Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Επιτρέπεται η σιωπή, όταν ιερείς αλλοιώνουν την Αγιοπατερική μας Παράδοση;

Η περίπτωση του π. Νικολάου Μανώλη και π. Θεοδώρου Ζήση



  Εἶναι στενάχωρο πρᾶγμα νὰ ἀποκαλύπτουμε κακόδοξες διδασκαλίες ἀνθρώπων, ποὺ πρὶν λίγο καιροῦ ἐπαινούσαμε ὡς ἀγωνιστὲς σ’ αὐτὸν τὸν πρωτόγνωρο ἀγώνα κατὰ τῶν Παναιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν. Ἀλλὰ πάλι εἶναι καθῆκον μας στὶς μέρες ποὺ ζοῦμε, νὰ μὴν ἐπιτρέπουμε τὴν ἀλλοίωση τῆς Ἁγιοπατερικῆς μας Παραδόσεως, ὅσο τὴν καταλαβαίνουμε.
  Δυστυχῶς, «πάλιν καὶ πολλάκις» κάποιοι ἀντι-Οἰκουμενιστές, καὶ προσφάτως ἡ τριὰς τῶν ἱερέων ποὺ τελευταῖα ἀποτειχίστηκαν (οἱ π. Θεόδωρος Ζήσης, π. Νικόλαος Μανώλης καὶ π. Φώτιος Βεζύνιας) διετύπωσαν θέσεις ἀντίθετες μὲ τὴν Ἱερά μας Παράδοση γιὰ τὸ θέμα τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές. Θίξαμε κατὰ καιροὺς μὲ σύντομα σχόλια τὶς κακόδοξες θέσεις τους, ἀλλά, ἀντὶ αὐτὴ ἡ κριτικὴ νὰ τοὺς προβληματίσει καὶ νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ἐξετάσουν βαθύτερα τὸ θέμα, τοὺς ἔκανε νὰ ἐκτεθοῦν περισσότερο καί –γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὶς θέσεις τους– νὰ ἐπιχειρηματολογήσουν μὲ θέσεις ποὺ τοὺς ἀπομακρύνουν ἀκόμα περισσότερο ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση!
   Ἐπειδὴ λοιπόν, αὐτὲς τὶς θέσεις τὶς ἐπαναλαμβάνουν καὶ θέλουν νὰ τὶς ἐπιβάλουν ὡς διδασκαλία στὴν Ἐκκλησία, θὰ τὶς ἐξετάσουμε σήμερα σ’ ἕνα ἐκτενέστερο κείμενο, διότι ἡ στάση μας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς ἔχει σωτηριολογικὲς συνέπειες, ἔχει σχέση μὲ τὴν ὀρθόδοξη ὁμολογία ποὺ ζητᾶ ὁ Κύριος ἀπὸ τοὺς πιστούς, καὶ δὲν εἶναι ἕνα ἀκαδημαϊκό-θεολογικὸ πρόβλημα ἄσχετο μὲ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ παρακάμψουμε ἢ νὰ τὸ παραπέμψουμε γιὰ λύση στὸ μέλλον. Ἡ αἵρεση εἶναι ἐδῶ, τώρα κι ὄχι αὔριο. Καλύτερα· εἶναι παροῦσα ἐδῶ καὶ δεκαετίες καὶ συνεχῶς ἐπεκτείνεται.
  Ἰσχυρίζονται λοιπόν, οἱ τρεῖς παραπάνω πατέρες –ποὺ μᾶς χαροποίησαν πρὸ μηνῶν μὲ τὴν διακοπὴ μνημοσύνου τοῦ ἐπισκόπου τους– θέσεις ποὺ στὴν οὐσία ἀκυρώνουν τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ ἀποτείχιση (ἢ διακοπὴ μνημοσύνου). Ἐφ’ ὅσον λέγουν, δὲν ἔχουν ναὸ νὰ λειτουργήσουν οἱ ἀποτειχισθέντες, μποροῦν νὰ πηγαίνουν νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ ἄλλους ναοὺς ποὺ μνημονεύεται ὁ αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀποτειχίστηκαν!!!
  Αὐτὸ ὅμως, εἶναι κακόδοξη θέση, ἀφοῦ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Καὶ δυστυχῶς αὐτὸ συμβουλεύουν νὰ κάνουν καὶ οἱ πιστοί, παρουσιάζοντας μάλιστα οἱ ἴδιοι τὸν ἑαυτό τους ὡς «ἀπλανῆ ὁδηγό»!!! Διότι λένε, ναὶ μὲν ἡ Ἀκρίβεια μᾶς ὑπαγορεύει νὰ μὴν ἐκκλησιαζόμαστε ἐκεῖ ποὺ μνημονεύεται ὁ αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία –ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἀκρίβεια– χρησιμοποιεῖ καὶ τὴν Οἰκονομία, ποὺ κι αὐτὴ εἶναι νόμιμος δρόμος.
   Αὐτὲς οἱ θέσεις εἶναι πρωτοφανεῖς καὶ καινοφανεῖς, καὶ δὲν συναντιοῦνται στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο δὲν ἀποτελεῖ ἁπλὰ μιὰ διαμαρτυρία, ὅπως ἰσχυρίζονται, ἀλλὰ ὡς ἔχουσα σωτηριολογικὸ χαρακτῆρα, εἶναι κίνηση ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὸν μολυσμὸ ποὺ ἐπιφέρει ἡ αἵρεση. Ἡ δὲ Οἰκονομία δὲν ἐφαρμόζεται σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἀλλὰ ἰσχύει σὲ ἄλλες περιπτώσεις καὶ μὲ ἄλλες προϋποθέσεις, ὅπως μᾶς δείχνει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων. Ἡ Οἰκονομία εἶναι οὐσιαστικὰ παρανομία, παροδικὴ ἀπόκλιση ἀπὸ τοὺς Κανόνες, καὶ πραγματοποιεῖται γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει κάποια εἰδικὴ περίπτωση-κατάσταση, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνατρεπτικὴ τῶν λόγων γιὰ τοὺς ὁποίους θεσπίστηκε ἡ Ἀκρίβεια, νὰ δίνει δηλ. συγχωροχάρτι γιὰ  παράβαση  Ἐντολῶν  καὶ Ἱερῶν Κανόνων!
   Ἐπίσης, οἱ ὡς ἄνω πατέρες, ἐμπλέκουν στὴν συζήτηση τὸ θέμα τῆς ἐγκυρότητος τῶν μυστηρίων. Τὸ ἐπιχείρημά τους εἶναι: ἐφ’ ὅσον τὰ μυστήρια ποὺ τελεῖ ἕνας αἱρετικὸς μὴ καταδικασμένος εἶναι ἔγκυρα, ἄρα μποροῦμε ἕως ὅτου καθαιρεθοῦν οἱ αἱρετικοὶ νὰ κοινωνοῦμε μαζί τους καὶ νὰ παίρνουμε τὴ θεία Χάρη δι’ αὐτῶν. Ὅμως οἱ Ἱ. Κανόνες καὶ ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων, δὲν ἐξετάζουν κάτω ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα τὸ θέμα. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ἐντέλλεται ἀσχέτως τῆς ἐγκυρότητος ἢ μὴ ἐγκυρότητος τῶν μυστηρίων, διότι ἐκεῖνο ποὺ μολύνει εἶναι ἡ αἵρεση καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς(2). Οὔτε μᾶς διδάσκουν ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ ἐξασφαλίσουμε Ἐπίσκοπο ἢ ἱερέα ποὺ θὰ μᾶς τελεῖ τὰ μυστήρια καὶ μετὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν αἵρεση, διότι ἡ αἵρεση (καταδικασμένη ἢ μὴ καταδικασμένη) μολύνει καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση μὲ τὸ στόμα τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη διδάσκει: Νὰ φεύγετε μακριὰ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς· κι ὄχι μόνο νὰ μὴν ἔχετε μυστηριακή-ἐκκλησιαστικὴ σχέση, ἀλλ’ οὔτε «χαίρετε» νὰ μὴν τοὺς λέτε! Καὶ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης προς τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης «Συμφωνώντας με τους Οικουμενιστές, παρεμποδίζετε τη σωτηρία των ψυχών» (https://katihisis.blogspot.gr/2017/02/blog-post.html).

  Θὰ καταδείξουμε ὅλα αὐτά, ἀνατρέχοντας ὄχι σὲ πατερικὰ κείμενα τῆς ἐπιλογῆς μας,  ἢ μελέτες δικές μας, ἀλλὰ σὲ βιβλίο τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν πατέρων, τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, ποὺ γράφτηκε τὰ τελευταῖα χρόνια, καὶ χρησιμοποιεῖ ἄφθονα καὶ ἀναμφισβήτητα Πατερικὰ παραδείγματα.
   Πρὶν ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ παραθέσουμε κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ πρόσφατη κακόδοξη ὁμιλία ποὺ ἔκανε πρὶν ἕνα μήνα περίπου (30-4-2017, ἐδῶ) ὁ π. Νικόλαος Μανώλης.
     Εἶπε:
  Κάναμε διακοπὴ μνημοσύνου «τοῦ μητροπολίτη μας, ὁ ὁποῖος μητροπολίτης συνεχίζει νὰ λέει ψέματα στὸ λαὸ κάθε Κυριακὴ στὴ Λειτουργία, μνημονεύοντας τὸν Οἰκουμενικὸ πατριάρχη Βαρθολομαῖο, μὲ τὴν ψευδῆ δήλωση πρὸς τὸ λαὸ καὶ πρὸς τὸν Θεό, ὅτι ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας. Τὸν πατριάρχη, ποὺ αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἔκανε τὰ ὅσα αἴσχη θὰ μποροῦσε νὰ κάνει… Ὁ μητροπολίτης Ἄνθιμος, μνημονεύοντας τὸν πατριάρχη καὶ δηλώνοντας ὅτι (ὁ Πατριάρχης) ὀρθοτομεῖ τὸ λόγο τῆς ἀληθείας, αὐτό, εἶναι μιὰ διδαχὴ τοῦ κ. Ἀνθίμου ποὺ ἀποδεικνύει, ὅτι “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ” κηρύσσει αἵρεση, ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζει ὡς ὀρθοτομοῦντα τὴν ἀλήθεια τὸν Οἰκουμενικὸ πατριάρχη».
  Ἔχουμε ὑποχρέωση, λοιπόν, «νὰ ἀκολουθήσουμε ὡς ἱερεῖς τοὺς Κανόνες καὶ νὰ δώσουμε καὶ κατεύθυνση στὸ ποίμνιο ποὺ μᾶς ἀκολουθεῖ καὶ σ’ ὅσους μᾶς ἐμπιστεύονται, ποιόν δρόμο πρέπει νὰ ἀκολουθήσουν… Ὁ ἱερέας διακόπτει τὸ μνημόσυνο, ὄχι ὁ λαός· γιατὶ ὁ ἱερέας λειτουργικὰ μνημονεύει τὸν ἐπίσκοπο. Διακόπτοντας τὸ μνημόσυνο μπορεῖ νὰ κάνει δύο πράγματα. Ἡ Ἀκρίβεια θέλει νὰ μὴν συμμετέχει καθόλου στὶς ἀκολουθίες, ὅπου μνημονεύεται τὸ ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου, (καὶ ἡ Οἰκονομία θέλει) νὰ μποροῦμε νὰ πᾶμε σ’ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες (ὅπου μνημονεύεται ὁ Ἄνθιμος) νὰ λειτουργηθοῦμε…».
    [σ.σ.: Δὲν μᾶς ἐξηγεῖ καὶ δὲν μᾶς ἀποδεικνύει θεολογικά-ἐκκλησιολογικὰ ὁ π. Νικόλαος, γιατὶ μπορεῖ –αὐτός καὶ τὸ ποίμνιό του– νὰ ἐκκλησιάζονται στὸν ἱερέα ποὺ μνημονεύει τὸν κ. Ἄνθιμο, τοῦ ὁποίου αὐτὸς καὶ τὰ πνευματικοπαίδια του –ταυτόχρονα– ἔχουν διακόψει τὸ μνημόσυνο! Μᾶς βεβαιώνει ὁ π. Νικόλαος ὅτι ὁ κ. Ἄνθιμος «κηρύσσει αἵρεση “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ”, ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζει ὡς ὀρθοτομοῦντα τὴν ἀλήθεια τὸν Οἰκουμενικὸ πατριάρχη» ποὺ εἶναι ὁ ἀρχηγέτης τῆς Παναιρέσεως καί, ὡς ἐκ τούτου, ὁ πατριάρχης κηρύσσει “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ” αἵρεση! Κι ἀφοῦ ὁ κ. Ἄνθιμος, εἶναι αἱρετικός, ἐπειδὴ μνημονεύει αἱρετικό, ὁ ἱερέας ποὺ μνημονεύει τὸν Ἄνθιμο, τί εἶναι; Δὲν «συνεχίζει νὰ λέει κι αὐτὸς ψέματα στὸ λαὸ κάθε Κυριακὴ στὴ Λειτουργία», μνημονεύοντας καὶ ὑποδεικνύοντας ὡς Ὀρθόδοξο τὸν αἱρετικὸ μητροπολίτη Ἄνθιμο; Δὲν μολύνεται μὲ τὴν ἐπικοινωνία μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ Ἀνθίμου; Κοινωνώντας ἢ μνημονεύοντας ἕνα αἱρετικό (κατὰ τους Ἁγίους Πατέρες), δὲν δείχνουμε μὲ τὴν μνημόνευση καὶ δὲν δηλώνουμε ὅτι ἔχουμε τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτὸν ποὺ μνημονεύουμε καὶ κοινωνοῦμε; Δὲν μολυνόμαστε (κατὰ τους Ἁγίους Πατέρες) συμμετέχοντες σὲ Θ. Λειτουργία αἱρετίζοντος, ὅταν ἐν γνώσει μας τὸ κάνουμε αὐτό; Δὲν λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης πὼς καὶ μόνο ἡ «μνημόνευση του αιρετικού επισκόπου αποτελεί μολυσμό και στερεί την Ορθοδοξία σε αυτόν που τον μνημονεύει, ενώ η εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς μας χωρίζει παντελώς απο τον Χριστό»; (Επιστολή ροδ').
  Δὲν λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι «όχι μόνο οι αιρετικοί, αλλά και όσοι κοινωνούν μαζί τους είναι εχθροί του Θεού; (Επιστολή λθ'). Δέν λέγει ο Μέγας Ἀθανάσιος (γιὰ νὰ ἀρκεστοῦμε μόνο σ’ αὐτούς) ότι πρέπει να αποφεύγουμε όχι μόνο τους αιρετικούς αλλά και όσους έχουν κοινωνία με αυτούς»; (Επιστολή ριθ')].
   «Ἐγὼ προσωπικὰ καὶ ὁ π. Θεόδωρος (συνεχίζει ὁ π. Ν. Μανώλης), λέμε στὰ πνευματικά μας παιδιά, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν κάτι ἄλλο…, νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ ναοὺς ὅπου λειτουργοῦν οἱ πλέον

"Επιστημονικά κρινόμενος ο Ζηζιούλας, ως ιστορικός των δογμάτων... είναι ένας κομπογιαννίτης"!

Για τον μεγάλο Αιρετικό Ζηζιούλα,
                 ένα σχόλιο...



"Η απόλυτη επιστημονική ανεντιμότητα".

Αποτέλεσμα εικόνας για ζιζιουλασ 


  Κάθε σοβαρός επιστήμονας, για να θεμελιώσει τα επιχειρήματά του παραπέμπει στην προγενέστερη βιβλιογραφία. Ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με μία επιστήμη όπως η ιστορία. Διαφορετικά θα μιλάμε για Ελ και για "διαστημική τεχνολογία των Αρχαίων Ελλήνων", ενδεχομένως και για άλλα "γεγονότα" αυτής της κατηγορίας.

  Στο κείμενο που παραθέτετε, ο Ζηζιούλας υποτίθεται ότι αναφέρεται στην ιστορία των δογμάτων και της Εκκλησίας, προκειμένου να δείξει ότι τα πράγματα στο "πρωτείο" είναι όπως τα λέει αυτός και όχι όπως τα λένε οι "άλλοι" Ορθόδοξοι. Μέχρις εδώ καλά. Έχει δικαίωμα να το κάνει ως επιστήμων. Αλλά πού παραπέμπει ο Ζηζιούλας; Πουθενά. Σε ποια ερμηνεία του εν λόγω κανόνος των Αγίων Αποστόλων; Σε καμία. Παραπέμπει μήπως στην πρακτική των συνόδων; Όχι. Σε κάποιο γεγονός από την εκκλησιαστική ιστορία; Όχι φυσικά... Κάνει ένα διανοητικό παιγνίδι, που δεν έχει όμως καμία λογική, καμία επιστημονικότητα, καμία εντιμότητα έναντι των αναγνωστών του...

  Αυστηρά επιστημονικά κρινόμενος ο Ζηζιούλας, ως ιστορικός των δογμάτων και της Εκκλησίας, τουλάχιστον με βάση το κείμενό του αυτό, θα έλεγε κανείς ότι είναι ένας κομπογιαννίτης. Εάν αυτό το κείμενο, δίχως παραπομπές σε ιστορικά γεγονότα και σε πατερικά έργα, το παρουσίαζε ένας φοιτητής ως φοιτητική εργασία, θα έπαιρνε κάτω από τη βάση...

  Ο Ζηζιούλας δεν είναι όμως ένας απλός κομπογιαννίτης, για τον λόγο ότι ο κομπογιαννίτης δεν έχει θαυμαστές μορφωμένους. Ο Ζηζιούλας είναι κάτι παραπάνω, πιο σοβαρό, καθότι του βγάζουν βιβλία, τον τιμούν, τον δοξάζουν. Αλλά έχει και ¨πουλαίν¨ να τον μιμούνται και να εκπονούν διδακτορικές διατριβές που παραπέμπουν στον... Ζηζιούλα, ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες:
  "Τα ζηζιούλεια ρήματα περί "πρώτου" είναι αληθή και έγκυρα από την άποψη της εκκλησιαστικής ιστορίας". 
  Γιατί; Επειδή το λέει ο Ελπιδοφόρος. Και πού παραπέμπει ο Ελπιδοφόρος; Στον Ζηζιούλα! Ναι, αλλά το λέει και ο Μάξιμος. Και πού παραπέμπει ο Μάξιμος; Στον Ελπιδοφόρο, που παραπέμπει στον Ζηζιούλα. Μα και ο Παντελεήμων συμφωνεί, έχουμε πλήθος. Και παραπέμπει ο Παντελεήμων στον Μάξιμο, που παραπέμπει στον Ελπιδοφόρο, που παραπέμπει στον Ζηζιούλα. Κ.ο.κ. Η απόλυτη επιστημονική ανεντιμότητα. Αυτά βλέπω και δοξάζω τον Θεό που δεν πήγα ποτέ μου σε "Θεολογική Σχολή"...

 Οι Βυζαντινοί, που είχαν κληρονομήσει τον αρχαιοελληνικό τρόπο λογικής δόμησης των επιχειρημάτων (ήταν δεινοί στη σπουδή της ρητορικής), ως κύριο επιχείρημα κατά των Μωαμεθανών είχαν το εξής: Πόθεν μαρτυρείται ο Μωάμεθ ως προφήτης; Ποιος προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης (την οποία δέχεται, υποτίθεται, και το Ισλάμ, ως χριστιανική παναίρεση που είναι) μαρτύρησε για τον Μωάμεθ; Μήπως έστω ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ή ο Χριστός, και αυτοί θεωρούμενοι από τους Μωαμεθανούς ως προφήτες; Επειδή, λοιπόν, ο Μωάμεθ αδυνατούσε να προσαγάγει προγενέστερες μαρτυρίες για το πρόσωπό του και τη διδασκαλία του, οι Βυζαντινοί τον θεώρησαν ψευδοπροφήτη και πρόδρομο του Αντιχρίστου.

  Ο Ζηζιούλας ποιες προγενέστερες μαρτυρίες από Πατέρες της Εκκλησίας μπορεί να προσαγάγει για τη "προφητική" και "ενορατική" διδασκαλία του;
    Μήπως όσες και ο Μωάμεθ; Δηλαδή, καμία...
  Αν είναι έτσι, σε ποια κατηγορία θα πρέπει να κατατάξουμε τον Ζηζιούλα;

   Σας αφήνω να το σκεφτείτε μόνοι σας... 

το σχόλιο εδώ

Κυριακή των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου: Περί της προσευχής του Ιησού προς τον Πατέρα υπέρ των δεδομένων εαυτώ μαθητών


(Θεοφύλακτος, Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)

(Ἰωάν. ιζ΄, 1-13)

  Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἰησοῦς, σήκωσε τά μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ προσευχήθηκε· Πατέρα, ἡ ὥρα ἔχει ἔρθει, δόξασε τὸ Γιὸ σου, γιὰ νὰ σὲ δοξάση κι ἐκεῖνος, ὅπως τοῦ ἔδωσες νὰ ἐξουσιάζη κάθε ἄνθρωπο. Γιὰ νὰ δώση ζωὴ αἰώνια σὲ ὅλα ὅσα τοῦ ἔδωσες. Κι ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι νὰ γνωρίζουν ἐσένα τὸ μόνο ἀληθηνὸ Θεὸ καὶ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ ἔστειλες. Ἀφοῦ εἶπε στοὺς μαθητάς του «ὅτι θὰ δοκιμάσετε θλίψεις», καὶ τοὺς σύστησε νὰ ἔχουν θάρρος, τοὺς σηκώνει πάλι μὲ τὴν προσευχή, διδάσκοντάς μας κατὰ τοὺς πειρασμούς, ἀφοῦ τ’ ἀφήνομε ὅλα, νὰ καταφεύγωμε στὸ Θεό. Ἄλλωστε δὲν πρόκειται γιὰ προσευχὴ ἀλλὰ γιὰ συνομιλία μὲ τὸν Πατέρα. Ἄν σ’ ἄλλη περίπτωση προσεύχεται καὶ πέφτη στὰ γόνατα μὴ θαυμάσης. Γιατὶ ὁ Χριστὸς ἦρθε ὄχι γιὰ νὰ φανερώση μόνο τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς διδάξη καὶ κάθε ἀρετή. Κι ὁ δάσκαλος δὲν πρέπει ν’ ἀσκῆ τὸ ἔργο του μὲ λόγια μόνο ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἔργα του. Κι ἐπειδὴ θέλει νὰ δείξη ὅτι βαδίζει πρὸς τὸ πάθος ὄχι χωρὶς νὰ θέλη ἀλλὰ θεληματικά, λέγει «Πατέρα ἔχει ἔρθει ἡ ὥρα». Ποθεῖ τὸ πρᾶγμα σὰν κάτι ἀγαπητὸ καὶ τὸ ἀποκαλεῖ δόξα ὄχι μόνο δική του ἀλλὰ καὶ τοῦ Πατέρα, ὅπως καὶ ἔγινε. Γιατὶ δὲ δοξάστηκε μόνο ὁ Γιὸς ἀλλὰ καὶ ὁ Πατέρας. Πρὶν ἀπὸ τὸ σταυρὸ μήτε οἱ Ἰουδαῖοι δὲν τὸν ἤξεραν (Ὁ Ἰσραὴλ δὲ μέ γνώρισε, λέει). Μετὰ τὸ σταυρὸ ὅλη ἡ οἰκουμένη ἔτρεξε κοντά του. Καὶ δείχνει τί λογῆς εἶναι ἡ δόξα ἡ δική του καὶ τοῦ Πατέρα. Τὸ νὰ πλησιάση κάθε ἄνθρωπος καὶ νὰ δεχθῆ τὴ δωρεά, αὐτὸ εἶναι δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ δὲ θὰ περιορισθῆ ἡ χάρη στοὺς Ἰουδαίους μόνο ἀλλὰ θ’ ἁπλωθῆ σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Τὸ εἶπε αὐτό, γιατὶ εἶχε σκοπὸ νὰ τοὺς στείλη στοὺς ἐθνικούς. Γιὰ νὰ μὴ νομίσουν λοιπὸν ὅτι αὐτὸ εἶναι καινοτομία καί κάτι πού δέν τό θέλησε ὁ Πατέρας, δείχνει ὅτι ἀπὸ τὸν Πατέρα τοῦ ἔχει δοθεῖ ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ἄνθρωπο. Πρίν ἀπὸ αὐτὸ ἔλεγε «Μὴ βαδίσετε σὲ δρόμο ἐθνικῶν», κι’ αὐτὸ «τὸ πάνω σὲ κάθε ἄνθρωπο» τί σημαίνει, ἀφοῦ δὲν πίστεψαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι; Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἀπὸ δικὴ του πλευρά, ἤθελε νὰ τοὺς ὁδηγήση ὅλους στὴν πίστη. Ἄν ἐκεῖνοι δὲν πλησίασαν, δὲν εἶχαν τὸ ἀδίκημα τοῦ δασκάλου, ἀλλὰ αὐτῶν ποὺ δὲν δέχτηκαν. Κι ὄταν ἀκούσης αὐτὰ τὰ «ἔχεις δώσει» καὶ «ἔλαβε» καὶ τὰ ὅμοια, νὰ ἐννοῆς ὅτι ὁμιλεῖ μὲ συγκατάβαση, ὅπως ἀμέτρητες φορὲς εἴπαμε. Ἐπειδὴ προφυλάγεται πάντα νὰ πῆ κάτι μεγάλο ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό του, κατεβαίνει στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀκροατῶν του. Κι ἐπειδὴ ἐσκανδαλίζονταν, ὅταν ἄκουαν μεγάλα γι’ αὐτὸν τοὺς ἔλεγε αὐτὰ ποὺ μποροῦσαν νά καταλάβουν. Ἔτσι ἀκριβῶς κι ἐμεῖς ὅταν μιλοῦμε μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τὸ ψωμὶ τὸ λέμε ὅπως ἐκεῖνα καὶ τὸ νερὸ καὶ ὅλα τ’ ἄλλα γενικά. Ἄκουσε τί λέει ὁ Εὑαγγελιστής, ὅταν μιλᾶ γιὰ τὸ Χριστό· «Ὅλα ἔγιναν διὰ μέσου αὐτοῦ». Καὶ ὅσοι τὰ ἔλαβαν τοὺς ἔδωσε ἐξουσία νὰ γίνουν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ποὺ ἔδινε σ’ ἄλλους πῶς δὲν εἶχε ὁ ἴδιος ἀλλὰ ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ Θεό; Κι ἔπειτα κι ἐδῶ στὰ λόγια αὐτὰ ποὺ μοιάζουν ταπεινὰ ἔχει εἰσχωρήσει κάτι ὑψηλό. «Ὥστε σὲ ὅσους τοῦς ἔδωσες» αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴ συγκατάβαση· «νά δώση σ’ ὅλους ζωὴ αἰώνια αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Μονογενοῦς καὶ τῆς θεότητας. Γιατὶ τοῦ Θεοῦ ἐξουσία εἶναι νά δίνη ζωὴ καὶ μάλιστα αἰώνια. «Μοναδικὸ ἀληθινὸ Θεό» εἶπε τὸν Πατέρα του, γιὰ νὰ τὸν ἀντιδιαστείλη μὲ τοὺς ψευδώνυμους Θεοὺς τῶν Ἐλλήνων ὄχι, γιὰ νὰ χωρίση τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸν Πατέρα του. Μακρυὰ ἀπὸ τέτοια σκέψη. Γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Γιὸς ἐπειδὴ εἶναι ἀληθινός, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ψεύτικος Θεὸς ἀλλὰ ἀληθινός. Ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ Εὐαγγελιστὴς γράφει στήν καθολικὴ ἐπιστολὴ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος. Ἄν οἱ αἱρετικοὶ φέρνουν ἔνσταση ὅτι ὁ Γιὸς εἶναι ψεύτικος Θεός, ἐπειδὴ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς λέγεται ὁ Πατέρας, ἄς μάθουν ὅτι ὁ ἴδιος Εὐαγγελιστὴς μιλᾶ ἔτσι γιὰ τὸ Γιὸ ὅτι «ἦταν τὸ φῶς τὸ ἀληθινό». Ἄρα γι’ αὐτοὺς ὁ Πατέρας εἶναι ψεύτικο φῶς; Μακριά ἀπ’ αὐτὴ τὴ σκέψη. Ὥστε καὶ ὅταν ἀποκαλῆ τὸν Πατέρα ἀληθινό Θεό, τὸ λέει γιὰ νὰ τὸν ἀντιδιαστείλη ἀπὸ τοὺς ψεύτικους Θεοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἔτσι ἑπομένως λέει καὶ τοῦτο «δὲν ζητᾶτε τὴ δόξα ἀπὸ τὸ μόνο Θεό». Ἑπομένως αὐτὰ ποὺ σκέπτονται οἱ αἱρετικοὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς Θεὸς ἐνῶ ὁ Γιὸς δὲν εἶναι καθόλου Θεός, αὐτὰ εἶναι ἀληθινὰ ἀνοησίες.