Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2019

Η ΕΛΛΑΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ


Από  το βιβλίο «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ»,  1988
του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

« Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ»(Φιλιπ. 4,13)

ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ἡ ἀνθρωπότης, ἄρα καὶ ἡ Ἑλλὰς ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τμῆμα ἀναπόσπαστον ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος― ὑπέφερε φοβερά.
Ὑπέφερε ἡ ἀνθρωπότης. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔφθαναν μέχρι τὰ αὐτιά μας οἱ φωναὶ ποὺ ἐξήρχοντο ἀπὸ τὰ βάθη τῶν καρδιῶν μυριάδων ἀνθρώπων τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, εὐκόλως θὰ διεκρίνομεν, ὅτι αἱ περισσότεραι φωναὶ ποὺ θὰ ἠκούοντο θὰ ἦσαν ἀναστεναγμοί, κραυγαὶ πόνου, ὡς τοῦ φρικτοῦ ἐκείνου πόνου ποὺ ἐδοκίμαζεν ὁ Λαοκόων περισφιγγόμενος ἀπὸ τὸν τεράστιον δράκοντα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ματαίως προσεπάθει ν’ ἀπαλλαγῇ.
ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΟΘΟΣ
Ἐπόνει ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης! Διότι ὁ δράκων, τὸ κακό, παρ’ ὅλη τὴν τρομακτικὴ ἕλξι τῆς γοητείας μὲ τὴν ὁποία ἐνεφανίσθη καὶ ἐξηπάτησε τὸ ζεῦγος τῶν πρωτοπλάστων, καὶ ἔκτοτε ὡς κραιπαλοῦντας παρασύρει τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὰς ἀβύσσους τῆς καταστροφῆς, τὸ κακόν, λέγομεν, ἐγκρύπτει εἰς τὰ βάθη του δηλητήριον ἀφαντάστου δραστικότητος. Ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ δηλητηρίου δὲν ἔμεινε τίποτε ἀμόλυντο καὶ καθαρό. Ὁ ἄνθρωπος ἐδηλητηριάσθη ἐκ ρίζης. Ψυχὴ καὶ σῶμα διεφθάρησα. Τὸ δηλητήριο αὐτό, τὸ φοβερώτερο ἐξ ὅλων τῶν δηλητηρίων, τὸ ὁποῖο εἰς τὴν γλῶσσαν τῆς Ἁγ. Γραφῆς ὀνομάζεται ἁμαρτία εἰσέδυσε καὶ διεπότισε ὅλον τὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Ὁ νοῦς ἐσκοτίσθη. Ἡ καρδία ἐψυχράνθη. Ἡ θέλησις ἠτόνησε. Ἡ ἀνθρωπότης ἐψυχορράγει ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν ὡραίαν παραβολὴν τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου, εἶχε περιπέσει εἰς τοὺς ληστάς, οἱ ὁποῖοι «καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ» (Λουκ. 10,30). Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θ’ ἀπέθνησκε.
Διὰ τοῦτο ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς ὑψηλίου ἠκούοντο κραυγαὶ πόνου ποὺ ἐδημιούργουν τὰ θανάσιμα τραύματα. Ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν εἶχε γίνει ἕνα ἕλκος. Ὅπου καὶ ἐὰν τὴν ἤγγιζες ἐπόνει καὶ ἐκραύγαζε. Καὶ ποῖος δὲν ἐπόνει καὶ δὲν ἐκραύγαζεν; Ἐκραύγαζον τὰ παιδιὰ ποὺ ἐρρίπτοντο εἰς τὸν τρομερὸν Καιάδα. Ἐκραύγαζον αἱ παρθένοι ποὺ ἠτιμάζοντο μέσα εἰς τοὺς ναοὺς τῆς εἰδωλολατρείας προσφέρουσαι τὴν τιμήν των ὡς… λατρείαν τῆς θεᾶς Ἀφροδίτης καὶ Ἀστάρτης. Ἐκραύγαζον τὰ ἑκατομμύρια τῶν δούλων ποὺ ἔσυρον τὰς ἁλύσσεις τῆς δουλείας των καὶ ἐτεμαχίζοντο διὰ νὰ θρέψουν μὲ τὰς σάρκας των τὰ ἰχθυοτροφεῖα τῶν μεγιστάνων. Ἐκραύγαζον οἱ λαοὶ ποὺ εἶχαν χάσει τὴν ἐλευθερίαν
καὶ ὑπέφερον κάτω ἀπὸ τὸν σιδηροῦν ζυγὸν τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Ρώμης. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐκραύγαζον οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἔνοχοι διὰ τὰς μυρίας παραβάσεις τοῦ Ἠθικοῦ Νόμου οἱ ὀποῖοι ἐξ ἰδίας ἐσωτερικῆς πείρας εἶχον πεισθῆ ὅτι ἡ ἀνατροπὴ τυραννικοῦ καθεστῶτος ἦτο βεβαίως δύσκολον ἐγχείρημα, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς παίγνιον ἐν συγκρίσει μὲ τὴν δυσκολία τὴν ὁποία ἠσθάνετο κάθε ἄνθρωπος διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν τυραννία τῶν παθῶν, ἡ ὀποία ἐγκαθιστᾶ τὸν αἰμοστάλακτον θρόνον της μέσα εἰς τὴν καρδία τοῦ ἐνόχου. Ἐκεῖ εἰς τὰ σκοτεινὰ ὑπο συνείδητα τῆς ψυχῆς ― τοῦ ἀνθρώπου ζοῦν οἱ ἀόρατοι τύραννοι ― τὰ πάθη ― καὶ διὰ τὴν ἀπολύτρωσιν ἐκ τῆς τυραννίας τούτων ἡ ψυχὴ ἐκραύγαζε τὴν φωνὴν τοῦ Παύλου: «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τὶς μὲ ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» (Ρωμ. 7,24) . Ὅλοι καὶ ὅλα ἐπόνουν καὶ ἐκραύγαζον καὶ αἱ φωναί των οὐρανομήκεις ἔφθανον μέχρι τοῦ Οὐρανοῦ καὶ ἐζήτουν ΛΥΤΡΩΣΙΝ.
Ἡ ἀνθρωπότης ΕΠΟΝΕΙ ΚΑΙ ΕΠΟΘΕΙ. Ἐ π ό ν ε ι διότι ἔβλεπε ἐνώπιόν της τ’ ἄπειρα θύματα, τὰ ὁποῖα ἐπεσώρευσε τὸ κακὸν εἰς πᾶσαν γωνίαν, εἰς πᾶσαν ἐκδήλωσιν τῆς ζωῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐπόθει, ὅπως ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ λαβυρίνθου τοῦ κακοῦ καὶ ζήσῃ ζωὴν ἀπηλλαγμένην ἀπὸ τοὺς φόβους ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν τυραννιῶν. Ὁ πόνος καὶ ὁ πόθος! Ἰδοὺ τὰ δύο φλέγοντα ψυχικὰ σημεῖα, οἱ δύο οὕτως εἰπεῖν ψυχικοὶ πόλοι, πέριξ τῶν ὁποίων περιεστρέφετο ἡ πρὸ Χριστοῦ πάσχουσα ἀνθρωπότης.
Φωναὶ ἠκούοντο ἐκ πάσης γωνίας τῆς οἰκουμένης. Ἔρχεται! Ἔρχεται ὁ Δυνατός! Ἔρχεται ὁ Σοφός! Ἔρχεται ὁ Ἰατρός! Ἔρχεται ὁ Λυτρωτὴς τοῦ Κόσμου! Ἐφώναζον τὰ ἔθνη ὅλα. Καὶ ὅλα μυστηριωδῶς ἐστρέφοντο πρὸς τὴν Ἀνατολήν.