Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Ο τυφλος του σημερινού ευαγγελίου και η σημερινή μας τυφλότητα



Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου


Διαβάζοντας τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο (ΙΔ΄ Λουκά) γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἰεριχοῦς βλέπουμε συνήθως τὴν θεραπεία τοῦ τυφλοῦ, ἀλλὰ ὄχι τὶς προϋποθέσεις καὶ τὸ βαθύτερο μήνυμα —ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς θεραπεύει τὰ πάντα, ἀρκεῖ νὰ πιστεύεις σὲ Αὐτόν— ποὺ κρύβεται σὲ αὐτὴν καὶ εἶναι ἀπίστευτα ἐπίκαιρο. Ἕνα μήνυμα ποὺ ἀποδεικνύει, ὅτι ἐμεῖς σήμερα εἴμαστε ἐπίσης τυφλοί, ἀλλὰ δὲν ζητοῦμε τὴν θεραπεία μας, διότι πιστεύουμε ὅτι τυφλοὶ ὄντες βλέπουμε.
Γράφει σχετικὰ ὁ μητροπολίτης Shourozh Ἀντώνιος Bloom (Ἐδῶ): «Ο τυφλός άνθρωπος που καθόταν μπροστά στις πύλες της Ιεριχούς ήξερε ότι είναι τυφλός. Και εμείς είμαστε τυφλοί, αλλά δεν το ξέρουμε. Εκείνος το ήξερε, γιατί όλοι γύρω του μπορούσαν να του πουν ό,τι βλέπουν. Μπορούσαν να του περιγράψουν ό,τι βλέπουν και έτσι εκείνος μπορούσε να καταλάβει τί του λείπει. Και εμείς είμαστε τυφλοί.

Η Επιμονή

π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ (ΙΔ' Λουκᾶ)

Ο τυφλός που έγινεν οδηγός

 Κυριακή ΙΔ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ιη΄ 35-45)


«Τὶ σοι θέλεις ποιήσω; Ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον»



 (†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας
πλᾶ, χωρὶς διάθεσιν θορύβου, περιγράφει, ἀγαπητοί μου, ὁ Ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς τὸ σημερινὸν θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἱεριχοῦς. Ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἔκπληξιν καὶ αἴσθημα εὐγνωμοσύνης εἰς τὸν θεραπευθέντα τυφλόν, ἀλλὰ καὶ θαυμασμὸν εἰς τὰ πήθη τοῦ λαοῦ.
Θὰ εἶναι, ὅμως, χρήσιμον νὰ παρακλουθήσωμεν προσεκτικὰ καὶ νὰ ἀναλύσωμεν βαθύτερα ὡρισμένα σημεῖα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, διότι ἐμφανίζουν πολὺ ἐνδιαφέρον καὶ ἐξαιρετικὴν ἐπικαιρότητα. Οὕτω, ἐξετάζοντες τὴν στάσιν τοῦ τυφλοῦ, διαπιστώνομεν ὅτι παρουσίασε τὰς ἐξῆς ψυχικὰς καταστάσεις:


1. Εἶχε συναίσθησιν τῆς τυφλώσεώς του.
Εἶναι τυφλός. Αἰσθάνεται πόσον δυστυχὴς εἶναι δι’ αὐτὸ του τὸ ἀτύχημα. Καταλαβαίνει πόσα τοῦ λείπουν ἀπὸ τὴν ζωήν. Θέλει νὰ λυτρωθῇ. Ποθεῖ νὰ ξαναβρῇ τὸ φῶς του. Ζῇ μὲ τὸ ὄνειρον αὐτό. Ὅπου καὶ νὰ βρεθῇ τὸν καίει ὁ πόθος τῶν ματιῶν του.

Σταμάτησε, ἀδελφέ, μιὰ στιγμὴ στὸ σημεῖον αὐτό. Δὲν εἶναι στὸν κόσμον μόνον αὐτὴ ἡ τύφλοσις. Ὑπάρχει, δυστυχῶς, καὶ ἄλλη. Ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα τῆς σωματικῆς. Εἶναι ἡ ψυχική.
Ἔχει καὶ ἡ ψυχὴ μάτια, ποὺ τυφλώνονται. Καὶ δὲν βλέπει τότε ποὺ πηγαίνει.
Καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὸν κρημνόν. Καὶ πατάει ἐπάνω στὰ ἀναμμένα κάβρουνα. Καὶ πέφτει στὸ νερό. Καὶ ἀπειλεῖται τότε μὲ καταστροφήν. Καὶ τὸ χειρότερον εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς δὲν τὸ καταλαβαίνει αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος. Δὲν ἔχει συναίσθησιν τῆς καταστάσεώς του. Νομίζει ὅτι εἶναι καλά. Ὅτι βλέπει. Ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα χάνεται. Καὶ καταστρέφεται ψυχικὰ καὶ σωματικά. Καὶ ἐπειδὴ δὲν καταλαβαίνει ὅτι εἶναι τυφλὸς στὴν ψυχή, δὲν ζητάει καὶ τὴ θεραπεία του. Καὶ τὴν σωτηρία του. Ἔτσι μένει γιὰ πάντα τυφλὸς στὴν ψυχή. Μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεόν. Μακυρὰ ἀπὸ τὴν χαρὰν καὶ τὴν εὐτυχίαν.
Καί, δυστυχῶς, ὑπάρχουν πολλοὶ στὶς ἡμέρες μας τέτοιοι, ποὺ εἶναι τυφλοὶ στὴν ψυχή. Πολλοί!...