Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

«Δι’ αγγέλου την χειροτονίαν έσχε…»!




   Ἕνα θαυμάσιο καὶ σπάνιο γεγονὸς μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία του. Τὴν χειροτονία ὑπ’ ἀγγέλων τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου!  Τὴν ὁποία, ὅταν διαπίστωσαν οἱ Ἐπίσκοποι, ἀφοῦ ἐδόξασαν τὸν Θεὸ γι’ αὐτὸ τὸ θαῦμα, «ξένον τεράστιον», τὴν ἀπεδέχθησαν (προσήκαντο) καὶ τοῦ ἔδωσαν τὴν ἔγκρισιν νὰ λειτουργεῖ ὡς ἐπίσκοπος (ἀσφαλῶς νομιμοποιώντας τον στὰ μάτια τοῦ λαοῦ)!
     Περὶ τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου ἐπισκόπου Ἰκονίου,  ὡς δι’ ἀγγέλου τὴν χειροτονίαν ἔσχε…
    Ἡ θεία χάρις ἄλλοτε ἄλλως τὰ ἡμέτερα διοικοῦσα, καὶ διευθύνουσα, καινοτομεῖ τι καὶ περὶ τοῦτον τὸν ἄνδρα ὑπερφυές τι καὶ ξένον τεράστιον. Ταῖς γὰρ ἐρήμοις φιλοσοφοῦντι τῷ περιόντι τοῦ βίου καὶ λόγου, ἀγγέλους ἐπιπέμπει Θεός, οἳ εὐλογίας τε μυστικῶς καὶ ἀρχιερατικῆς υἱοθεσίας καταξιώσαντες, νοερῶς ἐτελείωσαν, καὶ εἰς ἱεράρχην τῆς Ἰκονέων ἀνεκήρυξαν πόλεως.
    Ὃν γὰρ καὶ εἰσέπειτα οὐ πολλῷ χρόνῳ ὕστερον χειροτονεῖν κατὰ τὸν τόπον συνελθόντες ἐπίσκοποι, ἐπείπερ παρ’ αὐτοῦ ἔγνωσαν ὑπ’ ἀγγέλων Θεοῦ τὴν τελεσιουργίαν λαβεῖν, δόξαν τῷ ἱερῷ καὶ θείῳ τούτῳ χαρίσματι, ὡς ἀρχιερέα Θεοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου συνήγορον, καὶ τῆς πίστεως πρόμαχον, εὖ μάλα καὶ μετὰ δέους προσήκαντο· καὶ τὸν συνήθη ἀσπασμὸν ἐπιδεδωκότες, τὰς τῆς ἱερατείας πράττειν ἐπέτρεπον»
(Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, ΒD)

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Για να παραμείνει και κοινωνήσει με τους αποτειχισμένους θυσιάζει τη ζωή της και το βρέφος της!


Ἡ στάση των πιστῶν ἀπέναντι στους αἱρετίζοντες ψευδεπισκόπους

   Κάποια ἀκόμα παραδείγματα ἀποτειχίσεως τοῦ πιστοῦ λαοῦ μᾶς παραδίδει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος, ποὺ πρέπει νὰ τὰ μελετήσουμε ὅλοι, γιὰ νὰ δοῦμε, πόσο πίσω εἴμαστε ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς Χριστιανούς. Ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ τὰ δοῦν οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστές ἡμι-αποτειχισμένοι καὶ νὰ ξανασκεφτοῦν, πόσο κακὸ κάνουν μὲ τὴν ἐσφαλμένη διδασκαλία τους, διὰ τῆς ὁποίας, ἀντὶ οἱ πιστοὶ νὰ διδάσκονται νὰ ἐφαρμόσουν τὴν ἁγιοπατερικὴ πρακτικὴ τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς κι ἀπ’ ὅσους κοινωνοῦν μαζί τους, προτρέπονται –ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Θεσσαλονίκης καὶ Πτολεμαΐδος– νὰ κοινωνοῦν μαζί τους!

   Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἐκδίωξε ἀπὸ τὴν ἐπισκοπὴ τῶν Ἐδεσσηνῶν τὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο Βάρσην, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος «τὰς τῆς ἀρετῆς ἀπήστραπτε λαμπηδόνας» (Νικηφόρος Κάλλιστος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 636D),  καὶ στὴ θέση του τοποθέτησε κάποιον ἀρειανόφρονα ποὺ ἦταν ὄνομα καὶ πρᾶμα” Λύκος!
     «Ἐπειδὴ γὰρ τὸν εἰρημένον Βάρσην τῆς ποίμνης ἐστέρησεν, Λύκον ἀντικαθίστη» (π. παρ.).
    Ὅμως τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν ἀντέδρασε μὲ σφοδρότητα καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἔρθει σὲ κοινωνία μὲ τὸν προβατόσχημο λύκο καὶ ψευδεπίσκοπο Λύκο. Γι’ αὐτὸ ΟΛΟΙ βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ συγκεντρώθηκαν σὲ ἕναν εὐκτήριο οἶκο ἀφιερωμένο στὸν ἀπόστολο Θωμᾶ.
     Καὶ ὁ βασιλιᾶς Οὐάλης ἔδωσε ἐντολὴ στὸν ἔπαρχο Μόδεστο νὰ ἐκδιώξει μὲ στρατιωτικὴ ἐπιχείρηση τὸ πλῆθος ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, κάνοντας χρήση ἀκόμα καὶ τῶν σπαθιῶν!
    Ὁ Μόδεστος ἑτοιμάστηκε νὰ πραγματοποιήσει τὴν διαταγή. Ἀλλ’ ὅμως τὴν προηγούμενη ἡμέρα (γιὰ ἀδιευκρίνιστους λόγους)

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Για να μαθαίνουν Ποιμένες και λαϊκοί, οι κοινωνούντες με τους αιρετικούς Οικουμενιστές, την Παράδοση της Εκκλησίας


«...Καίπερ ποιμένα μὴ ἔχοντες, ὅμως τὰ ποιμένων ἔδρων»!



  Ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος (13ος-14ος αἰ.) διακρίθηκε ὡς ἱστορικός, ἐξηγητὴς τῶν Γραφῶν, ποιητὴς ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων κ.λπ.
    Ἀπὸ τὴν «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία» του παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες -ἐκτὸς τῶν ἄλλων- καὶ γιὰ τὴν στάση τῶν πιστῶν ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις. Παρουσιάσαμε καὶ ἄλλοτε κάποια κείμενα γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Σήμερα παρουσιάζουμε τὴν στάση τῶν πιστῶν τῶν Σαμοσάτων, στὸ μεσοδιάστημα μεταξὺ Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅταν μὲ παρεμβάσεις τῶν αἱρετικῶν αὐτοκρατόρων ἢ τῶν εὐνοουμένων ἀπ’ αὐτοὺς Ἀρειανοφρόνων Ἐπισκόπων, ἐδιώκοντο οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καὶ στὴν θέση τους ἐγκαθίσταντο Ἀρειανόφρονες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν καταδικαστεῖ ἀπὸ Σύνοδο. Στὴν περίπτωση αὐτὴ οἱ πιστοὶ ἐφάρμοζαν τὴν ἁγιοπατερικὴ στάση τῆς Διακοπῆς Κοινωνίας Ἀποτειχίσεως, πολὺ πρὶν αὐτὸ κατοχυρωθεῖ ἀπὸ τὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου.
    Ὅπως, λοιπόν (μᾶς διηγεῖται ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος) ἡ συμμορία τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου εἶχε ἐκδιώξει ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες τοὺς Ὀρθοδόξους Ποιμένες, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὰ Σαμόσατα· ἔδιωξε τὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο Εὐστάθιο καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐγκατέστησε τὸν Εὐνόμιο. Καὶ τότε οἱ Ὀρθόδοξοι ὅλοι, ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, σταμάτησαν νὰ ἐκκλησιάζονται! Καὶ ὁ Ἐπίσκοπος ἔμεινε μόνος στὸ Ἐπισκοπεῖο, καὶ κανεὶς δὲν τὸ ἐπισκεπτόταν, οὔτε τοῦ μιλοῦσε!
    «Ὡς γὰρ οἱ τῆς Ἀρείου συμμορίας ὅλας τὰς ἐκκλησίας τῶν ποιμένων γυμνώσαντες, καὶ ἐπὶ Σαμόσατα ἕτερον ἀντ’ Εὐσταθίου, Εὐνόμιον ὄνομα ἀντεισήγαγον· οὐδεὶς τῶν ἁπάντων, οὐ πένης, οὐ πλούσιος, οὐ νέος, οὐ πρεσβύτης, ἁπλῶς οὐδεὶς φάναι εἰς τὴν ἐκκλησίαν εἰσῄει, ὥσπερ ἦν ἔθος· μόνος δ’ ἐκεῖνος τῷ ἐπισκοπείῳ διῆγεν, οὐδενὸς αὐτὸν οὐθ’ ὁρῶντος, οὔτε τὸ παράπαν λόγον μεταδιδόντος. Καίτοι φασὶν αὐτὸν ἄλλως ἐπιεικῆ τε ὄντα καὶ μέτριον· καὶ τοῦτο παρίστησιν».
    Καὶ ἐπειδὴ πῆγε σὲ δημόσιο λουτρὸ καὶ οἱ ὑπηρέτες ἔκλεισαν τὶς πόρτες, ἔμαθε ὅτι ἔξω ὑπῆρχε ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων καὶ πρόσταξε τοὺς ὑπηρέτες νὰ ἀνοίξουν τὶς πόρτες, ὥστε ὅποιος θέλει νὰ χρησιμοποιήσει τὸ λουτρό. Καὶ ἐπειδὴ κάποιοι μπῆκαν μέσα τοὺς προέτρεπε νὰ μποῦν κι αὐτοὶ στὰ λουτρά. Ἀφοῦ ὅμως οἱ εἰσελθόντες παρέμεναν ἐν σιγῇ χωρὶς νὰ μπαίνουν στὰ λουτρά, θεώρησε τὴν στάση αὐτὴ ὡς στάση σεβασμοῦ στὸ πρόσωπό του, γρήγορα ἔφυγε ἀπὸ τὸ λουτρό.
    «Ἐπειδὴ γὰρ εἰς δημόσιον ἦκε λουτρόν, τῶν οἰκετῶν ἐγκλεισαμένων τὰς θύρας, πλῆθος πρὸ τῶν θυρῶν ἐστάναι μαθών, τοῖς οἰκέταις αὖθις ἀναπετάσαι τὰς θύρας τοῦ βαλανίου ἐνεκελεύετο, καὶ ἀδεὼς τοῦ λουτροῦ κοινωνεῖν τῷ βουλομένῳ ἐπέτρεπε. Τὸ ἴσον δὲ καὶ ἐν τοῖς θόλοις ἔνδον ἐποίει. Ἐπεὶ δ’ εἰσῄεσάν τινες καὶ κύκλῳ εἰστήκεσαν, συμμετέχειν τῶν θερμῶν ὑδάτων προὐτρέπετο. Ὡς δ’ ἱστάμενοι καὶ ἔτι σιγὴν ἤσκουν, τιμὴν τὴν στᾶσιν ὑπολαβών, θᾶττον καταλιπὼν τὸ θερμόν, ἀπηλλάττετο».
    Αὐτοὶ ὅμως (ὅταν ἔφυγε) ἐπειδὴ θεώρησαν ὅτι ἂν χρησιμοποιοῦσαν τὸ ἴδιο νερὸ γιὰ τὸ λουτρό τους, ἦταν σὰ νὰ συμμετεῖχαν στὸ μολυσμὸ τῆς αἱρέσεως, ἔχυσαν τὸ νερὸ στοὺς ὑπονόμους καὶ πῆραν τὸ λουτρό τους, ἀφοῦ γέμισαν τὰ λουτρὰ μὲ ἄλλο νερό!
   «Οἱ δὲ συμμετασχεῖν τὸ ὕδωρ τοῦ τῆς αἱρέσεως ἄγους νομίσαντες, ἐκεῖνο μὲν τοῖς ὑπονόμοις ἐξέχεον· ἕτερον δὲ κεράσαντες, ἀπελούοντο».
    Ὅταν αὐτὸ τὸ ἔμαθε ὁ Εὐνόμιος, ἀμέσως ἐγκατέλειψε τὴν πόλη καὶ ἐπέστρεψε «σπίτι» του! Διότι θεώρησε ἄσκοπο καὶ ἀνόητο νὰ παραμένει σὲ μιὰ πόλη, ποὺ ὅλοι εἶναι ἐναντίον του!
    «Ὁ δὴ μαθὼν ὁ Εὐνόμιος, εὐθὺς τὴν πόλιν λιπών, οἴκαδε ἴετο· λίαν γὰρ ἀνόητον ᾤετο πόλει δυσμενῶς ἐχούσῃ κοινῶς παραμένειν αἱρεῖσθαι. Καὶ οὕτω μὲν ἐκεῖνος ἐκὼν ἀπεχώρει Σαμοσάτων» (Νικηφόρος Κάλλιστος, P.G. 146, 633BD).

«...Καίπερ ποιμένα μὴ ἔχοντες, ὅμως τὰ ποιμένων ἔδρων»!

    Ὅταν ἀπεχώρησε ὁ Εὐνόμιος ἀπὸ τὰ Σαμόσατα οἱ Ἀρειανοὶ τοποθέτησαν ἄλλον Ἐπίσκοπον, «Λούκιον ὄνομα, λύκον ὄντως καὶ οὐ ποιμένα. Τά γε μὴν πρόβατα, καίπερ ποιμένα μὴ ἔχοντες, ὅμως τὰ ποιμένων ἔδρων, ἄσυλον διατηροῦντες τὸ δόγμα τῆς πίστεως» (ὅπ. παρ., P.G. 146, 633D636ΑΒ).
    Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι οἱ πιστοί, διαπιστώνοντας ὅτι ὁ ποιμένας ποὺ τοὺς διόρισαν ἦταν ψευδοποιμένας, λύκος ἀντὶ ποιμήν, δὲν περίμεναν τὴν ἀπόφαση κάποιας Συνόδου, ἀλλὰ ἔπραξαν αὐτοὶ ἐκεῖνα ποὺ ἔπρεπε νὰ πράξει ὁ ποιμένας· κι ἔτσι μὴ κοινωνοῦντες μὲ τὸν ψευδοποιμένα Ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Λούκιο, διατήρησαν ἀκέραιο τὸ δόγμα τῆς Πίστεως, ὅπως θὰ δοῦμε.
     Καὶ πρὸς αὐτόν -οἱ πιστοὶ τῶν Σαμοσάτων- φέρθηκαν μὲ παρόμοιο τρόπο, ὅπως καὶ πρὸς τὸν Εὐνόμιον, ὅπως φάνηκε ἀπὸ ἕνα συμβάν.
     Κάποια μέρα, δηλαδή, καὶ ἐνῶ τὰ παιδιὰ ἔπαιζαν πετώντας μιὰ σφαῖρα τὰ μὲν πρὸς τὰ δέ, περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἐπίσκοπος Λούκιος. Καὶ συνέβη ἡ σφαῖρα νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς παιδιοῦ καὶ νὰ περάσει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τῆς ἡμιόνου στὴν ὁποία καθόταν ὁ ἐπίσκοπος Λούκιος. Καὶ τὰ παιδιὰ «ἀνωλόλυξαν», φώναξαν ἔντρομα, γιατί περνώντας κάτω ἀπὸ τὸ ζῶο τοῦ αἱρετικοῦ, πίστεψαν ὅτι μολύνθηκε! (Καὶ πῶς θὰ παίξουν μετά).
    Αὐτός, μὴ κατανοώντας τὴν συμπεριφορὰ τῶν παιδιῶν, εἶπε σὲ ἕνα ἀκόλουθό του νὰ παραμείνει στὸ χῶρο καὶ νὰ μάθει γιατὶ φέρθηκαν ἔτσι τὰ παιδιά. Καὶ (εἶδε ὁ ἀκόλουθος) ὅτι τὰ παιδιὰ ἄναψαν φωτιὰ καὶ ἔρριξαν τὴν σφαῖρα πάνω της, θέλοντας νὰ τὴν ἀπολυμάνουν-«καθαρίσουν» ἀπὸ τὸ μολυσμὸ (ποὺ πῆρε περνώντας κάτω ἀπὸ τὴν ἡμίονο τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου).
    Καὶ ἐπιλέγει ὁ Θεοδώρητος (ἀπὸ τὸν ὁποῖον δανείστηκε τὸ περιστατικὸ ὁ Νικηφόρος): Εἶναι βέβαια παιδικὴ ἡ ἀντίδραση, ἀλλὰ δείχνει πόση ἀποστροφὴ εἶχαν οἱ κάτοικοι Σαμοσάτων, πρὸς τοὺς Ἀρειανόφρονες, ποὺ διέστρεφαν τὸ Δόγμα τῆς Πίστεως:
    «Καὶ μειρακιῶδες μὲν ἴσως τοῦτο· ὅμως ἱκανόν ἐστι δεῖξαι ὅσον ἡ πόλις αὕτη ἔντροφον εἶχε τὸ μῖσος πρὸς τοὺς τὸ δόγμα τῆς πίστεως ᾑρημένους παραχαράττειν» (ὅπ. παρ., P.G. 146, 636ΑΒ).
Π.Σ. 

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Η στάση των Ορθοδοξοφρονούντων απέναντι στην αίρεση


ταν ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπέστρεψε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐφοδιασμένος καὶ μὲ τὴν ἐπιστολὴ πρὸς Ἀλεξανδρεῖς τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης Ἰουλίου, πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν «Ἀντιόχειαν, ὅπου τηνικαῦτα διέτριβεν ὁ Κωνστάντιος» (Νικοφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 317D) καὶ ἀπέφυγε νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν κανονικό, ἀλλ' αἱρετίζοντα ἐπίσκοπο Λεόντιο ἐξετρέπετο»). Ἦλθε ὅμως σὲ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Εὐστάθιο, καὶ ποὺ τελοῦσαν τῆν Θ. Λειτουργία σὲ σπίτια ὀρθοδόξων:
«Τῆς δ’ ἐκεῖσε ἐκκλησίας τὰς ἱερᾶς ἡνίας τότε διεῖπε Λεόντιος… Ὃν Ἀθανάσιος ὡς περὶ τὸ δόγμα κίβδηλον ἐξετρέπετο· τοῖς δ’ ἀπὸ τοῦ Εὐσταθίου ἐν ἰδιωτῶν οἰκίαις ἐκκλησιάζουσιν ἐκοινώνει» (P.G. 146, 320Α).

Στὴν Κων/πολη, ὁ Ἀρειανόφρων πατριάρχης Μακεδόνιος «οὐ μόνον ἀπηνῶς ἐδίωκε (τοὺς Ὀρθοδόξους) τοὺς ἐκτρεπομένους αὐτῷ κοινωνεῖν, ἀλλὰ καὶ εἱρκτοῖς περιέκλειε... Καὶ «πολλὰς τῶν ἐκκλησιῶν εἰς ἔδαφος ἔρριπτε, βασιλέως γράμματα προϊσχόμενος, ἃ προσέταττον  τοὺς εὐκτηρίους οἴκους τῶν τὸ ὁμοούσιον  κηρυττόντων εὐθὺς ἀνατρέπεσθαι» (P.G. 146, 389ΒD). «Λυομένης γὰρ ἐκείνης (σ.σ.: καὶ ὅταν κατεστράφη ἡ ἐκκλησία-ναός τους) πανδημεῖ συναθροισθέντες ἐκεῖνοι, καὶ γυναῖκες καὶ παῖδες, τὸ προσῆκον ἕκαστος μετακομιζόμενοι, ὑπερφυῶς ἐπόνουν· καὶ ἀκαριαίως εἰς τὸν ἀντιπέραν τόπον τῆς πόλεως… ἀθρόως ἕτερον οἶκον ἀνίστων· καὶ Ἀναστασίαν τὸν οἶκον ὠνόμασαν» (P.G. 146, 392ΑΒ).
Βλέπουμε ἐδῶ καὶ πάλι τὴν διακοπὴ κοινωνίας. Οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν ἐκκλησιάζονται στοὺς ναοὺς ποὺ εἶχαν ἔρθει στὴν κυριότητα τῶν Ἀρειανῶν, καὶ ἀφοῦ τοὺς δικούς τους ναοὺς κατεδάφιζαν, ἔφτιαχναν ἄλλους, ὅπου καὶ λειτουργοῦσαν.


  Ὁ Ἀρειανόφρων αἱρετικὸς αὐτοκράτορας Οὐάλης (328–378) ἀφοῦ συγκάλεσε σύνοδο Ἀρειανῶν Ἐπισκόπων, ἐπίεζε τὸν Ἐπίσκοπον Κυζίκου Ἐλεύσιο νὰ κοινωνήσει μὲ αὐτούς. Αὐτὸς στὴν ἀρχὴ ἀρνήθηκε. Ἔπειτα ὅμως, φοβηθεὶς τὶς διώξεις καὶ τὴν ἐξορία μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἀπειλοῦσε, δέχθηκε νὰ κοινωνήσει μὲ αἱρετικούς. Ἀλλὰ ἀμέσως, κατάλαβε τὸ σφάλμα του καὶ μετανόησε εἰλικρινά. Συγκέντρωσε λοιπὸν τὸν λαὸ στὸ Ναό, ἐξομολογήθηκε δημοσίως τὴν ἁμαρτία του καὶ τοὺς προέτρεψε νὰ βροῦν ἄλλον Ἐπίσκοπο, ἀφοῦ αὐτὸς εἶχε προδώσει τὴν πίστη.
Ὁ βασιλιᾶς Οὐάλης «σύλλογον Ἀρειανιζόντων ἐπισκόπων ἀθροίσας, κοινωνεῖν ἐκείνοις τῆς πίστεως ἐβιάζετο· ὁ δὲ τὰ μὲν πρῶτα γενναίως εἶχε καὶ ἀνδρείως ἀντέτεινε τὴν κοινωνίαν ἀπαγορεύων· ὡς δὲ ὑπερόριον ποιεῖν καὶ τὰ προσόντα οἱ ἀφαιρεῖσθαι ἠπείλει, δείσας, ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ τὸ προσταχθὲν εἰς πέρας ἦγε τῷ βασιλεῖ. Καὶ εὐθὺς μεταμέλῳ ἐχρῆτο, καὶ ἐπὶ Κυζίκου γενόμενος, ἐκκλησιάζει τὸ πλῆθος, καὶ τὴν ἁμαρτίαν παρρησίᾳ ἐξήγγειλε· προσετίθει γε μὴν καὶ ἕτερον ἐπίσκοπον ἐκκαλεῖσθαι· ἑαυτῷ γὰρ μὴ προσήκειν τοῦ λοιποῦ ἱερᾶσθαι, τὴν σφετέραν πίστιν προδεδωκότα» (Νικοφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 597AB).
Ὅμως οἱ Κυζικηνοί, ἐπειδὴ τὸν ἐκτιμοῦσαν πολύ (καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν μεγαλειώδη ταπείνωση καὶ μετάνοια ποὺ ἔδειξε —ἂς μάθουν τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ γεγονὸς οἱ σύγχρονοι Ἐπίσκοποι ποὺ κοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς), δὲν περίμεναν νὰ ἀποφασίσει Σύνοδος καὶ νὰ ἀθωώσει ἢ νὰ τιμωρήσει τὸν Ἐπίσκοπό τους, ἀλλὰ τὸν συγχώρησαν καὶ δὲν ἤθελαν νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ ἄλλον Ἐπίσκοπο.
Ὅταν ἔμαθε γιὰ τὰ γενόμενα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως Εὐδόξιος, ποὺ ἦταν Ἀρειανόφρων, χειροτόνησε γιὰ τὴν ἐπισκοπὴν Κυζίκου ἄλλον ἐπίσκοπον, τὸν Εὐνόμιον, ποὺ ἦταν δυνατὸς στὸ λόγο, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ κατορθώσει νὰ τοὺς πείσει νὰ δεχθοῦν τὴν αἵρεση· ὁ δὲ Εὐδόξιος ἐκδιώχθηκε τῆς Ἐπισκοπῆς.
Καὶ τότε μίλησε τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν Κυζικηνῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχτηκαν νὰ ἐκκλησιαστοῦν στοὺς Ναοὺς ποὺ πλέον μνημονευόταν ὁ Ἀρειανόφρων Εὐνόμιος. Καὶ χωρὶς νὰ περιμένουν ἀποφάσεις Συνόδων, βρῆκαν τρόπο νὰ λειτουργηθοῦν μὲ τοὺς Ὀρθόδοξους ἱερεῖς τους ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν: «ἔξω τειχῶν γενόμενοι, πρὸ τῆς πόλεως τὰς συναγωγὰς ποιούμενοι ἐκκλησίαζον».
«Εὔνοι δὲ τὰ μάλιστα αὐτῷ ὄντες Κυζικηνοί, τὴν γὰρ ἐκείνου πολιτείαν κατάκρως ἡδοῦντο, ἕτερον δὲ ἱερέα οὐχ εἵλοντο, οὔτε μὴν ἑτέρῳ παρεχώρουν τῆς Ἐκκλησίας· ὑπ’ αὐτῷ δὲ ἦσαν ταττόμενοι τῆς οἰκείας δόξης μετατιθέμενοι οὐδαμῶς.
Ὡς δὲ ταῦτ’ Εὐδόξιος ἔγνω, τῆς Ἀρειανῆς αἱρέσεως ἐν Κων/πόλει προεστηκώς, χειροτονεῖ αὐτοῖς τὸν Εὐνόμιον· ᾤετο γὰρ δεινὸν ὄντα λέγειν, θᾶττον μεταπείσειν Κυζικηνούς, πειθοῖ τινι δαιμονίᾳ πρὸς τὴν σφετέραν ἐφελκύσασθαι δόξαν.
Ἐπεὶ δὲ εἰς Κύζικον ἦκεν Εὐνόμιος, προστάγματι βασιλέως τῶν μὲν ἐκκλησιῶν ἐκράτησε, τοῦ Ἐλευσίου ἐξελαθέντος· οἱ δ’ ἐκείνῳ πειθόμενοι, ἔξω τειχῶν γενόμενοι, πρὸ τῆς πόλεως τὰς συναγωγὰς ποιούμενοι ἐκκλησίαζον» (Νικοφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 597BC).
Π.Σ.

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Απόδειξις εναργής εκ των τότε γεγενημένων υπερφυών σημείων, ως ανέστη ο Κύριος εκ νεκρών.


 

 π τν πατρολογία (P.G. 145, 724C-729B) παραθέτουμε να κεφάλαιο το Νικηφόρου Καλλίστου Ξανθοπούλου, ποος μ γλαφυρ λόγο περιγράφει τ περφυ γεγονότα κενα πο ποδεικνύουν ναργς τι νέστη Κύριος κ τν νεκρν.
θάνατός του, λέγει, ταν φανερς σ λους, κα ταφ πίσης, φο τάφη σ τάφο πλουσίου κα πισήμου νθρώπου· τ διο λοιπόν, κα κατ τν νάστασή Του, φησε πειστήρια σχυρά, πο παιτον, βέβαια, καρδι καθαρ κα Πίστη. Γι’ ατ κα δν πέτρεψε σ βέβηλα μάτια (τν στρατιωτν πο φρουροσαν τν τάφο) ν δον τν νάσταση, δωσε μως τ πειστήρια πρτα στν Παναγία μητέρα Του κα τς λλες γυνακες, λλ κα στος γκρίτους μαθητές.
Κατόπιν ξηγε τ το τάφου· μὲ ποιό τρόπο τότε ο ουδαοι κλειναν μ παμέγιστο λίθο καὶ ἐσφράγιζαν τν τάφο, ἔτσι, ὥστε νὰ εἶναι δύνατο σ κάποιους ν τν νοίξουν κα ν κλέψουν τὸν νεκρό. Ἐπίσης ἦταν ἀκατόρθωτη (καὶ μάλιστα ὑπὸ τὸν φόβο μὴ γίνουν ἀντιληπτοὶ ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες ποὺ φρουροῦσαν τὸν τάφο) ἡ διαδικασία τῆς ἀφαίρεσης τῶν ὑφασμάτινων λωρίδων, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχαν τυλίξει σφιχτὰ  τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ, ἐξαιτίας τῶν μύρων μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχαν ἐπαλείψει, ἀφοῦ νεκρός, λωρίδες καὶ μύρα εἶχαν γίνει ἕνα σῶμα!
Τὸ νεκρὸ, λοιπόν, σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Ἀνέστη καὶ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν παρουσιάστηκε στοὺς μαθητές του.