«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ θὰ ψυχραθεῖ ἡ
ἀγάπη τῶν πολλῶν. Θὰ γίνουν ἐπιδρομὲς ἐθνῶν. Μετακινήσεις λαῶν, ἀνωμαλία
στοὺς κυβερνῆτες, οἱ Ἱερεῖς θὰ γίνουν ἄσωτοι καὶ οἱ Μοναχοὶ θὰ ζοῦν μὲ
ἀμέλεια. Οἱ Ἐπίσκοποι πάλι τῶν καιρῶν ἐκείνων θὰ δείχνουν δουλικότητα πρὸς
τοὺς ἰσχυρούς» (Ἀββὰς Παμβώ).
Οἱ Κληρικοὶ καὶ Μοναχοὶ στὰ ἔσχατα χρόνια
Στὰ ἐνταλτήρια γράμματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐφοδίαζε ἡ
Ἐκκλησία τοὺς χειροτονηθέντες Ἀρχιερεῖς, τὸ πρῶτο καθῆκον ποὺ τοὺς
ὑπενθύμιζε ἦταν ἡ φύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.
Διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς
Ἀρχιερωσύνης «τὰ τῆς καθαρᾶς καὶ ἀμωμήτου πίστεως διαφυλάττεται γνωρίσματα καὶ
ἀνόθευτον ταύτης ἐναστράπτει τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ κάλλος». Καί «τὰ θεῖα καὶ
ἀποστολικὰ θεσπίσματα, χερσὶν ὑπτίαις, εἰσδέχεσθαι καὶ ὡς θεοχαράκτους πλάκας
ταῦτα τιμᾶν καὶ φυλάττειν».[1] Καὶ μόνον τὸ ὄνομα
τοῦ Ἐπισκόπου –παρατηρεῖ ὁ Ζωναρᾶς στὴν ἑρμηνεία τοῦ ΝΗ΄ Ἀποστολικοῦ
Κανόνα– πρέπει νὰ εἶναι μία διαρκὴς ὑπόμνηση τοῦ πνευματικοῦ χρέους τοῦ
ἐπισκόπου ἀπέναντι στὸν λαό. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὁ φρουρός, ποὺ ἀπὸ ὑψηλὸ μέρος
ἐπισκοπεῖ,
