι οἱ ἡγούμενοι οὔτε ἡ Ἱερά κοινότης, πού φοβοῦνται μήν χάσουν τήν θεσούλα τους καί τήν βόλεψή τους, ἀλλά πρωτίστως εἶναι ἡ Παναγία πού γιά χάριν της ὀνόμασαν τό Ὄρος Ἅγιον, οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, πού ἁγιάστηκαν καί ἁγίασαν τά χώματα τοῦτα μέ τήν ἄσκησή τους καί τό αἷμα τους, καί σήμερα, οἱ μοναχοί, πού δέν συμφωνοῦν μέ τήν στάση τῶν οἰκουμενιστῶν, ἐλέγχουν εὐκαίρως ἀκαίρως, καί ἀγωνίζονται νά κρατήσουν ψηλά τήν σημαία τῆς Ὀρθοδοξίας, χωρίς νά δημιουργούν σχίσματα, καί νά ἀποκόβονται ἀπό τήν Ἐκκλησία. Αὐτοί ὅμως δέν φαίνονται, διότι δέν τούς δείχνουν, ἀλλά δείχνουν αὐτά πού θέλουν.
Σᾶς καταθέτω λοιπόν ὅτι μεγάλο μέρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀποτελείται ἀπό αὐτούς τούς πατέρες, πού θά ἔδιναν καί τήν ζωή τους γιά τήν φίλη Ὀρθοδοξία, καί, ἄν καί ἀνάξιως νά συγκαταλέγομαι μεταξύ αὐτῶν, συντάσσομαι μαζί τους. Καί αὐτό ὄχι χάριν ἐπιδείξεως, ἀλλά διότι ἡ σιωπή κατά τόν Μέγα Γρηγόριον τόν Παλαμᾶ εἶναι τό τρίτο εἴδος ἀθεῒας.
Ὅμως καί οἱ λοιποί ἀντιοικουμενιστές πατέρες τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἄς κόψουν τό μνημόσυνο τῶν μή ὀρθοτομοῦντων τόν λόγο τῆς ἀληθείας, νά σταματήσουν τά συλλείτουργά τους μέ τούς οἰκουμενιστές, καί μετά νά μιλοῦν καί γιά τό Ἅγιον Ὄρος.
Σέ αὐτά τά χρόνια τά ἀποκαλυπτικά, δέν περιμένουμε καμμία σύνοδο νά καθαιρέσει τόν Βαρθολομαῖο καί τό συνάφι του, γιά αὐτό καί ὁ καθένας μας πρέπει νά πάρει τήν εὐθύνη τῆς ὁμολογίας του, καί νά συνταχθεί εἴτε μέ τόν Χριστό, εἴτε μέ τόν ἀντίχριστο χωρίς διπλωματίες, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογῇ Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον.

Μετά τιμ
ῆς
Γέρων Σάββας Λαυριώτης.

Στὴ συνέχεια ἀναρτοῦμε ἄλλη Ἐπιστολὴ Ἁγιορειτῶν ποὺ δημοσιεύτηκε στὰ ἱστολόγια τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα.

Κραυγή ἀγωνίας Ἁγιορειτῶν Πατέρων
Εἴμεθα μιὰ ὁμάδα ἀπὸ Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ποὺ κατοικοῦμε ἐκτὸς Ἱερῶν Μονῶν σὲ ἐξαρτήματα, ὅπως Ἡσυχαστήρια, Κελλιά, Καλύβια καὶ Ἐρημητήρια. Τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ τὴν δημοσιεύουμε, ὡς διαμαρτυρία γιὰ ὅσα συμβαίνουν

Το αληθινό και το κίβδηλο, του Φώτη Μιχαήλ



  
Για εμάς τους Ορθοδόξους, οι "αδελφικοί" εναγκαλισμοί, οι συμπροσευχές και οι κοινές διακηρύξεις του Οικουμενικού Πατριάρχη με τον πάπα, δεν είναι  θέμα πολιτικό ή κοινωνικό. Ούτε είναι θέμα θρησκευτικό, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Είναι ζήτημα που αφορά στην γνησιότητα και ακεραιότητα της Πίστης μας. Συνεπώς, πάνω απ’ όλα, είναι θέμα Εκκλησιαστικό.

Και ποια είναι η διαφορά του θρησκευτικού από το Εκκλησιαστικό; Δεν είναι το ίδιο πράγμα;
    1ον. Το Εκκλησιαστικό Γεγονός έχει να κάνει με την οντολογία του ανθρώπου, δηλαδή με τους λόγους και τον σκοπό της υπάρξεώς του. Ενώ, αυτό που λέμε θρησκεία, συνιστά εκφύλιση του Εκκλησιαστικού γεγονότος προς την κατεύθυνση του συναισθή-ματος.
    2ον. Ο πιστός μέσα στην καρδιά του έχει την ελπίδα. Ενώ ο θρησκευόμενος λέει ότι είναι αισιόδοξος. Η ελπίδα είναι συστατικό της εκκλησιαστικής μας ζωής και αναφέρεται σε Θεόν ζώντα. Ενώ η αισιοδοξία είναι προϊόν ψυχολογικών διεργασιών και σχετίζεται με το εγώ.
 3ον. Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, προσφέρει στον άνθρωπο σωτηρία από την φθορά και τον θάνατο. Ενώ η θρησκεία, ως  εκκοσμίκευση του Εκκλησιαστικού Γεγονότος, συνιστά απλά και μόνον μία φτηνή και εντελώς επιπόλαια ψυχολογική αναπλήρωση.
 4ον. Το έργο της σωτηρίας, μέσα στην Εκκλησία, βασίζεται στην Θεία Χάρη και οι πιστοί από την πλευρά τους καλούνται, οικειοθελώς, να προσφέρουν την ταπείνωση και την υπακοή τους στο θέλημα του Θεού.
Ενώ αντίθετα η θρησκεία, ως συναισθηματική παραφθορά της αποκαλυμμένης Αλήθειας, έχει εγωϊσμό και ανθρωπαρέσκεια: Ζητάει αγώνες ηθικούς, απορρίπτει την Θεία Χάρη και θεοποιεί τον ανθρώπινο παράγοντα.
5ον. Η Εκκλησία έχει ασκητική και φιλότιμο. Ενώ η θρησκεία έχει καλές πράξεις και αναμονές θεϊκών ανταποδόσεων γι’ αυτές.
 6ον. Η Εκκλησία έχει απλότητα και το πολίτευμά της δεν είναι πολίτευμα αυτού του κόσμου. Ενώ η θρησκεία έχει επίδειξη, δημόσιες σχέσεις και διαπλοκή με την εξουσία.
7ον. Η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο. Η θεραπευτική της ορίζεται με ακρίβεια από αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, από το ιερό Πηδάλιο και από την Παράδοση των Αγίων Πατέρων. Διέπεται, δηλαδή, από Ιερούς Κανόνες, σταθερούς και αιωνίους.
Ενώ η θρησκεία, ως προϊόν ανθρώπινης επινόησης και όχι ως Πίστη εξ αποκαλύψεως, αδυνατεί να θεραπεύσει τον Άνθρωπο. Βάζει στην άκρη την Πατερική Παράδοση και εφαρμόζει το γνωστό ”ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”. Δικαιολογεί, δηλαδή, διαφορετικές κατά περίπτωση συμπεριφορές, ανάλογα με πεποιθήσεις προσωπικές, ανάλογα με εφήμερα οικονομικά ή γεωπολιτικά συμφέροντα, ανάλογα με την βούληση των εκάστοτε ισχυρών. 
8ον. Στην Εκκλησία συμπορεύεσαι με αμαρτωλούς αγωνιστές της Αγιότητας. Ενώ στην θρησκεία συναντάς αυτοείδωλα.
9ον. Η Εκκλησία περιλαμβάνει, ως μέλη της,  πρόσωπα αυτεξούσια και ελεύθερα. Ενώ στην θρησκεία καταργείται η έννοια του προσώπου και στρατεύονται μαζί της άτομα υποταγμένα σε ”βεβαιότητες” ασφάλειας και κέρδους.
 Άλλο πράγμα λοιπόν η θρησκεία και άλλο η Πίστη των Ορθοδόξων.
Άλλο πράγμα οι στημένες οικουμενιστικές θρησκευτικές παραστάσεις και άλλο το ανόθευτο Εκκλησιαστικό γεγονός, που εμπειρικά γεύονται, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια, οι Άγιοί μας.
Σήμερα στην Ελλάδα, οι περισσότεροι από εμάς τους Ορθοδόξους, φαίνεται ότι πάψαμε πλέον να βιώνουμε την γνησιότητα της Εκκλησιαστικής Πνευματικής ζωής. Η Ορθόδοξη Εκκλησιαστική μας συνείδηση έχει αμβλυνθεί σε τέτοιο βαθμό, που στην ουσία απλώς θρησκεύουμε.
Να γιατί, κλήρος και λαός, φερόμαστε, όπως φέρονταν και οι πρόγονοί μας λίγο πριν από την Άλωση: Συμμετοχική παρουσία παπικών αξιωματούχων σε εσπερινούς και Λειτουργίες μέσα στο Φανάρι, πατριαρχικές συμπροσευχές και ”αδελφικοί” εναγκαλισμοί με τον πάπα, συναντήσεις επί συναντήσεων παπικών και Ορθοδόξων ”θεολόγων”, ανταλλαγές δώρων και τιμητικών διακρίσεων μεταξύ προσκεκλημένων της ”αγίας έδρας” και ημετέρων επισκόπων, αναφορές σε ”διαιρέσεις” της Εκκλησίας και όχι σε αιρέσεις και σχίσματα, αναγνώριση ”αδελφών Εκκλησιών” και πάει λέγοντας.
Τότε, πηγαίναμε μαζί τους από ανάγκη (πολιορκία της Πόλης από τους Τούρκους).
Τώρα, τρέχουμε από πίσω τους εν ονόματι τάχα της αγάπης.
Τότε, θρηνήσαμε μιαν Άλωση.
Τώρα, τί μας περιμένει;
Πηγή: "Τρελογιάννης"