Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπιλάλης Νικ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπιλάλης Νικ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Για την μεταξύ των Ορθοδόξων ΕΝΟΤΗΤΑ που οι αιρετικοί Οικουμενιστές κατάφεραν -με ευθύνη μας- να ...ΔΙΑ-ΣΠΑΣΟΥΝ!

Μ. Βασιλείου (Ἐπιστολὴ 204):

"Πρὸς τοὺς Νεοκαισαρεῖς"

Στὴν ἐπιστολή του «Πρὸς τοὺς Νεοκαισαρεῖς» (μία ἐκ τῶν καλυτέρων του Μ.Β.) ὁ ἀληθὴς καὶ μὴ μισθωτὸς ἐπίσκοπος τοῦ Χριστοῦ Βασίλειος, καὶ παρὰ τὶς εἰς βάρος του συκοφαντίες, ἐπιδίδεται σὲ μία προσπάθεια «νὰ συγκροτήσῃ τοπικὰς Συνόδους διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων τῶν γειτονικῶν τῆς Καππαδοκίας ἐπαρχιῶν». Ὅταν λοιπὸν ὁ Μ. Βασίλειος –ἀναλαμβάνων τὴν προσπάθεια ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων– «διῆλθεν καὶ ἐκ Νεοκαισαρείας», ἡ ἐνέργειά του αὐτὴ παρεξηγήθη καὶ ὁ ἐπίσκοπος Ἀτάρβιος «ἀνανέωσε καὶ ἐπηύξησε τὰς συκοφαντίας, ἔναντι τῶν ὁποίων ἐσιώπα ὁ Μ.Β.». Τώρα, ὅμως, «ἀναγκάζεται νὰ λύση τὴν σιωπὴν του (σελ. 17, ὑποσ. 2) καὶ νὰ γράψει αὐτὴ τὴν ἐπιστολή. [Ἡ μετάφραση τῆς ἐπιστολῆς ποὺ παραθέτουμε εἶναι τοῦ ἀείμνηστου Ἁγιορείτου μοναχοῦ Νικοδήμου Μπιλάλη ἀπὸ τὰ «Ἅπαντα τῶν Ἁγίων Πατέρων» Μ. Βασιλείου, τομ. 6ος, ἐκδ. «Ὠφελίμου βιβλίου»].
........
ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη,
τώρα, ποὺ ἐξαιτίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουν διασπασθεῖ σὲ ὁμάδες, μολυσμένοι ἀπὸ τὸν ἰὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ ἐπὶ δεκαετίες διασπείρουν στὶς ὀρθόδοξες συνειδήσεις μὲ μαεστρία οἱ αἱρετικοί·
   τώρα, ποὺ ἔχουν πείσει τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐπισκοποκεντρική, καὶ ἡ ὑπακοὴ στοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους ἢ τοὺς ἄφωνους Ὀρθόδοξους Ἐπισκόπους ποὺ κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές, εἶναι ...ἀρετὴ ποὺ σώζει!!!
    Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ δηλαδή, εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη γιὰ τρεῖς ξεχωριστὲς ὁμάδες: α] ἐκείνους ποὺ ἀνέχονται "ἄχρι καιροῦ" τοὺς ἡγέτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ κοινωνοῦν μαζί τους (μερικοί, θεωροῦντες ὡς ἁπλὲς “ἀσχήμιες” τὶς συνειδητὲς αἱρετικὲς ρήσεις καὶ ἐνέργειές τους)· β] γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται τὴν μετὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν κοινωνία, καὶ βεβαίως γ] γιὰ ἐκείνους (καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ περισσότεροι) ποὺ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν αἵρεση. Αὐτοί, μαζὶ μὲ τοὺς πρώτους, θεωροῦν ὡς Ὀρθόδοξους ὅλους τοὺς  κανονικὰ χειροτονημένους Ἐπισκόπους καὶ Ἱερεῖς, ἀσχέτως ἂν προσβάλλουν τὴν Ἀλήθεια τῆς Πίστεως, κι ἂν αἱρετίζουν ἀποδεδειγμένα, ἐπιμόνως καὶ ἐμμανῶς.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος μᾶς διδάσκει πὼς σὲ καιρὸ αἱρέσεως πρέπει νὰ ψάχνουμε νὰ βροῦμε Ὀρθόδοξους Ποιμένες, ποὺ νὰ ἀκολουθοῦν τὴν Παράδοση κι ὄχι νὰ ἀνεχόμαστε τὴν πνευματική μας καθοδήγηση ἀπὸ Ποιμένες ποὺ εἶναι συμβιβασμένοι ἀνέχονται τὴν αἵρεση (τοῦ Οἰκουμενισμοῦ σήμερα).

Ξεκινάει τὴν ἐπιστολὴν ὁ Ἅγιος:
«Ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐτηρήσαμεν σιγὴν μεταξύ μας, ἀδελφοὶ τιμιώτατοι καὶ λίαν ἀγαπητοί, ὅπως ἀκριβῶς κάμνουν ὅσοι χωρίζουν μεταξύ των ὠργισμένοι. Ἀλλ’ ὅμως, ποῖος κρατεῖ τόσον πολὺ τὴν ὀργήν του καὶ δυσκόλως συμφιλιώνεται μὲ ὅποιον ἔχει λυπήσει, ὥστε σχεδὸν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον ἀνθρωπίνην γενεὰν νὰ παρατείνῃ τὴν γεμάτην μῖσος ὀργήν του; Διότι αὐτὸ δύναται κανεὶς νὰ διαπιστώσῃ ὅτι συμβαίνει μὲ ἡμᾶς, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία δικαιολογημένη ἀφορμὴ χωρισμοῦ μας, βεβαίως ἐξ ὅσων γνωρίζομεν ἡμεῖς, ἐνῷ τοὐναντίον πολλοὶ καὶ μεγάλοι δεσμοὶ τελείας φιλίας καὶ ἑνότητος ὑπάρχουν μεταξύ μας ἐξ ἀρχῆς.
Καὶ πρῶτος ἐφ’ ἑνὸς καὶ μέγιστος (δεσμός) εἶναι ἡ Ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς εἶπεν ὅτι: ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι Ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγαπᾶται ἀλλήλους» (σελ. 17-18). 
Καὶ ἀφοῦ ἀναπτύσσει καὶ ἄλλα ἑνωτικὰ ἐπιχειρήματα, ρωτᾶ τοὺς Νεοκαισαρεῖς: «Τίνος οὖν ἕνεκεν… οὐ γράμμα ἥμερον αὐτόθεν, οὐ φωνὴ δεξιά, ἀλλ’ ἤνοικται μὲν ὑμῶν τὰ ὦτα τοῖς διαβάλλειν ἐπιχειροῦσιν;». «Διὰ ποῖον ἄρά γε λόγον οὔτε ἐπιστολὴ εὐμενὴς ἀπὸ ἐκεῖ (ἀπὸ σᾶς, δηλαδή, στέλλεται) οὔτε λόγος εὐοίωνος (δὲν ἀκούεται), ἀλλ’ ἔχετε μόνον ἀνοικτὰ τὰ ὦτα σας εἰς ὅσους ἐπιτίθενται συκοφαντικῶς ἐναντίον μας;» (σελ. 19).

Καὶ συνεχίζει: «Τουλάχιστον δὲν σᾶς διδάσκει ἡ ἐπικρατοῦσα ὡς πρὸς αὐτὰ ἀνέκαθεν συνήθεια; Ὅτι δηλαδὴ ὅποιος θέλει νὰ εἶναι δίκαιος καὶ ἀμερόληπτος ἀκροατής, δὲν πρέπει νὰ παρασυρθῇ ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔλαβεν πρῶτος τὸν λόγον, ἀλλὰ νὰ περιμένῃ (νὰ ἀκούσῃ) καὶ τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου, εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ τὴν σύγκρισιν τῶν λόγων καθενὸς ἐκ τῶν δύο νὰ φανερωθῇ ἡ ἀλήθεια; Ἄλλωστε ἡ Ἐντολὴ (τοῦ Κυρίου) “τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε” (Ἰωάν. 7, 24) εἶναι ἐκ τῶν πλέον ἀναγκαίων διὰ τὴν σωτηρίαν (μας)» (σελ. 20).
Ἀκολούθως ὁ Μ.Β. τοὺς λέγει ὅτι ἀποφάσισε νὰ ἀπολογηθεῖ, ὄχι τόσον διότι ὁ ἴδιος συκοφαντεῖται, ἀλλὰ διότι μαζί του «ἔχει συκοφαντηθῆ καὶ ἡ πρὸς Θεὸν (ὀρθή) πίστις μας». Ἀπολογοῦμαι –συνεχίζει– ὄχι διότι ἀδικοῦμαι ἀπό σας καὶ σᾶς χάνω (ἀφοῦ ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ ἐμένα ἕνεκα τῆς συκοφαντίας), ἀλλὰ διότι διαπιστώνω ὅτι σεῖς «χάνετε τὴν ἀλήθειαν… Συνεπῶς περισσότερον πρὸς χάριν σας παρὰ πρὸς χάριν μου ἀπολογοῦμαι, καθὼς καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ μίαν ἀνυπόφορον ζημίαν. Διότι ποῖον ἄλλον μεγαλύτερον κακὸν θὰ ἠδύνατο νὰ πάθῃ κανείς, ὅταν χάσῃ τὸ πολυτιμότερον ἐξ ὅλων τῶν ἀγαθῶν, τὴν ἀλήθειαν;
Τί λοιπὸν ἰσχυρίζομαι, ἀδελφοί; Ὄχι ἀσφαλῶς ὅτι δῆθεν κάποιος ἀναμάρτητος εἶμαι ἐγώ, οὔτε ὅτι ἡ ζωή μου δὲν εἶναι γεμάτη ἀπὸ μύρια ἐλαττώματα. Διότι ἔχω ἐπίγνωσιν τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ δὲν παύω τουλάχιστον νὰ χύνω δάκρυα διὰ τὰ ἁμαρτήματά μου, μήπως καὶ δυνηθῶ νὰ ἐξευμενίσω τὸν Θεόν μου καὶ ἀποφύγω τὴν ἀπειλὴν τῆς κολάσεως» (σελ. 21-22). Ἀλλὰ ἰσχυρίζομαι ὅτι πρέπει νὰ «γίνῃ δημόσιος ἔλεγχος» ὅσων μὲ κατηγοροῦν καὶ ὄχι νὰ «ἀνεχθῆτε» τὶς ἐναντίον μου κακολογίες καὶ συκοφαντίες ἀβασάνιστα. «Ἂς ἔλθουν εἰς φῶς ὅσαι πονηρίαι διαφεύγουν τὴν προσοχήν μου… Ἐξ ἄλλου, ἐὰν τὸ σφάλμα ἀφορᾶ εἰς τὴν πίστιν, ἂς παρουσιασθῇ ἐνώπιόν μας τὸ αἱρετικόν (μου) σύγγραμμα, πάλιν ἂς στηθῇ δίκαιον καὶ ἀμερόληπτον δικαστήριον. Ἂς ἀναγνωσθῇ (πρῶτον) ἡ κατηγορία. Ἂς ἐξετασθῇ (ἔπειτα) μήπως λόγω ἀγνοίας τοῦ κατηγόρου θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἐπιλήψιμον περισσότερον παρ’ ὅτι ὡς ἐκ φύσεώς του εἶναι ἄξιον καταδίκης τὸ σύγγραμμα αὐτό» (σελ. 23).
«Ἀλλ’ ἐγὼ πιστεύω ὅτι καὶ εἰς τὰ (ἁγιογραφικὰ) “λόγια του Πνεύματος” δὲν θὰ ἔπρεπε ὁ καθεὶς νὰ ἐπιχειρῆ τὴν ἑρμηνείαν ὅσων ἔχουν λεχθῆ, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπὸ τὸ (Ἅγιον) Πνεῦμα τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως, ὅπως μᾶς ἐδίδαξεν ὁ Ἀπόστολος (Παῦλος) εἰς τὸ περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν χαρισμάτων (Α΄ Κόρ. 12, 8-10)
Ὡς πρὸς δὲ τὴν ὀρθότητα τῆς δικῆς μας πίστεως ποία σαφεστέρα ἀπόδειξις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀνατραφ… ἀπὸ τὴν περιβόητον Μακρῖναν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐδιδάχθημεν τὰ λόγια του μακαριωτάτου Γρηγορίου (τοῦ Θαυματουργοῦ)…
Ἐξ  ἄλλου, ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἀπεκτήσαμεν τὴν ἱκανότητα τῆς φρονίμου σκέψεως, ἐφ’ ὅσον τὸ λογικόν μας μὲ τὴν ὡρίμανση τῆς ἡλικίας συνεπληρώθη, περιωδεύδαμεν πολλὰ μέρη γῆς καὶ θαλάσσης μήπως εὕρωμεν μερικοὺς οἱ ὁποῖοι νὰ ἀκολουθοῦν τὸν παραδοθέντα κανόνα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὥστε αὐτοὺς νὰ ἐκλέξωμεν ὡς πατέρας (πνευματικούς) καὶ νὰ κάμωμεν ὁδηγοὺς τῶν ψυχῶν μας εἰς τὴν πρὸς τὸν Θεὸν πορείαν μας. Καὶ μέχρι τουλάχιστον τῆς ὥρας αὐτῆς, μὲ τὴν χάριν Ἐκείνου ὁ Ὁποῖος μᾶς «ἐκάλεσε μὲ κλῆσιν ἁγιαστικήν», διὰ νὰ Τὸν γνωρίσωμεν μὲ γνῶσιν τελείαν, δὲν ἔχομεν ἀντιληφθῆ νὰ ἔχωμεν δεχθῆ εἰς τὴν καρδίαν μας κανένα λόγον ἀντίθετον τῆς ὑγιοῦς διδασκαλίας, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐμολύναμεν ποτὲ τὰς ψυχάς μας μὲ τὴν ἀκατονόμαστον καὶ βλάσφημον αἵρεσιν τῶν Ἀρειανῶν.
Ἐὰν δὲ κάποτε ἐδέχθημεν εἰς (ἐκκλησιαστικήν) κοινωνίαν μερικοὺς οἱ ὁποῖοι προήρχοντο ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν (αἱρετικόν) διδάσκαλον καὶ οἱ ὁποῖοι ἐφύλασσον μυστικὴν εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των τὴν νόσον (τῆς αἱρέσεως), καίτοι ὡμολόγουν τὰ ὀρθόδοξα διδάγματα ἢ τουλάχιστον εἰς ὅσα ἐλέγομεν ἡμεῖς δὲν ἀντέλεγον, ὡς ἑξῆς τοὺς ἐδέχθημεν: οὐδόλως ἐνεπιστεύθημεν μόνον εἰς τὸν ἑαυτόν μας τὴν ἀπόφασιν ὡς πρὸς αὐτούς, ἀλλ’ ἠκολουθήσαμεν τὰς ἀποφάσεις τὰς ὁποίας εἶχον προηγουμένως διατυπώσει ὡς πρὸς αὐτοὺς οἱ Πατέρες μας. Ἔχω μάλιστα λάβει ἐπιστολὴν τοῦ μακαριωτάτου Πατρὸς Ἀθανασίου, τοῦ ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας, εἰς τὴν ὁποίαν σαφῶς λέγει τὰ ἑξῆς:
ἐὰν κανεὶς ἀπὸ τὴν αἵρεσιν τῶν Ἀρειανῶν θέλῃ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ ὁμολογῇ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως τῆς Νικαίας, νὰ τὸν δέχεσθε χωρὶς νὰ διστάζετε δι’ αὐτόν. Μάλιστα (εἰς τὴν ἐπιστολήν του ὁ Ἀθανάσιος) μοῦ παρεῖχεν τὴν πληροφορίαν ὅτι μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἦσαν σύμφωνοι ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τόσον τῆς Μακεδονίας, ὅσον καὶ τῆς Ἀχαΐας. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐνόμιζον ὅτι εἶναι ἀνάγκη (ὡς πρὸς αὐτό) νὰ ἀκολουθῶ ἕνα τόσον σπουδαῖον ἄνδρα χάρις καὶ εἰς τὴν αὐθεντίαν ὅσων ἀπεφάσισαν (τοιουτοτρόπως), συγχρόνως ὅμως καὶ διότι ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν μισθὸν τῆς εἰρηνοποιΐας, ὅσους ὡμολόγουν αὐτὸ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως τοὺς κατέτασσον εἰς τὴν μερίδα ὅσων ἐκοινώνουν μαζί μας.
Ἂς ἐρωτηθοῦν λοιπὸν οἱ … ὀρθόδοξοι τῆς Αἰγύπτου. Διότι οὗτοι καὶ ἀποστέλλουν πρὸς ἡμᾶς ἐπιστολάς, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ λαμβάνουν ἀπὸ ἡμᾶς. Τόσον λοιπὸν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν αἱ ὁποῖαι ἔρχονται (ἐδῶ) ἀπὸ αὐτοὺς δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε, ὅσον καὶ ἀπὸ ὅσας ἐπίσης τοὺς ἀποστέλλονται δύνασθε νὰ μάθετε ὅτι ὅλοι εἴμεθα «σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες». Συνεπῶς ἂς μὴ διαφεύγῃ τὴν ἀκρίβειάν σας ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀποφεύγει νὰ ἔχῃ ἐπικοινωνίαν μαζί μας ἀποκόπτει τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν.
Παρατηρήσατε λοιπὸν γύρω σας, ἀδελφοί (καὶ διαπιστώσατε) μὲ πόσους ἔχετε ἐπικοινωνίαν. Διότι, ἂν δὲν γίνετε δεκτοὶ ἀπὸ ἡμᾶς, ποῖος εἰς τὸ ἑξῆς θὰ σᾶς ἀναγνωρίσῃ; (Δι’ αὐτό) μὴ μᾶς φέρετε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν κάτι λυπηρὸν διὰ τὴν φιλτάτην μας Ἐκκλησίαν (σας). Μὴ μὲ κάμετε, ὅσα τώρα κρύπτω εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας μου καὶ μόνος ἀναστενάζω καὶ κλαίω τὴν κακοδαιμονίαν τῆς ἐποχῆς, τὸ ὅτι δηλαδὴ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ αἰτία (οὐσιώδης) αἱ πλέον σπουδαῖαι Ἐκκλησίαι καὶ ἀπὸ τὴν παλαιὰν ἐποχὴν θεωρούμεναι μεταξύ των ἀδελφαί, αὐταὶ τώρα εἶναι χωρισμέναι, μὴ μὲ κάμετε αὐτὰ ἀκριβῶς νὰ τὰ θρηνολογήσω ἐνώπιον ὅλων συγχρόνως ὅσων ἐπικοινωνοῦν μαζί μας. Μὴ μὲ ἐξαναγκάσεται νὰ προφέρω λόγια τὰ ὁποῖα μέχρι τώρα μὲ τὸν χαλινὸν τοῦ λογικοῦ συγκρατῶ κρυμμένα μέσα μου. Εἶναι καλλίτερον ἡμεῖς νὰ φύγωμεν μακρὰν καὶ νὰ ὁμονοήσουν μεταξύ των αἱ Ἐκκλησίαι παρὰ ἐξ αἰτίας τῶν παιδαριωδῶν μικροψυχιῶν μας νὰ προξενήσωμεν τόσον μεγάλον κακὸν εἰς τοὺς λαοὺς τοῦ Θεοῦ.
Ἐρωτήσατε τοὺς πατέρας σας καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρουν ὅτι, ἂν καὶ ὡς πρὸς τὴν τοποθεσίαν ἐφαίνοντο χωρισμέναι (μεταξύ των) αἱ τοπικαὶ Ἐκκλησίαι, ἐν τούτοις τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸ φρόνημα ἦσαν ἓν καὶ μὲ μίαν γνώμην ἐκυβερνῶντο. Ἀφ’ ἑνὸς αἱ ἐπικοινωνίαι τοῦ λαοῦ ἦσαν συνεχεῖς. Συνεχεῖς ἀφ’ ἑτέρου ἦσαν αἱ ἐπισκέψεις τοῦ Κλήρου καὶ εἰς τοὺς ἰδίους τοὺς ποιμένας τόσον ἐπεκράτει ἡ μεταξύ των ἀγάπη, ὥστε καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ χρησιμοποιῇ ὡς διδάσκαλον καὶ ὁδηγὸν τὸν ἄλλον “εἰς τὰ πρὸς Κύριον” (τὰ πνευματικά) (σ. 26-30).

Κείμενο (Αὐτὸ ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν μετάφραση τῶν σελίδων 26-30 ποὺ παραθέσαμε):

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Ἄρθρο τοῦ λόγιου ἁγιορείτη μοναχοῦ Νικοδήμου Μπιλάλη
στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» τῆς 30ης Μαρτίου 2012





“ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ!”

ΚΑΙ  Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΤΙ;




Πολλοὶ Γέροντες σήμερα, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ στενοχωρήσουν τοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ αἱρετίζουν –ὡσὰν νὰ μὴ ἐργάζωνται στὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ στὸν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο, ὡσὰν νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἡ καρποφορία τοῦ ἀμπελῶνος ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο (ποὺ εἴτε αἱρετίζει, εἴτε ἀνέχεται τοὺς αἱρετίζοντες), ἐπαναπαύουν τὴν συνείδησή τους μὲ τὴν σκέψη ὅτι: αἱρετικὸ μποροῦμε νὰ θεωροῦμε καὶ νὰ ἀποφεύγουμε,  μ ό ν ο  ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ὡς τέτοιος χαρακτηρισθεῖ ἀπὸ κάποια Σύνοδο. Αὐτὴ ὅμως ἡ θέση ἐλέγχεται ὡς λανθασμένη μὲ βάση τὴν Πατερικὴ διδασκαλία. Γιατί, ἀλήθεια καμώνονται πὼς ἀγνοοῦν τὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ θεωροῦσε ὡς αἱρετικὸ ἐκεῖνον ποὺ καὶ σὲ κάποιο, ἔστω καὶ «μικρό», σημεῖο τῆς Πίστεως ἔσφαλε, καὶ ἀπόφευγαν νὰ ἐπικοινωνοῦν ἀκόμα καὶ μὲ ἐκεῖνο, γιὰ τοῦ ὁποίου τὴν ὀρθοδοξία εἶχαν ἀμφιβολίες;
Παραθέτουμε τὸ ἄρθρο τοῦ λόγιου ἁγιορείτη μοναχοῦ Ν.Μ., τὸ ὁποῖο μᾶς παρουσιάζει κάποιες πτυχὲς ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ ἀείμνηστου γέροντα π. Μάρκου Μανώλη, ὁ ὁποῖος χαρακτήρισε μὲ δυνατὴ φωνὴ –μέσα σὲ ἱ. Ναὸ– αἱρετικὸ τὸν πατριάρχη Ἀθηναγόρα· ὑπενθυμίζουμε δέ, ὅτι ὄχι μόνο τὸν ἴδιο χαρακτηρισμὸ εἶχε κάνει γιὰ τὸν Ἀθηναγόρα καὶ ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ἀλλὰ καὶ πὼς τρεῖς ἐπίσκοποι, καὶ οἱ τότε Ἁγιορεῖτες μοναχοί, εἶχαν διακόψει τὸ μνημόσυνο τοῦ Ἀθηναγόρα.
Ἂς ξανασκεφτοῦν οἱ σύγχρονοι Γέροντες, τὰ πρόσφατα αὐτὰ ἐκκλησιαστικὰ γεγονότα, ἂς συγκρίνουν τὴ βαρύτητα τῶν μεμονωμένων οἰκουμενιστικῶν παρεκτροπῶν ἐπὶ ἐποχῆς Ἀθηναγόρα, μὲ τὴν καρκινωματικὴ ἐπέκτασή τους ἐπὶ τοῦ σήμερον πατριαρχεύοντος κ. Βαρθολομαίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ φρικτοῦ ὑβριστὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς καθόλου Ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας κ. Ζηζιούλα, καὶ ἂς ἀναλάβουν –αὐτοὶ καὶ τὰ πνευματικά τους παιδιά– τὶς εὐθύνες τους.
Παραθέτουμε τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἄρθρου:

ΕΒΡΟΝΤΟΦΩΝΗΣΕΝ μακαριστς
π. Μρκος Μανώλης πρίν 42 χρόνια:

“ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ!”

Καὶ γιά τή γενναία αὐτή ὁμολογία του ἐδιώχθηκε ἐπί ἔτη, ἀκόμη καί μέ ἀπειλούμενη καθαίρεσή του, ἀπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο Α´. Διάκονος ἀπό τό 1965 ὁ π. Μᾶρκος, ὡς τιμωρούμενος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, παρέμεινε Διάκονος καθ᾽ ὅλη τή χουντική 7ετία καί ἱερωνυμική ἀρχιεπισκοπία (1967–1974), διάστημα κατά τό ὁποῖο ἐκάλει τόν π. Μᾶρκο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, γιά νά ἀνακαλέσει τήν ὁμολογία του, χωρίς ἐκεῖνος νά ὑποκύψει. Ἀλλά καί ὁ «διάδοχος» τοῦ Ἱερωνύμου Σεραφείμ (Τίκας) ἐδίωξε ἐπίσης τόν π. Μᾶρκο. Δέν ἐπέτρεπε καί αὐτός τή χειροτονία του σέ Ἱερέα ἐπί 11 ἐπί πλέον χρόνια, ὥστε νά παραμείνει Διάκονος ἐπί 19 χρόνια!
Τελικά τόν ἐχειροτόνησε Ἱερέα ὁ τότε Ἀττικῆς Δωρόθεος, μετατεθείς ἀπό τήν Καστοριά, «ἐξαπατήσας» τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ μέ τήν τοποθέτηση τοῦ π.Μάρκου ὡς «ἐξορίστου»(!) στό νεκροταφιακό καί σχεδόν ἔρημο τότε Ἱ. Ναό Ἁγίου Γεωργίου Διονύσου. Διότι δέν ἐφανταζόταν ὁ Δωρόθεος ὅτι ὁ π. Μᾶρκος θά μετέβαλε τόν Ἅγιο Γεώργιο σέ πολυπληθέστατο Ἐφημεριακό Ναό καί ὅτι θά ἔκτιζε καί μεγαλοπρεπῆ Ἐνοριακό Ναό, τόνἍγιο Διονύσιο Διονύσου!
Ἀλλά μετά τά γνωστά καί ἄγνωστα σέ πολλούς αὐτά εἰσαγωγικά, ἄς ἐπανέλθουμε στή βροντόφωνη ὁμολογία τοῦ π. Μάρκου: «ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ!», τῆς ὁποίας ὁμολογίας ὁ ὑπογραφόμενος ὑπῆρξε αὐτήκοος καί αὐτόπτης τοῦ γεγονότος τόν Μάρτιο τοῦ 1970 στό Καθολικό τῆς Ἱ. Μ. Πετράκη.
Εἶχε τότε ἀσθενήσει ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας Α´ (1948–1972) καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος ἐξέδωκε Ἐγκύκλιο, κατά τήν ὁποία ὅλοι οἱ Ἱ. Ναοί τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἔπρεπε νά κάνουν εἰδική δέηση ὑπέρ τῆς ὑγείας τοῦ Πατριάρχη σέ ὅλες τίς Ἱ. Ἀκολουθίες.
Ἀλλά γιατί ἀντέδρασε ὁ π. Μᾶρκος; Προσευχή θά γινόταν. Τί τό μεμπτό; Ἔτσι θά ἔλεγαν κάποιοι καί τότε καί ἴσως σήμερα περισσότερο. Δυστυχῶς, ὑπῆρχε πολύ τό μεμπτό καί ἀπαγορευτικό, τό ἴδιο τό πρόσωπο τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος ἤδη ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς καί μάλιστα ὡς Κωνσταντινουπόλεως εἶχε παραβῆ καί «ὑβρίσει» τούς Ἱ. Κανόνες, τά Ἱ. Δόγματα καί τίς Ἱ. Παραδόσεις τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας! Καί αὐτά, ὄχι μόνο μέ δηλώσεις του, ἀλλά καί μέ συγκεκριμένες παραβατικές ἐνέργειές του. Τά εἶχε σχεδόν ἰσοπεδώσει ὅλα, πορευόμενος «ἀγαλλομένῳ ποδί» (=χοροπηδώντας!), ὡς ἀρχιοικουμενιστής, καί μάλιστα φιλοπαπικός καί φιλενωτικός μέ τόν Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό!
Ἐκτός ὅμως ἀπό τά οἰκουμενιστικά καί αἱρετικά του δρώμενα στήν Ἀμερική, ἀλλά καί στήν Κωνσταντινούπολη (ἀπό τό 1948 ἕως τό 1965), τό 1965 μονομερῶς, μόνος του, ἐρήμην τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἔκαμε τή λεγομένη «ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων» τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τοῦ Παπισμοῦ, χωρίς ὁ Παπισμὸς νά ἀλλάξει καί διορθώσει τίποτε ἀπό τόν ἑσμό καί ὁρμαθὸ τῶν αἱρέσεών του. Ἐνῶ μνημονεύοντας τόν Πάπα Παῦλο Α´ ἔκαμε μαζί του καί κοινή-«ἀδελφική» συνάντηση στά Ἱεροσόλυμα, γιά πρώτη φορά μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054!
Ἀλλά καί μόνο γιά τά πρίν ἀπό τήν ἀντικανονικότατη «ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων…» τοῦ 1965 καί τή συνάντησή του μέ τόν Πάπα, ὁ ὄντως Ὀρθόδοξος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Β´ (Χατζησταύρου) εἶχε δηλώσει καί ἔγραψε στά «Πεπραγμένα» του (τόμ. Β´…, Ἀθῆναι 1964, σ. 197): «Ὁ Ἀθηναγόρας Α´ οὐδέν πρεσβεύει, εἰς οὐδέν πιστεύει, εἰ μή μόνῳ ἑαυτῷ δουλεύει καί τήν ἀπαθανάτισιν τοῦ ὀνόματός του ἐπιδιώκει, ἔστω, κατά Ἡρόστρατον, διά τῆς καταστροφῆς τῆς Ἐκκλησίας»!
...Ὅταν μάλιστα ὁ Ἀθηναγόρας τό 1970 ἀποδέχθηκε ἀκόμη καί τό αἱρετικότατο Φιλιόκβε (Filioque=καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ…), ἀπαγορευμένη προσθήκη τοῦ Παπισμοῦ στό ἱερό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὡς δῆθεν «θεολογούμενο», δήλωση γιά τήν ὁποία οἱ περισσότερες Ἱ. Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους διέκοψαν τό «μνημόσυνό» του (μάλιστα καί ὁ μακαρ. Γέροντας Παΐσιος στήν Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα), ὁ μακαρ. π. Μᾶρκος ἔδινε μάχες διά μέσου τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου». Ἐγνώριζε, ἀποδοκίμαζε καί ἐκαυτηρίαζε τά προηγούμενα ἀθηναγορικά… ἀπόβλητα.
Ἔτσι, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος διέταξε τήν καθημερινή μνημόνευσή του ἀπό ὅλες τίς Ἐνορίες, στήν πρώτη δέηση-μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του ὁ π. Μᾶρκος ἀντέδρασε δυναμικά, μετά τό τέλος τῆς θ. Λειτουργίας. Ὡς λειτουργός τότε στήν Ἱ. Μ. Πετράκη ἦταν ὁ Ἱερομόναχος π. Χριστόφορος Σταυρόπουλος, ἀδελφός τῆς Ἱ. Μονῆς, ἐνῶ Ἡγούμενος ἦταν ὁ θεοφιλ. Ἐπίσκοπος Εὐρίπου Βασίλειος, συμπροσευχόμενος στό Ἱερό τοῦ Ναοῦ. Μάλιστα ὁ λειτουργός π. Χριστόφορος ἐπεξέτεινε τήν «ὑπέρ ὑγείας» τοῦ Ἀθηναγόρα δέηση μέ τήν προσθήκη: «καί ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως ὑπό ἕνα ποιμένα», ὑπονοῶν μᾶλλον τόν Πάπα!…
Καί ἀκριβῶς μετά τό «Δι᾽ εὐχῶν» ὁ μακαρ. π. Μᾶρκος, εὑρισκόμενος στό δεξιό Ψαλτήρι, ἀριστερά, ἐνῶ στό κέντρο εὑρισκόταν ὡς ἱεροψάλτης ὁ ὑπογραφόμενος, κατῆλθε τοῦ στασιδίου του, μέ ἀλλοιωμένο τό πρόσωπο, διέσχισε τόν κατάμεστο Ἱ. Ναό, ἀπό ἐκκλησιαζόμενο Δημοτικό Σχολεῖο, καί, φθάνοντας στήν ἐξώθυρα, ἐστράφηκε πρός τό ἐκκλησίασμα καί, ὁ πάντοτε πραΰς καί γλυκύς, ΕΒΡΟΝΤΟΦΩΝΗΣΕ κυριολεκτικά: «ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ!».
Ὁ ὑπογραφόμενος ἐκείνη τή στιγμή δέν ἀντέδρασα, μολονότι ὑπῆρξα ἀντιοικουμενιστής ἀπό λαϊκός θεολόγος καί φυσικά ὡς Ἁγιορείτης Μοναχός, μάλιστα μέ σχετική ἀρθρογραφία στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο». Ἡ ἀντίδρασή μου ἔγινε μετά τή θ. Λειτουργία, ὅταν οἱ προηγούμενοι (Ἡγούμενος καί λειτουργός) μοῦ ἀνέφεραν γιά τήν ἄμεση δίωξη τοῦ π. Μάρκου, τόν ὁποῖον ὑπερασπίσθηκα, ἀλλά καί γιά τή δική μου ἄμεση ἀπομάκρυνση ὡς φιλοξενουμένου προσωρινά στό κελλίο τοῦ θείου μου π. Εὐσεβίου (Μπιλάλη), ἀδελφοῦ τοῦ πατέρα μου καί ἀδελφοῦ τῆς Ἱ. Μονῆς ἐπί 45ετία. Τήν ἐντολή ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος.
Ἐξάλλου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος, ἐκδικούμενος καί τόν μακαρ. π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο καί τόν «Ὀρθόδοξο Τύπο», ἀφοῦ τόν κατήργησε καί ἄλλαξε ὡς Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς, προχώρησε καί στήν ἀφαίρεση τοῦ τίτλου-ὀφφικίου τοῦ «Ἀρχιμανδρίτη», ὅπως καί σέ ὅλους σχεδόν τούς «Ἀρχιμανδρίτες» τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐκτός μόνης μιᾶς πεντάδας περίπου...
Ἀλλ᾽ ἐδῶ κρίνουμε ἐπίκαιρο νά ἀναφέρουμε –ἤ μᾶλλον νά ἀποκαλύψουμε– ἕνα κορυφαῖο γεγονός τῶν φιλαθηναγορικῶν αἰσθημάτων καί φρονημάτων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου Α´, τό ὁποῖο οἱ ἐκλιπόντες καί ἐπιζῶντες ἱερωνυμικοί σκόπιμα ἀποσιωποῦν.
Πρόκειται γιά τή φαιδρή…, ἀλλά καί σκανδαλώδη ἱερωνυμική ἐνέργεια τῆς ἀνακηρύξεως τό 1969 τοῦ Ἀθηναγόρα Α´ ὡς … «“Προφηταποστόλου”(!) ἐπί τῇ συμπληρώσει εἰκοσαετίας ἀπό τῆς εὐδοκίᾳ Θεοῦ (!) ἀναρρήσεως αὐτοῦ εἰς τόν πρεσβυγενῆ ἱστορικόν καί οἰκουμενικόν θρόνον». Μάλιστα προστίθεται ὅτι τό γεγονός τοῦτο «ἀποτελεῖ ἕν τῶν περιφανεστάτων γεγονότων τῆς ζωῆς καί τῆς ἱστορίας τῆς κατά Ἀνατολάς Ἐκκλησίας (!). Ἤδη ὁ Παναγιώτατος Ἀθηναγόρας ἔλαβε δικαίως καί ἀναφαιρέτως(!) τόν τίτλον τοῦ “προφηταποστόλου”… τῆς “χριστιανικῆς καταλλαγῆς καί “ἑνότητος”…»! (Τά θαυμαστικά εἶναι ἰδικά μας).
Ποῦ γράφονται (καί μένουν ὡς γραπτά) αὐτά; Στά «Δίπτυχα» (τό Ἐκκλησιαστικό Ἡμερολόγιο καί Τυπικό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) τοῦ ἔτους 1969, ἐκδόσεως τῆς «Ἀποστολικῆς Διακονίας…»! Ἄν ἡ «ἀφιέρωση»δέν εἶναι προσωπικό κείμενο τοῦ Ἱερωνύμου, ἀλλά τοῦ ἐπιμελητῆ τῶν «Διπτύχων», εἶναι βεβαιότατο ὅτι τό κείμενο αὐτό τό εἶδε καί τό ἐνέκρινε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Γιατί ἦλθε σέ διαφωνία μέ τόν τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Λεωνίδα (Παρασκευόπουλο), ὅταν ὁ τελευταῖος, ὡς φέρων τόν τίτλο «Παναγιώτατος» (ὤ τῆς τιτλομανίας τῶν κληρικῶν!…), διεκδικοῦσε τήν ἀνακήρυξη τοῦ Ἀθηναγόρα ὡς «Προφηταποστόλου» στή Θεσσαλονίκη, ὡς ὁμότιτλος! Ἀλλ᾽ ἐπικράτησε ὁ… Μακαριώτατος Ἀθηνῶν Ἱερώνυμος.
Καί κλείνουμε ἐδῶ τή ζητηθεῖσα ἀπό τόν «Ο.Τ.» ἐπετειακή αὐτή ἀναφορά στό διετές μνημόσυνο τοῦ διωχθέντος π. Μάρκου μέ ἕνα ἐξίσου κορυφαῖο καί ἄγνωστο μᾶλλον στούς πολλούς ἱερωνυμικό γεγονός.
Εἶναι ἕνα καθαυτό παπικό γεγονός, τοῦ ὁποίου ὁ ὑπογραφόμενος ὑπῆρξε ἐπίσης αὐτόπτης στήν ὁδό Ἡρώδου Ἀττικοῦ. Ἦταν ἤδη ἔκπτωτος –«παραιτηθείς» ἤ μᾶλλον διωχθείς– ὁ Ἱερώνυμος Α´, ὅταν κατερχομένου μου τήν Ἡρώδου Ἀττικοῦ, πρός τήν πλευρά τοῦ Ἐθνικοῦ Κήπου, ἐκεῖνος ἀνερχόταν πρός τήν πλευρά τοῦ Προεδρικοῦ Μεγάρου, ἀλλά φέρων-φορῶν πλήρη παπική στολή… Καρδιναλίου! Ἔφερε καφε- τί «ἀντερί», μπέρτα στήν ἄνω πλάτη καί στήν κεφαλή σκουφάκι-φεσάκι παπικό! Μάλιστα μέ τήν ἴδια παπική στολή ἐπισκέφθηκε καί τό βιβλιοπωλεῖο «ΦΩΣ» (ὁδ. Φειδίου, στήν Ἀθήνα), ὅπου τότε ὁμιλοῦσε κάθε Πέμπτη, στήν ἄνω τοῦ ἰσογείου αἴθουσα, ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν. Παρουσιάσθηκε ἐμπρός καί ἠθέλησε νά ὁμιλήσει, ἐνῶ τό ἀκροατήριο «μουρμούριζε» ἔντονα, ὥστε ἀναγκάσθηκε νά διαμαρτυρηθῆ. Τότε ὁ π. Γεώργιος τοῦ εἶπε: «Φυσικό εἶναι, Μακαριώτατε, νά ἀντιδρᾶ τό ἀκροατήριο, ἔτσι πού εἶσθε ντυμένος μέ παπική στολή…» (ὑπάρχει καί μαγνητοταινία… γιά τούς τυχόν ἀμφιβάλλοντας).
Ἀκόμη, μέ τήν ἴδια παπική στολή, τόν εἶδε καί ὁ εὐλαβής Ἱερεύς π. Ἰωάννης Κατῆς, τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Νικαίας, στήν ὁδό Γαμβέττα (Ὁμόνοια), ὅπου, κάπου ἐκεῖ, εἶχε Γραφεῖα «Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης», ἰδικῆς του οἰκουμενιστικῆς ἐμπνεύσεως καί ἐνεργείας, πού ἔχει «κλείσει».
Δυστυχῶς, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος ἦταν οἰκουμενιστής, ἀλλά καί ἐνεργός νεωτεριστής!...
Μ.Ν.Μ
Πηγή: «Ὀρθόδοξος Τύπος», 30 Μαρτίου 2012, ἀρ. φ. 1921