Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μητρ. Νικοπόλεως Μελέτιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Εφαρμογή της Αποτειχίσεως, μια περίπτωση κατά τον ΣΤ΄ αιώνα



Τὸ πρόβλημα στὴν ἐποχὴ αὐτὴν τοῦ 6ου αἰῶνος ἦταν ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἴβα, ἐφ’ ὅσον ἐκατηγορεῖτο γιὰ νεστοριάζουσες θέσεις. «Οἱ δυτικοὶ ἐδέχοντο τὴν ἐπιστολὴν Ἴβα ὡς κανονικὴν καὶ τὰς θέσεις της ὡς ἔκφρασιν τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, μὲ πρώτην συνέπειαν ὅτι ὑφίσταντο συνεχῶς μεγαλυτέραν ἐπίδρασιν τῶν ἰδεῶν τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας (ὁ ὁποῖος εἶχε ἐκφράσει αἱρετικὲς ἰδέες). Οἱ δυτικοὶ ἔχουν ἀποβῆ θιασῶται τῶν τριῶν κεφαλαίων. Ἔτσι φέρουν διχόνοιαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν... Δὲν θέλουν νὰ τὸ παραδεχθοῦν ὅτι ἔχουν ἀποκλίνει ἀπὸ τῆς ὀρθῆς πίστεως» («Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος» τοῦ Μελετίου (Καλαμαρᾶ), μητροπ. Νικοπόλεως, Ἀθῆναι 1985, σελ. 107).
Ὁ Ἰουστινιανὸς ποὺ ὡς γνωστὸν ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας, ἀναλαμβάνει πρωτοβουλία γιὰ σύγκληση Συνόδου καὶ συγγράφει τὸν «Θεῖον Τύπον», τὸ περιεχόμενο τοῦ ὁποίου ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὴν Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

Στὸν Θεῖον Τύπον, «περιγράφων τὴν κατάστασιν, ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κατὰ τὸ διάστημα ἰσχύος τοῦ Ἑνωτικοῦ μεταξὺ Νεστοριανῶν (δύσεως) καὶ Εὐτυχιανῶν (ἀντιχαλκηδονίων ἀνατολῆς) ὁ Ἰουστιανινὸς λέγει (§ 6 καὶ 7): “Ἐπροκάλεσαν τόσας ταραχάς... σχίσματα καὶ διαιρέσεις, ὥστε ἔκαμαν τὰς Ἐκκλησίας νὰ μὴ ἔχουν καμμίαν κοινωνίαν μεταξύ των καὶ πράγματι κανεὶς τότε δὲν ἐφαντάζετο, λαϊκὸς μὲν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κοινωνήσῃ, ἂν μετέβαιναν ἀπὸ τὴν μίαν πόλιν εἰς ἄλλην, καὶ κληρικὸς ὅτι, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν”.
(«Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος» τοῦ Μελετίου (Καλαμαρᾶ), μητροπ. Νικοπόλεως, Ἀθῆναι 1985, σελ. 107).
Αὐτὴ ἦταν ἡ στάση τῶν πιστῶν: μὴ κοινωνία (ἀποτείχιση) μὲ ἐκείνους ποὺ ἀποδέχονταν αἱρετίζουσες ἰδέες ἢ τάσεις, παρότι δὲν ὑπῆρχε ἀπόφαση Συνόδου γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα (καὶ ἀκριβῶς, γι’ αὐτὸ συνεκλήθη ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος) καὶ παρότι, ἡ προσπάθεια τῆς καταδίκης τῶν Τριῶν Κεφαλαίων, εὕρισκε ἀπέναντί της ἰσχυρὰ καὶ σοβαρὰ ἐπιχειρήματα ὅπως τὰ κάτωθι:

Ἔλεγαν οἱ ὑποστηρίζοντες τὰ Τρία Κεφάλαια, ὅτι ἐὰν καταδικασθοῦν «α) Θὰ προκληθῆ σκάνδαλον μέγα εἰς πολλὰς συνειδήσεις, β) θὰ μειωθῆ τὸ κῦρος τῆς Δ΄  Συνόδου (σ.σ. ἐνν. τῆς Οἰκουμενικῆς, ἡ ὁποία τότε, δὲν τὰ εἶχε καταδικάσει), γ) εἶναι ἀνεπίτρεπτος ἡ ἀναθεώρησις Συνόδου, δ) δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναθεματίζωνται οἱ κεκοιμημένοι» (στὸ ἴδιο, σελ. 110).
Στὸ παρακάτω τμῆμα ὁ Νικοπόλεως Μελέτιος (Καλαμαρᾶς) μᾶς ἐξηγεῖ γιατί δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικοινωνοῦμε μὲ τοὺς αἱρετίζοντες: Γιατί, παρότι ἐξωτερικὰ ἔχουν τὴν μορφὴν τῆς Ἐκκλησίας, ἐσωτερικὰ λείπει ἡ ἑνότητα τῆς Πίστεως, τοῦ Πνεύματος, καὶ ἄρα ἡ ἐξωτερικὴ ἑνότητα ἀποτελεῖ μία ἀπάτη, οἱ θεσμικοὶ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ψευδοποιμένες πού, χωρὶς τήν «Μία Πίστι» αἴρεται «ἀπὸ αὐτοὺς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Ἀντὶ ποιμένων ἀποβαίνουν λύκοι, κατατρώγοντες τὸ ποίμνιον».
Νά, πῶς ἀκριβῶς τὸ παρουσιάζει (σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς) ὁ Μελέτιος:
«Κατὰ ἀδιαμφισβήτητον ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι διοικητικῆς-θεσμικῆς μορφῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐν Πνεύματι μία· εἶναι ἑνωμένη ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. "Εἷς Κύριος· μία Πίστις· ἓν Βάπτισμᾳ· εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν". Ἡ ἑνότης αὐτὴ παρασαλεύεται μόνον ἀπὸ τὰς ἑτεροδοξίας. Ὁ ἑτέρως, παρ’  ὃ παρέλαβε, φρονῶν, παύει νὰ ἔχῃ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν Ε΄ Σύνοδον (Πρᾶξ. Α΄ §3, 17) ὑπέρτατο χρέος τῶν ἱερέων, φυλάκων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ περιφρούρησις τῆς πίστεως. Ἡ ἔκπτωσις ἱερέων ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως μιαίνει τὰ ὑπ’  αὐτῶν τελούμενα μυστήρια καὶ αἴρει ἀπὸ αὐτοὺς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Ἀντὶ ποιμένων ἀποβαίνουν λύκοι, κατατρώγοντες τὸ ποίμνιόν τους (βλ. Πρᾶξ. ΣΤ΄ §15, 10 καὶ Πρᾶξ. Α΄ 3, 14).
Διὰ τοῦτο ὁ Ἰουστινιανὸς δηλοῖ (καὶ ἡ Σύνοδος ἐπικυρώνει τὴν "θέσιν" αὐτὴν (ἐν Πράξει Ζ΄ §16, 1-2), ὅτι οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῆ νὰ λάβῃ τὴν θείαν κοινωνίαν ἀπὸ ἱερεῖς ὑπόπτους ἐπὶ αἱρέσει. Καὶ οἱ ὀρθόδοξοι καθ’  ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἀκακιανοῦ σχίσματος ἠρνήθηκαν νὰ κοινωνήσουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἀπὸ χειρῶν ἁπλῶς ὑπόπτων. "Ἀκοινώνητοι διὰ τί μένομεν ἐπὶ τοσαῦτα (35) ἔτη;  Διὰ τί οὐ κοινωνοῦμεν;" (Α.C.O. 3, σελ. 72). "Ἱερεῖς καὶ πατέρες εἶναι μόνον οἱ τηροῦντες τὴν πίστιν ἀνόθευτον" (Πρᾶξ. A΄ §3, 14)» (στὸ ἴδιο, σελ. 104-106.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Πρώτη απάντηση στον π. Βασίλειο Βολουδάκη



Μιὰ πρώτη ἀπάντηση στὶς θέσεις τοῦ π. Βασίλειου Βολουδάκη περὶ Ἀποτειχίσεως ποὺ δημοσιεύσαμε ἐδῶ. 
 http://paterikiparadosi.blogspot.gr/2014/09/blog-post_3.html
   Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης εἶχε πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελέτιο. Ἐπειδὴ ὁ π. Βασίλειος εἶναι προκατειλημμένος μὲ τοὺς ἀποτειχισμένους, δὲν θὰ ἀρχίσουμε νὰ τοῦ παραθέτουμε κείμενα ἀπὸ δικές μας ἀναρτήσεις καὶ βιβλία, ἀλλὰ θὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος» τοῦ Μελετίου (Καλαμαρᾶ), μητροπολίτου Νικοπόλεως.
Ἂς δεῖ ὁ π. Βασίλειος τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκαν στὴν Ε΄  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ καταγράφονται ἀπὸ τὸν μητροπ. Μελέτιο. Ἂς προσέξει ὅτι κατὰ τὴν Ε΄  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἡ «ἑνότης» τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως «πνευματικῆς μορφῆς» καὶ ἐκ δευτέρου διοικητικῆς-θεσμικῆς μορφῆς καὶ «παρασαλεύεται μόνον ἀπὸ τὰς ἑτεροδοξίας». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ αἱρετικός (ὡς ὁ πατρ. Βαρθολομαῖος) «παύει νὰ ἔχῃ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος»!
   Ἂς προσέξει, ἐπίσης, ὅτι ὁ πατρ. Βαρθολομαῖος καὶ ὅσοι τὸν ἀκολουθοῦν (σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπως μᾶς τὴν μεταφέρει ὁ μητροπ. Μελέτιος) ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦν μιαίνονται.
Γράφει: «Ἡ ἔκπτωσις ἱερέων ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως μιαίνει τὰ ὑπ’  αὐτῶν τελούμενα μυστήρια καὶ αἴρει ἀπὸ αὐτοὺς τὸ χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Ἀντὶ ποιμένων ἀποβαίνουν λύκοι»! Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ε΄  Οἰκουμενικὴ ἀποδέχεται τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ ὅτι «οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῆ νὰ λάβῃ τὴν θείαν κοινωνίαν» ἀπὸ ἱερεῖς, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι αἱρετικοί, ἀλλὰ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι «ὕποπτοι  ἐπὶ αἱρέσει»!


Τέλος: «Εἰς τὰ δίπτυχα τῶν ζώντων ἀναγράφονται καὶ ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν “κοινωνικῶνὀρθοδόξων ἀρχιερέων καὶ πατριαρχῶν».
Παραθέτουμε τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπασμα:
«Κατὰ ἀδιαμφισβήτητον ἐκκλησ. ἀρχὴν ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι διοικητικῆς-θεσμικῆς μορφῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐν Πνεύματι μία· εἶναι ἑνωμένη ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. “Εἷς Κύριος· μία Πίστις· ἓν Βάπτισμᾳ· εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν”. Ἡ ἑνότης αὐτὴ παρασαλεύεται μόνον ἀπὸ τὰς ἑτεροδοξίας. Ὁ ἑτέρως, παρ’  ὃ παρέλαβε, φρονῶν, παύει νὰ ἔχῃ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν Ε΄ Σύνοδον (Πρᾶξ. Α΄ §3, 17) ὑπέρτατο χρέος τῶν ἱερέων, φυλάκων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ περιφρούρησις τῆς πίστεως. Ἡ ἔκπτωσις ἱερέων ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως μιαίνει τὰ ὑπ’  αὐτῶν τελούμενα μυστήρια καὶ