Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

Περιμένουμε την αντίδραση του π. Γκοτσόπουλου: Ισχύει το "κοινωνών ακοινωνήτω";


"Φαίη": 

Που το πάει ο Πατρών; Αρχιερατικό συλλείτουργο προεξάρχοντος του Αλκαλοχωρίου Ανδρέα, ο οποίος είχε συλλειτουργήσει με τον σχισματικό Ολβίας. Μνημονεύτηκε ο Βαρθολομαίος στην Πάτρα




Την Κυριακή 29.9.2019 εορτάσθηκε η 55η επέτειος της επανακομιδής της Τιμίας Κάρας του Πρωτοκλητου Αποστόλου Ανδρέου στην Πάτρα και ετελέσθη Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέου, προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελίου και Βιάννου Ανδρέου. Συλλειτούργησαν οι Μητροπολίτες: Μάνης Χρυσόστομος, Κανάγκας, Υπέρτιμος και Έξαρχος Ισημερινής Αφρικής Θεοδόσιος (Πατρ. Αλεξανδρείας), Πατρών Χρυσόστομος, καθώς και οι Επίσκοποι Κερνίτσης Χρύσανθος και Τολιάρας και Νοτίου Μαδαγασκάρης Πρόδρόμος (Πατρ. Αλεξανδρείας).

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

Το Ομολογιακό κείμενο των επί Βέκκου Αγιορειτών και οι αν-ομολόγητες «οικονομίες» των «αντι-Οικουμενιστών»!


Τοῦ Σημάτη Παναγιώτη 

Τὴν Ἐπιστολὴ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγο γνωρίζουν πολὺ καλὰ οἱ «ἀντι-Οἰκουμενιστές». Ἡ Ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι ἕνα κείμενο ὁμολογιακό, ἀπὸ πραγματικοὺς Ὁμολογητὲς Πατέρες, ὄχι μόνο στὰ λόγια καὶ στὶς διακηρύξεις, ἀλλὰ καὶ στὶς πράξεις, κάτι ποὺ δυστυχῶς δὲν συμβαίνει μὲ τοὺς σύγχρονους «ἀντι-Οἰκουμενιστές». Καὶ ἐννοοῦμε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, ἐπικαλοῦνται τὰ λόγια τῶν Ὁμολογητῶν Πατέρων τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ μὲ τὶς πράξεις τους τὰ ἀθετοῦν· καὶ τὸ κυριότερο (γιατὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει πρωτίστως), ὄχι μόνο τὰ ἀθετοῦν, ἀλλὰ διδάσκουν αὐτὴ τὴν ἀθέτηση καὶ στὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐσιαστικὰ ἐπιχειροῦν τὴν δικαίωση αὐτῆς τῆς διαστροφῆς τῆς ἁγιοπατερικῆς μας Παραδόσεως ποὺ αὐτοὶ διαπράττουν καὶ τὴν θεσμοθέτησή της ὡς τῆς κανονικῆς ὁδοῦ, ὡς τῆς «βασιλικῆς» ὁδοῦ στάσεως καὶ ἀντιδράσεως κατὰ τῶν Αἱρετικῶν, ὅπως ἔχουν ἰσχυριστεῖ!
Παραθέτουμε ὁλόκληρη τὴν Ἐπιστολὴ τῶν Ἁγιορειτῶν ἐπὶ Βέκκου Πατέρων, ἀφοῦ πρῶτα εἰσαγωγικά, σχολιάσουμε κάποια σημεῖα της, κι ἴσως κάποιοι παρακινηθοῦν νὰ τὴν ξαναδοῦν μὲ ἄλλο μάτι, ἴσως κάποιοι πιστοί, δεμένοι στὸ ἅρμα βαρέων ὀνομάτων, συνειδητοποιήσουν ποιά εἶναι ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία καὶ Παράδοση στὸ θέμα τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. 
Ἐπιστολὴ αὐτή (ὅπως δηλώνεται ἀπὸ τὸν τίτλο της) ἀπευθύνεται

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Παρά τις ύβρεις επιμένουμε αγιοπατερικά!



Οἱ θιασῶτες τῆς διαμαρτυρίας, τοῦ δυνητισμοῦ καὶ τῆς κακῆς “Οἰκονομίας”
«ξέχασαν» τὸν Ἰωσὴφ Βρυέννιο

Τοῦδαμάντιου Τσακίρογλου

Εἶναι πιὰ ἡλίου φαεινότερον, ὅτι οἱ θιασῶτες τῆς διαμαρτυρίας, τοῦ δυνητισμοῦ καὶ τῆς κακῶς ἐφαρμοσμένης καὶ παρανοημένης «Οἰκονομίας» δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἀπορροφοῦν τὶς ἀντιδράσεις τοῦ ποιμνίου καὶ νὰ ἐπιτρέπουν στὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ νὰ παγιωθεῖ. Τὸ μάταιο κάθε καταγγελίας τους ἄνευ ἀντικρύσματος, τὸ ἀτελέσφορο τῶν ἐπιφανειακῶν διαμαρτυριῶν τους ἄνευ τῆς πρακτικῆς συνέπειας καὶ ἡ συντήρηση μίας ψευδαισθητικῆς ὁμολογίας ἄνευ μαρτυρίου παγιώνουν ὄχι μόνο τὴν Παναίρεση ἀλλὰ καὶ τὴν παθητικότητα τῶν πιστῶν ποὺ βλέπει τὴν ἔλλειψη συνέπειας ἔργων καὶ λόγων καὶ παραιτεῖται.
Μία ἀπόδειξη γιὰ τὰ παραπάνω ἀποτελεῖ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ θιασῶτες αὐτοὶ «ξεχνοῦν» πιὰ νὰ ἀναφέρουν στὴν ἐπιχειρηματολογία τους ἐνάντια στὴν αἵρεση ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς, γιὰ τοὺς ὁποίους στὴν ἀρχὴ τῆς φαντασμαγορικῆς καὶ ψευδαισθητικῆς ἀντιαιρετικῆς ἀγόρευση τους ἦταν λαῦροι. Μετατρέποντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία σὲ ἐκκλησιαστικὸ λάφυρο, ξεχνοῦν νὰ ἀναφέρουν αὐτοὺς πού, ἂν ζοῦσαν σήμερα, θὰ τοὺς εἶχαν καταδικάσει. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος, γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ὁποίου ἕνας ἐκ της Συνάξεως τῆς Γατζέας ἔχει ἐκδόσει μιὰ μικρὴ μελέτη.
Ὁ ξακουστὸς αὐτὸς ἐκκλησιαστικὸς ἀνήρ, ὁ «διδάσκαλος τῶν διδασκάλων» κατὰ τὸν Εὐγένιο Βούλγαρη, ἔδωσε μεγάλες μάχες ἐνάντια στοὺς Λατίνους καὶ στὶς φιλενωτικὲς προσπάθειες τῶν σύγχρονών του ὀρθοδόξων. Κυρίως ὅμως καταπολέμησε μὲ τοὺς λόγους του τὴν ἀντιπατερικὴ πρακτικὴ τοῦ συμβιβασμοῦ μὲ τὴν αἵρεση καὶ τὴν ἐπιφανειακὴ ὀρθόδοξη βιωτή. Γιὰ τὸν Βρυέννιο ἡ πίστη βρίσκεται πάντα σὲ κίνδυνο, ὅταν οἱ ὑπερασπιστές της δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς ὡς πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία τους καὶ γι’ αὐτὸ αὐτοὶ εἶναι καταδικαστέοι «ὁ νεύματι μόνῳ τὸν Θεὸν ἀπαρνούμενος ἀπωλείᾳ ὑπόκειται» (Ἀ. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, «Ἰωσὴφ Βρυεννίου Πρακτικά» σελ. 50-51).
Γιὰ τὸν Βρυέννιο «κάθε προσθήκη ἀφαίρεσις μεταποίησις διαφθοράσἕνα δόγμα ἐπιφέρει ἀλλοίωση ὁλόκληρης τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅσοι τὴν προκαλοῦν ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, χωρὶς ὅμως Ἐκκλησία νὰ χάνει τὴν πληρότητά της, τὴν καθολικότητά της τὴν ἁγιότητά της» (ἀρχιμ. Νικολάου Ἰωαννίδη, «Θεολογία καὶ Γραμματεία ἀπὸ τὸν Θ΄ αἰῶνα καὶ ἑξῆς», σελ. 224).

Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Παντελής άγνοια ή συνειδητή διαστρέβλωση της Πατερικής διδασκαλίας και ασέβεια στον Όσιο;




Παρέμβασις δευτέρα εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση τῆς Ἡμερίδος εἰς τὴν Θεσ/νίκη μὲ θέμα:

«Περιπτώσεις Οἰκονομίας στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία» (Δεῖτε ἐδῶ κι ἐδῶ) 
              
Τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ


     Μελετώντας διεξοδικώτερα τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση εἰς τὴν ἐν λόγῳ Ἡμερίδα, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσι νὰ δευτερολογήσω, μὲ τὸν σκοπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἀληθείας, τῆς ἐνημερώσεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ εἰδικὰ ὅσων ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τὴν αἵρεσι, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνη σὲ Ὀρθόδοξες βάσεις καὶ ὄχι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενο, κατὰ τρόπον μεσοβέζικο· ἢ ὅπως λέει ὁ λαός, νὰ εἴμεθα ἀποτειχισμένοι, παίζοντας συγχρόνως σὲ διπλὸ ταμπλώ.
    Ἐπίσης πρέπει νὰ ἀποκατασταθῆ ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, διότι τὸν ἐπαρουσίασαν ὡς δῆθεν δεχόμενο τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, ὡς ἀκραῖο καὶ αὐστηρό, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναγκασθῆ ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος νὰ διορθώση τὶς αὐθαιρεσίες του, ὡς δεχόμενο τὴν μεσοβέζικη Ἀποτείχισι καὶ τὸ νὰ παίζη κανείς, ἐνῶ εἶναι Ἀποτειχισμένος, σὲ διπλὸ ταμπλώ.
    Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸν θὰ παρουσιάσωμε τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου καὶ τὴν ἐν γένει στάσι του, ὄχι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ αἱρετικούς, Μοιχειανοὺς καὶ Εἰκονομάχους.
    Ἡ θέσις τοῦ Ὁσίου στὸ θέμα αὐτὸ θὰ δείξη ὁλοφάνερα τί διδάσκει ὁ Ὅσιος καὶ πόσο ἐμεῖς τὸν μετεμφιέσαμε σὲ σημεῖο νὰ τὸν κάνουμε ἀγνώριστο, δίκην κοσμικῶν ἀνθρώπων κατὰ τὶς ἀπόκριες.
    Ὑπάρχουν δεκάδες χωρία, τὰ ὁποῖα μᾶς δείχνουν τὴν θέσι τοῦ Ὁσίου εἰς τὸ σημεῖο αὐτό, ἐμεῖς δὲ θὰ παρουσιάσωμε τὰ σημαντικώτερα, διὰ νὰ μὴν κουράσωμε τοὺς ἀναγνῶστες, κάνοντας στὸ κάθε ἕνα μικρὴ ἑρμηνεία καὶ σχολιασμό.
   «Ταῦτα ἐστί, πάτερ ἅγιε, τὰ φοβοῦντα καὶ συστέλλοντα  ἡμῶν τὴν καρδίαν. Καὶ διὰ ταῦτα πρὸς τὸ μὴ κοινωνῆσαι αὐτῷ τε καὶ τῷ προηγησαμένῳ πατριάρχῃ, ἐπὰν μετεδίδοι τῷ μοιχεύσαντι, ἀπεκλείσθην ἐγὼ μὲν ἐν ᾧ καθέζῃ τόπῳ, ὁ ἡγούμενος δὲ καὶ οἱ λοιποὶ σὺν τῷ ἀρχιεπισκόπῳ ἐν τῇ Θεσσαλονίκῃ ὑπερορισθέντες. ἀλλ’ ὁ Θεὸς πάλιν ἐπισυνήγαγεν ἡμᾶς εὐχαῖς σου· καὶ οὐδ’ οὕτως ὡς ἔτυχεν ἡνώθημεν τῷ πατριάρχῃ, εἰ μὴ ὡμολόγησε καλῶς ἡμᾶς πεποιηκέναι. ἐὰν οὖν, ὅτε ἡ μοιχεία ἦν καὶ ἡ τῶν κανόνων παράβασις, οὐχ ὑπεστάλημεν δυνάμει Θεοῦ, πῶς οὖν ἄρτι, ὅτε εὐσεβοῦσά ἐστιν ἡ βασιλεία, ἕνεκεν ἑνὸς πρεσβυτέρου καθῃρημένου ὑποσταλησόμεθα καὶ προδώσομεν τὴν ἀλήθειαν, κινδυνεύοντες κατὰ ψυχήν; Οὐδαμῶς, ἀλλὰ πάντα ἡμῖν φορητὰ μέχρι θανάτου ἢ μετασχεῖν τῆς ἐκείνου κοινωνίας καὶ τῷ ἐκείνῳ συλλειτουργούντων, ἕως ἂν παύσῃ τῆς ἱερουργίας, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ προτέρου» (Φατ. 21,55,29. –Minge 99, 972B).
    Πρέπει ἐδῶ πρὸς κατανόησι νὰ ἀναφέρωμε τὰ ἑξῆς. Ὁ Ὅσιος ποτὲ δὲν ἔκανε διακοπὴ μνημονεύσεως χωρὶς διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας σὲ πλήρη μορφή, ὅπως σήμερα σὲ πολλοὺς ἀκούγεται, ὅτι δηλαδὴ θὰ διακόψωμε τὴν μνημόνευσι, ἀλλὰ ὄχι τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, σὰν διαμαρτυρία κ.λπ. Ὁ Ὅσιος ἔκανε τὸ ἀντίθετο. Δηλαδὴ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἔστω καὶ ἂν κατ’ οἰκονομία ἐμνημόνευε ἄχρι καιροῦ. Ἡ διακοπὴ λοιπὸν τῆς μνημονεύσεως ἦτο τὸ τέλος καὶ ὄχι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διαστάσεως καὶ ἐσήμαινε τὴν πλήρη ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς μέχρι βαθμοῦ ἑστιάσεως.
    Στὸ κείμενο αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐπαρουσιάσαμε, ὁ Ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ὁ ἅγιος Ταράσιος ὁμολόγησε ὅτι καλῶς ἔπραξε ὁ Ὅσιος διακόπτοντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν Πατριάρχη καὶ ὄχι ὅτι δῆθεν ἦτο αὐστηρὸς καὶ διορθώθηκε ἡ αὐστηρότης του ἀπὸ τὴν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο, ὅπως ἰσχυρίστηκε ὁ π. Σεραφεὶμ Ζήσης στὴν εἰσήγησί του.
     Τέλος ὁ Ὅσιος δὲν ὑπολόγισε τὶς ἐπιπτώσεις τῆς Ἀποτειχίσεως, ὅπως ἐμεῖς κάνουμε σήμερα, δημιουργώντας πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ μεσοβέζικες Ἀποτειχίσεις.
2. «Ἀλλὰ τί πάθωμεν; ὅτι ἐντολὴ Θεοῦ πρόκειται καὶ κανόνες πατρικοὶ οἱ ἀπείργοντες ἡμᾶς ἐκ τῆς τοιαύτης κοινωνίας» (Φατ. 21, 55, 61. –Migne 99, 969D).
    Εἶναι πολὺ σημαντικὸ τὸ χωρίο αὐτό, μαζὶ μὲ ἄλλα παρόμοια, διότι ὁ Ὅσιος τὶς Εὐαγγελικὲς Ἐντολὲς καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες περὶ Ἀποτειχίσεως δὲν θεωροῦσε ὅτι ἐτέθησαν καὶ ἀφοροῦσαν τοὺς καταδικασμένους ὑπὸ συνόδου αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς κακῶς φρονοῦντας, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχαν καταδικαστεῖ. Οἱ Ἀντιοικουμενιστὲς ὅμως σήμερα, καὶ ἴσως κάποιοι Ἀποτειχισμένοι, διαφορετικὰ φρονοῦν ἀπὸ τὸν Ὅσιο, θεωρώντας ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀναφέρονται στοὺς καταδικασμένους ὑπὸ Συνόδου αἱρετικοὺς καὶ ἔτσι βολεύονται, τρόπον τινά, καὶ δικαιολογοῦν αὐτὸν τὸν ἐκκλησιαστικὸ συναγελασμό. Αὐτὸ κατ’ ἐπέκτασι ἀφορᾶ καὶ τοὺς δεχομένους τὴν δυνητικὴ λεγομένη ἑρμηνεία τοῦ 15ου  Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καὶ τὴν θέσι μας ὅτι εἶναι δεκάδες οἱ ἱεροὶ Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν διὰ τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
3) «… Ἐκεῖνο ἐν ἐμαυτῷ λέγων, ὅτι, ἐπεὶ οὐκ εἰμὶ ἐπισκόπου ἔχων ἀξίωμα δυνάμενος ἐλέγχειν, ἀρκετόν μοι ἡ οἰκεία φυλακὴ καὶ τὸ μὴ μετασχεῖν με τῆς τε ἐκείνου κοινωνίας καὶ τῶν ἐκείνῳ ἐν γνώσει συλλειτουργούντων, ἕως ἂν ἐκ μέσου γένηται τὸ σκάνδαλον» (Φατ. 25, 70, 69. –Minge 99, 989D).
    Διὰ τὸν Ὅσιο, τονίζεται ἐδῶ, διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐσήμαινε ὅτι δὲν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικὰ καὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ ἐν γνώσει συλλειτουργοῦσαν μὲ τοὺς αἱρετικούς.
4) «Ἀλλ’ ἐλέησον ὁ ποιμὴν ὁ καλός, ἀλλὰ βοήθησον, ὁ ἰατρὸς ὁ ἐπιστήμων, τὴν ποίμνην σου, τὰ πρόβατά σου, τὰς ἐκκλησίας σου, τρόποις σοφίας σου, λόγοις συνέσεώς σου, φαρμάκοις ἰατρείας σου τὸ ἓν πρόβατον ἀπεῖρξαι μόνης τῆς ἱερουργίας καὶ τὰ ὅλα κερδῆσαι, καὶ μὴ τῇ τοῦ ἑνὸς ψώρᾳ λυμανθῆναι τὴν ἐκκλησίαν, ἣν περιεποιήσατο ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν τῷ οἰκείῳ αἵματι» (Φατ. 25,70,83, P.G.99. –Migne 99, 992A).
    Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος ὅτι ἡ πλάνη καὶ ἡ αἵρεσις ἑνὸς μολύνει ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ὅταν τὴν ἀνεχόμεθα ἢ καλύπτομε καὶ δὲν Ἀποτειχιζόμεθα ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μολύνονται ὅλοι, ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία.
5) «Βεβήλωσις οὖν τῶν ἁγίων ἐστίν, ὦ ἀδελφέ, τοῦτον ἱερουργεῖν, καὶ σύγχυσις παντελὴς τῶν κανόνων τὸ μὴ τὰ τοιαῦτα φυλάττεσθαι. τί γὰρ λέγει καὶ ὁ Χρυσόστομος; ὅτι οὐκ ἀκίνδυνόν ἐστι τὸ ἀνεξέταστον ἐπὶ τοῦ ἱερέως, οὐ περὶ πίστεως, ὡς οἴει, τοῦτο λέγων, ἀλλὰ περὶ τῆς κατὰ τὸν βίον ἀκριβείας. ἐκζητεῖν τοίνυν καὶ ἀνερευνᾶν ἕκαστον ὅπως ἔχει οὐ δέον· ἡ χάρις γὰρ καὶ ἐπὶ τοὺς ἀναξίους διὰ τοὺς προσιόντας κάτεισιν. εἰς δὲ τοὺς προδήλως κατεγνωσμένους, ὧν ἐστιν εἷς καὶ ὁ Ἰωσήφ, μάλα ἀνομίαν μεγάλην συνάψας ἀναφανδὸν τῆς οἰκουμένης, ἣν ὁ Κύριος ἀπέφηνεν, καὶ ἐναγέστερος τοῦ μοιχεύσαντος χρηματίσας ὁ τοῦτον συζεύξας, τὸ μὴ διαστέλλεσθαι κατὰ τὸν Θεολόγον προδοσία τῆς ἀληθείας σαφὴς καὶ τῶν κανόνων παράλυσις» (Φατ. 28, 77, 53. –Migne 99, 1000Β).
    Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ φανερὰ καὶ ἀδιάντροπα σφάλλουν κατὰ τὴν πίστι καὶ κατὰ τὴν ζωή. Χρησιμοποιεῖ μάλιστα τὴν διδασκαλία τῶν μεγάλων φωστήρων τῆς οἰκουμένης Χρυσοστόμου καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
6) «Τί δὲ συμπέρασμα; τὸ ἀπὸ παντὸς ἱερέως ἀδιαβλήτου κατὰ τὸν Θεολόγον καὶ Χρυσόστομον μετέχειν. ὁ μὲν γὰρ φησίν, ἔστω σοι πᾶς ἀξιόπιστος εἰς τὴν κάθαρσιν, μόνον ἔστω τις τῶν ἐγκρίτων καὶ μὴ προδήλως κατεγνωσμένων, μηδὲ τῶν τῆς πίστεως ἀλλοτρίων· ὁ δέ, περιεργάζου, πολυπραγμόνει· οὐ γὰρ ἀκίνδυνος ἡ ἀνεξέταστος κοινωνία. Περὶ γὰρ μεγάλων ὁ κίνδυνος.
Ἐκζητήσωμεν τοίνυν καὶ πολυπραγμονήσωμεν, παρ’ οὗ ὀφείλομεν κοινωνῆσαι. εἰ τὴν πίστιν ὁμολογοίη ὀρθήν, εἰ μὴ χρήμασι κεχειροτόνηται, εἰ μή τι ἄλλο τῶν κατὰ τὸν βίον αὐτοῦ ὑποπτευομένων καὶ ἠκουσμένων σφαλερῶν ἀληθές. εἰ δὲ ὅτι τὴν χειροτονίαν καταγομένην ἔχει ἀπὸ τοῦ δεῖνος,, εἴτε ἐξ αἱρετικοῦ εἴτε ἐκ χρηματοχειροτονήτου, αὐτὸς δὲ οὔτε αἱρετικὸς οὔτε ἐν γνώσει ἐκ χρηματολήπτου εἴτουν Σιμωνιακοῦ κεχειροτονημένος, ὁμολογοίη δὲ ὅμως τὴν πᾶσαν ἀλήθειαν, τήν τε πίστιν φυλάττειν καὶ τοὺς κανόνας ἀπαρατρώτους, τούς τε κατ’ ἀμφότερα παρατετραμμένους ἀποβαλλόμενος, οὐδεὶς ἡμῖν λόγος ἀποχῆς πρὸς αὐτόν· ἀκατάγνωστος γὰρ ὁ τοιοῦτος κατὰ τοὺς προδεδηλωμένους ἁγίους, καὶ δι’ αὐτῶν κατὰ πάντας» (Φατ. 53, 157, 68.  –Migne 99, 105Α).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος μᾶς διδάσκει τὶς προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ ὑπάρχουν γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσωμε μὲ κάποιον ἐκκλησιαστικά. Χρησιμοποιεῖ, ὅπως πάντα, τὴν διδασκαλία τῶν πρὸ αὐτοῦ ἁγίων. Πρέπει λοιπόν, αὐτὸς μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπικοινωνήσωμε ἐκκλησιαστικὰ νὰ ἔχη ὀρθόδοξο πίστι, νὰ μὴν ἔχη χειροτονηθῆ ἐπὶ χρήμασι, καὶ νὰ μὴν εἶναι δημόσια κατηγορημένος γιὰ σοβαρὰ παραπτώματα.
7) «Δὸς αὐτός, εἴπερ ἔχοις, ἐκ θείων φωνῶν ὅτι οὐχ αἵρεσις, καὶ μή μοι πλῆθος ἐποίσῃς μηδὲ τοὺς νυκτερικοὺς θεοσεβεῖς αὔχει, γνωστικούς τε οὓς λέγεις καὶ ἰδιώτας καὶ φίλους. εἰ γὰρ θεοσεβεῖς, ποῦ ἡ παρρησία; Καὶ εἰ γνωστικοί (καὶ οὐχ ὅτι οὐκ εἰσὶ λέγω· ὁμολογῶ γὰρ πολλοὺς καὶ ὑπὲρ ἐμὲ τὸν ἰδιώτην), ἀλλ’ εἴπερ ἔχουσιν ἀλήθειαν, δείξωσιν γνωστικῶς ἐξ  αὐτῆς τῆς ἀληθείας, καὶ μὴ ἐκ παραδειγμάτων, ἐξ ἁρμοζόντων δέ, ἀλλὰ μὴ ἐξ ἀσυμβάτων καὶ ὑπεναντίων τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἀποστολικοῖς καὶ πατρικοῖς κανόσιν. Καὶ εἰ φίλοι κατὰ Θεόν, πῶς τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἑτεροδόξων κοινωνοῦντες; οὐ γὰρ φίλοι οἱ τοιοῦτοι ἀληθινοὶ καὶ πιστοί» (Φατ. 48, 137, 238. –Migne 99, 1081).
    Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴ «νυκτερινοὺς θεοσεβεῖς» ὀνομάζει ὁ Ὅσιος αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν παρρησία νὰ ὁμολογήσουν μὲ λόγια καὶ ἔργα, ποὺ εὑρίσκουν τρόπους συμβιβασμοῦ διὰ νὰ μὴ διωχθοῦν, ποὺ εἶχαν μεσοβέζικη Ἀποτείχισι, ἐφ’ ὅσον εἶχαν κοινωνία ἐκκλησιαστικὴ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς κ.λπ. Ὅλοι αὐτοί, λέει ὁ Ὅσιος, δὲν εἶναι φίλοι τοῦ Χριστοῦ ἀληθινοὶ καὶ πιστοί.



    Θὰ ἀναφέρωμε ἐν συνεχείᾳ καὶ δύο-τρία τμήματα ἀπὸ ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν τὴν Εἰκονομαχικὴ αἵρεσι.
8) «Αὕτη ἡ εὐαγγελικὴ ἡμῶν πίστις τῶν ἁμαρτωλῶν, αὕτη ἡ ἀποστολικὴ ἡμῶν ὁμολογία τῶν εὐτελῶν, εἰ δ’ οὖν, ἡ πατροπαράδοτος ἡμῶν θρησκεία τῶν ἐλαχίστων, παρὰ ταύτην οὐχ ὅτι ὁ τίσδε καὶ τίσδε τῶν νῦν ἢ τῶν πάλαι, ἀλλ’ οὐδ’ εἰ Πέτρος καὶ Παῦλος (εἴπωμεν γὰρ τὰ ἀνένδεκτα ὡς ἐνδεχόμενα) οὐδ ἂν ἐξ αὐτῶν ἥκῃ τῶν οὐρανῶν δογματίζων καὶ εὐαγγελιζόμενος, δυνάμεθα αὐτὸν κοινωνὸν προσήκασθαι, ὡς μὴ στοιχοῦντα τῇ ὑγιαινούσῃ τῆς πίστεως διδασκαλίᾳ. Καὶ πρὸς ταῦτα, ὅ,τι ἂν δοκῇ τῇ ἐξουσίᾳ ὑμῶν, ἑτοίμη ἡ ταπείνωσις ἡμῶν μέχρι θανάτου ὑποστῆναι ἢ ἐξάρνους ἡμᾶς γενέσθαι τῆς τοιαύτης ἡμῶν εἰλικρινοῦς ὁμολογίας» (Φατ. 71, 191, 61. –Migne 99, 1120Α).
   Ἐδῶ ὁ Ὅσιος ἀπευθύνεται μὲ ἄλλους ἡγουμένους στὴν Εἰκονομαχικὴ Σύνοδο τοῦ 815. Κάνει δὲ θαυμασία ὁμολογία πίστεως καί, ὅπως βλέπουμε στὸ σημεῖο αὐτό, δὲν δέχεται σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, ὄχι αὐτὸν τὸν ὁποῖο κατεδίκασε ἡ Σύνοδος, ἀλλὰ αὐτὸν ὁ ὁποῖος δὲν στοιχεῖ κατὰ πάντα στὴν ὑγιαίνουσα πίστι, ἔστω καὶ ἂν ὑποτεθῆ ὅτι εἶναι ἕνας ἀπόστολος ἢ ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἐστοίχισε στὸν Ὅσιο καὶ τοὺς ἄλλους Πατέρες τὴν τελευταία καὶ φοβερότερη ἐξορία, μὲ φοβερὰ μαρτύρια, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἦτο χαρτοπόλεμος μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθά του.
9) «Μὴ οὖν ἀθυμήσῃς, μᾶλλον μὲν οὖν εὐχαρίστως οἶσον, φέρε· οἶδεν γὰρ ἡμῖν ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ διὰ τῶν ἐναντίων καὶ θλιπτικῶν οἰκονομεῖν τὰ συμφέροντα, μετὰ δὲ πάντα ἔργον τὸ φυγεῖν τὴν κοινωνίαν τῆς χριστομάχου αἱρέσεως, ἧς ἡ μέθεξις μελαίνει τὴν ψυχὴν καὶ ἀπόλλυσιν. ὅσον οὖν δύνῃ, φρόντιζε σαυτοῦ, ὅτι τὰ μὲν ἄλλα, κἂν ἀφῃρήμεθα, οὐδὲν μέγα (κἂν μὴ βουλώμεθα γάρ, πάντες πάντα καταλείψοιμεν, γυμνοὶ πρὸς τὸν κριτὴν μεταχωροῦντες ὡς ἐγεννήθημεν), τὴν δὲ πίστιν ζημιούμενοι τὸ μέγιστον καὶ μόνον τῶν κινδύνων· μετὰ ταύτης γὰρ ἐξελευσόμεθα καὶ αὐτὴ ἡμῖν παρασταίη μόνη μετὰ τῶν ἔργων ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως αἰωνίως» (Φατ. 144, 260, 16).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ἡ συμμετοχὴ στὴν αἵρεσι μαυρίζει τὴν ψυχὴ καὶ κολάζει τὸν ἄνθρωπο.
10) «Ὡς ἤδη ἀρθείσης τῆς εἰρήνης, ἀφ’ οὗ Χριστὸς ἔφη, εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν μέχρι δεῦρο, καὶ ἐρρυπωμένης οὔσης τῆς ἐκκλησίας αὐτοῦ, ἣν ὁ ἱερὸς Παῦλος βοᾷ μὴ ἔχειν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ’ εἶναι ἁγίαν καὶ ἄμωμον, οἱ μὲν τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δέ, εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίστησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (Φατ. 276, 411, 65. –Migne 99, 1164A).
   Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος ὅτι μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς αἱρέσεως ἐρυπώνεται ἡ Ἐκκλησία καὶ ἐπίσης ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ τὴν αἵρεσι κολάζονται, ἔστω καὶ ἂν ἔχουν μέσα τους Ὀρθόδοξο πίστι.
11) «Σάρκες κοπτόμεναι, αἵματα ρέοντα, ἡ καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένη κωδωνιζομένη τῷ διωγμῷ, πᾶσα ἡ ὑπ’ οὐρανὸν ὡς εἰπεῖν στοναχίζουσα καὶ κατακλάουσα. καὶ σύ, ὦ τρισάθλιε, ἑαλωκὼς τῇ ψυχοθφόρῳ κοινωνίᾳ καὶ μένων εἰς τὸ ὀλετήριον (ἐπὰν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον) λέγεις εὖ ἔχειν καὶ ἐγγελᾷς τοὺς χριστοφόρους, μᾶλλον δὲ αὐτὸν τὸν Χριστόν, ὑπὲρ οὗ καὶ τὸ πάσχειν; Ποῖον δὲ καὶ διεσώσω ναόν, τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ μιάνας, σεαυτόν; τίνας δὲ καὶ ἀδελφοὺς ἐφυλάξω, διεφθορότας τῇ ὀλεθρίᾳ  σου κοινωνίᾳ, κἂν ἐν βρώμασι; Σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπὴ ἀπωλείας, σὰρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτὴρ ἀλλ’ οὐ φωστήρ. ταῦτα αὐτὴ ἡ ἀλήθεια βοᾷ πρὸς τοὺς οὕτως ἀσεβοῦντας· οὕς, εἰ μὴ μετανοήσωσιν ἐπιλέγειν οὕτως ἄθεα, οὐ χριστιανοὺς ἡγητέον» (Φατ. 432, 607, 36. –Migne 99, 1337Β).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος κατηγορεῖ δριμύτατα κάποιον ἡγούμενο, ὁ ὁποῖος μὲ τοὺς μοναχούς του ἔμεινε στὸ μοναστήρι μὲ συμβιβασμό, δῆθεν γιὰ νὰ τὸ σώση καὶ νὰ μὴ τὸ καταλάβουν οἱ Εἰκονομάχοι. Ἀναφέρει ὅτι καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς μοναχούς του τοὺς κατέστρεψε μὲ  τὸν συμβιβασμὸ αὐτὸν καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὴν αἵρεσι.
12) «Ἡ τρίτη ἐπιβολὴ τοῦ λόγου, ὅτι εἰσί τινες μοναχοί ὡς τὸ δοκεῖν τῆς ὀρθῆς πίστεως ἀντεχόμενοι καὶ πολλούς διωγμοὺς ὑπὲρ ἀληθείας ὑπομεμενηκότες, συναναστρεφόμενοι δὲ ὅμως καὶ συνεσθίοντες τοῖς αἱρετικοῖς, καὶ συγκαταβαίνοντες, καὶ ἀδιάφορον τὸ πρᾶγμα οἰόμενοι, ὡς παρά τινι πατρί νενομοθετημένοι, τρία ταῦτα φυλάξασθαι·  μὴ εὐλογεῖσθαι ὑπὸ τῶν αἱρετιζόντων· μὴ συμψάλλειν αὐτοῖς προαρχομένοις· καί τό ἀπέχεσθαι τῆς κοινωνίας τοῦ ἄρτου αὐτῶν. παρὰ τὰ διατεταγμένα τοῖς ἁγίοις Πατράσι τό λεγόμενον. Οὔτε γὰρ συναναστρέφεσθαι, οὔτε συνεσθίειν, οὔτε συμψάλλειν, οὔθ' ὅλως ἔχειν τινὰ κοινωνίαν πρὸς αὐτούς καταδέχονται· ἀλλὰ καὶ τὸ οὐαὶ ἐπιφθέγγονται τοῖς μέχρι βρώματος καὶ πόματος καὶ σχέσεως κοινωνοῦσιν αὐτοῖς. ὥστε ἐκκήρυκτος καὶ ἀλλοτριοδιδάσκαλος ὁ ἐκεῖνα λέγων, ὅστις ἂν εἴη ἐν ἀνθρώποις» (Φατ. 500, 740, 53. –Migne 99, 1541Β).
     Εἶναι θαυμασία ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου εἰς τὸ σημεῖο αὐτό, δὲν δέχεται δὲ καμία ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὄχι μόνο ἐκκλησιαστική, ἀλλὰ θὰ λέγαμε καὶ τὴν ἐξωτερικὴ καὶ κοσμική. Αὐτὴ εἶναι λέγει, ὄχι ἡ ἰδική του διδασκαλία, ἀλλὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ὅποιος διδάσκει διαφορετικὰ εἶναι ἀποκηρυγμένος καὶ πλανεμένος διδάσκαλος.
13) «Ἐγὼ δὲ οὐκ οἴομαι, φίλτατε, ὅπερ ἐσήμανας πρόσωπον οὕτω καί λέγειν καὶ πράττειν. Καὶ πῶς γὰρ ὁ ἐν βαθμῷ ἱεραρχίας ἀνηγμένος χαμαιζήλως ἄγοιτο; πῶς δὲ καὶ ὁ ἠθληκώς δι' ὁμολογίας συνυποφέρεται τοῖς ἀζηλώτοις καὶ ἀνιέροις; Φὴς γὰρ λέγειν αὐτόν, ὅτι τὸ καθέζεσθαι εἰς ἐπισκοπεῖον, ἐν ᾧπερ ἠσέβησεν ὁ κατέχων, τὸ κωλῦον οὐδέν· καὶ τὸ παρὰ συγκαταβατῶν ἀνεπισκόπων σιτίζεσθαι, οὐδέν μάχεται τῷ κανόνι τῆς εὐσεβείας. Καὶ πῶς τοῦτο οὐ μάχεται τῇ ἀληθείᾳ, τοῦ ἁγίου Δαυΐδ ψάλλοντος· Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου, τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν. Πῶς δὲ οὐ κοινωνία, εἴπερ δεῖ καθέζεσθαι ἐν τόπῳ τοιούτῳ, κἀκ τῶν τοιούτων σιτίζεσθαι; οὐκ ἔχει φύσιν κἂν μὴ ἐκεῖσε κάθηταί τις, ἐκεῖθεν δὲ τρέφοιτο, αὐτὴ ἡ δόσις καὶ λῆψις κοινωνίαν ἐργάζοιτο· φησὶ γὰρ ὁ Ἀπόστολος· Οἴδατε καὶ ὑμεῖς Φιλιππήσιοι ὅτι ὅτε ἐξῆλθον ἀπὸ Μακεδονίας, οὐδεμία μοι Ἐκκλησία ἐκοινώνησε χάριν δόσεώς τε καὶ λήψεως, εἰ μὴ ὑμεῖς μόνον· ὅτι καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἅπαξ καὶ δὶς εἰς τὴν χρείαν μοι ἐπέμψατε. Εἰ οὖν τὸ ἅπαξ, καὶ δὶς λαβεῖν, κοινωνίαν ἀπέφηνε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· τὸ ἀεὶ λαμβάνειν τίς δ’ ἄν, τίς εὖ φρονῶν οὐ φεύξοιτο ὡς ἀντίθετον φωτός;» (Φατ. 466,668,9. –Migne 99, 1392D).
    Εἰς τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ Ὅσιος, χρησιμοποιώντας τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, διδάσκει ὅτι ὁποιαδήποτε δοσοληψία μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὅσον ἀφορᾶ τὸ νὰ δεχόμεθα ἐλεημοσύνη ἀπὸ αὐτοὺς ἢ ὁποιαδήποτε βοήθεια, ἀπαγορεύεται καὶ θεωρεῖται ἐπικοινωνία μὲ τὴν αἵρεσι. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ δι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ τοὺς αἱρετικούς.
    Αὐτὸς ἦταν ὁ Ὅσιος ὡς πρὸς τὰ θέματα τῆς μνημονεύσεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἀναφέραμε πολλὰ τμήματα τῶν ἐπιστολῶν του διὰ νὰ γίνη κατανοητὸς ὡς πρὸς τὶς θέσεις του ἤ, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, νὰ φανῆ ἡ διαστροφή, ἡ ἀλλοίωσις τὴν ὁποία ὑπέστη εἰς τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση. Ὁ π. Σεραφεὶμ δηλαδή, τὸν λέοντα τὸν παρουσίασε ὡς ἀγριοκάτσικο, μὲ τὸν σκοπό, ὅπως φαίνεται, νὰ τὸν προσαρμόση στὸ μυθιστόρημα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ 15ου  Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καὶ βέβαια, τῆς μεσοβέζικης Ἁποτειχίσεως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία δυνάμεθα νὰ εἴμεθα καὶ ἀποτειχισμένοι καὶ νὰ ἐπικοινωνοῦμε ἐκκλησιαστικὰ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς ἢ ἔστω μὲ μερικοὺς ἀπ’ αὐτούς.
     Θὰ ἤθελα τριτολογώντας νὰ ἀναφέρω κάτι ἀκόμη σχετικὰ μὲ τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση, ὅσον ἀφορᾶ κάποιες κατηγορίες ἐναντίον τῶν Ἀποτειχισμένων καὶ τὴν περίπτωσι τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας.
Ἱερομόναχος
Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2018

Επισημάνσεις σχετικές με σύγχρονες απόψεις των Αποτειχισμένων από την αίρεσι του Οικουμενισμού ως προς την διδασκαλία του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου



Τοῦ Ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ

     «Π.Π.»: Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἀνέκδοτο βιβλίο τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, “Στουδιτικὸν Ταμεῖον” (συμπληρωμένο-ἐπικαιροποιημένο).
    Ἀναφέρεται στὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου ὡς πρὸς τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τὴν διακοπὴ τῆς κοινωνίας, τὸ πότε ἐφαρμόζεται ἡ Ἀκρίβεια καὶ πότε ἡ Οἰκονομία, πότε ἐπιτρέπεται νὰ συλλειτουργοῦν οἱ ἱερωμένοι μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους καὶ πότε ὄχι, καὶ λοιπὰ ἐνδιαφέροντα θέματα. 

    1) Οὐδεμία ὑπόνοια ἀφήνεται ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου περὶ τῆς λεγομένης δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ 15ου  Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ὡς πρὸς τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου. Ἀπεναντίας ὁ Ὅσιος θεωρεῖ ἐπιβεβλημένη τὴν ὑποχρέωσι τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν, ἐφ’ ὅσον ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχουν βαρύτατες ποινὲς ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες σὲ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κάνουν συγκατάβασι γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο καὶ δὲν διακόπτουν τὴν μνημόνευσι τῶν αἱρετικῶν. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπάρχει θαυμασία διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, τὴν ὁποία προσαρτήσαμε στὸ θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, καὶ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
     «Ἡ δέ τρίτη ἐπιβολή τοῦ λόγου, ὅτι εἰσί τινες μοναχοί ὡς τό δοκεῖν τῆς ὀρθῆς πίστεως ἀντεχόμενοι, καί πολλούς διωγμούς ὑπέρ ἀληθείας ὑπομεμενηκότες, συναναστρεφόμενοι δέ ὅμως, καί συνεσθίοντες τοῖς αἱρετικοῖς, καί συγκαταβαίνοντες, καί ἀδιάφορον τό πρᾶγμα οἰόμενοι, ὡς παρά τινι Πατρί νενομοθετημένοι, τρία ταῦτα φυλάξασθαι·  μή εὐλογεῖσθαι ὑπό τῶν αἱρετιζόντων· μή συμψάλλειν αὐτοῖς προαρχομένοις· καί τό ἀπέχεσθαι τῆς κοινωνίας τοῦ ἄρτου αὐτῶν. Παρά τά διατεταγμένα τοῖς ἁγίοις Πατράσι τό λεγόμενον. Οὔτε γάρ συναναστρέφεσθαι, οὔτε συνεσθίειν, οὔτε συμψάλλειν, οὔθ' ὅλως ἔχειν τινά κοινωνίαν πρός αὐτούς καταδέχονται· ἀλλά καί τό οὐαί ἐπιφθέγγονται τοῖς μέχρι βρώματος, καί πόματος, καί σχέσεως κοινωνοῦσιν αὐτοῖς. Ὥστε ἐκκήρυκτος καί ἀλλοτριοδιδάσκαλος ὁ ἐκεῖνα λέγων, ὅστις ἄν εἴη ἐν ἀνθρώποις».
2. Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀπομονώνουμε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου καὶ μὲ βάσι αὐτὸ καὶ μόνο νὰ βγάζουμε συμπεράσματα γιὰ τὴν γραμμὴ καὶ τὴν στάσι τοῦ Ὁσίου ἀπέναντι στὴν αἵρεσι.
3) Τὸ θέμα τῆς Ὀρθοδοξότητος τοῦ Ἐπισκόπου δὲν ἐξετάζεται μόνο, σύμφωνα μὲ τὸν Ὅσιο, ἀπὸ τὸ ποῖον αὐτὸς μνημονεύει καὶ ἂν καταδικάζη κάποια αἵρεσι κ.λπ. Ἐξετάζεται κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου γενικὰ καὶ εἰδικά, σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς πίστεως καὶ ἰδίως, ἂν αὐτὸς συλλειτουργῆ μὲ αἱρετικούς, ἂν μεταδίδη τὰ μυστήρια σὲ αὐτούς, καὶ ἂν ἔχη οἱανδήποτε ἐκκλησιολογικὴ κοινωνία μὲ αὐτούς. Σήμερα π.χ. θὰ λέγαμε, ἂν ὁ Ἐπίσκοπος τὸν ὁποῖο λέμε Ὀρθόδοξο, ἐπειδὴ ἴσως καταδικάζει τὴν Σύνοδο τοῦ Κολυμβαρίου, ἂν αὐτὸς ἀνήκει στὸ λεγόμενο Π.Σ.Ε., ἂν συλλειτουργεῖ μὲ Οἰκουμενιστές, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν ἀναθεματίζη, ὄχι μόνο τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς Οἰκουμενιστὲς γενικὰ καὶ εἰδικά.
     Ἡ Ὀρθοδοξότητα κάποιου, σύμφωνα μὲ τὸν Ὅσιο κρίνεται μέχρι τοῦ σημείου, ἂν θὰ συμφάγη κάποιος μὲ δεδηλωμένους αἱρετικούς. Ἂν στὴν ἐποχή του ὁ Ὅσιος ἔλεγε ὅτι εἶναι σπάνιο νὰ εὕρης ἱερέα, ὁ ὁποῖος εἶναι τελείως καθαρὸς ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς («τοιοῦτον δὲ πρεσβύτερον, σπάνιον εὑρεῖν νῦν μὴ μιγνύμενον καὶ συγκοινωνοῦντα αἱρετικοῖς»), πόσο μᾶλλον αὐτὸ θὰ ἰσχύη σήμερα καὶ μάλιστα ὄχι γιὰ τοὺς ἱερεῖς, ἀλλὰ γιὰ τοὺς Ἐπισκόπους;
4) Δὲν φαίνεται πουθενὰ στὴν διδασκαλία καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Ὁσίου, νὰ ἐπιζητοῦσε καὶ νὰ ἐπεδίωκε νὰ εὕρη Ἐπισκόπους Ὀρθοδόξους ἐν καιρῷ αἱρέσεως, διότι δῆθεν χωρὶς αὐτούς (ἐν καιρῷ πάντοτε αἱρέσεως ὁμιλοῦμε), δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Ἀπεναντίας ἐδίδασκε ὅτι ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἡ Ἐκκλησία ὑφίσταται ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν τρεῖς μόνο ὀρθόδοξοι:
     «Μὴ θῶμεν σκάνδαλον τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστὶ καὶ ἐν τρισὶν ὀρθοδόξοις ὁριζομένη κατὰ τοὺς ἁγίους· ἵνα μὴ τῇ ἀποφάσει τοῦ Κυρίου καταδικασθῶμεν».
5) Ὁ Ὅσιος ἐδίδασκε ὅτι ἐν καιρῷ αἱρέσεως δὲν διακόπτομε μόνο τὴν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλὰ διακόπτομε καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτὸν καὶ μὲ ὅσους ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ αὐτόν. Οἱανδήποτε μάλιστα ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τὴν θεωροῦσε πνευματικὴ μοιχεία:
     «Καί γε δεῖ τοὺς τὰ σώματα ἀνέπαφα ἔχοντας, καὶ κατὰ τὴν πίστιν παρθενεύειν. Μοιχεία γάρ ἐστιν, ὦ πανσύνετοι, καὶ τὸ τῆς κοινωνίας μετέχειν· ἧς ὑμᾶς ὁ Κύριος μέχρι τέλους διατηρήσειεν ἡμᾶς ἀψεύστους».
     Χρησιμοποιώντας μάλιστα ὁ Ὅσιος τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰωάνου τοῦ Χρυσοστόμου ἐδίδασκε τὰ ἑξῆς:
«Οὐδ' ἄν τά ὅλα χρήματα τοῦ κόσμου παρέξει τις καί κοινωνῶν εἴη τῇ αἱρέσει, φίλος Θεοῦ καθίσταται, ἀλλ' ἐχθρός.  Καί τί λέγω κοινωνίας; Κἄν ἐν βρώματι, καί πόματι, καί φιλίᾳ συγκάτεισι τοῖς αἱρετικοῖς ὑπεύθυνος. Τοῦ Χρυσοστόμου ἡ ἀπόφασις· ἐπεί καί παντός ἁγίου».
    Εἰς τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων γράφοντας ὁ Ὅσιος καὶ ἀναφερόμενος εἰς αὐτὴν τὴν κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον  μεσοβέζικην κατάστασι ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Οἱ μέν (αἱρετικοὶ Εἰκονομάχοι) τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δέ, εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται».
Τέλος ὁ Ὅσιος καὶ ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν μαρτύρια χάριν τῆς ὁμολογίας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἀπαιτοῦσε νὰ μὴν ἔχουν καμμία ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, μέχρι σημείου δόσεως καὶ λήψεως. Σὲ ἐπιστολή του λοιπόν, στὸν μοναχὸ Ἰάκωβο ἀναφέρει γιὰ κάποιον ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ εἶχε ὑποστῆ τὶς συνέπειες τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως, ὅμως δὲν εἶχε διακόψει τὸ δοῦναι καὶ λαβεῖν μὲ τοὺς αἱρετικούς:
    «Ἐγώ δέ οὐκ οἴομαι,  φίλτατε, ὅπερ ἐσήμανας πρόσωπον οὕτω καί λέγειν καί πράττειν. Καί πῶς γάρ ὁ ἐν βαθμῷ ἱεραρχίας ἀνηγμένος χαμαιζήλως ἄγοιτο; πῶς δέ καί ὁ ἠθληκώς δι' ὁμολογίας συνυποφέρεται τοῖς ἀζηλώτοις καί ἀνιέροις; Φῆς γάρ λέγειν αὐτόν, ὅτι τό καθέζεσθαι εἰς ἐπισκοπεῖον, ἐν ᾧπερ ἠσέβησεν ὁ κατέχων, τό κωλύον οὐδέν·  καί τό παρά συγκαταβατῶν ἀνεπισκόπων σιτίζεσθαι, οὐδέν μάχεται τῷ κανόνι τῆς εὐσεβείας. Καί πῶς τοῦτο οὐ μάχεται τῇ ἀληθείᾳ; τοῦ ἁγίου Δαυΐδ ψάλλοντος·  Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μή λιπανάτω τήν κεφαλήν μου.  Τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρός τούς αἱρετικούς, ἀλλά μήν μηδέ πρός τούς κοινωνοῦντας μετά τῶν ἀσεβῶν. Πῶς δέ οὐ κοινωνία, εἴπερ δεῖ καθέζεσθαι ἐν τόπῳ τοιούτῳ, κἀκ τῶν τοιούτων σιτίζεσθαι; οὐκ ἔχει φύσιν κἄν μή ἐκεῖσε κάθηταί τις, ἐκεῖθεν δέ τρέφοιτο, αὐτή ἡ δόσις καί λῆψις κοινωνίαν ἐργάζοιτο· φησί γάρ ὁ Ἀπόστολος.  Οἴδατε καί ὑμεῖς Φιλιππήσιοι ὅτι ἐξῆλθον ἀπό Μακεδονίας, οὐδεμία μοι Ἐκκλησία ἐκοινώνησε χάριν δόσεώς τε καί λήψεως, εἰ μή ὑμεῖς μόνον· ὅτι καί ἐν Θεσσαλονίκῃ ἅπαξ καί δίς εἰς  τήν χρείαν μοι ἐπέμψατε.  Εἰ οὖν τό ἅπαξ, καί δίς λαβεῖν, κοινωνίαν ἀπέφηνε τό φῶς τοῦ κόσμου·  τό ἀεί λαμβάνειν τίς ἄν εὖ φρονῶν οὐ φεύξοιτο ὡς ἀντίθετον φωτός;» (P.G. 99, 1392D).
     Ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἀναφέραμε, κατανοεῖ κανείς, σὰν ἐκ τοῦ ὄνυχος τὸν λέοντα, πόσο ἀπόλυτος ἦτο ὁ Ὅσιος εἰς τὸ θέμα τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μαζὶ μὲ τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὰ τὰ δύο (διακοπὴ μνημονεύσεως καὶ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας) εἶναι ἀλληλένδετα σὲ σημεῖο, ἂν τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο δὲν τηρῆται, νὰ καταργῆ κατ’ οὐσίαν καὶ τὸ ἄλλο.
    Ἐν κατακλεῖδι ἀναφέρομε ὅτι μέσα σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν συνάρτησι πρέπει νὰ ἰδοῦμε καὶ τὸ πῶς καὶ διατί ὁ Ὅσιος ἐπιτρέπει τὴν κατ’ οἰκονομίαν μνημόνευσι Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μνημονεύει τὸν αἱρετικὸ μητροπολίτη του.

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

Γι΄ αυτούς που ακόμα επιμένουν ότι μπορούν να κοινωνούν με Οικουμενιστές και να είναι Ορθόδοξοι!


   π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος (ὁμιλητὴς στὴν Ἡμερίδα τῆς Θεσ/νίκης): «Ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἐκεῖ, ποὺ ὑπάρχει ἡ Ἀλήθεια, καὶ ὄχι ἐκεῖ, ποὺ ὑπάρχουν αἱρετικοί, αἱρετίζοντες καί οἰκουμενιστές ἐπίσκοποι»!




Ἐπιστολή ΛΒ (32) Θαλελαίῳ 
Ἑρμηνεία.
    Τ πρόβλημα τοῦ πρεσβυτέρου, πού νομίζει ὅτι εἶναι ὀρθόδοξος, συντρώγει ὅμως μέ τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο, ὅπως εἶπες, ἐάν παύση ἀπό αὐτή τή συνεστίασι καί ἀφοῦ  ἐκτελέσει καί τό ἐπιτίμιο νά μήν ἱερουργῆ δηλαδή  γιά κάποιο  χρονικό διάστημα, ὥστε νά μήν ξαναπέση σ' αὐτό τό παράπτωμα, μπορεῖ νά βρῆ ἔλεος καί χάρι νά ἱερουργῆ στό Θεό.  Ἄν ὅμως ἀδιαφορήση, δέν μποροῦν νά γίνουν μέσον ἐξαγορᾶς γιά τόν ἄνθρωπο τά χρήματά του, ὥστε δίνοντάς τα νά ἀποφύγη τήν αἱρετική κοινωνία καί κάθε ἄλλη ἁμαρτωλή πρᾶξι.  Οὔτε ἀκόμη μέ τήν ἀνταλλαγή νά δώση τό καλύτερο καί νά παρη τό χειρότερο, δηλαδή νά δώση φῶς καί νά πάρη σκοτάδι.  Οὔτε ἄν κάποιος δώση ὅλα τά χρήματα τοῦ κόσμου, ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ἐπικοινωνῆ μέ τήν αἵρεσι, μπορεῖ νά γίνη φίλος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γίνεται ἐχθρός. 
   Καί γιατί λέγω γιάκκλησιατική ἐπικοινωνία;  Ἀκόμη καί ἄν συντρώγη καί πίνη καί ἔχη φιλία μέ τούς αἱρετικούς εἶναι ἔνοχος.  Αὐτή θεολογική θέσις εἶναι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀλλά βέβαια καί ὅλων τῶν ἄλλων ἁγίων. 
    Καί πῶς μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ ἀκούσια πρᾶξις αὐτοῦ πού νομίζει ὅτι εἶναι ὀρθόδοξος, ἐπικοινωνεῖ ὅμως μέ τήν αἵρεσι καί ὄχι ἐκούσια;  Ἀκούσια πρᾶξις εἶναι ὅταν κάποιος αἱρετικός ἀνοίξη μέ βία τό στόμα τοῦ ὀρθοδόξου καί βάλη μέσα τήν αἱρετική κοινωνία, πρᾶγμα πού ἔκαναν οἱ παλαιοί αἱρετικοί, τό κάνουν δέ καί τώρα, ὅπως ἔμαθα, οἱ σημερινοί εἰκονομάχοι.  Τό νά συμμετέχη ὅμως κάποιος ἀπό μόνος του εἶναι ὁπωσδήποτε ἐκούσιο
   Ἐάν ὅμως  τό κάνει ἀπό φόβο, αὐτό πράγματι εἶναι πού πρέπει νά ἐξετάσουμε, ἐπειδή οὔτε κατ' αὐτόν τόν τρόπο θά ἔχη ἀπολογία.  Διότι ἀκοῦμε: «Nά μή φοβᾶσθε αὐτούς πού φονεύουν τό σῶμα, ἀλλά τόν Θεό, ὁ ὁποῖος μπορεῖ καί τό σῶμα καί τήν ψυχή νά τά στείλη στήν κόλασι».  Ἀληθινά ὅλος ὁ κόσμος δέν ἀξίζει ὅσο μία ψυχή, ἡ ὁποία φυλάγει τόν ἑαυτό της ἀπό τήν αἱρετική ἐπικοινωνία καί ἀπό κάθε ἄλλο κακό.  Αὐτοί μέν πού συμμετέχουν καί στά δύο αὐτά δεινά, ἀξίζουν ὅσο τό χορτάρι, τά ξύλα καί τά καλάμια, τά ὁποῖα θά καύση δοκιμάζοντάς τα ἡ φωτιά τῆς κρίσεως.  Αὐτούς δέ πού ἔπραξαν ὅλα αὐτά θά τούς συντηρῆ, ἐνῶ συγχρόνως θά τούς καίη,  χωρίς νά τελειώνη αὐτό τό μαρτύριο. 
Κείμενο.
Τό πρόβλημα περί τοῦ πρεσβυτέρου τοῦ ὀρθοδοξεῖν δοκοῦντος, συνεσθίοντος  δέ ἐπισκόπῳ καθά εἴρηκας·  εἰ μέν παύσοιτο τῆς τοιαύτης συνεστιάσεως, μετ' ἐπιτιμίου ἀπείρξεως τῆς ἱερουργίας ἕως τινός χρόνου, μηκέτι εἰ τόν αὐτόν ὄλισθον ὑποπίπτειν·  ἔχει  ἴασιν τοῦ ἱερουργεῖν Θεῷ.  Εἰ δέ ἀδιαφοροίη·  μή γένοιτο λύτρον ἀνδρός ὁ ἴδιος πλοῦτος· τοῦ φυγεῖν σύν τῇ δόσει καί αἱρετικῆς κοινωνίας, καί ἁμαρ(τη)τικῆς  ἄλλης  πράξεως· οὐ μήν τῇ ἀνταλλαγῇ δοῦναι τό καλόν, καί λαβεῖν τό χεῖρον· οἷον δοῦναι φῶς, καί λαβείν σκότος.  Οὐδ' ἄν τά ὅλα χρήματα τοῦ κόσμου παρέξει τις· καί κοινωνῶν εἴη τῇ αἱρέσει, φίλος Θεοῦ καθίσταται, ἀλλ' ἐχθρός.  Καί τί λέγω κοινωνίας; Κἄν ἐν βρώματι, καί πόματι, καί φιλίᾳ συγκάτεισι τοῖς αἱρετικοῖς ὑπεύθυνος.  Τοῦ Χρυσοστόμου ἡ ἀπόφασις· ἐπεί καί παντός ἁγίου.  Πῶς δέ ἀκούσιον, καί οὐκ ἔργον τῷ δοκοῦντι ὀρθοφρονεῖν, κοινωνοῦντι δέ ὅμως τῇ αἱρέσει; Ἀκούσιόν ἐστιν, ὅταν τό στόμα τις τοῦ ὀρθοδόξου βιαίως ἀναχάνας, ἐγχέῃ τήν αἱρετικήν κοινωνίαν·  ὅπερ ἐποίησαν οἱ πάλαι αἱρετικοί, καί ποιοῦσιν, ὡς ἔμαθον, οἱ νυνί Χριστομάχοι.  Τό δέ ἀφ' ἑαυτοῦ μετασχεῖν, ἑκούσιον.  Εἰ δέ ὅτι δέει·  τοῦτο γάρ ἐστι τό ζητούμενον·  οὐδέ οὕτως ἕξει ἀπολογίαν.  Μή φοβεῖσθε γάρ ἀπό τῶν ἀποκτενόντων τό σῶμα, ἀλλά Θεόν, τόν τό συναμφότερον γεέννῃ αἰωνίου πυρός παραπέμποντα.  Ἀκούομεν; Ἀληθῶς ὁ κόσμος ὅλος μιᾶς ψυχῆς οὐκ ἔστιν ἀντάξιος, τῆς φυλαττούσης, ἑαυτήν ἀμέτοχον καί αἱρετικῆς κοινωνίας καί παντός κακοῦ.  Οἱ δέ ἀμφοτέρων μέτοχοι, χόρτῳ ἰσότιμοι, ξύλοις, καλάμῃ.  Ἅ κατακαύσειε τό δοκιμαστικόν πῦρ τῆς κρίσεως·  τούς δ' αὐτῶν πράκτορας συντηρήσει, ἀϊδίως φλογιζομένους, καί μή  χωνευομένους.