Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικόλαος Καβάσιλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικόλαος Καβάσιλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

«Μη δια πιθανολογίαν αιρετικών σαλευώμεθα»

Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας

–Εις την Θ. Λειτουργίαν

Του Ν. ΣΑΚΑΛΑΚΗ

   Η ερμηνεία της Θ. Λειτουργίας, με ερμηνευτή τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, από τη σκοπιά της Βιβλικής και της Ορθόδοξης Παραδόσεως, αποτελεί μια χαρισματική, μυστική, βιωματική και θεολογική σπουδή – φανέρωση στα όρια της αληθινής Εκκλησίας, που είναι η Ορθοδοξία. Η ερμηνεία του, προσανατολίζει την Ορθόδοξη συνείδηση στις αρχές και προϋποθέσεις για μια αγιαστική προσέγγιση της Θ. Λειτουργίας, σε καιρούς που το Ορθόδοξο πλήρωμα, φοβερά ανημέρωτο και ανυποψίαστο, υφίσταται σοβαρές ιστορικές και θεολογικές επιδράσεις από την οικουμενιστική αίρεση.
   Δέχθηκε, το ορθόδοξο πλήρωμα, θεολογικές παρανοήσεις και ερμηνευτικές αλλοιώσεις της Πίστεως, λόγω της απομάκρυνσης από τις σταθερές Πατερικές αρχές. Για παράδειγμα, έχουμε σε θεολογικά συνέδρια, σε βιβλία και σε Μητροπόλεις, μονομερή ανάπτυξη Πατερικών διδασκαλιών, με σοβαρές πνευματικές διαφοροποιήσεις–εκτροπές από τις Αγιοπνευματικές θέσεις τους, στην Εκκλησιολογία και στο ήθος, χωρίς αντιδράσεις στην επώαση του αιρετικού ιού.
    Σήμερα, με αποκορύφωμα τη «σύνοδο» της Κρήτης, έχουμε αναθεωρήσεις σε πολλές πλευρές της Εκκλησιαστικής ζωής.
   Για το εκάστοτε – επίκαιρο ιστορικό παρόν και για την αλήθεια του Χριστού, η θεολογική στάση των πιστών πρέπει,

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου (Αγ. Νικολάου Καβάσιλα)

Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας

Εάν πρέπει κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή.

Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται. Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει. Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό. Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι. Όλοι συναντιούνται σ’ αυτό, στην ίδια χαρά. Όλοι ζουν και δίνουν και σ’ εμάς την ίδια ευφροσύνη: Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργου που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ’ όλους ο Δημιουργός. Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ’ αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύουν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας



 Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Ο Νικόλαος Καβάσιλας γεννήθηκε το 1322 στη Θεσσαλονίκη, σε μια εποχή πολιτικής παρακμής του Βυζαντίου, αλλά, αντιθέτως, και σε μια εποχή ανόδου και άνθισης των θεολογικών γραμμάτων. Την εποχή εκείνη, η ορθόδοξη Θεολογία βρισκόταν σε πολύ μεγάλη ακμή μέσα από τις λεγομενες ησυχαστικές έριδες. Η ησυχαστική διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά, που τότε άρχισε να κυριαρχεί, εστίαζε στη δυνατότητα του ανθρώπου να γίνει κοινωνός του άκτιστου Θείου φωτός, διά της ενώσεώς του με το Θεό και με τις άκτιστες θείες ενέργειές Του, χάρη στην καθαρή καρδιά και την καρδιακή προσευχή. Η ησυχαστική διδασκαλία συμπύκνωνε το πραγματικό νόημα της ορθόδοξης πίστης περί της θέωσης του ανθρώπου. Την διδασκαλία αυτή εκπροσώπησε, μεταξύ άλλων, και ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ο οποίος είναι γνωστότερος και ως «ο τελευταίος των Μυστικών».
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ήταν ανιψιός του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νείλου Καβάσιλα. Το πατρικό του επώνυμο ήταν Χαμαετός, αλλά ο Νικόλαος κράτησε τελικά το επώνυμο του αδερφού της μητέρας του. Έκανε σπουδές Ρητορικής, Θεολογίας, Φιλοσοφίας και φυσικών Επιστημών στην Κωνσταντινούπολη, έμεινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κοντά στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά στο Άγιο Όρος, ενώ αναμείχθηκε και σε θέματα πολιτικής και δικαιοσύνης. Για ένα διάστημα διετέλεσε σύμβουλος του Κατακουζηνού, ο οποίος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκάρη μοναχός στη Μονή των Μαγγάνων.
Ανέπτυξε σπουδαίο συγγραφικό έργο και κατάφερε να αποκτήσει καθολικό σεβασμό και αναγνώριση. Υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας αξιολογότατων θεολογικών, ερμηνευτικών, λειτουργικών, ασκητικών και διδακτικών έργων, ως και πανηγυρικών λόγων, επιστολών, επιγραμμάτων και κειμένων κοινωνικού περιεχομένου.
Μετά από πολλές περιπέτειες για τις απόψεις του περί ορθοδόξου μοναχισμού που τον έφεραν σε αντίθεση με τις αιρετικές διδασκαλίες των Βαρλαάμ και Ακινδύνου, εκοιμήθη ειρηνικά λίγο μετά το 1391 μ.Χ. Η κατάταξή του στη χορεία των Αγίων έγινε, σχετικά πρόσφατα, στις 19 Ιουλίου του 1983. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 20 Ιουνίου.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ: Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τη νηπτική διδασκαλία του. Το σπουδαιότερο έργο του είναι η «Ζωή εν Χριστώ». Τό απλό, αλλά βαθύ, λυρικό και μυστικό ύφος του αποπνέει τη “δροσιά” των πρώτων αποστολικών χρόνων. Έλεγε χαρακτηριστικά ο Άγιος Καβάσιλας: “Ο νόμος του πνεύματος, που είναι η αγάπη για το Θεό, είναι νόμος φιλίας και ευγνωμοσύνης. Για να ακολουθήσει κανείς αυτό το νόμο δεν είναι ανάγκη να καταβάλει κόπους, ούτε έξοδα, ούτε να χύσει ιδρώτα [...].
Δεν είναι ανάγκη να αφήσεις τη δουλειά σου, ή να αποσυρθείς σε απόμερα μέρη, να διάγεις μια παράξενη ζωή και να φοράς ένα παράξενο ένδυμα. Δε χρειάζεται να κάμεις όλα αυτά. Μπορείς να μείνεις στο σπίτι σου, και, χωρίς να χάσεις τα αγαθά σου, να βρίσκεσαι πάντα στη μελέτη του Θεού και του ανθρώπου, στη μελέτη της συγγενείας του ανθρώπου με το θείο και σε κάθε άλλη τέτοιας λογής μελέτη”. Και προσθέτει ο μεγάλος νηπτικός πατέρας αλλού:

“Πρώτα πρώτα, δε χρειάζονται προετοιμασίες για την προσευχή μας, ούτε ειδικοί τόποι, ούτε φωνές όταν επικαλούμαστε το Θεό. Γιατί δεν υπάρχει τόπος από όπου λείπει ο Θεός, δεν είναι δυνατό να μην είναι μαζί μας, αφού ο Θεός είναι πάντα πιο κοντά σε κείνους που τοv καλούν, από όσο είναι η ίδια η καρδιά τους. Θα έλθει προς ημάς, ακόμη κι αν είμαστε κακοί, γιατί ο Θεός είναι αγαθός”.

Στον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα δεν τονίζεται τόσο η αντιδικία με τη σάρκα, ενώ κρίνονται οι εξωτερικές συνθήκες και μορφές της ζωής (αναχωρητισμός, ένδυμα κλπ.) όχι απαραίτητες. Η ευσέβεια είναι αποκλειστικά έργο της δικής μας εσωτερικής διαθέσεως, της δικής μας θέλησης.
Άρα, σημαντικό στη διδασκαλία του Πατέρα Νικολάου, είναι ότι δεν θεωρειται απαραίτητο επακόλουθο του μυστικισμού ο αναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στην καθημερινή, κοινωνική του ζωή ο άνθρωπος, μπορεί και πρέπει να την μετουσιώνει με τη μελέτη υψηλών πνευματικών θεμάτων, κατά μόνας, που θα διευκολύνουν τη μεταστροφή της βουλήσεώς του προς το πνευματικότερο. Σκοπός του είναι να περιγράψει τη θεία χάρη, όσο γίνεται απλούστερα, και πώς αυτή θα φτάσει στον κοινό χριστιανό. Και αυτό το κάνει με εξαιρετικά δυνατή θεολογική πνοή. Η εν Χριστώ ζωή είναι η ζωή του Χριστού, που μπαίνει μέσα στον καθένα μας με ένα μυστήριο οικειότητας. “Είναι φυσικό”, γράφει, “κάθε πράγμα να είναι δεμένο με τον εαυτόν του περισσότερο παρά με κάθε άλλο. Και όμως η ένωσή μας με το Χριστό είναι ακόμα πιο δυνατή. Οι μακάριοι άνδρες νοιώθουν τον εαυτό τους δεμένο περισσότερο με το Σωτήρα παρά με τον εαυτό τους. Ο Χριστός είναι την ίδια ώρα ξένος μας και ενδιαίτημά μας. Αναπνέουμε το Χριστό. Σε τούτο ακριβώς διαφέρει η Καινή από την Παλαιά Διαθήκη, στην παρουσία, εντός μας, του Κυρίου, που διαθέτει την ψυχή του ανθρώπου και την μεταπλάθει”.
Χρέος μας ιερό, κατά τον άγιο Πατέρα, είναι να μη σβήσουμε τη μέσα μας αναμένη λαμπάδα, αλλά να ψάξουμε μέσα μας και να ανακαλύψωμε την καθαρή ουσία της αρετής, την αξία της ανθρώπινης φύσης και την φιλανθρωπία του Θεού. Γράφει σχετικά ο Άγιος:
“Ούτε οι ναοί, ούτε οτιδήποτε άλλο ιερό, είναι τόσο άγιο όσο ο άνθρωπος με τη φύση του οποίου κοινωνεί ο ίδιος ο Θεός. Εκείνος που θα έλθει καθήμενος επί των νεφών είναι άνθρωπος, όπως είναι ασφαλώς Θεός. Καθένας μας μπορεί να λάμψει περισσότερο από τον ήλιο, να ανέβει στα σύννεφα, να πετάξει προς το Θεό, να τον πλησιάσει, να κάμει ώστε ο Θεός να τον κυττάξει με γλυκύτητα”. Ακόμη, μεγάλη σημασία για τον πιστό έχει η αυτογνωσία, γιατί μ' αυτή: “αν αναλογισθεί ο άνθρωπος την φτώχεια μέσα στην οποία ζει, ενώ έχει τόσο πλούσια φύση, επειδή άφησε την οκνηρία και τον ύπνο να τον περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη και δάκρυα πολλά θα τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή. Αλλά την ημέρα όμως που θα κάμει τη ζωή του όπως έπρεπε να είναι, από πηγή θλίψεως και δακρύων που ήτανε, θα γίνει τότε η ζωή του πηγή ευδαιμονίας και πνευματικής χαράς”.
Με τα επιχειρήματά του ο Καβάσιλας κατορθώνει να ανακαλύψει τον πνευματικό άνθρωπο όχι μόνο στον αναχωρητή, αλλά και στην ίδια την ανθρώπινη φύση, με την οποίαν επικοινωνεί ο Θεός, ενώ καλεί κάθε Χριστιανό να κάνει την ίδια ανακάλυψη. Έτσι, από τον ασκητισμό του σώματος, τον πόλεμο κατά της σάρκας των ερημιτών της Νιτρίας στην Αίγυπτο, ανεβαίνουμε στην κορυφή της καθαρής πνευματικής χώρας τoυ ανθρώπου. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πνευματική νίκη του Βυζαντίου.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Ο Καβάσιλας, ενώ εξαίρει το βάθος και τη σημασία του μυστηρίου για τη ζωή τoυ Χριστιανού δεν είναι εντούτοις εχθρός της επιστήμης. Με ιδιαίτερο ζήλο καλλιέργησε την αστρονομία, ενώ ασχολήθηκε και με άλλες επιστήμες. Η εκτίμησή του για την επιστήμη ήταν, τόση, ώστε φτάνει στο σημείο να ονομάσει τους αγίους ατελή όντα, “γιατί δε δέχτηκαν σε τούτο τον κόσμο ένα ανθρώπινο αγαθό, ενώ μπορούσαν να το αποκτήσουν. Και κάθε ον που δεν μπορεί να υψώσει σε ενέργεια ό,τι έχει μέσα του δυνάμει είναι ατελές”, προσθέτει ο Άγιος Νικόλαος. Συνεπώς, με τη διδασκαλία του συμφιλιώνει το θρησκευτικό μυστικισμό με τη σοφία του κόσμου τούτου.

Απολυτίκιο: “Ως θείος διδάσκαλος, και υποφήτης σοφός, δογμάτων της πίστεως, και αρετών ιερών, Νικόλαε Όσιε, έλαμψας εν τω κόσμω, διὰ βίου και λόγου. Όθεν Θεσσαλονίκη, τη ση δόξη καυχάται, και πόθω εορτάζει, την πάνσεπτον μνήμην σου”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος (1872). Ορθόδοξος Ελλάς: ήτοι περί των Ελλήνων των γραψάντων κατά Λατίνων και περί των συγγραμμάτων αυτών. Εν Λειψίαι: Μέτζγερ και Βίττιγ.
2.Νικόλαος Καβάσιλας, κείμενο, μετάφραση Παναγώτη Χρήστου, Φιλοκαλία ασκητικών και νηπτικών, τομ 22, Πατερικές εκδόσεις, Γρηγόριος Παλαμάς, Θεσ/κη, 1979.

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Τὸ ἄσχετο κείμενο (μὲ τὸν μολυσμὸ τῶν Μυστηρίων ἀπὸ ἄκριτους αἱρετικούς) ποὺ παραθέτει ὁ Ἀμέθυστος:



Το σοφωτάτου Νικολάου Καβάσιλα το κα Χαμαετο.
--ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΥΣ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Κεφάλαιο 46
Πώς αυτά τα δώρα είναι πάντοτε δεκτά από τον Θεό
1. Κατόπιν, ας εξετάσουμε κι εκείνο. Το ότι μεν από την τελετή αγιάζονται όλοι οι πιστοί είναι φανερό από εκείνα που ελέχθησαν. Εάν δε τούτο συμβαίνει πάντοτε, είναι άξιο να το εξετάσουμε.
2. Η ιερουργία αυτή είναι προσφορά δώρων, τα δε δώρα δεν είναι πάντοτε δεκτά από τον Θεό, αλλά υπάρχουν μερικά που εξαιτίας της πονηρίας των προσφερόντων μισούνται και αποπέμπονται, και γι’ αυτό υπάρχουν πολλές αποδείξεις τόσο στους παλαιούς όσο και στους ζώντες στην εποχή της χάριτος. Ας ερευνήσουμε λοιπόν μήπως και αυτά τα δώρα ενίοτε ματαίως

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Θεολογία της Λατρείας: Νικόλαος Καβάσιλας και Συμεών Θεσσαλονίκης


 



 Θεολογία της Λατρείας:


Νικόλαος Καβάσιλας & Συμεών Θεσσαλονίκης

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 21, 2013

nikolkabas
Νικόλαος Καβάσιλας και Συμεών Θεσσαλονίκης.
Οι θεμελιωτές της Θεολογίας της Βυζαντινής Λατρείας
Εισαγωγικά


     Η μελέτη του συγκεκριμένου θέματος, που έχω την τιμή να εισηγηθώ στο παρόν συμπόσιο, απαιτεί μεταξύ άλλων μια σύντομη εισαγωγική αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής κατά την οποία έζησαν οι δύο σοφοί και άγιοι βυζαντινοί άνδρες, ο Νικόλαος Καβάσιλας (1322/23 – μετά 1391) και ο Συμεών αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (β’ ήμισυ ΙΔ’ αι. – 1429), δηλαδή στον ΙΔ’ αιώνα και στις τρεις πρώτες δεκαετίες του ΙΕ’ αιώνα.

Είναι γνωστό ότι οι δύο τελευταίοι αιώνες του βίου της βυζαντινής αυτοκρατορίας υπήρξαν εποχή κρίσιμη, πλήρης ταραχών και διαιρέσεων, τόσο στο πολιτικό όσο και στο εκκλησιαστικό πεδίο, αλλά συγχρόνως και ιδιαίτερης πνευματικής άνθισης. Το αποκαταστημένο Βυζάντιο του 1261 δεν ήταν πλέον η ένδοξη αυτοκρατορία του παρελθόντος, αλλ’ ένα μικρό κράτος, με στρατό και δυνάμεις ανεπαρκείς να υπερασπίσουν την ύπαρξή του. Οι συνεχείς πόλεμοι και εσωτερικές διαμάχες του ΙΔ’ αιώνα επέφεραν πολιτικό και οικονομικό κλονισμό και ανασφάλεια στο λαό, ο οποίος, προσπαθώντας να ξεφύγει από την κρίση, προέβαινε σε ενέργειες που, όπως πίστευε, θα εξασφάλιζαν τη σωτηρία της κοινωνίας του.

      Έτσι, στη Θεσσαλονίκη το 1374 οι εκπρόσωποι των λαϊκών τάξεων, γνωστοί ως Ζηλωτές, επαναστάτησαν κατά των ευγενών, θεωρώντας τους υπαίτιους όλων των δεινών· κατέλυσαν την έννομη τάξη και προέβησαν σε βιαιοπραγίες. Μάλιστα είναι αυτοί που εμπόδισαν την εγκατάσταση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στην έδρα του. Πέραν όμως των βιαιοτήτων και της οξύτητας, πρέπει να δεχθούμε ότι υπήρξε ενας λαϊκός αγώνας για την επικράτηση της δικαιοσύνης στην κοινωνία και γι αυτό πολλά από τα αιτήματα τους -οχι οι βιαιοπραγίες- είχαν απήχηση σε πρόσωπα ακόμη και από την τάξη των αρχόντων, όπως ο Νικόλαος Καβάσιλας.

      Εν τω μεταξύ οι Τούρκοι, που είχαν ήδη εμφανισθεί από τον ΙΓ’ αιώνα, εκμεταλλευόμενοι τις εσωτερικές ανωμαλίες της αυτοκρατορίας, άρχισαν κατ’ αρχάς να ενοχλούν τις βυζαντινές κτήσεις της Μικράς Ασίας και αργότερα να εισδύουν στην Ευρώπη (1354 κατάληψη Καλλιπόλεως του Ελλησπόντου), δημιουργώντας ανασφάλεια στο λαό. Οι δύο πρώτες πόλεις της αυτοκρατορίας, Κωνσταντινούπολη και Θεσσαλονίκη, δεν άργησαν να δεχθούν τις επιθέσεις των Τούρκων. Ο σουλτάνος Μουράτ Β΄ (1421-1451) πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη (1422), αλλά σύντομα αναγκασμένος από εσωτερικά προβλήματα του κράτους του έλυσε την πολιορκία[1].

       Η Θεσσαλονίκη, γενέτειρα του Νικολάου Καβάσιλα και πόλις της επισκοπικής δράσεως του Συμεών Θεσσαλονίκης, ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του ΙΔ’ αιώνα υφίσταται τουρκικές επιθέσεις. Το 1387 και μέχρι το 1393 πέφτει στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι, μετά από ένα μικρό διάστημα που επανήλθε στους Βυζαντινούς, την ξανακατέλαβαν το 1394. Μετά την ήττα όμως που υπέστη από τον Ταμερλάνο (1402), ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α’ την παραχώρησε το 1403 στους Βυζαντινούς. Τον Ιούνιο όμως του 1422 οι Τούρκοι άρχισαν νέα πολιορκία και οι περισσότεροι κάτοικοί της βιώνοντας για ακόμη μια φορά τον πόνο, τις στερήσεις και το άγχος της επιβίωσης βρέθηκαν μπροστά στο φοβερό δίλημμα να παραδώσουν την πόλη τους είτε στους Τούρκους, ζώντας έκτοτε ως υποτελείς τους, είτε στους Βενετούς, οι οποίοι αποτελούσαν τότε υπολογίσιμη ναυτική δύναμη και θα μπορούσαν, όπως ήλπιζαν, να εξασφαλίσουν την ασφάλειά τους.

       Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Συμεών και ο επηρεαζόμενος απ’ αυτόν δεσπότης της πόλεως Ανδρόνικος Παλαιολόγος αντετάχθησαν στις δύο αυτές προοπτικές, θεωρώντας