Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Κύριλλος Κωστόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Κύριλλος Κωστόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Η θέση της γυναίκας στην Θεία Λατρεία

 Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου 


Ο Ἀπόστολος Παῦλος ἐξαγγέλει ὅτι ἡ γυναίκα «ἐν ἡσυχίᾳ μανθανέτω ἐν πάσῃ ὑποταγῇ· διδάσκειν δὲ γυναικὶ οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ᾽ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ» (Α´ Τιμ. 2, 11)



Η θέση της γυναίκας στην Θεία Λατρεία
Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου 
Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Θεολογίας 

    Ὅπως γνωρίζουμε ὅλοι, ὁ Χριστιανισμὸς ἀνύψωσε τὴν γυναίκα καὶ ἐξίσωσε τὰ δύο φύλα. Ὀντολογικά, θεολογικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ γκρεμίσθηκε ὁ μεσότοιχος ποὺ χώριζε τὰ δύο φύλα: «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» (Γαλ. 3, 28), διατρανώνει ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος. Καὶ τοῦτο γιὰ τὸν λόγο ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται ὡς φύλο, ἀλλὰ ὡς πρόσωπο. 
    Μέσα στὴν ἀνθρώπινη κοινωνία ὁ ἄνδρας κινεῖται ὡς κεφαλή, ὅπως χαρακτηρίζεται καὶ στὴν Ἁγία Γραφή (Α´ Κορ. 11, 3), ἐνῶ ἡ γυναίκα λειτουργεῖ ὡς καρδία. Ὁ Ὅσιος Μάξιμος τὸ προσδιορίζει μὲ σαφήνεια: «Ἀνήρ ἐστιν ὁ τῆς φυσικῆς ἐν πνεύματι θεωρίας ἐπιμελούμενος νοῦς […] γυνὴ δὲ τοῦ τοιούτου νοός ἐστιν ἡ σύνοικος αἴσθησις» (Πρὸς Θαλάσσιον, 25, PG 90, 332A). Ὁ ἐγκέφαλος διαθέτει τὴν λογική, τὴν κρίση, τὴν σκέψη. Ἡ καρδία διαθέτει τὸ συναίσθημα, τὴν ἀγάπη, τὸ μυστήριο. Ἂν ποτὲ ἤθελε ὁ ἐγκέφαλος –στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό– νὰ γίνη κι αὐτὸς καρδία ἢ ἡ καρδία νὰ γίνη καὶ αὐτὴ ἐγκέφαλος, τὸ

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Ορθόδοξη απάντηση

Ορθόδοξη απάντηση περί την ανακοίνωση της Διασκέψεως των Προκαθημένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας –Σαμπεζύ, Ιανουάριος 2016


Αρχιμ. Κύριλλου Κωστόπουλου

Κατόπιν της ανακοινώσεως των αποφάσεων της Συνάξεως των Προκαθημένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Σαμπεζύ της Γενεύης (21-28 Ιανουαρίου 2016) και εν όψει της συγκλήσεως της λεγομένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου τον Ιούνιο ε.έ. στην Κρήτη, θα ήθελα ως κανονολόγος να τοποθετηθώ κυρίως ως προς τα θέματα, τα αφορώντα στις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μόνης Εκκλησίας μετά των αιρετικών ομάδων των αποκεκομμένων από το Σώμα της.

Στις περισσότερες παραγράφους του προαναφερθέντος κειμένου υπογραμμίζεται η ευθύνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την ενότητα των χριστιανών και μάλιστα των χριστιανικών «εκκλησιών και ομολογιών». Απαντούμε ως προς αυτὴ την αναφορά:
Ἡ Εκκλησία τον Χριστού είναι μία και τούτο γιατί το Σώμα του Χριστού είναι ένα. «Μεμέρισται ο Χριστός;» (A´ Κορ. 1, 13). Ο καθηγητής και επίσκοπος Νικόδημος Μίλας

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Επιτρέπεται η συμπροσευχὴ και η κοινωνία με αιρετικούς;



«Πότε θὰ κατανοήση ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὅτι ἡ πιστὴ τήρηση τῶν ὅσων διακελεύουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι μαρτυρία ὑπακοῆς στὴν ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ἀλλὰ καὶ σημεῖο ὑποταγῆς στὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια;» (π. Κύριλλος Κωστόπουλος).
Καὶ πότε θὰ καταλάβουν οἱ Ποιμένες μας (ὅπως ὁ π. Κύριλλος, ὁ π. Ἀναστάσιος κ.ἄ.) ὅτι ἡ «πιστὴ τήρηση τῶν ὅσων» δίδαξε ὁ Κύριος, οἱ Ἅγιοι καὶ «διακελεύουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες» δὲν ἰσχύει μόνο γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές ποὺ συνειδητὰ καταπατοῦν τοὺς Ἱεροὺς κανόνες καὶ ὡς αἱρετικοὶ ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ ἰσχύει πρωτίστως γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποχρέωση νὰ ἀπομακρύνονται καὶ νὰ μὴ «κοινωνοῦν μὲ τοὺς ἀκοινώνητους»;
Παρακαλοῦμε τὸν π. Κύριλλο, νὰ τολμήσει νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα τῆς κοινωνίας μὲ τοὺς ἀκοινώνητους. Ποιοί θεωροῦνται ἀκοινώνητοι; Γιατί κανεὶς δὲν ἀγγίζει αὐτὸ τὸ θέμα;


Ἐπιτρέπεται   συμπροσευχὴ  μετὰ  αἱρετικῶν;

Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Κανονικοῦ Δικαίου

Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀποδίδει ὑψίστη σημασία στὴν προσευχή. Ἡ τεσσαρακονθήμερος προσευχή Του στὴν ἔρημο ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ στὸν δημόσιο βίο Του (Ματθ. 4, 1κ.ἑξ.). Οἱ Ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς μᾶς πληροφοροῦν ὅτι πρὸ παντὸς σημαντικοῦ γεγονότος τῆς ζωῆς Του προηγεῖτο ἡ προσευχή (Ματθ. 14, 23. 26, 36. Μάρκ. 6, 36. 14, 32. Λουκ. 5, 16. 6, 12. 9, 28).
Οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐντοπίζουν τὴν σημασία ποὺ προσδίδει ὁ Ἴδιος ὁ Ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς στὴν προσευχὴ, στὴν προσπάθεια τοῦ πλάσματος νὰ ὑποστασιάση μέσῳ αὐτῆς τὸν διάλογο μετὰ τοῦ Δημιουργοῦ του Θεοῦ, ἐπειδὴ ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐκστατικῆς ἀναφορᾶς τοῦ προσώπου. Καὶ τοῦτο γιατὶ ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀτομικότητος καὶ ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν φανέρωση τοῦ προσώπου συντελοῦνται μέσῳ τῆς προσευχῆς. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐκφράζοντας τὴν πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας, λέγει: «Οὐ γὰρ ἐστιν, οὐκ ἔστιν οὐδὲν εὐχῆς δυνατώτερον, οὐδὲ ἴσον» (PG 48, 766).
Ἀλλὰ καὶ τὴν κοινὴ – ὁμαδικὴ προσευχὴ ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος τὴν θεσπίζει, ὅταν μᾶς διαβεβαιοῖ: «Οὗ γὰρ εἰσὶν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Οἱ συμπροσευχόμενοι διαλέγονται μετὰ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς υἱοὶ Αὐτοῦ κατὰ χάριν. Ὁ προσευχόμενος κοινωνεῖ ἐσωτερικῶς μετὰ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ συμπροσευχόμενος, σὲ ἕναν κοινὸ διάλογο ἀληθείας καὶ γνώσεως «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Ἄλλωστε, αὐτὸ τὸ νόημα ἐμπεριέχει ἡ φράση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου «εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα». «Ἡ συμφωνία πολλὴν ἔχει τὴν ἰσχύν» (PG 62, 461), ὑπογραμμίζει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.
 Τὸ περιεχόμενο ἑπομένως τῆς συμπροσευχῆς εἶναι ἡ καθολικὴ ἀλήθεια τῆς μιας αγιας καθολικης καὶ αποστολικης εκκλησιας, ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ὅταν ἕνα ἢ περισσότερα μέλη ἀμφισβητοῦν ἢ ἀλλοιώνουν ἢ ἀπορρίπτουν τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ παράδοση, διασπᾶται ἡ κοινωνία τῶν συμπροσευχομένων, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, πέρα ἀπὸ κάθε συμβατικὴ ἔννοια καὶ σκέψη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ προηγεῖται τῆς συμπροσευχῆς ἡ ὁμολογία πίστεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη συμπροσευχή, ἐὰν δὲν προϋπάρχη ὁμοφωνία στὴν Ὀρθόδοξη Ἁγιοπατερικὴ πίστη.
Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε στὸ ἀλλόκοτο εἶδος συμπροσευχῆς, τοῦ ὀρθοδόξου μετὰ αἱρετικοῦ, ἐπισημαίνουσα τὰ ὅρια τῆς ἀληθείας ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ συμπροσευχῆς τοῦ ὀρθοδόξου μέλους της μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ.
Αὐτὴ ἡ ἀντίδρασή της ἐξεφράσθη μέσα ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ τῶν Τοπικῶν, οἱ ὁποῖες ἔλαβον οἰκουμενικὸ κῦρος.
Συγκεκριμένα ὁ ΜΕ´ κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 2, σ. 60).
Ἡ συμπροσευχὴ τοῦ κληρικοῦ μετὰ αἱρετικοῦ ἐπιφέρει τὸν ἀφορισμό, ἀκόμη κι ἂν συμβῇ ἐκτὸς ἱεροῦ ναοῦ καὶ ἱερᾶς Ἀκολουθίας, βάσει τοῦ Ι´ Ἀποστολικοῦ κανόνος: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ,  κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 2, σ. 14). Ἐὰν, ὅμως, διενεργηθῆ συμπροσευχὴ ἐν τῷ Ναῷ καὶ ἐπιτραπῆ στὸν αἱρετικὸ νὰ διενεργήση κάτι ὡς κληρικὸς, τότε  ἐπιβάλλεται ποινὴ καθαιρέσεως, κατὰ τὸν προαναφερθέντα ΜΕ´κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Κατηγορηματικὸς ὡς πρὸς τὴν συμπροσευχὴ σὲ αἱρετικὸ ναὸ εἶναι καὶ ὁ ΞΔ´ Ἀποστολικὸς κανόνας, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Εἴ τις κληρικός, ἢ λαϊκός, εἰσέλθῃ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 2, σσ. 81-82). Ἐδῶ σαφῶς ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχὴ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν μετὰ Ἰουδαίων –σήμερα θὰ λέγαμε μετὰ ἀλλοθρήσκων– καὶ αἱρετικῶν. Ἡ ἐπιβαλλομένη δὲ ποινὴ στοὺς συμπροσευχηθέντες εἶναι γιὰ μὲν τοὺς κληρικοὺς ἡ καθαίρεση, γιὰ δὲ τοὺς λαϊκοὺς ὁ ἀφορισμός.
Ἀκόμη καὶ ὁ συνεορτασμὸς καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ δώρων μετὰ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες: «Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς» (ΛΖ´ καν. Λαοδικείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 3, σ. 206. Βλ. ἐπίσης ΛΒ´, ΛΔ´, ΛΗ´, ΛΘ´τῆς ἰδίας Συνόδου). Ὁ δὲ ΛΓ´τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου διακελεύει: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι» (ὅπ. π., σ. 198. Βλ. καὶ Θ´κανόνα Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας, Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 336).
Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως διαπιστώνουμε, μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἀποδεχόμενος τὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νὰ συνυπάρξη μὲ τὸν μὴ ἀποδεχόμενο τὴν προαναφερθεῖσα ἀλήθεια σὲ κοινὴ στάση προσευχῆς –ὁμολογίας τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς, πολλῷ δὲ μᾶλλον σὲ εὐχαριστιακὴ κοινωνία ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ.
Δυστυχῶς, αὐτὲς τὶς ἡμέρες βιώσαμε συνταρακτικὲς καταστάσεις στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μας.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ἄμεσος συνεργάτης του Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας καὶ ἄλλοι Πατριαρχικοί, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, κληρικοὶ προέβησαν σὲ καθημερινὲς συμπροσευχὲς μὲ τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα Φραγκῖσκο (τὸν ἀποδεχόμενο καὶ κηρύσσοντα δεκαπέντε καὶ πλέον αἱρέσεις), κινούμενοι στὸν χῶρο τῆς διανοητικῆς Θεολογίας καὶ ὄχι στὸν Ἁγιοπατερικὸ χῶρο τοῦ «λάλει Ἐκκλησία  μου καὶ ὁ δοῦλος σου (κληρικὸς ἢ λαϊκὸς) ἀκούει».
Εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἐν ταὐτῷ ἀντικανονικὸ ὁ Ὀρθόδοξος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης νὰ ἀποκαλῆ  ἀπερίφραστα τὸν Παπισμὸ «Ἐκκλησία», τὴν αἱρετικὴ αὐτὴ ὀργάνωση, ἡ ὁποία ἀπεκόπη γιὰ τὶς πολλές αἱρέσεις της ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν μια εκκλησια καὶ νὰ δηλώνη ὅτι ἀποσκοπεῖ νὰ «ἐπανεύρωμεν τὴν πλήρη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν κοινωνία».
Δυστυχῶς, οἱ προαναφερθέντες δὲν ἔλαβαν ὑπ᾽ ὄψιν τὴν ὁδό, τὴν ὁποία ὑποδεικνύει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ μια εκκλησια, ποὺ εἶναι ἡ ὑπακοὴ στοὺς ἱεροὺς Κανόνες, ἡ Θεανθρώπινη ὁδός. Δὲν ἐνήχησε στὰ ὦτα τους τὸ «ἔδοξεν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», τὸ ὁποῖο δεσπόζει σὲ ὅλες τὶς Συνόδους, Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικές, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται «ἐν λόγῳ καὶ χρόνῳ» ἡ Θεανθρώπινη βούληση τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.
Ἡ φωνὴ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀκούγεται καὶ πάλι τὶς θλιβερὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία αὐτὲς ἡμέρες: «Πάνυ με λυπεῖ ὅτι ἐπιλελοίπασι λοιπὸν οἱ τῶν Πατέρων κανόνες καὶ πᾶσα ἀκρίβεια τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπελήλαται, καὶ φοβοῦμαι μή, κατὰ μικρὸν τῆς ἀδιαφορίας ταύτης ὁδῷ προϊούσης, εἰς παντελῆ σύγχυσιν ἔλθῃ τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράγματα» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 275).
Πότε, λοιπόν, θὰ κατανοήση ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, οἱ περὶ αὐτὸν καὶ ὅλοι μας ὅτι ἡ πιστὴ τήρηση τῶν ὅσων διακελεύουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι μαρτυρία ὑπακοῆς στὴν μια, αγια, καθολικη καὶ αποστολικη εκκλησια, τὴν ορθοδοξο εκκλησια, ἀλλὰ καὶ σημεῖο ὑποταγῆς τῆς ἀτομικότητος στὴν κοινὴ μετοχὴ ὅλων τῶν πιστῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, στὴν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια;