Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

«Χαίρετε και αγαλλιάσθε...»!


Όχι μόνο λύπη αλλά και χαρά και θάρρος 

Του Αδαμάντιου Τσακίρογλου

Παρατηρώντας το κλίμα της εποχής μας μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε κλίμα εσχάτων καιρών. Πόλεμοι, διωγμοί, κρίση προσωπική και κοινωνική και προπάντων αιρέσεις. Aιρέσεις κάθε είδους, με κορωνίδα την παναίρεση του οικουμενισμού, συνοδευόμενες από κάθε είδους φαινόμενα που αρχίζουν με το στερητικό άλφα: ασυδοσία, απιστία, ασέβεια, ασέλγεια, αφιλοτιμία, ανανδρεία, απανθρωπιά, αθεΐα κλπ. Φυσικό είναι μία τέτοια διαπίστωση να προκαλεί σε κάθε Ορθόδοξο αγωνία και λύπη. Αγωνία για το που θα καταλήξουν αυτές οι λυπηρές εξελίξεις, αφού ο σύγχρονος άνθρωπος έχασε τελείως την αγάπη προς τον Έναν και αληθινόν Θεό.
Δεν μπορεί να χαίρεται ο αληθινός Χριστιανός, όταν συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Θλίβεται και αγωνιά. Γνωρίζει όμως παράλληλα, ότι η θλίψη και ο πόνος επιτρέπονται από τον Θεό για να μας αναδείξει νικητές, όπως ο αθλητής αναδεικνύεται από σκληρή προπόνηση και αγώνες. Για να μας καθαρίσει, όπως ο χρυσός, που μόνο μέσα στην φωτιά παίρνει την ανόθευτη μορφή του, για να μας φέρει κοντά Του, γιατί ο άνθρωπος που ξεχνάει τον Θεό μόνο στα βάσανα Τον ξαναβρίσκει, για να μας στεφανώσει, γιατί μόνο μέσα σε αγώνες μπορείς να γίνεις πρωταθλητής, για να μας ταπεινώσει, γιατί μόνο στα βάσανα και στον πόνο καταλαβαίνουμε την αδυναμία μας και την ευτέλεια μας
Παρόλα αυτά διακρίνεται μία ολοένα αυξανόμενη ένταση αυτής της λύπης και πολλοί συνανθρωποί μας αρχίζουν να κλονίζονται κάτω από το βάρος της και οδηγούνται στην απόγνωση, ξεχνώντας, ότι το χαρακτηριστικό του αληθινού Χριστιανού δεν είναι η λύπη αλλά η χαρμολύπη, δηλ. η λύπη, που βιώνεται με χαρά και θάρρος. Ο άγιος Σεραφειμ του Σαρώφ χαιρετούσε τους πιστούς, όσο βασανισμένοι και να ήταν με τις λέξεις «Χριστός ανέστη χαρά μου». Αλλά και όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είχαν παράλληλα με την θλίψη για τις αμαρτίες τους και τις αμαρτίες των ανθρώπων μία απέραντη χαρά, γιατί βίωναν τον λόγο του Χριστού «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16. 33). Ένιωθαν την χαρά, γιατί βίωναν ότι, ό,τι και να συμβεί, ο Χριστός θα νικήσει. Ήταν θαρραλέοι, γιατί βίωναν ότι ο αγώνας τους θα επιφέρει τον υψηλότερο μισθό· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Μτ. 5, 12).
Λυπόντουσαν για τους εχθρούς της Εκκλησίας και προσευχόντουσαν για την σωτηρία τους μέσω της μετάνοιάς τους αλλά παράλληλα χαίρονταν γιατί γνώριζαν, ότι «Καί πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18). Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έλεγε: «Πόσοι τύραννοι θέλησαν να νικήσουν την Εκκλησία; Πόσα τηγάνια; πόσα καμίνια, δόντια θηρίων, ξίφη ακονισμένα; Όμως δεν την νίκησαν. Που είναι εκείνοι, που την πολέμησαν; Έχουν σιγήσει και παραδόθηκαν στην λήθη. Και που είναι η Εκκλησία; Λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Τα δικά τους σβήστηκαν, τα δικά της είναι αθάνατα».
Σήμερα, Κυριακή της Ορθοδοξίας ψάλουμε: «Τίς Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών; Συ εί ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος». Τι ύμνος χαράς και νίκης, τι ομολογία πίστεως! Η θλίψη και η νηστεία συνοδεύεται από ύμνους χαράς και νίκης.
Τίς Θεός μέγας! Οι Ορθόδοξοι αψήφισαν αυτοκράτορες, ληστρικές συνόδους, στρατούς, βασανιστήρια, θάνατον! Τίς Θεός μέγας! Οι αιρετικοί ξέχασαν Ποιόν πολεμούν γι’ αυτό και θα συντριβούν.
Τίς Θεός μέγας! Με Αυτόν στο πλευρό μας δεν φοβόμαστε τίποτα και κανέναν, αρκεί να μείνουμε πιστοί και ασάλευτοι σε Αυτόν.
Τίς Θεός μέγας! Η φύση το διατυμπανίζει και οι άνθρωποι είναι τυφλοί και κωφεύουν. Ας τους ανοίξουμε τα αυτιά και τα μάτια με την πίστη μας, τις πράξεις μας, την ομολογία μας.
Τίς Θεός μέγας! Αν το πιστεύουμε δεν θα είμαστε ποτέ μόνοι, ποτέ δεν θα νιώθουμε εγκαταλελειμένοι.
Τίς Θεός μέγας! Τι κρίμα που τα παιδιά Του τον απορρίπτουν! Ας προσευχηθούμε με θέρμη για την σωτηρία όλων των ανθρώπων, γιατί μέγα το ελεός Του.
Τίς Θεός μέγας! Ας χαρούμε, ας έχουμε θάρρος, γιατί είμαστε παιδιά Του, γιατί δεν μας εγκατέλειψε ακόμη για τις αμαρτίες μας, γιατί μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας Του μας σηκώνει και μας καθαρίζει μετά από κάθε πτώση.
Υπάρχει μόνο μία βάσικη προυπόθεση για να βιώσουμε -όπως οι άγιοι και όλοι οι αληθινοί Ορθόδοξοι-  αυτήν την χαρά και αυτό το θάρρος: Να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας, πόσο θέλουμε τον Χριστό, πόσο μας γεμίζει ο Χριστός, πόσο ζούμε εν Χριστώ. Πρότυπο μας ας είναι τα παρακάτω λόγια:
«Σταθήτε όλα τα σύμπαντα, όλοι οι υπάρχοντες κόσμοι, και όλα τα όντα! Κάτω όλαι αι καρδίαι, όλοι οι νόες, όλαι αι ζωαί, όλαι αι αθανασίαι, όλαι αι αιωνιότητες! Διότι, όλα αυτά άνευ του Χριστού είναι δι' εμέ κόλασις η μία κόλασις δίπλα εις την άλλην κολασιν, όλα είναι αναρίθμητοι και ατελεύτητοι κολάσεις, και εις το ύψος και εις το βάθος και εις το πλάτος. Η ζωή άνευ του Χριστού, ο θάνατος άνευ του Χριστού, η αλήθεια άνευ του Χριστού, ο ήλιος άνευ του Χριστού και τα σύμπαντα χωρίς Αυτόν, όλα είναι τρομερά ανοησία, ανυπόφορον μαρτύριον, Σισύφειος βάσανος, κόλασις!
Δεν θέλω ούτε την ζωήν, ούτε τον θάνατον άνευ Σού, Γλυκύτατε Κύριε! Δεν θέλω ούτε την αλήθειαν, ούτε την δικαιοσύνην, ούτε τον παράδεισον, ούτε την αιωνιότητα. Όχι, όχι! Εσένα μόνον θέλω. Εσύ μόνο να είσαι εις όλα, εν πάσι και υπεράνω όλων!....
Η αλήθεια, εάν δεν είναι ο Χριστός, δεν μου χρειάζεται, είναι μόνο μία κόλασις. Το ίδιον είναι κόλασις και η δικαιοσύνη, και η αγάπη, και το αγαθόν, και η ευτυχία" και αυτός ο Θεός, εάν δεν είναι ο Χριστός, είναι κόλασις. Δεν θέλω ούτε την αλήθειαν άνευ του Χριστού, ούτε την δικαιοσύνην άνευ του Χριστού, ούτε την αγάπην άνευ του Χριστού, ούτε τον Θεόν άνευ του Χριστού. Δεν τα θέλω όλα αυτά κατ' ούδένα τρόπον! Θα δεχθώ κάθε είδους θάνατον" ας με θανατώσετε με όποιον τρόπον θέλετε, αλλά χωρίς τον Χριστόν δεν θέλω τίποτε. Ούτε τον εαυτόν μου, ούτε και αυτόν τον ίδιον τον Θεόν, ούτε κάτι άλλο μεταξύ των δύο τούτων" δεν θέλω, δεν θέλω, δεν θέλω!» (Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς 1979)
Καμία απόγνωση λοιπόν, αλλά λύπη και χαρά με θάρρος ταιριάζει στον Ορθόδοξο, όταν είναι γεμάτος Χριστό, όταν βιώνει Χριστό, όταν με θάρρος υπερασπίζεται Χριστό, όταν ατράνταχτα ομολογεί Χριστό.

Αδαμάντιος Τσακίρογλου

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Θλίψη - Χαρά (περικάρπιο και καρπός), Εκκοσμίκευση και Οικουμενισμός, π. Αθ. Μυτιληναίου




Ἀπὸ Ὁμιλία στὴν «Ἀποκάλυψη» τὴ δεκαετία τοῦ 1980!

Τό χω­ρί­ο πού ἀ­να­λύ­ου­με ἀρ­χί­ζει μέ μί­α πο­λύ τρυ­φε­ρή προ­σοι­κεί­ω­ση· «Ἐ­γὼ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ ἀ­δελ­φὸς ὑ­μῶν», ὁ ἀ­δελ­φός σας, «καὶ συγ­κοι­νω­νὸς ἐν τῇ θλί­ψει καὶ βα­σι­λεί­ᾳ καὶ ὑ­πο­μο­νῇ».
Καί ὅ­πως βλέ­που­με, ὑ­πάρ­χει κοι­νή θλί­ψη· καί ἡ κοι­νή θλίψις πάν­το­τε ἀ­δελ­φώ­νει. «Ἐ­γώ, ὁ Ἰ­ω­άν­νης, σέ σᾶς· ὁ ἀ­δελ­φός σας καί συγ­κοι­νω­νός σας. Σέ τί; Στή θλί­ψη, στή βα­σι­λεί­α, στήν ὑ­πο­μο­νή». Τρί­α με­γά­λα θέ­μα­τα!
Ἄς δοῦ­με τό πρῶ­το.
Θλί­ψη. Τί εἶ­ναι ἡ θλί­ψη; Εἶ­ναι ἡ συμ­πί­ε­ση καί ἡ ἐξ αὐ­τῆς στε­νο­χω­ρί­α τῆς ψυ­χῆς. Θλί­βω, ζου­λά­ω· σύν­θλι­ψη, ζού­ληγ­μα. Ζου­λι­έ­ται ἡ ψυ­χή, ἄ­ρα καί στε­νο­χω­ρεῖ­ται. Στε­νοχω­ρεῖ­ται· στε­νός χῶ­ρος.
Ἀλ­λά ἄν, ἡ ἐν Κυ­ρί­ῳ χα­ρά, εἶ­ναι ὁ καρ­πός τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τος, ἡ θλίψις εἶ­ναι τό πε­ρι­κάρ­πιο τοῦ καρ­ποῦ! Ἀ­π’ ἔ­ξω θλί­ψη, μέ­σα χα­ρά· ἀ­π’ ἔ­ξω τό τσό­φλι, μέ­σα τό ἀ­μύ­γδα­λο. Τό ἀ­μύ­γδα­λο δέν εἶ­ναι μό­νο του· ἔ­χει τό τσό­φλι του· πρέ­πει νά προ­στα­τευ­θεῖ. Ἡ θλίψις –ἀ­κοῦ­στε αὐ­τά τά ὀ­ξύ­μω­ρα ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως– ἡ θλίψις προ­στα­τεύ­ει τήν χα­ρά! Τό φαν­τα­στή­κα­τε πο­τέ; Αὐ­τά εἶ­ναι δυ­να­τά μό­νο μέ­σα στό χρι­στι­α­νι­κό βί­ω­μα. Ἄν δέν τά ζή­σου­με ἔ­τσι, πρέ­πει νά ἀμ­φι­βάλ­λου­με γιά τήν χρι­στι­α­νι­κή μας ἰ­δι­ό­τη­τα.
Δη­λα­δή δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­να­πτυ­χθεῖ καί πε­ρι­σω­θεῖ ἡ χα­ρά καί ἡ πνευ­μα­τι­κό­τητα πού τήν γεν­νᾶ, ἄν ἀ­που­σιά­ζει ἡ θλί­ψη.
Ἀλ­λά ἡ ἐν Κυ­ρί­ῳ θλίψις δέν εἶ­ναι κά­τι πού ἔρ­χε­ται ἀ­πό μέ­σα –ἀ­φοῦ ἡ χα­ρά εἶ­ναι ὁ καρ­πός, καί αὐ­τή ἀ­πο­τε­λεῖ τό πε­ρι­κάρ­πιο– ἀλ­λ’ εἶ­ναι κά­τι πού ἔρ­χε­ται ἀπ’ ἔ­ξω. Αὐ­τό ση­μει­ῶ­στε το. θλίψις εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­ση πού δη­μι­ουρ­γεῖ­ται στούς πι­στούς ἀ­πό τίς ἐ­ξω­τε­ρι­κές ἀν­τι­δρά­σεις τοῦ κό­σμου καί τοῦ Δι­α­βό­λου.
Ὁ Κύ­ριος, τό ξέ­ρε­τε, μᾶς εἰ­δο­ποί­η­σε σχε­τι­κά· «πα­ρα­δώ­σου­σιν ὑ­μᾶς εἰς θλῖ­ψιν». Ἄ, ὥ­στε λοι­πόν, ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­ναι τό πρᾶγ­μα· θά μᾶς πα­ρα­δώ­σουν σέ θλί­ψη. Τί εἶ­ναι ἡ «θλί­ψη»; Ὁ δι­ωγ­μός, οἱ φυ­λα­κές, οἱ στε­ρή­σεις, ὁ θά­να­τος, τό μαρ­τύ­ριο! Ἀλ­λ’ αὐ­τά εἶ­ναι ἀ­π’ ἔ­ξω· δέν εἶ­ναι ἀ­πό μέ­σα.
Ἐν τού­τοις αὐ­τή ἡ θλίψις δί­νει ἄ­φα­τη καί ὑ­πε­ρεκ­βλύ­ζου­σα χα­ρά! τό­ση πολ­λή, ὥ­στε νά γρά­φει στούς Κο­ριν­θί­ους ὁ Ἀ­πό­στο­λος «πε­πλή­ρω­μαι τῇ πα­ρα­κλή­σει, ὑ­περ­πε­ρισ­σεύ­ο­μαι τῇ χα­ρᾷ ἐ­πὶ πά­σῃ τῇ θλί­ψει ἡ­μῶν». Πε­ρί­ερ­γο πρᾶγ­μα· πε­ρί­ερ­γο! Ἀ­κοῦ­στε τήν με­τά­φρα­σή του: Εἶ­μαι γε­μᾶ­τος ἀ­πό πα­ρη­γο­ρί­α, «πε­πλή­ρω­μαι τῇ πα­ρα­κλή­σει»· ὑ­πέρ-πε­ρισ­σεύ­ο­μαι... σοῦ­περ-πε­ρισ­σεύ­ο­μαι –νά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νά τό πῶ μ’ αὐ­τή τήν σύγ­χρο­νη ἔκ­φρα­ση– σοῦ­περ-πε­ρισ­σεύ­ο­μαι στή χα­ρά, μέ ὅ­λη ἐ­κεί­νη τή θλίψις μας! Ὤ, ἅ­γι­ε Παῦ­λε!
Νά για­τί ὁ καρ­πός εἶ­ναι ἡ χα­ρά, τό πε­ρι­κάρ­πιο ἡ θλί­ψη. Ἄν βγά­λεις τήν θλί­ψη, θά χά­σεις τήν χα­ρά· ἄν βγά­λεις τό τσό­φλι, θά χά­σεις τό ἀ­μύ­γδα­λο.
Ἀλ­λά προ­σέξ­τε. Ἡ θλίψις εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα ἐ­κεί­νων πού θά κλη­ρο­νο­μή­σουν τήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, πά­λι εἰς τὰς Πρά­ξεις –τό εἶ­χε πεῖ με­τά τόν λι­θο­βο­λι­σμό του στά Λύ­στρα, αὐ­τό τό πε­ρί­φη­μο: «διὰ πολ­λῶν θλί­ψε­ων δεῖ ἡ­μᾶς εἰ­σελ­θεῖν εἰς τὴν βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ». Ἐ­κεῖ­νο τό «δεῖ» εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό τό πρέ­πει, πού συν­δέ­ει τό μέ­σα μέ τό ἔ­ξω, τή χα­ρά μέ τή θλί­ψη. Δέν χω­ρί­ζον­ται αὐ­τά· δέν μπο­ροῦν νά χω­ρι­σθοῦν. Γι’ αὐ­τό λέ­ει ὅτι πρέ­πει νά μποῦ­με στή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ μέ πολ­λές, ὄ­χι ἁ­πλῶς θλί­ψεις, ἀλ­λά μέ πολ­λές θλί­ψεις!
Ἡ ἐ­πο­χή μας προ­σπα­θεῖ νά δη­μι­ουρ­γή­σει –ἐ­δῶ πρέ­πει νά προ­σέ­ξου­με–  ἕ­ναν Χρι­στι­α­νι­σμό χω­ρίς θλί­ψεις, ἕ­ναν Χρι­στι­α­νι­σμό γε­μᾶ­το ἀ­πό συμ­βι­βα­σμούς καί ἀ­πό ἀ­νέ­σεις. Δέν θέ­λου­με νά ζου­λη­χθοῦ­με ἀ­πο­λύ­τως σέ τί­πο­τα. Πρό­κει­ται γιά τόν ἕ­να ἀπό τούς δύ­ο κιν­δύ­νους πού ἀ­πει­λοῦν τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας στόν πα­ρόν­τα αἰ­ῶ­να. Ὁ ἕ­νας κίν­δυ­νος λέ­γε­ται ἐκ­κο­σμί­κευ­ση καί ὁ ἄλ­λος κίν­δυ­νος οἰ­κου­με­νι­σμός, ἤ θρη­σκευ­τι­κός συγ­κρη­τι­σμός. Αὐ­τοί οἱ δυ­ό με­γά­λοι κίν­δυ­νοι αὐ­τήν τή στιγ­μή ἀ­πει­λοῦν τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας. Θά τούς ξα­να­πῶ: οἰ­κου­με­νι­σμός καί ἐκ­κο­σμί­κευ­ση, ἐκ­συγ­χρο­νι­σμός, ἡ κο­σμι­κο­ποί­η­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ κο­σμι­κο­ποί­η­ση τοῦ φρο­νή­μα­τος.
Θά μᾶς πεῖ ὁ ἀ­πό­στ. Παῦ­λος: «Δέν ξέ­ρε­τε ὅ­τι Βα­σι­λεί­α Θε­οῦ ἄ­δι­κοι δέν θά κλη­ρο­νο­μή­σουν;». Λέ­ει μά­λι­στα: «Για­τί δέν μά­θα­τε νά ἀ­δι­κεῖ­σθε; Για­τί δέν μά­θα­τε νά ἀ­πο­στε­ρεῖ­σθε; Ἀλ­λά σεῖς καί ἀ­δι­κεῖ­τε καί ἀ­πο­στε­ρεῖ­τε, καί μά­λι­στα ἀ­δελ­φούς!»…
Δη­λα­δή ὁ σύγ­χρο­νος Χρι­στια­νός ἀ­παι­τεῖ μιά πί­στη μέ τό ἀ­ζη­μί­ω­το. Μιά πί­στη μέ τό ἀ­ζη­μί­ω­το!... Δη­λα­δή μιά πί­στη χω­ρίς σταυ­ρό· μί­α πνευ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­ντι­σταυ­ρι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως παύ­ει πλέ­ον νά εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κό­τη­τα μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, καί πα­ρα­μέ­νει ἕ­να ὑ­πο­κα­τά­στα­το τῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τος· ὄ­χι πλέ­ον ὡς πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος πιά... Δρα­πέ­τευ­σε πλέ­ον τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γι­ο!
Τό βι­βλί­ο τῆς Ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως, ἀ­γα­πη­τοί μου, μᾶς εἰ­δο­ποι­εῖ καί μᾶς λέ­ει: «ἐ­δό­θη αὐ­τῷ –ποι­ό «αὐ­τῷ»; «τῷ θη­ρί­ῳ», στό Θη­ρί­ο– πό­λε­μον ποι­ῆ­σαι», τοῦ πα­ρα­χω­ρή­θηκε νά κά­νει πό­λε­μο, «με­τὰ τῶν ἁ­γί­ων καὶ νι­κῆ­σαι αὐ­τούς». Ἀ­κού­σα­τε; νά κά­νει πό­λε­μο ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἁ­γί­ων, τῶν πι­στῶν, καί νά τούς νι­κή­σει! Ἀ­κού­σα­τε; πα­ρα­χω­ρή­θηκε ἀ­πό τόν Θε­ό νά νι­κη­θοῦν οἱ πι­στοί ἀ­πό τό Θη­ρί­ο! «καὶ ἵ­να μή τις δύ­νη­ται ἀ­γο­ρά­σαι ἢ πω­λῆ­σαι, εἰ μὴ ὁ ἔ­χων τὸ χά­ραγ­μα» –οἰ­κο­νο­μι­κός ἀ­πο­κλει­σμός!– καί νά μήν μπο­ρεῖς νά ἀ­γο­ρά­σεις ἤ νά που­λή­σεις, πα­ρά μό­νο ἐ­άν ἔ­χεις τό χά­ραγ­μα· ὅ­τι εἶ­σαι Μα­σό­νος, ὅ­τι εἶ­σαι Λά­ϊ­ονς, ὅ­τι εἶ­σαι Ρο­τα­ρια­νός, ὅ­τι εἶ­σαι..., τί ἄλ­λα θά βγοῦν δέν ξέ­ρω. Ὅ­λα αὐ­τά, ἐ­άν ἔ­χεις τό «χά­ραγ­μα».
Αὐ­τό εἶ­ναι τό «χά­ραγ­μα» τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου· αὐ­τό εἶ­ναι· κάθε ἀν­τί­χρι­στη ἐ­νέρ­γεια, βί­ω­ση, το­πο­θέ­τη­ση, σχῆ­μα. Αὐ­τό εἶ­ναι τό «χά­ραγ­μα». Ἐ­άν λοι­πόν εἶ­σαι ἔ­τσι, τό­τε ὅ­λες οἱ πόρ­τες εἶ­ναι ἀ­νοι­χτές. Δέν εἶ­σαι; τό­τε δέν θά μπο­ρέ­σεις οὔ­τε νά ἀ­γο­ρά­σεις οὔ­τε νά που­λή­σεις. «εἰ μὴ ὁ ἔ­χων τὸ χά­ραγ­μα, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ θη­ρί­ου ἢ τὸν ἀ­ριθ­μὸν τοῦ ὀ­νό­μα­τος αὐ­τοῦ χξς΄». «Ὦ­δέ ἐ­στιν ἡ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἡ πί­στις τῶν ἁ­γί­ων», ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­μο­νή καί ἡ πί­στη τῶν ἁ­γί­ων. Ἐ­δῶ εἶ­ναι! Σάν νά λέ­ει: Γιά νά δοῦ­με τώ­ρα· ποι­οί θά εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι πού θά ἔ­χουν πί­στη καί ὑ­πο­μο­νή, καί θά ποῦν: «Ἀ­πο­κλει­σμό; ἀ­πο­κλει­σμό! Στό πε­ρι­θώ­ριο; στό πε­ρι­θώ­ριο!».
Ὅ­πως βλέ­πε­τε, πό­λε­μος καί δι­ωγ­μός τῶν Χρι­στια­νῶν καί οἰ­κο­νο­μι­κός ἀ­πο­κλει­σμός, πού ση­μαί­νει μέ κά­θε τρό­πο νά ἐ­ξον­τω­θοῦν οἱ πι­στοί.
Ὅ­λα αὐ­τά ἀ­πο­τε­λοῦν τήν θλί­ψη, τό πε­ρι­κάρ­πιο τῆς χα­ρᾶς, τήν προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Δέν ὁ­μι­λεῖ ἐ­δῶ τό ἱ­ε­ρό κεί­με­νο οὔ­τε πε­ρί ἀ­νέ­σε­ων οὔ­τε πε­ρί συμ­βι­βα­σμῶν· ἀλ­λά τί; το­νί­ζει τό «ὧ­δέ ἐ­στιν ἡ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἡ πί­στις τῶν ἁ­γί­ων»!
Ἀ­γα­πη­τοί μου, τί ξη­με­ρώ­νει αὔ­ριο δέν ξέ­ρου­με· ἄς προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε.