Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγ. Νεκτάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγ. Νεκτάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Περί ανειλικρινούς φίλου

Περί ανειλικρινούς φίλου
ΠΕΡΙ ΑΝΕΙΛΙΚΡΙΝΟΥΣ ΦΙΛΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ
Πηγή: «agioritikovima»
Ο ανειλικρινής φίλος είναι άνθρωπος ιδιοτελής, άφιλος, κρυψίνους, εγωϊστής, υποκριτής. Φοράει το προσωπείο της φιλίας για να ωφεληθεί από οτιδήποτε χρήσιμο μπορεί να προκύψει. Λέει ψέματα όταν μιλάει για φιλία και έχει δόλο μέσα του όταν παριστάνει τον αφοσιωμένο.
Ο ίδιος θέλει τη βοήθεια του φίλου του, όταν όμως εκείνος του ζητάει βοήθεια, την αρνείται, προφασιζόμενος χίλιες δυο δικαιολογίες. Επιδεικνύει φιλία όταν όλα πάνε καλά, αλλά όταν ο φίλος του περνάει δύσκολα τον απαρνείται. Τον θυμάται όταν αυτός είναι ευτυχισμένος και από μακριά ζητάει να μάθει γι' αυτόν. Εύχεται ευτυχία σ' αυτόν που ήδη ευτυχεί και υγεία στον υγιή.
Σ' αυτόν που πράττει σωστά, του εύχεται ευπραγία. Ενώ έχει δόξα, του εύχεται ευδοξία, κι ενώ ο φίλος του είναι πλούσιος, του στέλνει πλούσια δώρα, κάνει δε ότι μπορεί για να δείξει φιλία προς επίδειξη.
Τον ξεχνάει όμως γρήγορα όταν πέσει σε ατύχημα και δεν ρωτάει γι' αυτόν. Ενώ είναι γείτονάς του, δεν ενδιαφέρεται τον αποφεύγει και τον καταριέται. Του καταλογίζει ανοησία για το γεγονός ότι δυσκολεύεται κάπου, τον ξεχνάει στην ασθένειά του, δεν τον πλησιάζει στη δυστυχία του, σαν ατυχήσει τον αποστρέφεται, ταπεινωμένο τον εξουθενώνει, όταν πτωχεύσει δεν θέλει καν να τον βλέπει, όταν πεινάει δεν τον φροντίζει, ακόμα και όταν πάει να πεθάνει δεν τον ελεεί. Τέτοιος είναι ο ανειλικρινής φίλος.
"ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ". Εκδόσεις ΑΘΩΣ)

"ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ". Εκδόσεις ΑΘΩΣ)

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Η ορκομωσία της κυβέρνησης, ο μητροπ. Αργολίδος, ο κ. Τελεβάντος και ο άγιος Νεκτάριος



ἄρνηση τοῦ ὅρκου ἀπὸ μέλη τῆς νέας κυβέρνησης δημιούργησε ταραχὴ σὲ πολλούς, ἢ ἀποτέλεσε εὐκαιρία νὰ τοποθετηθοῦν ὑπὲρ κατὰ τοῦ ὅρκου κάποιοι, περισσότερο ἀπὸ ἰδεολογικο-κομματικο-πολιτικὲς πεποιθήσεις κινούμενοι, παρὰ ἀπὸ τὴν διάθεση νὰ παρουσιάσουν τὴν Εὐαγγελικὴ διδασκαλία γιὰ τὸν ὅρκο.
Ἐντύπωση μᾶς ἔκανε ἡ τοποθέτηση ἱστολόγου, γνώστη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς περὶ τῆς «συμφωνίας τῶν Πατέρων» (consensus Ratrum), ὁ ὁποῖος, ἔχει ἀρχίσει μιὰ «κόντρα» μὲ τὸν Μητροπολίτη Ἀργολίδος. Ὁ μητροπ. Ἀργολίδος, (ἀφοῦ μᾶς παρουσίασε τὴν οἰκουμενιστική του ταυτότητα), εἶδε θετικὰ τὴν ἐνέργεια τῶν κυβερνώντων νὰ μὴν ὁρκιστοῦν (δεῖτε ἐδῶ καὶ ὑπενθύμισε τὸ αὐτονόητο, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι κατὰ τοῦ ὅρκου. Τὸ ἂν αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ λόγους Πίστεως, ὁ Θεὸς ξέρει, ἐμεῖς ἁπλῶς σημειώνουμε ὅτι δὲν ἔκανε τὸ ἴδιο κατὰ πολιτικῶν προηγουμένων κυβερνήσεων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπάτησαν –ὁρκιζόμενοι χωρὶς νὰ πιστεύουν πολλοὶ στὸ Εὐαγγέλιο, πάνω στὸ ὁποῖο ὁρκίστηκαν– ἀλλὰ καὶ στὴν συνέχεια ἐπιόρκησαν.
Γιὰ νὰ στηρίξει, λοιπόν, τὶς θέσεις του ὁ κ. Τελεβάντος, ἐπιστρατεύει ἕνα Ἅγιο· παραθέτει τὴν γνώμη περὶ ὅρκου τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ὁ ὁποῖος δέχεται ὅτι ὁ ὅρκος τῶν ἀρχόντων ἐπιτρέπεται. Ὅμως, ὁ Ἅγιος, στὸ θέμα αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ οἰκονομήσει τὸ πρόβλημα τοῦ ὅρκου τῶν Ἀρχόντων, ποὺ μετὰ τὴν Τουρκοκρατία εἶχε ἐμφανισθεῖ στὴν Ἑλλάδα, ἴσως δὲ νὰ μὴν εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ ἐρευνήσει ὅλα τὰ κείμενα τῶν Ἁγίων. Οὕτως ἢ ἄλλως ἡ θέση του, ὡς οἰκονομία, ἔχει ἡμερομηνία λήξεως. Καὶ ὁ κ. Τελεβάντος γνωρίζει τὰ περὶ Οἰκονομίας στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς παρεκκλίσεις σὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, πάντα οἱ Ἅγιοι ὑπενθύμιζαν τὴν Ἀκρίβεια, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτοκράτορες θέσπισαν εἰδικοὺς νόμους γιὰ τὴν ἀπαγόρευση τοῦ ὅρκου, ὅπως γράφει καὶ ὁ ἀείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος:
«Επίσης, ευσεβείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου δια νόμων απαγόρευσαν στους υπηκόους τους να ορκίζωνται επί του Ιερού Ευαγγελίου.Νεαρά Διάταξις, εκδοθείσα υπό της αυτοκράτειρας Ειρήνης, λέγει: “Ταύτη τη θεία νομοθεσία (που απαγορεύει τον όρκο) τον αυχένα του κράτους ημών υποκύπτομεν και την παρά ταύτην κρατήσασαν παράνομον συνήθειαν αποπεμπόμεθα”».

Γιὰ ὅποιον, λοιπόν, θέλει νὰ γνωρίσει τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας περὶ ὅρκου, παραθέτουμε
Α) τὴν θέση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου καὶ στὴν συνέχεια
Β) τὶς σημαντικότερες ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπόλυτα ἀρνητικοὶ στὸν ὅρκο, ὅπως ἀπόλυτος ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.

(Α)
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΑΠΑΝΤΑ
ΣΤΟΝ ΣΕΒ. ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟ
ΕΠΙΤΡΕΠΤΟ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΟΡΚΟΥ

(Πηγή: Τελεβάντος, ἐδῶ)

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα:
Ἀπαγορεύει ὁ Σωτὴρ καὶ τὸν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν ἀπαιτούμενον ὅρκον;
"Ο Σωτὴρ ἀπηγόρευσε τὸν ὅρκον τὸν πρὸς ἀλλήλους καὶ οὐχὶ τὸν ὅρκον τὸν διδόμενον ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενον πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας καὶ διαβεβαίωσιν τῶν ἀρχῶν. Διότι καὶ αὐτὸς ὁ Σωτὴρ ἐξορκισθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως νὰ μαρτυρήσῃ εἰ αὐτός ἐστιν ὁ Χριστός, ἐδέχθη τὸν ὅρκον, καὶ ὡμολόγησεν ὅτι αὐτός ἐστιν (Ματ. κς´ 63). Ἐπίσης καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων πρὸς Ῥωμαίους ἐπικαλεῖται μάρτυρα τὸν Θεὸν πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων αὐτοῦ, ὅτι μνείαν ποιεῖται πάντοτε αὐτῶν ἐπὶ τῶν προσευχῶν αὐτοῦ (Ρωμ. α´ 9). Ὡσαύτως καὶ πρὸς τοὺς Κορινθίους γράφων μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλεῖται πρὸς πίστωσιν τῶν λόγων τοῦ ὅτι φείδεται αὐτῶν (Β´ Κορινθ. α´ 23). Καὶ ὁ ἄγγελος τῆς Ἀποκαλύψεως ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ὃς ἔκτισε τὸν Οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν Γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ (Ἀποκ. Ι' 6).
Ὥστε “ὁ ὅρκος ἐπὶ δικαίῳ ἐνώπιον ἀρχῶν ἐπιτρέπεται».
Ακούτε, Σεβασμιότατε Αργολίδος, τι λέγει ο Αγιος Νεκτάριος: “ὁ ὅρκος ἐπὶ δικαίῳ ἐνώπιον ἀρχῶν ἐπιτρέπεται».
Εσείς τι λέτε τώρα;  (Τελεβάντος)

Στὴ συνέχεια ἡ ἐκ συμφώνου διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὴν ὁποία ὁ κ. Τελεβάντος παραθεωρεῖ:

(Α)

«...Δεινὸν ὁ ὅρκος καὶ πάντων ἁμαρτημάτων χαλεπώτερον».
(Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Κατηχήσεις).
«Ὅρκος ἐν τῷ στόματί σου μὴ αὐλιζέσθω· ὁ γὰρ ὀμνύων οὐ σωθήσεται, κἂν δοκῇ πᾶσαν ἐντολὴν ποιεῖν».
(Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολὴ 459, Ἰουλιανῷ βεστήτωρι).
«Ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται. Ὁ ὅρκος τοῦ Θεοῦ ὁ λόγος αὐτοῦ ἐστι, πληροφορῶν τοὺς ἀκούοντας, καὶ πίστιν ἑκάστῳ παρέχων, ὅτι ὃ ἐπήγγελται καὶ λαλεῖ, πάντως γενήσεται. Οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὀμνύει Θεός· ἀλλ' ἡμῖν ὁ λόγος αὐτοῦ ἀντὶ ὅρκου πρὸς ἀλήθειαν γίνεται, ὡς τοῦ ἀμεταμελήτου παντὸς ἐσομένου, κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν ὅρκου τυγχάνοντος» (Μ. Ἀθανασίου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΘ’ Ψαλμόν).
«Ἅπαξ δὲ ὁ ὅρκος ἀπηγόρευται, πολλῷ δὲ δήπου εἰκὸς τὸν ἐπὶ κακῷ γινόμενον κατακεκρίσθαι» (Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 199, Ἀμφιλοχίῳ, περὶ Κανόνων).
«Τὸ γὰρ κακὸν ἐν οἱῳδήποτε χρόνῳ τολμώμενον ἐπίσης ἐστὶ κακόν. Ὅρκος μὲν ἅπας ἐξοριζέσθω τοῦ καταλόγου τῶν ἀσκουμένων. Ἡ δὲ κατάνευσις τῆς κεφαλῆς, καὶ ἡ διὰ τῆς φωνῆς συγκατάθεσις ἀντὶ ὅρκου κρινέσθω, καὶ τῷ λέγοντι καὶ τῷ ἀκούοντι» (Μ. Βασιλείου, Τοῦ αὐτοῦ Λόγος Ἀσκητικός).
«Θ΄. ...Πάλιν ὁ ὀμνύς, ἄν τε τοῦτο ἄν τε ἐκεῖνο ᾖ, ὁμοίως καταδικάζεται. Οὐδὲ γὰρ ὁ Χριστὸς, ὅτε περὶ τούτων διετάσσετο καὶ ἐνομοθέτει, τοῦτον ἐποιήσατο τὸν διορισμόν, οὐδὲ εἶπεν· Ἐὰν μὲν μοναχὸς ὁ ὀμνύων ᾖ, ἐκ τοῦ πονηροῦ ὁ ὅρκος· ἐὰν δὲ μὴ μοναχὸς, οὐκέτι· ἀλλ' ἁπλῶς καὶ καθάπαξ ἅπασιν ἔλεγεν· Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, μὴ ὀμόσαι ὅλῳ» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Πρὸς τοὺς πολεμοῦντας τοῖς ἐπὶ τὸ μονάζειν ἐνάγουσιν).
«Οὐδὲ γὰρ τοῦτο μόνον τὸ δεινὸν ἔχει ὁ ὅρκος, ὅτι καὶ παραβαινόμενος καὶ φυλαττόμενος κολάζει τοὺς ἁλισκομένους, ὅπερ ἐν οὐδενὶ τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων συμβαῖνον ἴδοι τις ἄν· ἀλλὰ καὶ ἕτερον οὐκ ἔλαττον τούτου κακόν. Τί δὲ τοῦτό ἐστι;...» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ὁμιλία ΚΑ΄).
«...Ἑτέραν ἱστορίαν εἰπεῖν καὶ δεῖξαι καὶ ἐξ ἐκείνης χαλεπωτέραν ταύτης καὶ μείζονα συμφορὰν ἐργασάμενον ὅρκον ἕνα. Καὶ γὰρ πόλεων καὶ γυναικῶν καὶ παιδίων αἰχμαλωσίαν, καὶ πυρπόλησιν, καὶ βαρβάρων ἔφοδον, καὶ ἁγίων μολυσμόν, καὶ μυρία ἕτερα χαλεπώτερα τοὺς Ἰουδαίους ἅπαντας εἷς ὅρκος διέθηκεν» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ὁμιλία ΚΑ΄).
«Ἀναμνήσθητί μοι, πῶς ὁ ὅρκος οὗτος εἰσελθὼν ἐν τῇ πόλει καὶ οἰκίας καὶ ναὸν καὶ τείχη καὶ οἰκοδομήματα λαμπρὰ καθεῖλε, καὶ χῶμα τὴν πόλιν ἐποίησε, καὶ οὔτε τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων, οὔτε τὰ σκεύη τὰ ἱερὰ, οὔτε ἄλλο οὐδὲν ἀπέστρεψε τὴν κόλασιν καὶ τὴν τιμωρίαν ἐκείνην διὰ τὸ παραβαθῆναι τὸν ὅρκον. Καὶ ἡ μὲν πόλις οὕτως ἐλεεινῶς κατελύετο· ὁ δὲ βασιλεὺς ἐλεεινότερα καὶ ὀδυνηρότερα τούτων ἔπασχε» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ὁμιλία ΚΑ΄).
«Ὥσπερ γὰρ θυμός, οὐ θυμὸς ἐπὶ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ τιμωρητικόν, καὶ οὐ πάθος ἐστίν· οὕτως οὐδὲ ὅρκος» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΘʹ Ψαλμόν).
«ε΄. Ἔστω δὲ ὑμῖν τὸ ναί, ναί, καὶ τὸ οὔ, οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι. Τί οὖν ἐστι τὸ περισσὸν τοῦ ναὶ καὶ τοῦ οὔ; Ὁ ὅρκος, οὐ τὸ ἐπιορκεῖν. Ἐκεῖνο γὰρ καὶ ὡμολογημένον ἐστί, καὶ οὐδεὶς δεῖται μαθεῖν, ὅτι ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι, καὶ οὐ περιττόν, ἀλλ' ἐναντίον· τὸ δὲ περιττόν, τὸ πλέον καὶ ἐκ περιουσίας προσκείμενον, ὅπερ ἐστὶν ὁ ὅρκος» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, Ὁμιλία ΙΖ΄).
«β΄. Διὸ μεγάλῃ καὶ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ κηρύττω πᾶσι, καὶ διαμαρτύρομαι, ὥστε τοὺς τὴν παράβασιν ταύτην ἐπιδεικνυμένους, τοὺς τὰ ἐκ τοῦ πονηροῦ φθεγγομένους (τοῦτο γάρ ἐστιν ὁ ὅρκος), τῶν οὐδῶν μὴ ἐπιβαίνειν τῶν ἐκκλησιαστικῶν» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Ὁμιλία Η΄).
«εʹ. Οὐ μικρόν τι πρὸς τοῦτο καὶ τὸ μὴ ὀμνύναι συντελεῖ, καὶ τὸ μὴ ὀργίζεσθαι. Ἀπὸ τοῦ μὴ ὀργίζεσθαι οὐδὲ ἐχθρὸν ἕξομεν. Ἔκκοψον ἀνθρώπου τὸν ὅρκον, καὶ τὰ πτερὰ περιέκοψας τῆς ὀργῆς, τὸν θυμὸν ἔσβεσας ἅπαντα.
...Φέρε δὴ λοιπόν, τίνος ἕνεκεν ἐπεισῆλθενὅρκος, καὶ διὰ τί συνεχωρήθη εἶναι, εἴπωμεν. Ἄνωθεν τὴν γένεσιν αὐτοῦ διηγούμενοι, καὶ πότε ἐτέχθη, καὶ πῶς, καὶ παρὰ τίνων... Ἐποίησαν συνθήκας πολλὰς οἱ περὶ τὸν Ἀβραὰμ, καὶ ἔσφαξαν θύματα, καὶ θυσίας ἀνήνεγκαν, καὶ οὐδέπω ἦν ὅρκος. Πόθεν οὖν ἐπεισῆλθεν ὁ ὅρκος; Ὅτε τὰ κακὰ ηὐξήθη, ὅτε πάντα ὁμοῦ ἄνω καὶ κάτω γέγονεν, ὅτε πρὸς εἰδωλολατρείαν ἀπέκλιναν· τότε δή, τότε, ὅτε ἄπιστοι λοιπὸν ἐφαίνοντο, τὸν Θεὸν ἐκάλουν μάρτυρα, ὥσπερ ἐγγυητὴν διδόντες τῶν λεγομένων ἀξιόχρεων. Τοῦτο γὰρ ὅρκος ἐστί, τρόπων ἀπιστουμένων ἐγγύη. Ὥστε πρώτη κατηγορία αὕτη τοῦ ὀμνύοντος, εἰ μὴ πιστεύοιτο χωρὶς ἐγγύου, καὶ ἐγγύου μεγάλου· διὰ γὰρ τὴν πολλὴν ἀπιστίαν οὐκ ἄνθρωπον ζητοῦσιν ἔγγυον, ἀλλὰ τὸν Θεόν. Δεύτερον, καὶ τοῦ λαμβάνοντος τὸν ὅρκον τὸ αὐτὸ ἔγκλημα, εἰ ὑπὲρ συναλλαγμάτων διαφερόμενος, τὸν Θεὸν ἕλκοι πρὸς τὴν ἐγγύην, καὶ λέγοι μὴ ἀφίστασθαι, εἰ μὴ ἐκεῖνον λάβοι. Ὢ τῆς ὑπερβαλλούσης ἀναισθησίας, ὢ τῆς ὕβρεως! σκώληξ καὶ γῆ καὶ σποδὸς τυγχάνων καὶ καπνὸς, τὸν Δεσπότην σου ἕλκεις εἰς ἐγγύην, κἀκεῖνον ἀναγκάζεις λαβεῖν» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Ὁμιλία Θ΄).
«δ΄. Ἄρα περιττὸν ὁ ὅρκος, καὶ τοῦτο μᾶλλον ἀπιστίας, ἢ πίστεως τεκμήριον» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολήν, Ὁμιλία Β΄).
«Ὁ ὅρκος οὐκ ἐπὶ τὸ ἐπιορκεῖν· ἐκεῖνο γὰρ οὐδεὶς δεῖται μαθεῖν, ὅτι ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι καὶ περιττόν, ἀλλ' ἐναντίον· τὸ δὲ περιττὸν καὶ τὸ πλέον ὁ ὅρκος ἐστίν. (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τᾶς Καθολικὰς Ἐπιστολάς, Εἰς Ἐπιστολὴν Ἰακώβου, Κεφ. Ε΄).
«εʹ. Ἐπειδὴ ὅρκῳ βεβαιοῦται τῶν πραγμάτων τὰ πλεῖστα, τὸ στερρὸν καὶ ἀμετάθετον, ὃ ἐκέκτητο ὁ προφήτης πρὸς τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, ὅρκον ἐκάλεσε. Σύνηθες γὰρ τοῦτο τῇ θείᾳ Γραφῇ· ὡς τὸ, Ὤμοσε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ· καὶ, Ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυῒδ ἀλήθειαν, καὶ οὐ μὴ ἀθετήσῃ αὐτὴν, διὰ τὸ βέβαιον τῆς θείας ἐπαγγελίας· ἐπεὶ ὅρκος παρὰ πάσης τῆς θείας Γραφῆς ἀπᾴδεται, καὶ παρὰ μὲν τῆς Παλαιᾶς· Οὐ λήψῃ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ· καὶ, Οὐκ ὀμεῖσθε τὸ ὄνομά μου ἐπ' ἀδίκῳ· καὶ, Ὅρκῳ οὐκ ἐθίσεις τὸ στόμα σου, δηλαδὴ ἐπὶ τοῖς κοσμικοῖς πράγμασιν· ἔφη γὰρ ὁ Ἐκκλησιαστής· Ἐκτησάμην χρυσίον, ἀργύριον, ἱματισμόν· ἐποίησά μοι κήπους, ἀμπελῶνας, ὑδραγωγούς· καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης, καὶ προαίρεσις τοῦ πνεύματος. Ὁ ἐπὶ τούτων τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γλώσσης φέρων, ἐπὶ ματαιότητι λαμβάνει τὸν ὅρκον καὶ ἐπ' ἀδίκῳ. Καὶ αὖθις ὁ Κύριος· Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, μὴ ὀμόσαι ὅλως· καὶ ὁ αὐτοῦ μαθητὴς Ἰάκωβος· Πρὸ πάντων, ἀδελφοὶ, μὴ ὀμνύετε. Ὥσπερ οὖν ἐστιν ἐντολή, μὴ φονεύσῃς, μὴ ἀδικήσῃς· οὕτω καὶ τό, μὴ ὀμόσῃς» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΙΗ΄ Ψαλμόν).
«Ὅρκος δὲ ὅλως ἐκ στόματος μὴ ἐξερχέσθω· Δεσποτικὸν γὰρ τὸ παράγγελμα, ὅτι οὐδὲ κατὰ τῆς ἰδίας σου κεφαλῆς ἀνέχεταί σε ὀμόσαι λέγων, ὅτι Πᾶν τὸ πλεῖον τοῦ Ναί καὶ τοῦ Οὔ, ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ταλανισμὸς πρὸς τοὺς φθείροντας τὰς τοῦ Χριστοῦ παρθένους).
«Ὁρᾷς καὶ τυραννίδα καὶ παιδοκτονίαν καὶ πατροκτονίαν καὶ πόλεμον ἐμφύλιον καὶ μάχην καὶ σφαγὰς καὶ αἵματα καὶ μυρίους νεκροὺς ἀφ' ἑνὸς ὅρκου κειμένους; εἶδες ὁποῖον ὅρκος τῆς ἀπωλείας τὸ βάραθρον κατεσκεύασεν; Ἵν' οὖν μὴ καὶ ἡμεῖς τὰ παραπλήσια ἐκείνοις πεισώμεθα, ἀποστῶμεν τῆς πονηρᾶς τῶν ὅρκων συνηθείας, ὡς ἂν τοῦ Θεοῦ τὴν εὔνοιαν ἐντεῦθεν ἐπισπασάμενοι» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ἐκλογαὶ ἀπὸ διαφόρων λόγων, Λόγος ΚΘ΄).
«Ὁ δὲ ὅρκος ἔστι μὲν χαλεπόν, οὐ νομίζεται δὲ εἶναι χαλεπόν. διὰ τοῦτο θρηνῶ καὶ δέδοικα τὸ ἁμάρτημα· τοῦτο γάρ, τοῦτο τῆς μεθοδείας τοῦ διαβόλου, συγκεκαλυμμένην εἰσάγειν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ὥσπερ συνήθει τροφῇ δηλητήριον μιγνύς, οὕτω τῇ προλήψει τῶν ἀνθρώπων μηχανᾶται ἐγκατακρύψαι τὸν ὅρκον...».
«Δεινὸν ὁ ὅρκος, ἀγαπητέ, δεινὸν καὶ ἐπιβλαβές· φάρμακον ὀλέθριον, δηλητήριον χαλεπόν, τραῦμα κεκρυμμένον, ἕλκος ἀφανές, νομὴ συνεσκιασμένη καὶ τὸν ἰὸν ἐπὶ τὴν ψυχὴν ἄγουσα· βέλος σατανικόν, ἀκόντιον πεπυρωμένον, μάχαιρα δίστομος, ῥομφαία ἠκονημένη, ἁμαρτία ἀσύγγνωστος, παρανομία ἀπολογίαν οὐκ ἔχουσα, βάραθρον βαθύ, κρημνὸς ἀπότομος, παγὶς ἰσχυρά, δίκτυον ἐκτεταμένον, δεσμὸς λυθῆναι μὴ δυνάμενος, βρόχος ἀδιεξόδευτος. ἆρα ἀρκεῖ ταῦτα καὶ πιστεύετε, ὅτι δεινὸν ὁ ὅρκος καὶ πάντων ἁμαρτημάτων χαλεπώτερον; πείσθητέ μοι, πείσθητε, παρακαλῶ· εἰ δέ τις ἀπιστεῖ, καὶ τὴν ἀπόδειξιν ἤδη παρέχομαι· ὅπερ γὰρ οὐδεμία ἁμαρτία κέκτηται, τοῦτο αὕτη ἡ ἁμαρτία ἔχει. τὰς μὲν γὰρ ἄλλας ἐντολὰς μὴ παραβαίνοντες ἀπαλλαττόμεθα τιμωρίας, τὸν δὲ ὅρκον πολλάκις καὶ φυλάττοντες καὶ παραβαίνοντες ὁμοίως κολαζόμεθα. τάχα οὐκ ἐνοήσατε τὸ λεχθέν; οὐκοῦν ἀνάγκη σαφέστερον αὐτὸ πάλιν εἰπεῖν. πολλάκις τις ὤμοσε πρᾶξαι πρᾶγμα παράνομον καὶ ἐνέπεσεν εἰς βρόχον ἄλυτον· ἀνάγκη γὰρ λοιπὸν ἢ φυλάξαντα τὸν ὅρκον παρανομεῖν, ἢ μὴ φυλάξαντα τὸν ὅρκον ἐγκλήματι ἐπιορκίας ἁλῶναι· καὶ γέγονεν ἑκατέρωθεν βαθὺς ὁ κρημνός, ἑκατέρωθεν ὁ θάνατος ἀπαραίτητος καὶ φυλάττουσι τὴν ἐντολὴν καὶ μὴ φυλάττουσιν. ἆρα ἔστιν ὀλεθριώτερόν τι τοῦ πλημμελήματος τούτου, ὅταν φυλάττηται καὶ μὴ φυλάττηται;» (Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Κατηχήσεις, Τοῦ αὐτοῦ. Ἐν τῇ προτέρᾳ κατηχήσει διαλεχθεὶς περὶ ὅρκων ταύτην εἶπεν εἰς τὴν αὐτὴν πάλιν ὑπόθεσιν, δεικνὺς ὅτι οὐ τὸ ἐπιορκεῖν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ εὐορκεῖν κόλασιν ἔχει, καὶ ὅτι χρησίμως ὁ Χριστὸς διὰ τριῶν ἡμερῶν ἀνέστη. Λόγος βʹ.).
«Ὅρκος ἐν τῷ στόματί σου μὴ αὐλιζέσθω· ὁ γὰρ ὀμνύων οὐ σωθήσεται, κἂν δοκῇ πᾶσαν ἐντολὴν ποιεῖν» (Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολὴ 459, Ἰουλιανῷ βεστήτωρι).
«Ἐπειδὴ καὶ εὐαγγελικόν ἐστι τοῦ Κυρίου ῥητὸν εἶναι ἡμῶν τὸ Ναί, ναί, καὶ τὸ Οὔ, οὔ. Μέχρι τούτου οἱ ἐν Χριστῷ βεβαιούτωσαν ἑαυτῶν τοὺς λόγους, καὶ μή, περαιτέρω βαίνοντες, εἰς ὅρκους καταφεύγωμεν· ὥστε καὶ φθαρτῶν χάριν χρημάτων ὀμνύναι τὸν Θεόν, μάλιστα Μωσέως νομοθετοῦντος· «Οὐ λήψῃ τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ». Εἰ γὰρ ὅλως ἄξιος τυγχάνει τις ὀνομάσαι τὸν Θεόν, ἀξιόπιστός ἐστι καὶ χωρὶς ὅρκου πιστευθῆναι· ὁ γὰρ πρὸς τὸ μεῖζον ἱκανὸς γενόμενος πολλῷ πλέον πρὸς τὸ ἔλαττον γένοιτ' ἂν ἱκανός. Εἰ δὲ μή ἐστιν ἀξιόπιστος χωρὶς ὅρκου πιστευθῆναι, οὐκ ἔστιν ἄρα ἄξιος οὐδὲ ὀνομάσαι τὸ ὄνομα Κυρίου, οὐκ ἔστι πιστὸς ἐν λόγῳ. Πῶς γὰρ ὅλως τούτῳ μαρτυρήσει ὁ Θεὸς ὀμνύοντι, μὴ ἔχοντι πίστιν, εἰς ἣν ὁ Κύριος ἐπιβλέπει;
...Ἴσως δέ τις ἐπὶ τούτοις εὐλόγως ἀντιθήσει λέγων· Εἰ ὁ ὅρκος ἀπὸ ἀνθρώπων κεκώλυται, καὶ ἐν τῷ μὴ ὀμνύναι τις μιμεῖται τὸ Θεῖον, πῶς αὐτὸς ὁ Θεὸς ὀμνύναι λέγεται ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς; Καὶ γὰρ καὶ τῷ Ἀβραὰμ ὤμοσεν, ὥσπερ καὶ Μωσῆς μαρτυρεῖ, καὶ ἐν Ὕμνοις δὲ γέγραπται· «Ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ». Δόξει γὰρ ἢ ταῦτα μάχεσθαι τοῖς προλεχθεῖσιν, ἢ ἐκ τούτων ἐπιτρίβεσθαι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὅρκους. Ἀλλ' οὐκ ἔστιν οὕτω· μὴ ταῦτά τις νομιζέτω. Θεὸς γὰρ κατ' οὐδενὸς ὀμνύει. Πῶς γάρ, αὐτὸς Κύριος καὶ ποιητὴς τῶν ἁπάντων ὑπάρχων; Ἀλλ' εἰ χρὴ τἀληθῆ λέγειν, ὁ λόγος ὅρκος αὐτοῦ ἐστι, πληροφορῶν τοὺς ἀκούοντας, καὶ πίστιν ἑκάστῳ παρέχων, ὅτι ὃ ἐπηγγείλατο καὶ λαλεῖ, πάντως καὶ γενήσεται. Οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὀμνύει Θεός, ἀλλ' ἡμῖνλόγος αὐτοῦ ἀντὶ ὅρκου πρὸς ἀλήθειαν γίνεται. Ἀνθρώποις δὲ λαλῶν ὀμνύναι λέγεται, καὶ τοῦτο ἀνθρωπικώτερον λαλούντων τῶν ἁγίων· ἵνα ἀφ' ὧν αὐτοὶ λέγοντες ἀξιοῦσιν, ἀπὸ τούτων αὐτοὶ πιστεύσωσι τῷ λαλοῦντι Θεῷ. Ὡς γὰρ ἀνθρώπων τὸν λόγον ὅρκος βεβαιοῖ, οὕτως ἃ λαλεῖ ὁ Θεὸς ἀνθ' ὅρκου λογιζέσθω διὰ τὸ βέβαιον καὶ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ. Μαρτυρεῖ δὲ τῷ λεγομένῳ καὶ αὐτὸς ὁ γεγραμμένος ὅρκος· «Ὤμοσε» γὰρ «Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται», ὡς τοῦ ἀμεταμελήτου καὶ πάντως ἐσομένου κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν ὅρκου τυγχάνοντος. Τοῦτο δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς ἐν τῇ Γενέσει σημαίνει λέγων· «Κατ' ἐμαυτοῦ ὤμοσα». Τοῦτο δὲ οὐχ ὅρκος ἐστίν. Οὐδὲ γὰρ κατά τινος ὤμοσεν, ὅπερ ἴδιόν ἐστιν ὅρκου· ἀλλὰ καθ' ἑαυτοῦ, ὅπερ τὴν τοῦ ὅρκου ὑπόνοιαν ἐκφεύγει, καὶ ἐν ᾧ σημαίνει τὸ βέβαιον τῆς ἐπαγγελίας, καὶ τὸ χρῆναι πάντως πιστεῦσαι τὸν ἀκούοντα. Ἔστω δὲ καὶ ὁ ὑμνῳδὸς μάρτυς τῶν λεγομένων, ἀναμιμνήσκων τὸν Θεόν, ψάλλων καὶ λέγων· «Ποῦ εἰσι τὰ ἐλέη σου τὰ ἀρχαῖα, Κύριε, ἃ ὤμοσας τῷ Δαβὶδ ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου;». Οὐ γὰρ κατὰ τῆς ἀληθείας ὀμνύει Θεός· ἀλλ' ἅπερ ἀληθεύων λαλεῖ ὡς ὅρκος ἐστὶ τοῖς ἀνθρώποις πρὸς πίστιν. Οὔτε οὖν Θεὸς κατὰ τοὺς ἀνθρώπους ὀμνύει, οὔτε ἡμᾶς ἐκ τούτων εἰς ὅρκους ἐπιτρίβεσθαι χρή· ἀλλὰ τοιαῦτα λέγωμεν καὶ πράττωμεν, ὡς μὴ ὅρκου δεῖσθαι τοὺς ἀκούοντας, ἀλλ' ἀφ' ἑαυτῶν ἔχειν τὰ λεγόμενα τῆς ἀληθείας τὴν μαρτυρίαν. Ἐν τούτῳ γὰρ ὄντως μιμησόμεθα τὸ Θεῖον» (Μ. Ἀθανασίου, Εἰς τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὸν Σταυρόν).
«Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον, ἀλλὰ πληρῶσαι, ὁ τῇ μὲν ἀναιρέσει τῆς ὀργῆς συνεξαλείψας τὸν φόνον, τῷ δὲ ἀφανισμῷ τῆς ἐπιθυμίας συνεξελὼν τῆς μοιχείας τὸ ἄγος, οὗτος ἐκβάλλει τοῦ βίου καὶ τὴν ἐκ τῆς ἐπιορκίας κατάραν τῇ ἀπαγορεύσει τοῦ ὅρκου πεδήσας ἐν ἀπραξίᾳ τὸ δρέπανον· οὐ γάρ ἐστι δυνατὸν ὅρκου γενέσθαι παράβασιν μὴ ὄντος ὅρκου. διό φησιν Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις· οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου. ἐγὼ δὲ λέγω σοι, φησί, μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ θεοῦ, μήτε ἐν Ἱεροσολύμοις, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως, μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι ποιῆσαι τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν. ἔστω δὲ ὑμῶν ὁ λόγος τὸ ναὶ ναὶ καὶ τὸ οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν» (Γρηγορίου Νύσσης, Ἐξήγησις τοῦ Ἄσματος Ἀσμάτων, Λόγος δʹ).
«2. Δέδια δὲ καθ' ἑκάστην ὑπόθεσιν λέξεως, † ὡς ταύτην τὴν † ὑπόθεσιν ποιοῦμαι, παρακινούσης με τῆς ἀληθείας τὰς ἐν αὐτῇ τῇ λέξει θεωρίας ὑποφαίνειν, διὰ τὸ μὴ πολὺ πλάτος περιποιήσασθαι τῇ συντάξει τῆς διηγήσεως. τοῦ γὰρ κυρίου φήσαντος τῷ Δαυίδ «ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τὸν θρόνον σου» καὶ ὅτι «ὤμοσε κύριος τῷ Δαυὶδ καὶ οὐ μεταμεληθήσεται» δῆλον ὡς ἡ τοῦ θεοῦ ἀμετάθετός ἐστιν ἐπαγγελία. καὶ πρῶτον μὲν ὅτι ὅρκος παρὰ θεῷ τί ἐστιν ἀλλ' ἢ τό «κατ' ἐμαυτοῦ ὤμοσα λέγει κύριος»; «οὐ γὰρ κατὰ μείζονος ἔχει ὅρκον ὁ θεός»· ἀλλὰ οὐδὲ ὄμνυσι τὸ θεῖον, εἰς παράστασιν δὲ βεβαιώσεως ὁ λόγος ἔχει τὴν δύναμιν. μεθ' ὅρκου γὰρ ὤμοσε κύριος τῷ Δαυὶδ ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας θήσειν ἐπὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ».
«Ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται. Ὁ ὅρκος τοῦ Θεοῦ ὁ λόγος αὐτοῦ ἐστι, πληροφορῶν τοὺς ἀκούοντας, καὶ πίστιν ἑκάστῳ παρέχων, ὅτι ὃ ἐπήγγελται καὶ λαλεῖ, πάντως γενήσεται. Οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὀμνύει Θεός· ἀλλ' ἡμῖν ὁ λόγος αὐτοῦ ἀντὶ ὅρκου πρὸς ἀλήθειαν γίνεται, ὡς τοῦ ἀμεταμελήτου παντὸς ἐσομένου, κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν ὅρκου τυγχάνοντος» (Μ. Ἀθανασίου, Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΡΘ’ Ψαλμόν).
«ΙΖʹ. Τοῦ γὰρ νόμον τὰ τέλη τῶν ἁμαρτημάτων κωλύοντος, ἡμεῖς καὶ τὰς αἰτίας, ὡς πράξεις σχεδόν, ἐγκαλούμεθα. Οὐ μοιχεύσεις, φησὶν ὁ νόμος· σὺ δέ, οὐδὲ ἐπιθυμήσεις, ἐκ περιέργου θέας καὶ φιλοπόνου φλέγων τὸ πάθος. Οὐ φονεύσεις, ἐκεῖνος· σὺ δέ, οὐδὲ ἀντιπλήξεις, ἀλλὰ καὶ σεαυτὸν ἐμπαρέξεις τῷ παίοντι. Ὅσον ταῦτα ἐκείνων φιλοσοφώτερα! Οὐκ ἐπιορκήσεις, ἐκεῖνος· σὺ δέ, οὐδὲ ὁμῇ τὴν ἀρχήν, οὐ μικρὸν, οὐ μεῖζον, ὡς τοῦ ὅρκου τὴν ἐπιορκίαν τίκτοντος» (Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τὸ Ἅγιον Πάσχα Λόγος ΜΕ΄).

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Άγιος νεκτάριος: "Εις εμέ το λέγεις Κύριε;"

Τα τελευταία λόγια του αγίου Νεκταρίου, στο κρεββάτι του νοσοκομείου, ήταν τα εξής: "Εις εμέ το λέγεις Κύριε; Εις εμέ;"...
Προφανώς , έλαβε εκείνη την στιγμή πρόσκληση από τον Κύριο στην αιώνια βασιλεία του και μέχρι εκείνη την έσχατη επιθανάτια στιγμή, δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο όχι μόνον να τον προσκαλεί ο Κύριος, αλλά και να του απευθύνει τον λόγο.
Τί βαθειά ταπείνωση! Ταπείνωση πού ζυμώθηκε χρόνο με τον χρόνο, διωγμό με διωγμό, συκοφαντία με συκοφαντία. Ταπείνωση πού καλλιεργούσε όσο προέκοπτε στην πνευματική και θύραθεν σοφία.
Αυτή η αντίδραση είναι αποκρυστάλλωση χρόνιου αγώνα. Οι ταπεινολογίες και οι ταπεινοσχημίες κάποτε καταρρέουν και δείχνουν γυμνό τον φέροντα. Η άσκηση στην ταπείνωση την αληθινή όχι! Όσο βαθύτερα ασκείται σε αυτήν κάποιος, τόσο αυξάνει και στερεώνεται μέσα του. Όσο πλησιάζει κανείς τον μεγάλο Θεό, τόσο σμικρός αισθάνεται .

Ο δέ άγιος Σάββας ο εν Καλύμνω,μαθητής του αγίου Νεκταρίου, όταν παρέδιδε την ψυχή του στον Κύριο, ανέλαβε δυνάμεις , σηκώθηκε και άρχισε να φωνάζει χειροκροτώντας: Ο Κύριος! Ο Κύριος! Ο Κύριος!
Ω μακαρία χαρά και παιδικότητα των αγίων πού ξεπερνάς και αυτήν την αθωότερη χαρά και παιδικότητα!
Αυτής αξίωσον και ημάς Σωτήρ τους αναξίους!

Ἅγιος Νεκτάριος: «Ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος»!

γιος Νεκτάριος: « νωσις (μὲ τους Παπικούς) εναι δύνατος »!

Κι ὅμως κάποιοι, γράφουν ἄρθρα γιὰ τὴν «ἀδύνατον αὐτὴν ἕνωσιν», ἀλλὰ τὴν  καθιστοῦν πρακτικὰ δυνατή, κοινωνοῦντες μὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ κοινωνοῦν καὶ συμ-προσεύχονται μὲ παπικούς, αἱρετικο-λογοῦν, περὶ "διηρημένης" Ἐκκλησίας, ἀλληλο-ἁγιάζονται, ἡμι-συλλειτουργοῦν καὶ ἀλληλο-ἑνώνονται μυστηριακὰ μὲ τοὺς αἱρετικούς!


Ἅγιος Νεκτάριος:  
«Ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος»!
 Πηγή: Περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
Στὰ τέσσερα προηγούμενα ἄρθρα δείξαμε ὅτι ὁ διενεργούμενος μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ Παπισμοῦ διάλογος οὐσιαστικὰ ἔχει ὁδηγηθεῖ σὲ ἀδιέξοδο καὶ ὅτι τυχὸν λύση στὸ ἀδιέξοδο δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀποτελεῖ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ αὐτό, διότι ἀπὸ πλευρᾶς Παπισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ὑποχώρηση στὸ καίριο ζήτημα τῆς παπικῆς ἐξουσίας. Ὄχι μόνο ἐπειδὴ κάτι τέτοιο θὰ σήμαινε κατάρρευση τῆς αὐτοκρατορίας του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν πρόσθετο λόγο ὅτι ἡ παπικὴ ἐξουσία στὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ ἀποτελεῖ δόγμα πίστεως κατοχυρωμένο ἀπὸ τὶς δύο Συνόδους τοῦ Βατικανοῦ, οἱ ὁποῖες ἀπὸ αὐτοὺς θεωροῦνται Οἰκουμενικὲς καὶ συνεπῶς ἀλάθητες.

Τὶς διαπιστώσεις μας αὐτὲς θὰ τὶς κατοχυρώσουμε σὲ τοῦτο τὸ ἄρθρο καὶ μὲ τὶς ὀξυδερκέστατες ἀντίστοιχες ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ὅπως τὶς διατύπωσε στὸ ἐπιστημονικότατο δίτομο ἔργο του «Μελέτη ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσματος», ὁ πρῶτος τόμος τοῦ ὁποίου ἐκδόθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ ἔτος 1911.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ σπουδαιότατο ἔργο ὁ Ἅγιος ἀνατέμνει εἰς βάθος τὸ τραγικὸ σχίσμα μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Ἕνα σχίσμα ποὺ συντάραξε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρὶν ἀπὸ μία χιλιετία καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποτελεῖ τὸ φοβερότερο σκάνδαλο τῆς ἱστορίας τοῦ χριστιανισμοῦ μέχρι σήμερα. Μὲ ἐκπληκτικὴ εὐθυκρισία, ἀκλόνητη ἐπι χειρηματολογία καὶ ἀδιάσειστα ἱστορικὰ στοιχεῖα ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀπο δεικνύει ὅτι ἡ μόνη οὐσιαστικὴ αἰτία τοῦ Σχίσματος ὑπῆρξαν οἱ θρασύτατες ἀξιώσεις τῶν παπῶν γιὰ ἀπόλυτη κυριαρχικὴ ἐξουσία πάνω στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Τὸ Σχίσμα, λέει, εἶναι κάτι φρικτό: «Σχίσμα, θλιβερὸν ἄκουσμα, λέξις δηλοῦσα ἀποδοκιμασίαν ἀδελφῆς ἐκκλησίας, χωρισμὸν ἀδελφῶν μιᾶς Ἐκκλησίας». Ποιὲς εἶναι οἱ αἰτίες, ρωτάει ὁ Ἅγιος, ποὺ προκάλεσαν τὸ σχίσμα μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν καὶ ἐπὶ δέκα αἰῶνες κρατοῦν χωρισμένες αὐτὲς ποὺ ἦταν ὁμομήτριες ἀδελφές; Καὶ ἄραγε δὲν μποροῦν νὰ ξεπεραστοῦν αὐτὲς οἱ αἰτίες καὶ νὰ ἐπέλθει ἡ ἕνωση;
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος δὲν γνωρίζει γλώσσα διπλωματίας. Ἀπαντώντας εὐθέως στὸ ἐρώτημα λέει ὅτι, ἐφόσον οἱ δύο πλευρὲς παραμένουν πιστὲς στὶς ἀρχές τους, «ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος»! Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἕνωση εἶναι ἀπαραίτητο κάποια ἀπὸ τὶς δύο νὰ ἀρνηθεῖ τὶς βασικὲς ἀρχές της: ἡ μὲν παπικὴ τὸ Πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ πάπα, ἡ δὲ Ὀρθόδοξη τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Αὐτὸ ὅμως σημαίνει ὅτι κάποια ἀπὸ τὶς δύο πρέπει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της.
Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, τονίζει, εἶναι χωρὶς σημασία οἱ παραχωρήσεις ποὺ κάνει ἡ κάθε πλευρὰ στὴν ἄλλη. Τὸ πρωτεῖο τιμῆς ποὺ προσφέρει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸν πάπα εἶναι ἄχρηστη παραχώρηση, διότι αὐτὸ δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ συγκρατήσει τὸ οἰκοδόμημα τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ οἱ παραχωρήσεις ποὺ προσφέρει ὁ πάπας στὴν Ὀρθοδοξία, δηλαδὴ τὸ νὰ κρατάει αὐτὴ τὰ δόγματά της, τὰ ἔθιμα καὶ τὶς διατάξεις της, δὲν θεωροῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία παραχωρήσεις, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ εἶναι νόμιμα καὶ βασίζονται στοὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ ὄχι μόνο παραμένει πιστὴ σ᾿ αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἔχει τὴν ἀπαίτηση καὶ ὁ ἴδιος ὁ πάπας μαζὶ μὲ τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία νὰ σκέφτονται ὅπως αὐτή (ἡ Ὀρθοδοξία) καὶ νὰ ἐπανέλθουν μετανοημένοι κοντά της.
Πηγὴ ὅλων τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Παπισμοῦ θεωρεῖ ὁ Ἅγιος τὶς κυριαρχικὲς ἀξιώσεις τῶν παπῶν, οἱ ὁποῖες «χεῖρον πάσης αἱρέσεως ἔβλαψαν τὴν Ἐκκλησίαν»! Αὐτὲς οἱ ἀξιώσεις περὶ Πρωτείου ἐξουσίας συνετέλεσαν ὥστε νὰ ἐξα πλωθεῖ καὶ νὰ παγιωθεῖ στὴ Δύση ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία περὶ δῆθεν ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τὸ λεγόμενο Φιλιόκβε (Filioque). Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ τυφλοὶ παπιστὲς τῆς Ρώμης δὲν δίσταζαν νὰ χαρακτηρίζουν τοὺς ἐκεῖ Ὀρθοδόξους ὡς ὀπαδοὺς τῆς αἱρέσεως τοῦ Νεστοριανισμοῦ: «Οἱ αἱρετικοὶ παπισταὶ ἔ χραινον τοὺς ὀρθοδόξους δυτικοὺς βλασφημίαις αἱρέσεως νεστοριανῆς», σημειώνει ὁ Ἅγιος. Καὶ τὸ σημειώνει περίλυπος γιὰ τὸ κατάντημά τους, ποὺ φθάνει στὸν παραλογισμὸ νὰ ὑποστηρίζουν «ὅτι τέσσαρα καὶ τέσσαρακάμνουσιν ἐννέα», ὅπως σημειώνουν ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς.
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος συνέλαβε τὸ πρόβλημα τοῦ Παπισμοῦ στὴν οὐσία του. Εἶχε ἤδη διαπιστώσει τὸ ἀποκορύφωμα τῆς παπικῆς ἐκτροπῆς στὴν Α΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ τὸ ἔτος 1870. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ τὴ μελέτη του ἀνατρέπει πλήρως καὶ ἐκ βάθρων αὐτὸ ποὺ ἡ Σύνοδος ἔφθασε νὰ καθιερώσει γιὰ πρώτη φορὰ ὡς δόγμα πίστεως: τὸ παπικὸ δηλαδὴ Πρωτεῖο καὶ Ἀλάθητο.
Τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου εἶναι αὐστηρά, ἀλλὰ δὲν γράφει μὲ ἐμπάθεια. Γράφει μὲ πόνο καὶ ἀγάπη. Δὲν ψάχνει νὰ ἀνακαλύψει πλάγιους δρόμους ἢ ἀπατηλὰ μοντέλα ἑνότητας. Ἡ θέση του κρυστάλλινη σὰν τὴ ζωή του εἶναι σαφέστατη, ἀκριβὴς καὶ ἀπόλυτη: Κάτω ἀπὸ τὶς γνωστὲς καὶ ἀμετακίνητες θέσεις τῶν δύο πλευρῶν «ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος»!
«Ο ΣΩΤΗΡ» Τεῦχος 2019 15-3-2011
 Πηγή: Τhriskeftika

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ο κ. Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ ΑΘΩΩΝΕΙ ΤΟΝ ΛΑΤΙΝΟΦΡΟΝΑ ΒΕΚΚΟ



Ο κ. Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ ΑΘΩΩΝΕΙ
ΤΟΝ ΛΑΤΙΝΟΦΡΟΝΑ ΒΕΚΚΟ
ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ
ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΛΕΠΟΝΤΑΣ
ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Γιατί ἄραγε; Γιὰ νὰ ἀθωώσει καὶ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ γιὰ τοὺς Παπικοὺς τὸν ὅρο «ἀδελφὴ Ἐκκλησία», δικαιολογούμενος ὅτι αὐτὸν τὸν ὅρο τὸν χρησιμοποίησε πρῶτος ὁ αἱρετικὸ Πατριάρχης Βέκκος;



Μερικοί, ἀγνοοῦντες (στὴν πράξη) τὸ consensus patrum (Συμφωνία τῶν Πατέρων) ἀνακαλύπτουν κάθε τόσο κάποια θέση ἁγίου Πατρός ἢ κάποιο γεγονός στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην τους, ἢ καὶ πράγματι, δὲν συνταιριάζει μὲ τὸ ὅλο πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ κραδαίνουν ὡς ὅπλο, γιὰ νὰ ὑποστηρίξουν Οἰκουμενιστικὲς πρακτικὲς Πατριαρχῶν καὶ Ἐπισκόπων.

Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι καὶ ὁ κ. Ἰωάννης Καρδάσης, ὁ ὁποῖος γιὰ πολλοστὴ φορὰ κατέθεσε σχόλια στὸ ἱστολόγιο «Ἀποτείχιση», διὰ τῶν ὁποίων ὑποστηρίζει τήν θέση ὅτι ὁ Βέκκος δὲν ἦταν λατινόφρων.
    Αὐτὴν τὴν θέση, βέβαια, τὴν ἀποδίδει στὸν ἅγιο Νεκτάριο, παραπέμποντας σὲ κείμενα τοῦ Ἁγίου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο σπέρνει τὴν ἀμφιβολία σὲ ψυχὲς τῶν πιστῶν, ἀντὶ νὰ οἰκοδομήσει. Σὲ πολλοὺς δὲ ἀπὸ αὐτούς, ποὺ δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐρευνήσουν, προκαλεῖ σύγχυση καὶ κρημνίζει μέσα τους τὴν βεβαιότητα ὅτι, οἱ Ἅγιοί μας, μᾶς διδάσκουν τὴν ἀλήθεια· κλονίζει τὴν βεβαιότητα ὅτι ἔχουν πάρει σωστὲς ἀποφάσεις π.χ. γιὰ τὸν αἱρετικὸ Βέκκο. Καὶ ἀντὶ νὰ προσπαθήσει, ὅπως τοῦ εἶχε ὑποδείξει παλαιότερα ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς, νὰ ἐξηγήσει ποῦ ὀφείλεται μιὰ ἀντίφαση ποὺ τυχὸν παρατηρεῖται μεταξὺ τῶν Ἁγίων (ὅπως ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Πατέρες), συνεχίζει νὰ ἐπισημαίνει αὐτὲς τὶς πραγματικὲς ἢ φαινομενικὲς ἀντιφάσεις, συνεχίζει δηλαδὴ τὸ διαλυτικὸ ἔργο τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν πιστῶν.

Ἡ θέση αὐτή, ὅμως, τὴν ὁποία διετύπωσε ὁ ἅγιος Νεκτάριος, εἶναι θέση ποὺ διετύπωσε ἐπηρεασθεὶς ἀπὸ ἱστορικὲς πηγές (ὅσες εἶχε πρόσφορες στὴν ἐποχή του), οἱ ὁποῖες πιθανὸν δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Μήπως, γι’ αὐτές, πρέπει νὰ ἀφαιρεθεῖ και ὁ τίτλος τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο Αἰγίνης; Θὰ χαρεῖ, ἄραγε, ὁ κ. Καρδάσης, ἂν -ὅπως ζητᾶ- τοῦ ἀποδείξουμε ὅτι ὁ Ἅγιος ἔσφαλε; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο;

Ὁ ἴδιος εἶναι ἐρευνητής, καὶ ὅπως εἴδαμε στὸ διαδίκτυο (παρότι ἐπιστήμων χημικός) ἔχει γράψει πολλὰ καὶ καλὰ θεολογικὰ δοκίμια ἢ ἄρθρα. Γιατί δὲν μελετᾶ καὶ τὸ θέμα αὐτὸ περισσότερο, ἀλλὰ μένει στὴν πρώτη ἐπισήμανση, παρότι τοῦ ἔγραψαν ὅτι προσεγγίζει τὸ θέμα μὲ λάθος τρόπο; Καὶ χρόνο ἔχει γι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἱκανότητες. Δύσκολο τοῦ ἦταν, νὰ ἐρευνήσει καὶ νὰ βρεῖ τί γράφουν οἱ Ἅγιοι ποὺ ἔζησαν πλησιέστερα στὴν ἐποχὴ τοῦ Βέκκου, ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς; Δύσκολο τοῦ εἶναι νὰ δεῖ τί ἀποφάσισαν οἱ Σύνοδοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Βέκκου; Δὲν γνωρίζει ὅτι μία ἀναγνωρισμένη ἀπὸ τὴν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας Σύνοδος, ὑπέρκειται τῆς γνώμης ἑνὸς Ἁγίου; Ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ εἶναι ἀλάθητος κι ὄχι ἕνας Ἅγιος, τοῦ ὁποίου κάποια θέση-ἐκτίμηση (ἱστορικῆς μάλιστα ὑφῆς) μπορεῖ νὰ εἶναι λανθασμένη;

Ἡ τοποθέτησή του δέ, ποὺ τὴν περιφέρει ὡς δικαιολογία (ἐπισημαίνοντας ὅτι αὐτὰ ποὺ γράφει δὲν εἶναι δική του θέση, ἀλλὰ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου), εἶναι ἡμαρτηρμένη καὶ ἀπαράδεκτη, διότι ὄφειλε (ἐφ’ ὅσον οἱ συγγραφές του δείχνουν ὅτι γνωρίζει πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία) νὰ ἐρευνήσει ὡς ἐξοικειωμένος μὲ αὐτή, καὶ νὰ μᾶς παρουσιάσει τὴν θέση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸν Βέκκο, κι ὄχι ἑνὸς μεμονωμένου Ἁγίου. Καὶ ὄφειλε νὰ τὸ κάνει, γιατὶ ἀπὸ τότε ποὺ πρωτόγραψε γιὰ τὸ θέμα καὶ προκάλεσε σκανδαλισμό, πέρασαν πολλοὶ μῆνες· εἶχε λοιπόν τὸν καιρὸ (ἂν ἤθελε) νὰ ἐρευνήσει.

Παρακάτω παραθέτουμε κάποια στοιχεῖα περὶ τοῦ θέματος, ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι καλα τὰ λέει ὁ π. Νικόλαος Μανώλης (τὸν ὁποῖο ἔμμεσα ψέγει) καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θέλει τὸν Βέκκο αἱρετικό, καὶ πιστεύουμε (ἂν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἀλήθεια ὁ κ. Καρδάσης) ὅτι θὰ ἐρευνήσει πλέον ἐνδελεχῶς τὸ θέμα, γιὰ νὰ μᾶς διαφωτίσει θεοφιλῶς κι ἐμᾶς, ποὺ δὲν ἔχουμε τὸ δικό του ἐλεύθερο χρόνο, ὥστε νὰ ἄρει ἔτσι τὴν σύγχυση ποὺ ὁ ἴδιος προκάλεσε μὲ τὴν ἐπιμονή του νὰ ἐπανέρχεται στὸ θέμα μὲ αὐτὴν τὴν ἀντιπατερικὴ νοοτροπία, διὰ τῆς ὁποίας προκλητικὰ σπρώχνει τοὺς ἀγνοοῦντες πιστοὺς στὸ δίλλημμα: ἢ ὁ ἅγιος Νεκτάριος κάνει λάθος ἢ ἡ Ἐκκλησία ποὺ καταδίκασε τὸν Βέκκο.

Πρῶτα δημοσιεύουμε ἕνα τμῆμα ἀπὸ τὸ τελευταῖο σχόλιο τοῦ κ. Καρδάση.

Γιὰ νὰ δεῖτε ὁλόκληρο τὸ σχόλιό του, ἀλλὰ καὶ ἄλλα παλαιότερα σχόλιά του γιὰ τὸ ἴδιο θέμα μπορεῖτε νὰ ἀνατρέξετε στὶς διευθύνσεις:




 Διαβάζουμε στὸ σχόλιο τοῦ κ. Καρδάση: 
«Καταγράφει ο π. Νικόλαος Μανώλης: "Μα το πνεύμα του πατριάρχου Ιωάννου του Βέκκου το δαιμονικό είναι αυτό το οποίον κατευθύνει τα βήματά μας;".

Δεν γνωρίζουμε αν τα έλεγε ξεκάθαρα ο π. Νικόλαος, πάντως βρίσκεται να είναι σε πλήρη αντίθεση με τον άγιο Νεκτάριο, ο οποίος όχι μόνον δεν αναφέρει τον Βέκκο ως αιρετικό, αλλά τουναντίον τον επαινεί, ως ορθοδοξότατο!
   Γράφει ο άγιος Νεκτάριος, στο βιβλίο του: Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Β:

«Λέγουσι περί του Βέκκου ότι «ώσπερ κύων επί τον ίδιον επέστρεψεν έμετον» οι λέγοντες αδικούσι τε μεγάλως τον άξιον ανωτέρας φήμης Βέκκον, και ανιστόρητα λέγουσιν. Ο Βέκκος ουχί παλινωδήσας αύθις επάπισεν, αλλά γενναιόφρων ων ανήρ δεν ηνείχετο να διαπράττωνται υπό των άκρως ζηλωτών δήθεν του δόγματος αδικίαι, να εξορίζωνται και διώκωνται αρχιερείς και ιερείς (οι ομόφρονες του Βέκκου)...

Καλόν είναι να μεταδίδουμε κάθε βράδυ παρακλητικούς κανόνες για τον άγιο Νεκτάριο, αλλά ακόμη καλύτερα είναι να μελετούμε τα έργα του (πράγμα σπάνιο) και εάν βρίσκουμε παράδοξα πράγματα να τα σχολιάζουμε.

Επομένως είτε ο π. Νικόλαος έχει δίκιο και ο Βέκκος έχει δαιμονικό πνεύμα και είναι αιρετικός, είτε ο άγιος Νεκτάριος έχει δίκιο και ο Βέκκος είναι ορθοδοξότατος και ευσεβέστατος. Πάντως και οι δυο αποκλείεται να έχουν δίκιο. Απομένει λοιπόν να διαλέξουμε».



ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ κ. Ι. ΚΑΡΔΑΣΗ



Τοῦ κ. Οἰκονόμου Χρήστου Σεϊταρίδη



«H εκπόρευση του Αγ. Πνεύματος

κατά τους συγγραφείς του ΙΓ΄ αιώνα»


Τα αποτελέσματα της συνόδου επιβεβαιώνουν για μία ακόμη φορά την εμμονή των δυτικών στο  filioque. Σύμφωνα με τη διδασκαλία της συνόδου η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού δεν εισάγει δύο αίτια, αλλά ο Πατήρ είναι το πρώτο και το αρχικό αίτιο. Οι αποφάσεις της συνόδου σχετικά με το filioque είναι όσα μέχρι τότε είχε αναπτύξει ο Αυγουστίνος, τα οποία αποτέλεσαν και την επίσημη διδασκαλία της Δυτικής Εκκλησίας. Αυτήν άλλωστε αποδέχθηκαν και οι Λατινόφρονες του ΙΓ΄ αι. με πρώτο τον Πατριάρχη Κων/πόλεως Ιωάννη Βέκκο.

Τα μετά τη Β΄ σύνοδο της Λυώνος γεγονότα κρίνονται ιδιαίτερα θερμά και κρίσιμα. Ο πατριάρχης Ιωσήφ αντέδρασε έντονα στις ενωτικές προσπάθειες και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την έκπτωσή του από τον Πατριαρχικό θρόνο και την άνοδο του λατινόφρονα Ιωάννη Βέκκου.

Με διάφορες κινήσεις του ο Βέκκος διαβεβαίωνε τον Πάπα Γρηγόριο Ι΄ ότι οι αποφάσεις της Λυώνος έγιναν αποδεκτές από την Ανατολή. Είχε μάλιστα την κάλυψη και υποστήριξη του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Η΄. Η στάση του αυτή είχε ως αποτέλεσμα τις πιο έντονες αντιδράσεις των ορθοδόξων και τον κίνδυνο σχίσματος. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση ο Βέκκος προέβη σε παραίτηση χωρίς ωστόσο να γίνει αποδεκτή από τον αυτοκράτορα.

Η άνοδος ωστόσο του ανθενωτικού αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ άλλαξε άρδην το σκηνικό και τις μέχρι τότε ενωτικές κινήσεις. Ο Ανδρόνικος απομάκρυνε τον Βέκκο και επανέφερε τον Πατριάρχη Ιωσήφ στο θρόνο. Συγκάλεσε μάλιστα και δύο συνόδους στις Βλαχερνές προς επιβεβαίωση αυτών των ενεργειών του.

Η Α΄ Σύνοδος των Βλαχερνών συνεκλήθη το 1283. Οι αποφάσεις ήταν κυρίως εκκλησιαστικές και αφορούσαν την αντιμετώπιση λατινοφρόνων και κυρίως του Ιωάννη Βέκκου. Της συνόδου προήδρευσε ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας λόγω ασθενείας του Πατριάρχου Ιωσήφ. Ο Βέκκος κλήθηκε σε απολογία για αλλοίωση των δογμάτων και αποδοχή της ενώσεως. Στις κατηγορίες αυτές ο Βέκκος κατέθεσε, σύμφωνα με τον Γρηγόριο Κύπριο, λίβελλο. Η σύνοδος πλέον αποφάσισε την καθαίρεση του όπως και άλλων λατινοφρόνων κληρικών. Προχώρησε μάλιστα και σε αφορισμό λαϊκών σκληρύνοντας τρόπον τινά τη στάση των Ορθοδόξων.

Η εμμονή του Ιωάννη Βέκκου στις λατινόφρονες απόψεις στις λατινόφρονες απόψεις περί εκπορεύσεως του Αγ. Πνέυματοςκαι εκ του Υιού προκάλεσε τη σύγκληση της Β΄ συνόδου των Βλαχερνών το 1285. Με την παρουσία του αυτοκράτορα Ανδρονίκου του Β΄, του Πατριάρχου Γρηγορίου του Κυπρίου και του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Αθανασίου ξεκίνησε η σύνοδος, στις πρώτες συνεδρίες της οποίας ανέπτυξαν τις θέσεις τους οι λατινόφρονες Ιωάννης Βέκκος, Κωνσταντίνος Μελιτηνιώτης και Γεώργιος Μετοχίτης. Οι σύνεδροι βλέποντας ότι οι λατινόφρονες εμμένουν στις θέσεις των προχώρησε σε αφορισμό και αποκλεισμό τους στη μονή του Κοσμιδίου. Με εντολή της συνόδου ο Γρηγόριος Κύπριος συνέθεσε “Τόμον Πίστεως” ο οποίος αποτέλεσε την επίσημη διδασκαλία της συνόδου.


Ἄλλη ἀπάντηση ἀπὸ τὸ Ἰντερνετ:








Καὶ ἕνα σχόλιο ποὺ ἐστάλη καὶ εἶναι δημοσιευμένο σὲ ἄλλη ἀνάρτησή μας, τὴν παρακάτω.





Σύνοδος, τον Ιανουάριο του 1283 τον καταδίκασε τον Βέκκο σας ως αιρετικό και τον εξόρισε στην Προύσα. Νέα Σύνοδος, που συνεκλήθη στο παλάτι των Βλαχερνών το 1285 επανέλαβε την καταδίκη του . Εσείς κύριε ξέρετε συνοδική απόφαση που τον αθωώνει? ΕΙΣΤΕ ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ? Και αρνητές όντες , και αιρούμενοι μόνο τα ευάρεστα σε εσας είστε αιρετικοί?
Ο Αγ Νεκτάριος με τα σχόλια του δεν αναιρεί απόφαση ιεράς συνόδου. Αν βεβαίως όντως το έγραψε και δεν είναι πλαστογραφία των τσιρακιών του παπικού Βαρθολομαίου, του αιρεσιάρχη του εχθρου του Θεού. Οχι απλά δεν αγιάζει ένας άνθρωπος αλλά ουτε απλά σώζεται αν δεν αναθεματίζει οσα η ορθοδοξία αναθεματίζει. Αν Ο Αγιος Νεκτάριος δε διάβαζε κανονικά τους αναθεματισμούς του συνοδικού της ορθοδοξίας δεν θα αγίαζε. Και να ξέρεις εσύ που προκαλείς οτι ακόμα και αν είχε άλλη γνώμη στα γραφτά του η ΥΠΑΚΟΉ μετρά στην λειτουργική πράξη. Ο Αγιος Νεκτάριος δεν σταμάτησε να αναθεματίζει ΠΑΠΑ και φυσικά ο Αγιος Νεκτάριος ΔΕΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΕ ΠΑΠΑ. Είναι ΕΝΑΝΤΙΑ στον ΠΑΠΑ!
Αλλά είναι τόσο το θράσος των κοπελιών του παπικού Βαρθολομαίου, του αιρεσιάρχη του εχθρου του Θεού που θέλουνε να κάνουνε το άσπρο μαύρο. Και μας παρουσιάζουνε Αντιπαπικούς Αγίους και τον Αγιο Νεκτάριο και τον Αι Μαρκο τον Ευγενικό σαν φιλοπαπικούς! Παπάκια χάνεται τον κόπο σας! Λεει αντίθετα στο ευαγγέλιο ο Πάπας και μείς αναθεματίζουμε τον Αντίχριστο τον Παπα και όποιον τον μνημονεύει οπως κανει ο κακορίζικος ο πατριαρχης σας ο νέος Βεκκος ΟΤΙ ΚΑΙ ΝΑ βρείτε γραμμένο ακόμα και αν μας φέρετε άγγελο απο τον ουρανό να σας υποστηρίξει.