Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Οικουμενισμός και υποδούλωσις εις τα πάθη

Τῆς Δάφνης Βαρβιτσιώτη, Ιστορικοῦ


    Από Εισήγηση της Δ.Β., με τίτλο «Φονταμενταλιστικά Στοιχεία του Οικουμε­νισμού», στα πλαίσια του Διορθοδόξου Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα «Οικουμενισμός, Γένεση, Προσδοκίες-Διαψεύσεις», το οποίο διωργάνωσαν από κοινού η Εται­ρεία Ορθοδόξων Σπουδών και το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας τής Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. (20-24.9.2004).
    Αναλύοντας το μακρύ ιστορικό τής από μέρους των οικουμενιστών υπονομεύσεως των θεμελιωδών χριστια­νικών δογμάτων, τα οποία θεμελιώνουν και στηρίζουν την χρι­στιανική περί ανθρώπου αντίλη­ψη και τα οποία διαμορφώνουν τον «Καινόν Ανθρωπο», ο μα­καριστός Ι. Πόποβιτς είχε επιση­μάνει -προ τριακονταετίας, ήδη- ότι, ο Οικουμενισμός απομάκρυνε «ολόκληρον τον Θεάνθρωπο» (Ι. Πόποβιτς, Αρχιμανδρίτης (), Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974), για να τον αντικαταστήσει με τον Ευρωπαίο άνθρωπο.
Η σύγχρονη, όμως, βιβλιογραφία, αλλά και η οικουμενιστική πρακτική, τεκμηριώνουν ότι, σή­μερα πλέον, ο Οικουμενισμός αποδομεί συστηματικά το πρότερο ανθρωπολογικό πρότυπό του, προς χάριν ενός άλλου προτύπου. Ως μέσον για την αποδόμηση του προηγούμενου προτύπου του, ο Οικουμενισμός εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον «αγαπισμό». Εστιασμένος αποκλειστικώς στον άνθρωπο -και όχι στον Θεάνθρωπο- ο «αγαπισμός» επιβάλλει ως μό­να κριτήρια χριστιανικής ή άλλης -θρησκευτικής, ιδεολογικής ή ηθικής- αυτοσυνειδησίας την «αγάπη χωρίς σύνορα, χωρίς όρια και χωρίς περιορισμούς προς τον άν­θρωπο», αλλά και την πλήρη ανο­χή προς τα πάθη και προς τις πα­ντοειδείς «ιδιαιτερότητες» (Ι. Πόποβιτς, «Σήμερα, επιστρέφουμε στον πανθεϊστικό ανιμισμό του Πλωτίνου, όπου η ψυχή είναι θεός, χωρίς όμως την από μέρους του απόρριψη των παθών του σώματος. Για τον αναδυόμενο πανθεϊστικό μυστικισμό, τα πάθη, ως "ζωικά", θεω­ρούνται ιερά». Βλ. Οδός Θεογνωσίας, Εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 1985).
Με την μεθόδευση αυτή, ο Οι­κουμενισμός εδραιώνει την νέα «θεολογία» του, η ατομική ηθική της οποίας επιτρέπει την πλήρη «απελευθέρωση» και επικράτηση των παθών, σωματικών και ψυχοπνευματικών. Με την παθοκρατία ως πυρήνα της νέας «θεολογί­ας» του, ο Οικουμενισμός προσεται­ρίζεται τους πάντες. Προσεταιρί­ζεται τους μη συνειδητούς ορθοδόξους χριστιανούς -αλλά και τους πιστούς άλλων δογμάτων και ομολογιών- παρουσιαζόμενος ως ενω­τικός και αγαπητικός. Προσεται­ρίζεται τους αλλοθρήσκους ή και αθέους, παρουσιαζόμενος ως ανε­ξίθρησκος και ανεξίκακος. Τέλος, προσεταιρίζεται και τους έχοντες έντονα πάθη και «ιδιαιτερότητες», παρουσιαζόμενος ως «απελευθε­ρωτικός» και ανεκτικός.
Με τον «αγαπισμό» ως όπλο του, ο Οικουμενισμός εξαλείφει ό,τι θεωρεί πρόσκομμα για την πραγμάτωση του ενωτικού οράμα­τός» του, που είναι η εδραίωσίς του ως Πανθρησκείας δια της επι­καλύψεως -ή και απορροφήσεως εντός των κόλπων του- της πανσπερμίας θρησκειών, φιλοσοφιών, ιδεολογιών και στάσεων ζωής του πλανήτη και δια της συνενώσεως των πάντων σε ένα «Όλον». Ση­μειωτέον ότι, καθαρά ολιστική, αυτή η επιδίωξη του Οικουμενι­σμού οικοδομείται επί της «διευρυμένης» επανερμηνείας του ευαγ­γελικού «Ινα πάντες εν ώσι»· οικοδομείται, δηλαδή, επί της στρεβλώς επαναπροσδιορισμένης εννοίας τής οικουμενικότητος, η οποία προτάσσει το «εν αγάπη», παραμε­ρίζοντας το «εν αληθεία» Χριστού. Δια του «αγαπισμού», ο Οικου­μενισμός διατρανώνει ότι «αγαπά χωρίς όρια και χωρίς περιορι­σμούς» τον άνθρωπο, ότι μάχεται για τα «δικαιώματά» του και ότι κόπτεται για την «ελευθερία του». Διαποτισμένος, ωστόσο, από το έλλειμμα της εν Χριστώ αληθείας, ο αγαπισμός «αγαπά» μεν τον άνθρωπο, αλλά υπό έναν απαρέγ­κλιτο όρο: να είναι υποδουλωμένος στα σωματικά ή και ψυχο-πνευματικά πάθη του, σε σημείο απολύτου υπαρκτικής ταυτίσεώς του με αυτά. Και, βεβαίως, ακριβώς το ίδιο έλλειμμα αληθείας μεταλ­λάσσει τον «αγαπισμό» σε βαθύτατη απέχθεια έναντι του καινού ανθρώπου, ο οποίος έχει ενσυνειδήτος επιλέξει να είναι βιαστής των παθών του.
Επιβάλλοντας την παθοκρατία και αντιμαχόμενος τον καινό άνθρωπο, ο Οικουμενισμός απο­καλύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι εγκαταλείπει και αυτό ακόμη το μεταπτωτικό -αλλά και εκπτωτικό- πρότυπο του Ευρωπαίου ανθρώπου, προκειμένου να επα­ναπροσδιορίσει τον άνθρωπο επί τη βάσει του κατωτάτου παρανομαστού της ανθρωπίνης υπάρξε­ως: του ανθρώπου ως αποκλει­στικώς ζωικού όντος.
Ακραία θεμελιοκρατικός (δηλ. φονταμενταλιστικός) ο εν λόγω επαναπροσδιορισμός α) αντι­προσωπεύει μια μή-χριστιανική (και αντι-χριστιανική) και μια μή-δυτική (και αντι-δυτική) περί ανθρώπου αντίληψη· β) δρομο­λογεί την σταδιακή παλινδρόμηση της βουλήσεως και της αυτοσυνειδησίας του δυτικού ανθρώ­που στα προχριστιανικά, αλλά και προ-λογικά δεδομένα της· γ) ευνοεί την επικράτηση του ανθρώπου, ο οποίος επειδή είναι έρμαιο των παθών του, είναι ευάλωτος, εύπειστος, χειραγωγήσιμος και υποταγμένος· δ) εξομοιώνει την οικουμενιστική ανθρωπολογία με την ανθρωπολογία θρησκειών, στις οποίες η έννοια τής βουλήσεως είτε απουσιάζει παντελώς, είτε εκφράζεται με την ενδοτικότητα και την τυφλή υποταγή· ε) είναι σύμφωνη με την νεοποχίτικη ηθική τής παγκοσμιοποιήσεως, η οποία θέλει να διαμορφώσει ό,τι αποκαλεί τον «Νέον άνθρωπον», ήτοι έναν τύπο ανθρώπου χωρίς εσωτερικούς περιορισμούς και ενοχές, σε ό,τι αφορά την ατομική του ηθική· στ) τέλος, ο εν λόγω επαναπροσδιορισμός είναι ταυτόσημος με την μαρξιστική ανθρωπολογία, η οποία -θεωρώντας τον άνθρωπο αποκλειστικώς ζωτικό ον («ζώσα ύλη») και επιδιώκοντας (και αυτή) την οικοδόμηση του «Νέου Ανθρώπου»- (MICHEL HELLER, Ρώσος ιστορικός, Καθ. στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, O Σο­βιετικός Ανθρωπος, Ερευνα στην Διάπλαση του Homo Sovieticus,εκδ. ΘΕΤΙΛΗ, 1985, Β’ εκδ. 1987) επιτάσσει, ως «φυσική», την πλήρη «aπελευθέρωση» του ανθρώπου από κάθε εσωτερικό περιορισμό («H πλήρης απελευθέρωση είναι αυτή που θα οικοδομήσει την από μα­κρού αναμενόμενη Λενινιστική-Μαρξιστική Ουτοπία»).
Αλλά, ο οικουμενιστικός επα­ναπροσδιορισμός της εννοίας του ανθρώπου ως ζωικού όντος συ­μπαρασύρει αναπόφευκτα και αυτήν καθ’ εαυτήν την έννοια της βουλήσεως. Και τούτο διότι, μοι­ραίος, οδηγεί στον επαναπροσδιορισμό της επί βιολογικής – υλι­στικής βάσεως (Παρόμοιος κίνδυνος ελλοχεύει και από την από μέρους των οικουμενιστών (αλλά και από μέρους θεολόγων υπερμάχων της μετανεωτερικότητος) εκμετάλλευση της θέ­σεως του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ότι η ψυχή αποτελείται από λεπτοτάτη ύλη). Απορρίπτοντας, δηλαδή, τα θεμελιώδη χριστιανι­κά θεολογικά ερείσματα, τα οποία προσδίδουν υπερβατικότητα και ιερότητα στον άνθρωπο και στην ελευθερία τής βουλήσεώς του, και απορρίπτοντας την χριστιανική έννοια και σημασία της αμαρτίας και της σωτηρίας, ο Οικουμενι­σμός υποβιβάζει τον μεν άνθρω­πο σε «ζώσα ύλη», την δε βούλησή του, σε απλή βιολογική λει­τουργία. Για να το πούμε διαφο­ρετικά: υιοθετώντας κατά τρόπο έμμεσο, αλλά σαφή, αυτήν την κα­θαρά φονταμενταλιστική περί ανθρώπου αντίληψη, ο Οικουμε­νισμός επιφέρει -κατά τρόπο αθέ­ατο αλλά ουσιαστικό- δύο καίρια πλήγματα κατά της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας. Μεταλλάσσει τον μεν άνθρωπο, από μοναδικό Πρόσωπο, σε απρόσωπο ζωικό ον με αγελαία αυτοσυνειδησία, το δε αυτεξούσιον, από το μεγαλύτερο δώρο ελευθερίας και αγάπης του Τριαδικού Θεού προς τον άνθρω­πο, σε μηχανιστική – βιολογική αντίδραση· ήτοι, σε απλό σωμα­τικό – ζωικό ανακλαστικό, η χει­ραγώγηση του οποίου είναι επι­τρεπτή, τόσο από ηθικής, όσο και από μεταφυσικής απόψεως.
Συμπερασματικά: με την «νέα θεολογία» του, ο Οικουμενισμός νομιμοποιεί ηθικώς την πλήρη υποδούλωση του ανθρώπου. Διό­τι, απαξιώνοντας οντολογικά τον άνθρωπο και αποψιλώνοντας την βούλησή του από την ιερότητα που της προσέδιδε ο Χριστιανι­σμός, νομιμοποιεί ηθικώς (και μεταφυσικώς) την διαβουκόληση του ανθρώπου από τους εξουσια­στές. Από την άλλη, επιβάλλοντας την παθοκρατία, ο Οικουμενισμός νομιμοποιεί ηθικώς (και μεταφυσικώς) την υποδούλωση του ανθρώ­που στα πάθη του. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι διαμορφώνει άτο­μα που -βυθισμένα στον υποβο­λιμαίο εκμαυλισμό τους, αλλά και επαιρόμενα για αυτόν-, άλλοτε μεν, δεν αντιλαμβάνονται την διαβουκόλησή τους από τους εξου­σιαστές, άλλοτε δε, την αντιλαμ­βάνονται, αλλά δεν ενοχλούνται από αυτήν σε αμφότερες, πάντως, τις περιπτώσεις, δεν αντιλαμβά­νονται ότι ο εκμαυλισμός, που τους προσφέρεται ως αγαπητικό δώρο «απελευθερώσεως», έχει ως τίμημα τον αποπροσανατολισμό τους, την αδιαφορία τους -ή ακόμα και την συνεργεία τους- στην διαβουκόλησή τους από τους εξουσιαστές. Να είναι άραγε τυχαίο ότι, με την «νέα θεολογία» του, ο Οικουμενισμός συμβάλλει στην άνευ όρων καθυπόταξη του άνθρωπου στις απάνθρωπες συνθήκες της παγκοσμιοποιήσεως και της Νέας Τάξεως Πραγμάτων;

(Πηγή: «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» Ιανουάριος – Μάρτιος 2008)

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΟΡΓΙΑΣΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩΝ

 - π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ

Όσιος Μαρτινιανός

  



Μαρτινιανός, σαρκικὴν σβέσας φλόγα,

Φεύγει τελευτῶν μὴ τελευτῶσαν φλόγα.
Ἐν τριτάτῃ δεκάτῃ δέμας ἐξέδυ Μαρτινιανός.


Βιογραφία

O Όσιος Μαρτινιανός καταγόταν από την Καισάρεια της Παλαιστίνης και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα. Από μικρός ποθούσε τον βίο της άσκησης και της αφοσίωσης.

Σε ηλικία 18 ετών αποσύρθηκε στο όρος του Κιβωτού και ζούσε εκεί ασκούμενος στην προσευχή και την νηστεία. Κάποια γυναίκα αμαρτωλή εμφανίστηκε με δολιότητα στη θύρα του κελιού του Αγίου και παρακαλούσε να την δεχθεί για διανυκτέρευση μέσα στο κελί, διότι έχασε, όπως έλεγε, το δρόμο και κινδύνευε να κατασπαραχθεί από τα θηρία κατά την διάρκεια της νύχτας. Ο Άγιος ενεργώντας με φιλανθρωπία την φιλοξένησε στο εξωτερικό μέρος του ερημητηρίου του. Η γυναίκα αυτή όμως απέβαλε το προσωπείο και ποικιλοτρόπως προκαλούσε τον Άγιο. Ο γενναίος τους Χριστού αθλητής προς κατανίκηση της εμπαθούς επιθυμίας, άναψε φωτιά και έριξε τον εαυτό του εντός αυτής. Μόλις η γυναίκα είδε αυτό, τα μάτια του πνεύματός της που έβλεπαν μόνο την διαφθορά, ανέβλεψαν για πρώτη φορά. Η αμαρτωλή γυναίκα μετανόησε και αφού έφυγε έγινε μοναχή με το όνομα Παύλα και σώθηκε ζώντας οσιακά στη Βηθλεέμ.

Η φήμη του, εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη τη γύρω περιοχή, με αποτέλεσμα να συρρέουν στο κελί του πλήθος κόσμου, που ζητούσε παρηγοριά και τις συμβουλές του. Μεταξύ των άλλων έρχονταν και γυναίκες και κόρες, ζητώντας στήριγμα κατά των καταιγίδων και ασπίδα κατά των πειρασμών της ζωής.

Ο Μαρτινιανός, κάνοντας το έργο του πνευματικού, πήγε σε πολλά μέρη. Τελικά κατέληξε σ' ένα ησυχαστήριο έξω από την Αθήνα. Συχνά δε έλεγε τα λόγια των αποστόλων Πέτρου και Παύλου: ότι ο Διάβολος περιέρχεται σα θηρίο και ζητά ποιόν να καταπιεί. Οφείλουμε λοιπόν να προφυλαγώμαστε από τις επιθέσεις του, έτοιμοι πάντοτε για να τον αποκρούσομε. Πέθανε σε βαθιά γεράματα στο ερημητήριό του περί τα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ.

Η Σύναξη του Οσίου ετελείτο στο Αποστολείο των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που ήταν κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ΄.
Τήν φλόγα τῶν πειρασμῶν, δακρύων τοῖς ὀχετοῖς, ἐναπέσβεσας Μακάριε, καί τῆς θαλάσσης τά κύματα, καί τῶν θηρῶν τά ὁρμήματα, χαλινώσας ἐκραύγαζες· Δεδοξασμένος εἶ Παντοδύναμε, πυρός καί ζάλης ὁ σώσας με.

Κοντάκιον
Ἦχος β΄. Τούς ἀσφαλεῖς.
Ὡς ἀσκητήν τῆς εὐσεβείας δόκιμον, καί ἀθλητήν τῇ προαιρέσει τίμιον, καί ἐρήμου καρτερόψυχον, πολίτην ἅμα καί συνίστορα, ἐν ὕμνοις ἐπαξίως εὐφημήσωμεν. Μαρτινιανόν τόν ἀεισέβαστον, αὐτός γάρ τόν ὄφιν κατεπάτησε.

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου -Για την αφθαρτοποίηση των σωμάτων!


-Πώς θα αλλάξουν τα υλικά σώματα και θα αφθαρτοποιηθούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Ιησού Χριστού



   Μια μέρα, καθώς προσευχόταν (ο Άγιος Συμεών) με καθαρότητα και συνομιλούσε με τον Θεό, είδε πως ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελί του, νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο. Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει. Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα –ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!–, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα. Τον συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με τον νου του το φως εκείνο που του εμφανιζόταν. Αυτό μεγάλωνε λίγο –λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα.

    Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του.
    Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του. Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του. Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχωρούσε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως. Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και την μορφής του σώματος και σταμάτησε να κλαίει.
    Τότε ακούει μια φωνή από το φως να του λέει: «Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα της έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος».

   Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτήν την κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό και κατανοώντας τη δόξα που τον περιέβαλλε και την αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στου Αγίους, άρχισε να σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θα ξαναγυρίσω πάλι στην προηγούμενη κατάσταση του σώματος μου ή θα ζήσω έτσι συνέχεια;» Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε να περιφέρει το σώμα του σαν σκιά ή σαν πνεύμα. Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φως χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα και άυλο. Και το μεν σώμα του το αισθανόταν ότι υπάρχει, πλην όμως χωρίς υλικές διαστάσεις και σαν πνευματικό. Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος. Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι: «Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβεβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιο γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό».

     Αυτά όταν άκουσε ο θεοπτικότατος και θεόληπτος Συμεών κι αφού είδε το ανέκφραστο θεϊκό φως κι ευχαρίστησε τον Θεό, που δόξασε το γένος μας και το έκανε μέτοχο της θεότητας και της βασιλείας Του, ξαναγύρισε πάλι στον εαυτό του και βρέθηκε ξανά μες στο κελί του στην προηγούμενη ανθρώπινη φυσική κατάσταση. Όμως με όρκους διαβεβαίωνε εκείνους με τους οποίους είχε θάρρος και φανέρωνε τα μυστικά του, ότι «για πολλές ημέρες αισθανόμουν αυτή την ελαφρότητα του σώματος χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου ούτε κόπο, ούτε πείνα, ούτε δίψα».
"Μαρτυρία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, στον οποίον ο Θεός αποκάλυψε πώς θα αλλάξουν τα υλικά σώματα και θα αφθαρτοποιηθούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Ιησού Χριστού! Το κείμενο λήφθηκε από το βιβλίο: "Άγιος Συμεών Ο Νέος Θεολόγος", ο βίος του Αγίου, από τον Νικήτα Στηθάτο, κριτική έκδοση του Αρχιμ Συμεών Κούτσα, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 189-193".από ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ