Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον
Του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου
Εἰσαγωγικὰ
Εἶναι κοινὸς
τόπος ὅτι ὁ χριστιανικὸς κόσμος μετὰ ἀπὸ μιὰ περίοδο κοινῆς πορείας χιλίων
ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ δεύτερη χιλιετία διχασμοῦ, ἀμοιβαίας ἀποξένωσης καὶ
ἀλλοτρίωσης, στὸν τελευταῖο κυρίως αἰῶνα τῆς δεύτερης χιλιετίας αἰσθάνθηκε τὴν
ἀνάγκη τοῦ διαλόγου καὶ τῆς προσέγγισης μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ἐπανάκτηση
τῆς ἀπολεσθείσας κοινωνίας στὴν πίστη. [σ.σ: Ἡ Ὀρθόδοξη
Ἐκκλησία ἐξ ἀρχῆς, ἀμέσως μετὰ τὸ
σχίσμα, διελέγετο μὲ τοὺς Παπικούς, ἀλλ’ Ὀρθόδοξα, μὲ σκοπὸ τὴν ἐπιστροφή τους στὴν
ΜΙΑ Ἐκκλησία].
Εἶναι ἐπίσης κοινὸς τόπος ὅτι
οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς ἐνεργοποιήθηκαν πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ μετὰ ἀπὸ τὶς πατριαρχικὲς Ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν
1902, 1904, καὶ 1920. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς θεωροῦσαν καὶ θεωροῦν
χρέος τους, προσευχόμενες «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καὶ πιστὲς στὴν ἐντολὴ
τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν", νὰ ἐργαστοῦν διὰ τῆς προσευχῆς
καὶ τοῦ διαλόγου καὶ γιὰ τὴν ἑνότητα, νὰ ἀναζητήσουν τὴν πορεία πρὸς τὴν εἰρήνη
καὶ τὴν καταλλαγή,
νὰ ὑπερβοῦν τὴν ὀδύνη καὶ τὸ σκάνδαλο τῆς διαίρεσης καὶ τοῦ διχασμοῦ. [σ.σ: Ὁμιλεῖ γιὰ ἀσύμετρα πράγματα. Τὸ «ἓν ὦσιν» ἔχει ἄλλη
σημασία Ὀρθοδόξως, ὅπως ἀρκούντως ἔχει καταδειχθεῖ. «Καταλλαγὴ» ἄνευ μετανοίας
εἶναι ἀδύνατη. Ἀλλ’ ὁ κ. Κύριλλος «οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι»].
Ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ ποὺ ἐκινεῖτο καὶ κινεῖται στὴ
διάσταση τοῦ ὀρθοῦ φρονήματος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἀγωνίζεται νὰ ἐκπληρώσει
στὴν πράξη τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «Ὁ τέλειος ἐν ἀγάπῃ καὶ
εἰς ἄκρον ἀπαθείας ἐλθών, οὐκ ἐπίσταται διαφορὰν ἰδίου καὶ ἀλλοτρίου, ἢ ἰδίας
καὶ ἀλλοτρίας, ἢ πιστοῦ καὶ ἀπίστου, ἢ δούλου καὶ ἐλευθέρου, ἢ ὅλως ἄρσενος καὶ
θηλείας· ἀλλ᾽ ἀνώτερος τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος γενόμενος, καὶ εἰς τὴν μίαν
φύσιν τῶν ἀνθρώπων ἀποβλεπόμενος, πάντα ἐξ ἴσον θεωρεῖ, καὶ πρὸς πάντας ἴσως
διάκειται». [σ.σ: Πόση κακοποίηση τῆς σκέψεως
τοὺ ἁγίου Μαξίμου! «Διάκειται ἴσως πρὸς πάντας» ὁ πιστός, ἀλλ’ ἀρνεῖται νὰ
ἰσχυροποιήσει τὴν αἵρεση, ἀκριβῶς ἀπὸ ἀγάπη. Γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος: «Οὐ θέλων δὲ
τοὺς αἱρετικοὺς
θλίβεσθαι, οὐδὲ
χαίρων τῇ κακώσει αὐτῶν
γράφω ταῦτα, μὴ
γένοιτο, ἀλλὰ τῇ ἐπιστροφῇ
μᾶλλον χαίρων καὶ
συναγαλλόμενος… Πρὸς μόνον τὸ
καθοτιοῦν αἱρετικοῖς
συνάρασθαι εἰς σύστασιν τῆς
φρενοβλαβοῦς αὐτῶν
δόξης, σκληροὺς παντελῶς
εἶναι ὑμᾶς
καὶ ἀμειλήκτους
βούλομαί τε καὶ εὔχομαι.
Μισανθρωπίαν γὰρ ὁρίζομαι
ἔγωγε καὶ ἀγάπης
θείας χωρισμὸν τὸ
τῇ πλάνῃ πειρᾶσθαι διδόναι ἰσχὺν εἰς
περισσοτέραν τῶν αὐτῇ
προκατειλημμένων φθοράν”. Πόποβιτς Ἰουστίνου, ὅπ. παρ., σελ. 228. –Καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ κείμενο αὐτὸ ἔγραφε ὁ π. Σπυρίδων
Μπιλάλης: «Ὥστε δὲν ἐνεπνέοντο ὑπὸ τῆς ἀγάπης οἱ θεοφόροι Πατέρες… καὶ ἐμπνέεται ὑπὸ τῆς ἀγάπης μόνο ὁ Ἀθηναγόρας, ὁ ὁποῖος ἀμνηστεύει τὸ
"βλάσφημο δόγμα" τοῦ Filioque καὶ ἀνέχεται νὰ παραμένουν εἰς τὸ σκότος τῆς αἱρέσεως» ἑκατομμύρια
δυτικῶν; «Ἡ ἀνοχὴ καὶ ἀμνηστία τῆς αἱρέσεως εἶναι κακέκτυπον
ἀγάπης καὶ
συγκεκαλυμμένον μῖσος… Εἰς τὸν Οἰκουμενισμὸν …τὸν ἀμνηστεύοντα τὸν παναιρετικὸν παπισμόν, κρύπτεται ἡ βαρυτέρα μορφὴ τῆς μισανθρωπίας», ὅπως τοῦτο
χαρακτηριστικὰ φαίνεται ἀπὸ τὴν (παραπάνω
διακήρυξη) τοῦ ἁγίου Μάξιμου
(Μπιλάλη Σπ., Ἡ αἵρεσις τοῦ Filioque, σ. 476-477).
Γιὰ νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ ἀποδέχεσαι τὸν ἄλλο, νὰ ὑπερβαίνεις
τὴν ἀδιαφορία, τὸ φανατισμὸ καὶ τὸ μίσος πρὸς τὸν ἄλλο, τὸ λέγει πολὺ ξεκάθαρα
ὁ Ἅγ. Μάξιμος, πρέπει νὰ εἶσαι «ἀνώτερος τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος». Χρειάζεται
νὰ θυμηθεῖ κανεὶς ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λέγει κάποιος ποὺ γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸ
ὀρθόδοξο δόγμα καὶ φρόνημα, δηλ. τὴν αὐθεντικὴ καὶ ἀληθινὴ ζωή, διώχτηκε
βάναυσα ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία τοῦ καιροῦ του; Δὲν ἔκανε ὁ
Ἅγ. Μάξιμος διάλογο μὲ τὴν κακοδοξία τῆς ἐποχῆς του; Καὶ μόνο ἡ συζήτηση μὲ τὸν
αἱρετικὸ Πατριάρχη Πύρρο πέρα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιστολῶν του εἶναι δεῖγμα καὶ
ἀπόδειξη τῆς στάσης του ἀπέναντι στὸ μεῖζον τότε πρόβλημα. Τὸ ἴδιο δὲν ἔκανε ὁ
Μ. Ἀθανάσιος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συζητώντας μὲ Ἀρειανούς,
Ἀνομοίους, Εὐνομιανούς, Πνευματομάχους; Ὅλοι αὐτοὶ καὶ πολλοὶ ἄλλοι διὰ μέσω
τῶν αἰώνων, ἀναδειχθέντες πνευματοφόροι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας,
δὲ διεῖδαν ποτὲ τὸ μάταιο τοῦ ἐγχειρήματος τοῦ διαλόγου, δὲν ἐγκατέλειψαν τὴν
προσδοκία καὶ τὴν ἐλπίδα, δὲν αἰσθάνθηκαν κόπωση ἀπὸ τὴ μὴ εὐόδωση τῶν προσπαθειῶν
τους. [σ.σ: Ἐδῶ βέβαια, πρόκειται γιὰ δολιότητα καὶ
ὕβρη πρὸς τοὺς Ἁγίους· γιατὶ γνωρίζει ὁ κ. Κατερέλλος ὅτι οἱ παραπάνω Ἅγιοι ἐξορίστηκαν, βασανίστηκαν,
ἀκρωτηριάστηκαν, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ κάνουν ὅτι κάνει αὐτὸς καὶ οἱ
Οἰκουμενιστὲς πατρῶνες του: Ἀρνήθηκαν νὰ ἀνήκουν σὲ μιὰ «ἐκκλησία πονηρευομένων»!
Ἀρνήθηκαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ νέα αἵρεση (τὸν Οἰκουμενισμό), ποὺ προσπαθεῖ νὰ
ἑνωθεῖ μὲ κάποιες ἄλλες αἱρέσεις μὲ τελικὸ στόχο τὴν Πανθρησκεία].
Ἀσφαλῶς καὶ μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα κινούμενες οἱ
Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ᾽60 νὰ πορευτοῦν
αὐτὲς τὴν πορεία τῆς συνάντησης μὲ τὸ λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, μετὰ ἀπὸ τὶς
γνωστὲς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων στὴ Ρόδο καὶ τὸ Σαμπεζὺ τῆς
Ἑλβετίας. Εἶναι σαφὴς καὶ ἀδιαμφισβήτητη ἡ ἀξία αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας.
Μεταξὺ ἄλλων ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καλεῖται νὰ δώσει τὴ
δική της μαρτυρία τῆς δικῆς της παράδοσης, τῆς ἀποστολικῆς παράδοσης, τῆς
ἀποκεκαλυμμένης τοῦ Θεοῦ ἀλήθειας, τῆς καταγεγραμμένης στὴ Βίβλο καὶ τὶς
Οἰκουμενικὲς συνόδους καὶ ἑρμηνευόμενης ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς πατέρες, μὲ
ἀλάθητο ἔσχατο κριτήριο τὴ διαχρονικὴ συλλογικὴ συνείδηση τοῦ σώματος τοῦ
Χριστοῦ, τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ. Ὅταν διαλέγεσαι μὲ αὐτοὺς ποὺ κάποιοι καλοῦν αἱρετικούς,
κάποιοι ἄλλοι τοὺς καλοῦν ἑτεροδόξους, οὐσιαστικὰ βάζεις ἀνάχωμα σὲ
ὁποιαδήποτε προσηλυτιστικὴ
διάθεση, διαφορετικὰ ὁ διάλογος γίνεται ἀκόμα πιὸ δύσκολος, ἂν ὄχι ἀδύνατος.
Καλεῖσαι καὶ μπορεῖς νὰ ἀντιμετωπίσεις ἀπὸ κοινοῦ τὶς προκλήσεις τοῦ κόσμου τῆς
ἀθεΐας καὶ ἡ ἀντιμετώπιση εἶναι γιὰ προφανεῖς λόγους ἀποτελεσματικώτερη. [σ.σ: Θὰ τρελαθοῦμε τελείως! α) Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ποὺ λίγο
πρὶν ἐπικαλεῖται, δὲν ἀποκαλοῦσαν τοὺς αἱρετικοὺς ὡς αἱρετικούς; Δίδαξέ μας,
σοφὲ Ἐπίσκοπε καὶ καθηγητά, πῶς τοὺς ἀποκαλοῦσαν; β) Ὥστε τὸ «πορευθέντες μαθητεύσατε»
ἀποτελεῖ προσηλυτισμό; Ἢ ἐννοεῖ κάτι ἄλλο;].
Ἐπιζητᾶς νὰ δώσεις μιὰ πιὸ ἠχηρὴ ἀπάντηση στὰ ὀξύτατα σύγχρονα προβλήματα, γιὰ τὴ
δικαιοσύνη, γιὰ τὴν εἰρήνη, γιὰ τὸ σεβασμὸ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, γιὰ τὰ
οἰκολογικὰ προβλήματα, τὰ προβλήματα βιοηθικῆς ποὺ ὡς ποιμένες χειριζόμαστε πολλὲς φορὲς μὲ τόση
ἀνευθυνότητα, ἀπερισκεψία καὶ ἄγνοια, καταστάσεις ἀσύγγνωστες γιὰ Ποιμένες.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτὰ ζητᾶς νὰ ἀνακαλύψεις στὸν ἄλλο τὸν ἑαυτό σου καὶ κάθε φορὰ
ποὺ τὸ ἀποτυγχάνεις αὐτό, ὑπάρχει ἡ πιθανότητα νὰ ἀναζητήσεις καὶ τὴ δική σου
εὐθύνη, νὰ συναισθανθεῖς τὴν δική σου ὑπαιτιότητα ἐγκαταλείποντας τὴν ἀλαζονεία
τῆς αὐτοδικαίωσης. [σ.σ: Ὥστε ἡ ἐμμονὴ στὴν Πίστη, εἶναι
«αὐτοδικαίωση» γιὰ τὸν κ. Κύριλλο].
Ἐάν, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μιχαὴλ Κηρουλάριος πρὶν τὸ
ἀνάθεμα στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἄκουγε τὶς σοφὲς ὑποδείξεις τοῦ Πέτρου
Ἀντιοχείας καὶ κατόρθωνε νὰ διακρίνει τὴν οὐσία ἀπὸ τὰ «συμβεβηκότα» καὶ τὰ
οὐσιώδη ἀπὸ τὰ ἐπουσιώδη, ἡ βιαία καὶ παρορμητική του ἀντίδραση θὰ εἶχε
ἀποφευχθεῖ καὶ ἡ πορεία τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου θὰ ἦταν ἴσως σήμερα
διαφορετική. [σ.σ: Τι ὡραῖα εἶναι νὰ κρίνει κανεὶς
ἀπὸ τὸ Πανεπιστημιακὸ Γραφεῖο του τὶς πράξεις ἐκκλησιαστικῶν προσώπων μιᾶς
ἄλλης ἐποχῆς! Πόσο ἀστεῖο καὶ συνάμα ὑβριστικὸ νὰ θεωρεῖ ὅτι ὁ Θεός μας, οἱ
Ὀρθόδοξοι Ἅγιοί μας ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνταν, ἂν τὸ σφάλμα ἦταν τοῦ Κηρουλάριου, θὰ
τὸ ἀκολουθοῦσαν, ὅτι δὲν θὰ τὸ διόρθωναν! Ἀλλὰ ὅποιος ἔχει ἐμπλακεῖ στὴν
Οἰκουμενιστικὴ λογική, δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ θεοπρεπῶς καὶ θεολογικῶς τὴν
ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία].
Ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ θὰ προσαχθοῦν πρὸς
συζήτηση καὶ ἐπικύρωση στὴν προκείμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Πανορθόδοξο Σύνοδο τὸν
προσεχῆ Ἰούνιο μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς Ε´ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης
(Σαμπεζύ, 10-15 Ὀκτωβρίου 2015) ἀφορᾶ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς
τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, ἕνα κείμενο στὸ ὁποῖο συμπεριελήφθησαν καὶ τὰ τῆς
Οἰκουμενικῆς κινήσεως ποὺ ἀποτελοῦσαν ἰδιαίτερο κείμενο σύμφωνα μὲ τὴν Γ´
Προσυνοδικὴ Συνδιάσκεψη (28 Ὀκτωβ. - 6 Νοεμβρ. 1986).
Τὸ κείμενο ἐπισημαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι
ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἱδρυθεῖσα μέσα
στὴν ὁποία διαφυλάσσεται ἡ καθολικότητα, δηλ. ἡ πληρότητα καὶ ἡ ἀκεραιότητα τῆς
ἀποκεκαλυμμένης στὸν κόσμο ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ. (§ 1). Τὸ πόσο σημαντικὴ εἶναι
γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ καθολικότητα καὶ ἡ ἀποστολικότητα τῆς πίστης
καταδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν § 5, ὅπου ἐπισημαίνεται ὅτι οἱ θεολογικοὶ διάλογοι
ὀφείλουν νὰ διεξάγωνται γιὰ νὰ ἀναζητηθεῖ ἡ πίστη
καὶ ἡ παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία
δὲ διαφοροποιεῖται καὶ ἀποτελεῖ συνέχειά της. [σ.σ:
Ἡ Πίστη, γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους εἶναι δεδομένη.
Δὲν ἀναζητεῖται. Διδάσκεται. Ὅποιος τὴν ἀναζητεῖ (καὶ εἴμαστε πολλοὶ ποὺ
προσευχόμαστε «πρόσθες ἡμῖν πίστη» καὶ «βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ» μαθητεύοντες
στοὺς Ἁγίους, παλαιοὺς καὶ συγχρόνους) δὲν μπορεῖ νὰ τὴν διδάξει. Ἀλλὰ οἱ
αἱρετικοὶ Παπικοὶ καὶ Προτεστάντες δὲν τὴν ἀναζητοῦν. Ἐκεῖνο ποὺ ἀναζητοῦν
εἶναι ἡ ἐπικράτηση, ἡ ἐπικυριαρχία. Δὲν τὸ ἔχει ὑποψιαστεῖ αὐτὸ ὁ κ.
καθηγητής;].
Τὸ ζήτημα τῆς διατήρησης τῆς αὐθεντικότητας τῆς πίστης
εἶναι θεμελιῶδες καὶ σοβαρό, ὥστε νὰ ἐπισημαίνεται στὸ κείμενο (§ 22) ὅτι ἡ γνησιότητα
τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται ὄχι ἀπὸ κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ καὶ τὸ φορέα τοῦ ἀλαθήτου,
ἀλλὰ διὰ τῆς
Ἐκκλησίας ἀποφαινομένης ἐν συνόδῳ, διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ
συστήματος ποὺ ἀποτελοῦσε στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποτελεῖ μέχρι
σήμερα τὸν ἁρμόδιο κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων πίστεως. Ἡ ὑψίστη σημασία ποὺ
ἀποδίδεται ἀπὸ τὸ κείμενο στὴν καθολικότητα τῆς πίστεως καταδεικνύεται ἀπὸ τὴν
καταληκτήριο § 24, ὅπου ἐπίσης τονίζεται ὅτι ἡ μαρτυρία καὶ ὁ διάλογος τῆς
Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τὸ λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο δίδεται καὶ ὀφείλει νὰ
δίδεται «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ πίστεώς μας». [σ.σ: α) Νά, ὅμως, ποὺ ἄλλα λένε καὶ ἄλλα κάνουν οἱ
συντάξαντες αὐτὸ τὸ κείμενο; Νά, ποὺ ἤδη ἔχουν τορπιλίσει τὴν Συνοδικότητα καὶ
τὴν ἀποστολικὴ παράδοση μὲ τὰ ἤδη κακοδόξως ψηφισθέντα καὶ ἀποφασισθέντα στὶς
Προσυνοδικὲς Διασκέψεις τους! β) Νά, ὅμως, ποὺ ὁ Ἐπίσκοπος Κύριλλος, λέγει μισὲς
ἀλήθειες, δηλαδὴ ψέματα. Ναί, ἡ Ἐκκλησία ἐν Συνόδῳ διασφαλίζει τὴν ὀρθόδοξη
πίστη, ἀλλ’ ὅταν ἡ Σύνοδος αὐτὴ εἶναι Ὀρθόδοξη, συνέρχεται «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις
πατράσι» κι ὄχι ἀκολουθοῦσα τοὺς κακόδοξους Οἰκουμενιστές! Ὅταν ἡ Σύνοδος διδάσκει ὅ,τι διδάσκουν οἱ Ἅγιοί μας καὶ ὅταν ἀποδέχεται ὅ,τι μόλις πρόσφατα διεκήρυξη ἡ Ἁγιορείτικη Κοινότητα:
«Ο «έσχατος κριτής» για
θέματα πίστεως είναι η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, που μπορεί
να εκφράζουν ακόμα και μεμονωμένα πρόσωπα,
αναφέρουν οι Αγιορείτες, και όχι μόνο οι
Σύνοδοι όπως γράφει το κείμενο της Πανορθόδοξης. (Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός
ανέτρεψε μόνος του τις αποφάσεις της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας)».
Ἐξ ἄλλου γνωρίζουμε τόσες κακόδοξες ἢ
ληστρικὲς Συνόδους, κάτι ποὺ ὁ κ. Κύριλλος ἀποσιωπᾶ].
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλει κανεὶς ὅτι ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία αὐτοκατανοεῖται σήμερα ὡς ἡ Μία, Καθολικὴ Ἐκκλησία ποὺ ἔχει
ὡς κεφαλὴ τὸ Χριστὸ καὶ κατέχει τὸ πλήρωμα καὶ συνιστᾶ τὸ «ἑδραίωμα» τῆς
ἀλήθειας; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀσφαλῶς καὶ μὲ βεβαιότητα ἀρνητική. [σ.σ: Ἡ Ἐκκλησία τὸ κατέχει, οἱ Οἰκοουμενιστὲς δὲν τὸ
κατέχουν καὶ δὲν τὸ ἐπιδιώκουν].
2. Ἡ Μία Ἐκκλησία καὶ ἡ ἀντίληψη περὶ
ἀποκλειστικότητας
Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀντίληψη τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ
Καρθαγένης ὅτι στὴ Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ μόνο σ᾽ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει
Ἅγιο Πνεῦμα. Κατὰ συνέπεια ἐκτὸς αὐτῆς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει χάρις Θεοῦ, κατὰ
συνέπεια, ὅ,τι τελεῖται ἐκτὸς αὐτῆς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει μυστηριακὸ χαρακτῆρα,
γιατὶ προφανῶς ὅπου δὲν ὑπάρχει Ἅγ. Πνεῦμα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ
μυστήρια. [σ.σ: Ἂν τὰ πιστεύει αὐτά, τότε γιατί
προηγουμένως, ἄραγε, ψέγει ὅσους καλοῦν τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες αἱρετικούς,
οἱ ὁποῖοι ὡς αἱρετικοὶ δὲν ἔχουν Χάρη Θεοῦ καὶ μυστήρια;].
Μὲ δεδομένες τὶς ἀποσχιστικὲς κινήσεις τοῦ
Φηλικισσίμου, τοῦ Νοβατιανοῦ καὶ τοῦ Μαξίμου ποὺ ἐτάραξαν στὴν ἐποχή του τὴν
Ἐκκλησία