Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Ψαλμός 37



2 ΚΥΡΙΕ, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. 3 ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου· 4 οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου. 5 ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. 6 προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· 7 ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. 8 ὅτι αἱ ψόαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· 9 ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. 10 Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. 11 ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ. 12 οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν· 13 καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας, καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν. 14 ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ· 15 καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. 16 ὅτι ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰκακούσῃ, Κύριε ὁ Θεός μου. 17 ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλοῤῥημόνησαν. 18 ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. 19 ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου. 20 οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως· 21 οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον ἀγαθωσύνην. 22 μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ· 23 πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.

Απάντηση στον Πρωτοσύγκελο …


Του Ιωάννου Ρίζου

Ο πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως  Φλωρίνης κ. Νικηφόρος Μανάδης, δημοσίευσε  σε τοπικό site, ένα κείμενο που έγραψε το  1992  εναντίον  του παπισμού, για να μας αποδείξει  ότι δεν είναι φιλοπαπικός και οικουμενιστής.  Δεν ξέρω σε τι διαφέρει η προσπάθεια του, από την προσπάθεια κάποιου  που συλλαμβάνεται για κάποια παρανομία  και επιδεικνύει στους αστυνομικούς σαν απόδειξη  της τιμιότητας του φωτογραφίες από την εποχή που ήταν πρόσκοπος.
Μας έδειξε ο πρωτοσύγκελος  ποιος πιθανόν  να ήταν  τότε, κι όχι βέβαια το ποιός είναι τώρα.
Και λέω ποιός πιθανόν να ήταν  τότε, γιατί τότε, ζώντος του μακαριστού επισκόπου  Αυγουστίνου Καντιώτου, ποιός  από αυτούς  που τώρα αλωνίζουν στις ενορίες, θα τολμούσε να παρεκκλίνει  της Πίστεως  με τις αιρετικές κουρελολογίες  του;
Τώρα όμως που έφυγε ο αληθινός τσοπάνος , τα τότε τσοπανόπουλα όχι μόνο παράτησαν την ποίμνη στις αρρώστειες και  στην χλαπάτσα, αλλά άνοιξαν οι ίδιοι τις αυλόπορτες να μπούν οι αρκούδες και  οι λύκοι.
 Σημασία λοιπόν έχει τι είστε τώρα π. Νικηφόρε, κι όχι τι είσασταν το 1821.

Τι είστε λοιπόν τώρα;
Τόσα χρόνια δεν θέλαμε να πιστέψουμε ότι είστε αυτοί που υποψιαζόμασταν. Μετά όμως τις σφραγίδες, τις υπογραφές και την βιασύνη σας να εξορίσετε την αδελφότητα της Μονής της Αγίας