Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή Μυροφόρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή Μυροφόρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Λόγος εις τας Μυροφόρους, την θεόσωμον ταφήν, τον Ιωσήφ και εις την Ανάστασιν του Κυρίου.

Λόγος του Γρηγορίου, Πατριάρχου Αντιοχείας, εις τας Μυροφόρους και εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Είναι επαινετός και αυτός ο νόμος της Εκκλησίας, που μας προετοιμάζει να πανηγυρίζωμε την ανάμνηση του αποθησαυρισμού του Χριστού στους νεκρούς. Διότι ποίος, αναλογιζόμενος τον ζωοποιόν θάνατο του Σωτήρος, δεν θα θεωρήση ότι οι νεκροί μέσα στις θήκες τους είναι εξαπλωμένοι σαν σε σκηνές, περιμένοντας την ουράνιο σάλπιγγα, η οποία θα καλή όλους μας προς την φοβεράν ημέρα της κρίσεως;
Ποίος δε, αποβλέποντας προς εκείνον τον σωτήριο τάφο, δεν

Κυριακή Μυροφόρων, Μητρ. Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

O  AΓΑΠΩΝ  ΤΟΛΜΑ



«Ες τ μνμά σε πεζήτησεν λθοσα τ μι τν Σαββάτων Μαρία Μαγδαληνή· μ εροσα δ λοφύρετο κλαυθμ βοσα· Ομοι, Σωτήρ μου, πς κλάπης, πάντων Βασιλε;…» (Παρακλ. γ΄ χoς, Ανος)

Π. ΑυγουστινοςΝΟΕΡΩΣ, γαπητοί μου, ερισκόμεθα στ Γολγοθ. Ενε ρα 3 μετ μεσημβρίαν τς Μεγάλης Παρασκευς. σταυρωμένος, φο πιε ς τν τελευταία σταγόνα τ πικρ ποτήρι, πο πικρότερο δν πιε νθρωπος, γειρε τν κεφαλ κα παρέδωσε τ πνεμα στν οράνιο Πατέρα.
Στιγμ συγκλονιστική. Κα ν ψυχή του κατεβαίνει στν δη, γι ν κηρύξ κα στ κε πνεύματα τ γγελμα τς λυτρώσεως, στ σμα του, σ λόκληρο τ σμα, πλώνεται χρότης το θανάτου. Τ χέρια κενα, πο που γγιζαν καναν κα τς πέτρες ν τινάζουν όδα (τυφλος ν βλέπουν, κουφος ν᾿ κονε, λεπρος ν καθαρίζωνται, νεκρος ν᾿ νασταίνωνται), μένουν σάλευτα. Τ πόδια κενα, πο τρεχαν κάτω π τς καυστικς κτνες ν φέρουν τν ησο κα στ πλέον πομεμακρυσμένα σημεα τς γίας Γς γι ν κηρύξ τν λήθεια, ενε τώρα κίνητα, μαρμαρωμένα. Τ στόμα κενο, π᾿ τ ποο βγκαν στείρευτοι ποταμο θείας διδασκαλίας, σιγ. Τ μάτια κενα, μ τ ποα κοίταξε τν Πέτρο κα τν κανε ν συναισθανθ τν πτσι του κα ν᾿ ναλυθ σ δάκρυα, σβήνουν. Κα καρδι κείνη, πο περιέκλειε ναν κεαν γάπης, παύει ν πάλλ. ησος νεκρός. Οραν κα γ, βυθισττε στ πένθος!
Σύμφωνα μ τ νόμο τς ώμης, σοι καταδικάζονταν στ σταυρικ θάνατο, δν πιτρεπόταν ν ταφον· κανείς δ μποροσε ν τος πλησιάσ, τ σώματά τους μεναν νεκρ πάνω στος σταυρούς. Κα παρουσιαζόταν τότε θέαμα παίσιο· σκυλι πεινασμένα κα ρνεα ν ρμον, ν κομματιάζουν τ σώματα τν καταδίκων, κα τέλος ν᾿ πομένουν μόνο ο σκελετοί. τσι διέταζε νόμος.
λλ᾿ πειδ κατ τ ουδαϊκ θιμα ταν μαρτία ν παραμείν κανες ταφος, ώμη πέτρεπε τν ταφ τν ουδαίων.
δη πάνω στ σταυρ μένει ψυχο τ χραντο σμα το Κυρίου. Ποιά σπλαχνικ χέρια θ τ κατεβάσουν γι ν τ νταφιάσουν;
* * *
ρημοι κα γυμνο ο βράχοι το Γολγοθ. λοι σοι νέβηκαν κε γι τ σταύρωσι χουν τώρα πιστρέψει στν πόλι. Καμμιά λλη φων δν κούγεται παρ μόνο κάπου–κάπου σπαρακτικς κραυγς τν δύο λστν πο σταυρώθηκαν μαζ μ τν ησο κα ο γριοι κρωγμο ρπακτικν ρνέων πο τοιμάζονται ν πιπέσουν στς σάρκες. Κανείς δν πλησιάζει στ Γολγοθ γι ν᾿ ποδώσ τς τελευταες τιμς σ᾿ κενον πο εεργέτησε λους.
Πο ενε ο τυφλο πο τος χάρισε τ φς, ν ρθουν ν το κλείσουν τ μάτια; Πο ενε ο λεπρο πο μ τ γγιγμα τν δακτύλων του καθαρίστηκαν, ν ρθουν ν το καθαρίσουν τ χέρια π τ αμα; Πο ενε ο παράλυτοι πο νώρθωσε, ν ρθουν ν το πλύνουν τ ματωμένα πόδια; Ο ρες περνον κα κανείς δν φαίνεται. Οτε Πέτρος, πι τολμηρός, πο λεγε «Κα τν ψυχή μου θ θυσιάσω γι σένα» (ωάν. 13,37).
λλ᾿ ελογητς Θεός! Πρς τν Γολγοθ ναβαίνει μι συνοδεία νθρώπων μ π κεφαλς ναν νδρα πο τ νομά του θ γίν πασίγνωστο· ενε ωσφ π ριμαθαίας. ταν κι ατς βουλευτής, μέλος το μεγάλου συνεδρίου, πο τ νύχτα τς Μεγάλης Πέμπτης συνλθε κτάκτως κα κατεδίκασε τν ησο. ταν πλούσιος, π μεγάλη οκογένεια κα μ σπουδαία πόληψι κα τιμή· γι᾿ ατ γινε κα μέλος το συνεδρίου. Ατς δ συμφώνησε μ τν πόφασί τους, δν εχε μως κα τ θάρρος ν λέγξ τος δολοφόνους κείνους δικαστάς.
λλ᾿ ταν μαθε τι ησος ξέπνευσε, πρε τν πόφασι ν᾿ ποδώσ ατς τς τιμς στ μεγάλο Νεκρό. Δν χάνει χρόνο. νεβαίνει στ πραιτώριο, παρουσιάζεται στν Πιλτο κα ζητε τ σμα. Παίρνει τν δεια, γοράζει σινδόνα καθαρ κα ρώματα, κα μαζ μ τ Νικόδημο τρέχει στ Γολγοθ. κε ποκαθηλώνει κα κάπου κοντ νταφιάζει τ γιο σμα το ησο. στερα π λίγο λιος ρριχνε τς τελευταες του κτνες στ λόφο. τσι, χάρις στν ωσφ κα τ Νικόδημο, τάφη Χριστός.
Ο μαθητα εχαν κρυφτ π τ φόβο. λλ κάπου, σ μι γωνιά, κάποιοι λλοι γρυπνον. Ενε μαθήτριες το Κυρίου. Ατές, π τ μεγάλη γάπη πο εχαν στν Κύριο, ψηφον κάθε κίνδυνο κα φόβο, κι ποφασίζουν ν πνε στ μνμα το ησο γι ν μυρώσουν τ σμα του. Ποιές ενε ατές;
Ενε ο μυροφόρες γυνακες, τς ποες τιμ σήμερα κκλησία μας. Ατές, προτο νατείλ λιος τς Κυριακς κι φο εχαν γοράσει ρώματα, ξεκίνησαν γι τ μνμα. Μαρία Μαγδαλην πλησιάζει στν εἴσοδο το κενο μνημείου κα κλαίει –συγκινητικ θέαμα. λλ θλιμμένη ψυχή της πρόκειται τώρα ν δοκιμάσ μεγάλη χαρά. Γι μι στιγμ ίχνει να βλέμμα μέσα στ μνημεο κα βλέπει δύο γγέλους μ λευκ νδύματα. Ατο τν ρωτον·
 ―«Γύναι, τί κλαίεις;». Πνιγμένη στ δάκρυα παντ·
―Κλαίω, διότι «ραν τν Κύριόν μου (το τάφου), κα οκ οδα πο θηκαν ατόν».
Καθς γυρίζει, βλέπει τν ησο ν στέκεται πίσω της, χωρς μως ν τν ναγνωρίσ. κούει κα π τ στόμα του τ δια λόγια·
―«Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητες;».
Μαρία νομίζει τι ενε κηπουρς κα τν παρακαλε ν τς π πο πέθεσε τ σμα το Κυρίου γι ν τ πάρ (νομίζει τι, ἐὰν τς τ δώσ, μπορε ν τ σηκώσ μόνη της· γάπη πρς τν Κύριο δ βλέπει καμμία δυσκολία). ντ παντήσεως π τ θεϊκ χείλη κούγεται μι γνώριμη λέξις·
―«Μαρία».
Τότε καταλαβαίνει, τι ενε ἴδιος Κύριος τν ποο ζητοσε, ναστημένος. μέσως πέφτει στ γόνατα κα ζητε ν καταφιλήσ τ χραντα πόδια του, λλ Κύριος τς λέει·
―«Μή μου πτου», μ μ᾿ γγίζεις, λλ πήγαινε ν᾿ ναγγείλς τν νάστασι στος μαθητάς. ρχεται τότε Μαρία Μαγδαλην κα ναγγέλλει στος μαθητάς, τι εδε τν Κύριο (ωάν. 20,13-18).
* * *
ς μιμηθομε, γαπητο δελφοί, κ᾿ μες τος γίους ατος νδρες κα γυνακες τόσο στν γάπη πρς τ Χριστ σο κα στν τόλμη κα τ θάρρος τους. Γι ν δομε ἐὰν χουμε τς ρετς ατές, ς ξετάσουμε τν αυτό μας σ μερικς κρίσιμες ρες.
χεις λ.χ. ταξίδι. Προτο ν᾿ ναχωρήσς κάνεις τ σταυρό σου, μήπως ντρέπεσαι τος λλους; Κι ταν περνς ξω π κκλησία χεις τν τόλμη ν σηκώσς τ χέρι σου ν κάνς τ σημεο το σταυρο, μήπως διστάζεις φοβούμενος τ σχόλια το κόσμου; Ἐὰν τ χέρι σου μέν κίνητο, δν γαπς τν Κύριο.
Στν κύκλο πο ζς κα ργάζεσαι κάποια στιγμ κούγεται μία βλασφημία. Στ φρικτ κενο κουσμα σ τί κάνεις; Διαμαρτύρεσαι γι τν προσβολή, μήπως σιωπς κα νέχεσαι τν σέβεια; ν βριζαν τν πατέρα τ μητέρα σου, δν θ τ νεχόσουν· διότι τος γαπς κα δν δέχεσαι ν τος προσβάλλουν. λλ ο γονες μας, σο καλο κα ξιοσέβαστοι κι ν ενε, ενε νθρωποι μαρτωλοί. Κα ν τος γαπομε κα τος περασπιζώμεθα μία φορά, πειρες φορς περισσότερο πρέπει ν περασπιζώμεθα τ θεα πρόσωπα κα τ ερ πράγματα ταν προσβάλλωνται. Διαφορετικά, μ τ λόγια μόνο λέμε τι γαπομε τ Χριστό, ν μ τ ργα τν ρνούμεθα.
Βρίσκεσαι κάποτε σ κύκλο μορφωμένων. λλ᾿ κε λέγονται λόγια πο ποτελον μπαιγμ τς πίστεως το Χριστο. σ πς δέχεσαι τς κδηλώσεις ατές; νοίγεις τ στόμα σου κα περασπίζεσαι τν πίστι σου, ποστομώνεις τος ταμος κα σεβες μπαίκτας; μήπως δειλιάζεις κα φήνεις τν γία μας πίστι ν διασύρεται π τος δθεν μορφωμένους; ν γαπς τν Κύριό σου, μ διστάσς ν συγκρουσθς μ τος θεωρουμένους πιστήμονας.
δού, γαπητοί μου, πο πρέπει ν μοιάσουμε στν ωσήφ, στ Νικόδημο κα στς μυροφόρες. Ν τος μοιάσουμε στν γάπη πρς τ Χριστό, στν τόλμη κα στν ατοθυσία. Εθε, μ τ βοήθεια το Κυρίου κα τν πνευματικ καλλιέργεια, ν βγον κα μέσα π τ γενεά μας νέοι ωσήφ, Νικόδημοι κα μυροφόρες, πο θ᾿ γαπήσουν τν Κύριον πως κενοι. γαπν τολμ κα « τολμν νικ».
πίσκοπος Αγουστνος
(. Νας γ. θανασίου Γεφύρας – Θεσσαλονίκης 1-5-1955)
Πηγή: «Αὐγουστῖνος Καντιώτης»