Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Filioque. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Filioque. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

Πάπας: «Το Filioque …δεν υπήρχε στο Σύμβολο της Πίστεως»!


  
ΔΕΙΤΕ ΠΟΣΟ ΚΑΛΟΠΙΣΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ “ΑΔΕΛΦΟΙ” ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ ΠΑΠΙΚΟΙ!



Ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος ὁ Β΄ (ὁ ὁποῖος ὑποκριτικότατα εἶπε στὴν Ἀθήνα τὸ «Πιστεύω» χωρὶς τὸ Filioque) «τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1992 παρουσίασε τὴ “Νέα Κατήχηση τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας” καὶ χαρακτήρισε τὴ δημοσίευσή της ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα γεγονότα τῆς νεώτερης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ συγκεκριμένα στὸ ἄρθρο 248 ὁ πάπας προβαίνει στὴν ἀκόλουθη δήλωση:
     “Τὸ Filioque δὲν ὑπῆρχε στὸ Σύμβολο Πίστεως τῆς Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως (381)… Ἡ παρεμβολὴ τοῦ Filioque ἀποτελεῖ ἕνα σημεῖο ποὺ ἀμφισβητεῖται ἀκόμα καὶ σήμερα ἀπὸ τὶς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἂν οἱ δύο τρόποι θεωρήσεως, ποὺ εἶναι καὶ οἱ δύο δικαιολογημένοι καὶ ἀλληλοσυμπληρώνονται, δὲν ὑπερτονίζονται μονόπλευρα, δὲν παραβλάπτεται ἡ ταυτότητα πίστεως στὴν πραγματικότητα τοῦ ἑνὸς ἐν τῇ πίστει ὁμολογημένου μυστηρίου”».
    Κόλλια Σωτ., Λατίνοι καὶ Ὀρθόδοξοι…, σελ. 222, ὑποσ. 563.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Ο "Ορθ. Τύπος" συνήγορος στις κακόδοξες θέσεις του Καλαβρύτων Αμβροσίου, που στο παρελθόν αυστηρά καυτηρίαζε! Κατά τον π. Θ. Ζήση: Ως "Οικουμενιστής και λατινόφρων είναι καθηρημένος"!



Ὁ “Ὀρθόδοξος Τύπος” δημοσιεύει ἄρθρο μὲ τίτλο: «Ὁ Σεβ. Καλαβρύτων ἀπορῶν περὶ τῶν Παπικῶν». Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀναπάντεχο ἄρθρο, ποὺ ἀλλοίμονο ἂν ἐκφράζει τὶς ἀπόψεις τῶν «ἀντι-Οἰκουμενιστῶν» Πατέρων ποὺ ἀποτελοῦν τὴν συμβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ “Ὀρθόδοξου Τύπου”! Σ’ αὐτὸ ὁ ἀρθρογράφος παρουσιάζει τὴν «διένεξη» τοῦ Καλαβρύτων μὲ ἕνα ἀποτειχισθέντα χριστιανό, ὅπως γράφει. (Νὰ σημειώσουμε ὅτι ἀποκρύπτει πὼς πρόκειται περὶ θεολόγου καί, ἐπίσης, πὼς δὲν παραθέτει τὸ ὄνομά του, γιατὶ δὲν θέλει νὰ δημοσιεύσει τυχὸν ἀνταπάντησή του, ὅπως -ἀντιδεοντολογικά-ἀντιχριστιανικά- ἀπέφυγε νὰ δημοσιεύσει σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀπάντησή μας, ποὺ ἄρθρα τοῦ "Ο.Τ." μᾶς ἔθιγαν, μὲ τελευταία περίπτωση τὴν μὴ δημοσίευση ἀπάντησης σὲ ἄρθρο τοῦ κ. Χρ. Λιβανοῦ).
Βέβαια, δὲν πρόκειται περὶ διενέξεως καὶ διαφορᾶς τοῦ κ. Ἀμβρόσιου μὲ κάποιο ἀποτειχισθέντα χριστιανό (ὅπως διατείνεται ὁ "Ο.Τ."), ἀλλὰ γιὰ διαφορὰ καὶ διάσταση τοῦ Μητροπολίτη Καλαβρύτων μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἁγίων, ποὺ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση -αὐτὴ τὴν διάσταση- τὴν παρουσίασε κάποιος θεολόγος. Τοῦτο βεβαιώνει καὶ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης διὰ πολλῶν στὸ τέλος τοῦ παρόντος.
Παρουσιάζει, ἐπίσης, ὁ «Ο.Τ.» ὡς «ὠφέλιμες» τὶς διάστροφες καὶ κακόδοξες θέσεις τοῦ Καλαβρύτων. Ἀποδέχεται ὡς ὠφέλιμα καὶ «πλούσια ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ στοιχεῖα» τὴν ἀτυχὴ καὶ ἀπεγνωσμένη προσπάθεια τοῦ Καλαβρύτων νὰ στηρίξει τὶς θέσεις του σὲ κείμενα τοῦ ἀείμνηστου καθηγητὴ Ἰωάννη Καρμίρη, τῶν ὁποίων τὸ νόημα παραποιεῖ!!!
Ἀντὶ λοιπόν, ὁ «Ο.Τ.» νὰ καταγγείλει τὸν κ. Ἀμβρόσιο, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δεκαετίες ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Παπισμὸς δὲν εἶναι αἵρεση, τὸ Filioque δὲν εἶναι αἵρεση (θέσεις ποὺ ἐπικαλέστηκε  γιὰ νὰ δικαιολογήσει καὶ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάπα στὴν Ἀθήνα, καὶ τὶς ὁποῖες πρεσβεύει ἐπίμονα ἀκόμα καὶ σήμερα), ἔμμεσα ὁ «Ο.Τ.» τὸν δικαιολογεῖ καὶ τὸν χαϊδεύει, γράφοντας ἁπλῶς ὅτι, ἡ σκόπιμη καὶ κακόδοξη θέση τοῦ κ. Ἀμβρόσιου, εἶναι μία «ἄποψις, ἢ μᾶλλον ἀμηχανία» τοῦ Καλαβρύτων, ποὺ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν στέκει!
Τὸ ἀκόμα χειρότερο. «Ὀφείλομεν ὅμως νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος ἂν καὶ ὡμίλησε προχείρως δὲν ἦτο ἐσφαλμένον αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε» διὰ τὸ Filioque!!! Ἐδῶ, μὲ ποιά λέξη νὰ χαρακτηρίσουμε τὸν ἀρθρογράφο τοῦ «Ο.Τ.»;
Καὶ γιατί τὸν ὑπερασπίζεται; Γιατὶ ἁπλούστατα ὁ Καλαβρύτων εἶναι …συνεργάτης τοῦ «Ο.Τ.»!!! Ἔτσι τὴν κακόδοξη θέση του ὅτι «οἱ Παπικοὶ εἶναι σχισματικοί» καὶ ὅτι «πότε τοὺς δεχόμαστε ὡς σχισματικοὺς καὶ πότε ὡς αἱρετικούς», τὴν ἁπαλύνει γράφοντας ὅτι «τὰ μὲν ἐπιχειρήματα ἐμφανίζονται ὡς σωστά, ἀλλὰ ἔχουν μίαν ἀχίλλειον πτέρναν, ἡ ὁποία τὰ καθιστᾶ ἐντελῶς ἄκυρα»! Ποιοί, κύριοι τοῦ «Ο.Τ.», ἐμφανίζουν ὡς σωστά, τὰ παραπλανητικὰ καὶ κακόδοξα ἐπιχειρήματά τους στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας; Δὲν τὰ ἐμφανίζουν οἱ αἱρετικοί; Ἀσφαλῶς. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς καὶ ὁ Καλαβρύτων! Κι ἐσεῖς τὸν ἔχετε συνεργάτης σας καὶ προσπαθεῖτε νὰ ἁπαλύνετε τὰ ὀλισθήματά του!
Ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρο τοῦ «Ο.Τ.»  καὶ τὰ σχόλιά μας:

«Ὀρθόδοξος Τύπος», 7 Αὐγούστου 2015, τ. 2081, σελ. 8η.
 
«Ὁ Σεβ. Καλαβρύτων ἀπορῶν
περὶ τῶν Παπικῶν».

Ὁ Σεβ. Μητρ. Καλαβρύτων κ. Ἀμβρόσιος ἐλεγχθείς ὑπὸ ἀποτειχισθέντος χριστιανοῦ ἀπεφάσισε νὰ ἀπαντήση ἀναρτῶν εἰς τὸ προσωπικόν του ἱστολόγιον τὴν 22αν Ἰουλίου 2015 μακροσκελὲς κείμενον. Ἡ διένεξις ἔχει ἰδιαιτέραν ὠφέλειαν. Ἡ ὠφέλεια προκύπτει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ πλούσια ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα παραθέτει ὁ Σεβασμιώτατος, δίδεται καὶ ἡ ἀφορμὴ νὰ δοθοῦν ἀπαντήσεις διὰ ζητήματα σχετικά μὲ τοὺς Παπικούς, εἰς τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἔχουν ἀναλόγους ἀπόψεις.


Τά περί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν.

Τί ἐπί τέλους εἶναι;

Αἱρετικοί ἤ Σχισματικοί;

«Ἀμφότεραι αἱ ἀπόψεις ἰσχύουν! Ἀμφότεραι ἔχουν τά ὑπέρ ἑαυτῶν ἐπιχειρήματα! Ἡ ἡμετέρα ταπεινή γνώμη, εἶναι, ὅτι τό ζήτημα τοῦτο εἶναι «θεολογούμενον», δηλ. πολυσυζητούμενον. Ἀποφαίνομαι ὡς Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος! Καί ὡς Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας ∆ΕΝ δικαιοῦμαι νά ἔχω ἄλλην -προσωπικήν- γνώμην καί ἄποψιν ἀπό τήν ἐπίσημον ἄποψιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ∆ιοικήσεως. (Τὴν ἀναίρεση τῶν θέσεων τοῦ Καλαβρύτων ἐδῶ). ...Ἡ διαμάχη αὐτή ἀρχίζει ἀμέσως μετά τό σχίσμα. Ἄλλωστε «σχίσμα» δεν ὠνόμασαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τον χωρισμόν Ἀνατολῆς καί ∆ύσεως;... Ἀκόμη καί ὁ Ἅγιος Μάρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός γράφει κάπου τά ἑξῆς: «...χρίομεν τούς ἐξ αὐτῶν (τῶν Λατίνων) ἡμῖν προσιόντας ....ὡς αἱρετικούς ὄντας» (Patrologia Orientalis. τ. XVII, 452/3 καί M.P.G. 160-164. Βλέπε καί Καρμίρη Ν. Ἰωάννου: Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος II, σελ. 981)...
Εἰς τήν πορείαν τῆς Ἐκκλησίας, λοιπόν, τό ἐρώτημα: «Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐπί τέλους τί εἶναι; Αἱρετικοί ἤ Σχισματικοί;» ὁ Καθηγητής Καρμίρης ἀπαντᾷ: «Γενικῶς παρατηροῦμεν ὅτι καί ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἡ Ἐκκλησία δύναται κατά τάς περιστάσεις, ὅτε μέν νά ἐφαρμόζῃ τήν ἀκρίβειαν καί νά θεωρῇ ἀκύρους τάς χειροτονίας τῶν ἑτεροδόξων, ὅτε δε νά ἐφαρμόζῃ τήν οἰκονομίαν καί νά δέχηται τούς προσερχομένους αὐτῇ καί παρ’ αἱρετικῶν καί ἑτεροδόξων, διατηρούντων την ἱερωσύνην, κεχειροτονημένους κληρικούς διά χρίσματος ἁγίου μύρου καί λιβέλλου» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 1002).
Εἶναι, λοιπόν, θεολογούμενον τό ζήτημα τοῦτο ἤδη ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ σχίσματος! Εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ἀνωτέρω ἔστωσαν καί τά παρακάτω λόγια τοῦ σοφοῦ Καθηγητοῦ Ἰω. Ν. Καρμίρη: «Ἤδη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ σχίσματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τῶν Πατριαρχῶν τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας Ῥώμης Νικολάου Α ́ καὶ Φωτίου ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνεγνώριζε τὸ ἔγκυρον τῶν λατινικῶν μυστηρίων, ὡς δύναταί τις νὰ συναγάγη ἐκ διαφόρων μαρτυριῶν, μάλιστα δὲ ἐκ τοῦ 1 Κανόνος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενικῆς Συνόδου τοῦ 879/80 καὶ ἐκ τῶν κανονικῶν ἀποκρίσεων τοῦ κατὰ τὰ τέλη τοῦ ιβ ́ αἰῶνος ἀκμάσαντος Ἰωάννου τοῦ Κίτρου πρὸς Κωνσταντῖνον Καβάσιλαν προκειμένου περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῶν κανονικῶν ἀποκρίσεών του περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ιγ´ αἰῶνος ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας ∆ημητρίου τοῦ Χωματηνοῦ πρὸς Κωνσταντῖνον Καβάσιλαν προκειμένου περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 979).
Σχόλιον Ο.Τ.: Ἡ παραπάνω ἄποψις, ἢ μᾶλλον ἀμηχανία ἐνώπιον τοῦ ἐρωτήματος ἂν οἱ Παπικοὶ εἶναι σχισματικοὶ ἢ αἱρετικοί, εἶναι ἰδιαιτέρως διαδεδομένη εἰς πολλοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Εἶναι καλὸν νὰ πληροφορῆται κανεὶς αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, μὲ τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἐπιχειροῦν νὰ στηρίξουν τὴν ἄποψιν ὅτι οἱ Παπικοὶ εἶναι σχισματικοί, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ ἀναιρέση. Τὰ μὲν ἐπιχειρήματα ἐμφανίζονται ὡς σωστά, ἀλλὰ ἔχουν μίαν ἀχίλλειον πτέρναν, ἡ ὁποία τὰ καθιστᾶ ἐντελῶς ἄκυρα. Εἶναι ἀληθὲς μέν, ὅτι οἱ Παπικοὶ διετέλουν εἰς σχίσμα μὲ τὴν Ἐκκλησίαν ἐπί αἰῶνες. Αὐτὸ ὅμως ἔπαψε νὰ ἰσχύη, ὅταν ἐπέρασαν ὁριστικὰ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς αἱρέσεως μετὰ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Βατικανῶν Συνόδων. Διατί αὐτό; Διότι ἐπί αἰῶνας, ὅσον δηλ. δὲν ἐθεσμοθέτουν τὰς αἱρετικὰς δοξασίας (Παπικὸν Πρωτεῖον, Ἀλάθητον, Ἄσπιλος Σύλληψις τῆς Θεοτόκου) ὡς δόγμα, ἡ Ἐκκλησία ἤλπιζε ὅτι θὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι αἱ πλάναι ἀπετέλουν εἴτε ἐσφαλμένας θέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ διηυκρινίζοντο μὲ τὸν θεολογικὸν διάλογον, εἴτε ἀφεώρων εἰς ἕν μικρὸν τμῆμα πιστῶν, τοὺς ὁποίους ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀπέβαλε ἡ πλειονότης. Ἀντὶ αὐτῶν συνέβη τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετον, δηλ. ἐσχάτως νὰ θεσμοθετηθοῦν αἱ πλάναι ὡς ἐπίσημον δόγμα τῶν Παπικῶν. Ἔτσι, ὁ Παπισμὸς εἶναι ἀδιαμφισβητήτως σήμερα αἵρεσις. Δι’ αὐτὸ καὶ ὅλαι αἱ ἀπόψεις Πατέρων ἢ Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, αἱ ὁποῖαι κάνουν λόγον περὶ σχίσματος, ἀνήκουν εἰς τὴν περίοδον πρὸ τῶν Βατικανῶν Συνόδων.

Τά περί τοῦ Filioque
Kατά τό ἔτος 2006 εἰς μίαν ἐκπομπήν τοῦ ἐν λειτουργίᾳ τότε τοπικοῦ τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ “AXION ΤV” ὁ δημοσιογράφος σχεδόν εἰς τό πόδι μέ ἠρώτησε ποίαν γνώμην ἔχω περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁπότε ἐντελῶς πρόχειρα ἔδωσα περίπου τήν ἑξῆς ἀπάντησιν: «Ὁ Υἱός ἦλθεν εἰς τόν κόσμον... Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἀπεστάλη εἰς τήν Ἐκκλησίαν μετά τήν Ἀνάληψιν τοῦ Υἱοῦ, κατά την ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτά ἔγιναν κατά τήν οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ Πατρός! Ἀλλ’ ἐάν τό Ἅγιον Πνεῦμα ἀποστέλλεται ὑπό τοῦ Πατρός και τοῦ Υἱοῦ, ὅπως ἐσφαλμένως διδάσκει ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἤ ὑπό τοῦ Πατρός διά τοῦ Υἱοῦ, ὅπως διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξος Θεολογία μας ἐγώ τί νά εἴπω; ∆έν ἤμουνα σύμβουλος τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ, ὥστε να δῶ τί ἔγινε»!
Τά παραπάνω λόγια δέν ἀποτελοῦν θεολογικήν πραγματείαν, ἀλλά λόγια τῆς στιγμῆς, λόγια «στό πόδι»! Ἐπί τῆς οὐσίας, λοιπόν, θα ἐλέγομεν ὅτι προσυπογράφομεν τά λόγια τοῦ Καθηγητοῦ Ἰω. Ν. Καρμίρη: «∆υστυχῶς ἐν τῇ ∆ύσει τό ἱερόν Σύμβολον τῆς πίστεως ...παρεχαράχθη διά τῆς προσθήκης τοῦ Filioque (δηλ. καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ), τοῦθ’ ὅπερ ἀπέβη ἕν ἐκ τῶν κυριωτάτων αἰτίων τοῦ σχίσματος τῆς ∆υτικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τῆς ἀπορριψάσης αὐτό πρεσβυγενοῦς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, ὡς ἐπίσης καί ἕν τῶν κυριωτάτων ἐμποδίων τῆς ἐπανενώσεως αὐτῶν» (ἐνθ. ἀνωτ. Τόμος Ι, σελ. 92).
Σχόλιον Ο.Τ.: Βεβαίως δὲν συμφωνοῦμεν μὲ τὸ ὅτι ἕνας Ἐπίσκοπος ἔχει κἄν τὸ δικαίωμα νὰ προχειρολογῆ ἀκόμη καὶ ἂν πρόκειται διὰ τηλεοπτικὴν ἐκπομπήν, ὡστόσο ὅλοι εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ πίπτομεν εἰς σφάλματα, ἀλλὰ ἂν ὑπάρχη ἡ ταπείνωσις νὰ τὰ διορθώσωμεν τότε χάριτι Θεοῦ ἐπέρχεται καὶ ἡ λύσις. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος ἂν καὶ ὡμίλησε προχείρως δὲν ἦτο ἐσφαλμένον αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε (σ.σ. Ἐδῶ ὁ ἀρθρογράφος σιγοντάρει τὸν Καλαβρὐτων. Λίγες σειρὲς παρακάτω, ὅμως, γράφει τὰ ἀντίθετα! Διγλωσσίας τὸ ἀνάγνωσμα!). Τὸ χωρίον Ἰω 15,26 εἶναι σαφὲς ἐπὶ τοῦ θέματος: «ὅταν ἔλθη ὁ Παράκλητος, ὅν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ». Συμφώνως πρὸς αὐτὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀϊδίως παρὰ τοῦ Πατρός, ἀλλὰ πέμπεται ἐν χρόνῳ παρὰ τοῦ Υἱοῦ, δι’ αὐτὸ ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέει «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ πεμπόμενον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἀλλ’ οὐκ ἐκπορεύεται» (Γρηγ. Παλαμᾶ, Λόγοι ἀποδεικτικοί, Β ́ 21). Διὰ νὰ γίνωμεν ἀκριβέστεροι κατὰ τὴν δογματικήν, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πέμπεται ἀπὸ τὴν Τριαδικὴν Θεότητα, δηλ. ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱόν, ἀλλὰ καὶ αὐτοπέμπεται. Ἀλλά και τὸ Filioque δὲν σχετίζεται μὲ τὴν «ἀποστολήν», ἀλλὰ μὲ τὴν «ἐκπόρευσιν» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη καὶ τὸ filioque θὰ ἦταν ἀποδεκτὸν ἐὰν ἀνεφέρετο μόνον εἰς τὴν «Οἰκονομίαν», ἀλλὰ εἶναι παντελῶς ἀπορριπτέον καὶ αἱρετικόν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀναφέρεται ἐσφαλμένως εἰς τὰς ἐνδοτριαδικὰς σχέσεις.
«Ὀρθόδοξος Τύπος», 7 Αὐγούστου 2015, τ. 2081, σελ. 8η.

Σχόλια καὶ διευκρινίσεις:
1.  Ὁ “Ὀρθόδοξος Τύπος” δέχεται ὅτι «προκύπτει ὠφέλεια ἀπὸ τὸ …πλούσια ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα παραθέτει ὁ Σεβασμιώτατος». Ποιά εἶναι αὐτὰ «τὰ πλούσια θεολογικὰ στοιχεῖα» ποὺ παραθέτει ὁ Καλαβρύτων; Ἕνα κείμενο τοῦ καθηγητὴ Καρμίρη. Καὶ τί προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχει μὲ αὐτό; Νὰ ἀποδείξει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀποφανθεῖ ΑΚΟΜΑ ἂν ὁ Παπισμὸς εἶναι σχίσμα ἢ …αἵρεση!!! Ὡς ἐκ τούτου, γράφει, «ἀμφότεραι αἱ ἀπόψεις ἰσχύουν! Ἀμφότεραι ἔχουν τά ὑπέρ ἑαυτῶν ἐπιχειρήματα! Ἡ ἡμετέρα ταπεινή γνώμη, εἶναι, ὅτι τό ζήτημα τοῦτο εἶναι «θεολογούμενον»!!! Κι ὁ "Ο.Τ." ποὺ χιλιάδες φορὲς ἔχει γράψει τὰ ἀκριβῶς ΑΝΤΙΘΕΤΑ, προσφέρει στὸ κοινό του ὡς "ὠφέλιμη τροφὴ καὶ πλούσια ἱστορικὰ στοιχεῖα, αὐτὰ ποὺ παραθέτει ὁ Σεβασμιώτατος"!
Ἂς δοῦμε τὸ κείμενο τοῦ Καρμίρη ποὺ παραθέτει:
«Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐπί τέλους τί εἶναι; Αἱρετικοί ἤ Σχισματικοί;» ὁ Καθηγητής Καρμίρης ἀπαντᾷ: «Γενικῶς παρατηροῦμεν ὅτι καί ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἡ Ἐκκλησία δύναται κατά τάς περιστάσεις, ὅτε μέν νά ἐφαρμόζῃ τήν ἀκρίβειαν καί νά θεωρῇ ἀκύρους τάς χειροτονίας τῶν ἑτεροδόξων, ὅτε δέ νά ἐφαρμόζῃ τήν οἰκονομίαν καί νά δέχηται τούς προσερχομένους αὐτῇ καί παρ’ αἱρετικῶν καί ἑτεροδόξων, διατηρούντων την ἱερωσύνην, κεχειροτονημένους κληρικούς διά χρίσματος ἁγίου μύρου καί λιβέλλου» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 1002).
Τί λέγει ἐδῶ ὁ Καρμίρης; Μήπως λέγει ὅτι οἱ Παπικοὶ ἄλλοτε εἶναι αἱρετικοὶ κι ἄλλοτε σχισματικοί; Ἀσφαλῶς ὄχι. Λέγει, ὅτι πάντα ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὡς αἱρετικοὺς τοὺς «ἱερωμένους» Παπικούς (τοὺς ἀποκαλεῖ ἑτερόδοξους=αἱρετικούς) καὶ θεωροῦσε ἄκυρα τὰ μυστήριά τους, ἀλλὰ κατ’ οἰκονομίαν κάποτε, τοὺς ἐδέχετο (ΟΤΑΝ  ΜΕΤΑΝΟΟΥΣΑΝ καὶ ἐπέστρεφον στὴν Ἐκκλησία) μὲ χρίσμα. Δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἐξουσία ἔχουσα, καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι οἱ αἱρετικοὶ μετανοοῦν καὶ ἐπιστρέφουν στὴν Μία Ἐκκλησία, ἄλλοτε δείχνει ἐπιείκεια, «Οἰκονομία», κι ἄλλοτε «Ἀκρίβεια». Ἡ «Οἰκονομία», ὅμως, εἶναι ποιμαντικὴ στάση! Δὲν εἶναι θεολογικὴ ἀπόφαση! Τοὺς αἱρετικούς, ἀκόμα καὶ ὅταν τοὺς δεχόμαστε στὴν Ἐκκλησία, τοὺς δεχόμεθα ὡς πρώην αἱρετικούς! Ἐφαρμόζοντας δηλ. ἡ Ἐκκλησία, τὴν Οἰκονομία, δὲν ἀμνηστεύει τὴν αἵρεση! Διευκολύνει τοὺς αἱρετικοὺς ἀπὸ ἀγάπη νὰ προσέλθουν στοὺς κόλπους της! Διαβάστε καὶ πάλι τὸ κείμενο τοῦ Καρμίρη!
Δὲν τὸ πρόσεξε αὐτὸ ὁ ἀρθρογράφος τοῦ  “Ὀρθόδοξου Τύπου”; Δὲν ἀνέτρεξε στὸ κείμενο τοῦ Καρμίρη γιὰ νὰ δεῖ τὴ λαθροχειρία τοῦ Οἰκουμενιστῆ Μητροπολίτη Καλαβρύτων (τοῦ συνεργάτη τῆς ἐφημερίδος σας), ὁ ὁποῖος καθηγητὴς Καρμίρης, μιλᾶ καθαρὰ καὶ ἀποδέχεται ὡς αἱρετικοὺς τοὺς Παπικούς; Γράφει ὁ Καρμίρης λίγο πιὸ πάνω, στὸ ἴδιο κείμενο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Καλαβρύτων πῆρε μόνο τὸ ἀπόσπασμα ποὺ νόμισε ὅτι τὸν βολεύει καὶ τὰ ἑξῆς:
«Εν τοις ζητήμασι τούτοις και γενικώς τη μυστηριακή κοινωνία η intercommunio μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και των άλλων ετεροδόξων εν γένει η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία ηκολούθησε το παράδειγμα της αρχαίας Εκκλησίας, απαγορεύσασα ταύτην, και μάλιστα την υπό τον Ορθοδόξων κοινωνίαν ετεροδόξων μυστηρίων, μη αναγνωριζομένων ως τελουμένων έξω της αληθούς Ορθοδόξου Εκκλησίας, είτα δε και την παροχήν των Ορθοδόξων μυστηρίων εις τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους άλλους ετεροδόξους. Διότι, εξ επόψεως Ορθοδόξου, η κοινή συμμετοχή εις την τράπεζαν του Κυρίου, την εξομολόγησιν και τα άλλα μυστήρια, και γενικώς η λεγομένη intercommunio, δύναται να νοηθή μόνον ως επιστέγασμα της εν τη πίστει συμφωνίας των Εκκλησιών και της γνήσιας και πραγματικής δογματικής ενώσεως αυτών και ως καρπός της εσωτερικής ομολογιακής ενότητος των Χριστιανών, ης ελλειπούσης δεν είναι επιτετραμμένη η κοινωνία εν τοις μυστηρίοις.
Τούτο συνάγεται εκ τε των γενικών θεωρητικών αρχών της Ορθοδοξίας, και μάλιστα της περί ακυρότητος των εκτός της αληθούς Εκκλησίας τελουμένων μυστηρίων, ως και εκ ρητών κανόνων και εκ της καθόλου πράξεως της αρχαίας Εκκλησίας, ην συγκεφαλαιών ο Ιωάννης Δαμασκηνός γράφει προκειμένου ειδικώς περί του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας: «επεί γαρ εξ ενός άρτου μεταλαμβάνομεν οι πάντες, έν σώμα Χριστού και έν αίμα και αλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστού χρηματίζοντες. Πάση δυνάμει τοίνυν φυλαξώμεθα, μη λαμβάνειν μετάληψιν αιρετικών, μήτε διδόναι· «μη δώτε γαρ τα αγία τοις κυσίν, ο Κύριος φησι, μηδέ ρίπτετε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων», ίνα μη μέτοχοι της κακοδοξίας και της αυτών γενώμεθα κατακρίσεως. Eι γαρ πάντως ένωσίς εστι προς Χριστόν και προς αλλήλους, πάντως και πάσι τοις συμμεταλαμβάνουσιν ημίν κατά προαίρεσιν ενούμεθα· εκ προαιρέσεως γαρ η ένωσις αύτη γίνεται, ου χωρίς της ημών γνώμης· «πάντες γαρ εν σώμα εσμεν», ότι εκ του ενός άρτου μεταλαμβάνομεν, καθώς φησιν ο θείος Απόστολος».
Τούτοις επόμενοι βραδύτερον και οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι Καλλίνικος και Ιερεμίας Γ' επαναλαμβάνουσι κατωτέρω, ότι «το αυτό ποτήριον τους κοινωνούντας ομοφρονούντας είναι βούλεται, ουχί αλλοτρίους· τα αλλότρια γαρ ακοινώνητά εισιν». Και ο Θεόδωρος Βαλσαμών γράφει, ότι «ουκ οφείλει γένος Λατινικόν εκ χειρός Ιερατικής δια των θείων και άχραντων μυστηρίων αγιάζεσθαι, ει μη κατάθηται πρότερον απέχεσθαι των λατινικών δογμάτων τε και συνηθειών και κατά κανόνας κατηχηθή και τοις Ορθοδόξοις εξισωθή». Εκ των ανωτέρω και πολλών άλλων συνάγεται, ότι η μυστηριακή κοινωνία έχει ως απαραίτητον προϋπόθεσιν την απάρνησιν των ετεροδόξων πλανών και την αποδοχήν των αντιστοίχων Ορθοδόξων διδασκαλιών και την είσοδον εις τους κόλπους της Ορθοδοξίας, άρα ενότητα εν τη πίστει και τη ομολογία και τη Εκκλησία, απαγορευομένης της intercommunio μεταξύ των Ορθοδόξων και όλων των ετεροδόξων. Τούτο επιβάλλουσι, πλην άλλων, και τα κατωτέρω δημοσιευόμενα κείμενα:»
Καὶ παραθέτει κάποια κείμενα. Μήπως ὁ Καλαβρύτων εἶναι μειράκιον καὶ δὲν καταλαβαίνει τί διαβάζει; Ὄχι ἀσφαλῶς! Ἄρα σκόπιμα διαστρέφει ἔννοιες καὶ κείμενα καὶ ἐξαφανίζει ἐκεῖνα ποὺ δὲν τὸν συμφέρουν, ὡσὰν τοὺς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ! Καὶ ὁ “Ὀρθόδοξος Τύπος” τὸν «σκεπάζει»! Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ σὲ κάποιο σφάλμα προσωπικό, ἀλλ’ ὄχι σὲ θέμα Πίστεως!
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ «Ο.Τ.» στὸ α΄ σχόλιό του, παραποιεῖ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα. Γράφει: «…Οἱ Παπικοὶ διετέλουν εἰς σχίσμα μὲ τὴν Ἐκκλησίαν ἐπί αἰῶνες. Αὐτὸ ὅμως ἔπαψε νὰ ἰσχύη, ὅταν ἐπέρασαν ὁριστικὰ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς αἱρέσεως μετὰ καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Βατικανῶν Συνόδων»!!! Δηλαδὴ δεκάδες Σύνοδοι καὶ Ἅγιοι μέχρι τὴν Α΄ καὶ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο δὲν εἶχαν τοὺς Παπικοὺς ὡς αἱρετικούς; Θὰ θέλαμε νὰ πιστέψουμε ὅτι ὁ «Ο.Τ.» ἐννοεῖ ὅλες τὶς Συνόδους τῆς Παπικῆς "Ἐκκλησίας", κι ὄχι μόνο τὶς δύο τελευταῖες Συνόδους τοῦ Βατικανοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἡ ἀναφορά του στὴν Δογματοποίηση Πρωτείου καὶ Ἀλάθητου καὶ ἡ φράση «δηλ. ἐσχάτως νὰ θεσμοθετηθοῦν αἱ πλάναι ὡς ἐπίσημον δόγμα τῶν Παπικῶν» δὲν ἐπιτρέπει μιὰ τέτοια ὑπόθεση!
2.  Ὅμως ὁ Καλαβρύτων μὲ πλάγιο τρόπο προχωρεῖ καὶ σὲ ἄλλη διαστρέβλωση τῶν πραγμάτων, γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὶς κακόδοξες διδασκαλίες του. Γράφει:
«Ἤδη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ σχίσματος τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τῶν Πατριαρχῶν τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας Ῥώμης Νικολάου Α ́ καὶ Φωτίου ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνεγνώριζε τὸ ἔγκυρον τῶν λατινικῶν μυστηρίων, ὡς δύναταί τις νὰ συναγάγη ἐκ διαφόρων μαρτυριῶν, μάλιστα δὲ ἐκ τοῦ 1 Κανόνος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενικῆς Συνόδου τοῦ 879/80».
Τοῦτο, ὅμως, δὲν προσθέτει τίποτα στὰ ἐπιχειρήματά του, ἁπλούστατα γιατὶ τὸ πρῶτο ἐκεῖνο σχίσμα ἔληξε, …θεραπεύτηκε ἤδη ἀπὸ τὸν 9ο αἰώνα!!! Μὰ δὲν καταλαβαίνει τί γράφει. Τὸ κείμενο τοῦ Καρμίρη, ποὺ παραθέτει, τὸ λέει ξεκάθαρα: Τὸ θέμα ἔληξε μὲ τὴν ἀπόφαση Ὀρθόδοξης Συνόδου τοῦ 879/880! Ὁπότε γιατί νὰ μὴν ἀναγνωρίζονται ὡς ἔγκυρα τὰ λατινικὰ μυστήρια τότε, πρὶν τὸ ὁριστικὸ σχίσμα τοῦ 1054! Τὸ πρόβλημα γενᾶται μετὰ τὸ 1054, ὅταν δἰδασκαν ὡς δόγματα τὶς αἱρέσεις τους καὶ θέλησαν καὶ νὰ μᾶς τὶς ἐπιβάλουν! Ἄρα ὁ Παπισμὸς εἶναι καὶ σχίσμα καὶ αἵρεση. Σχίσμα ἐξ αἱρέσεως. «Δογματικὸ σχίσμα», ὅπως τὸ ἀποκαλεῖ ὁ Ρωμανίδης!
Καὶ καλά, ὁ Καλαβρύτων δὲν καταλαβαίνει τί γράφει! Ὁ “Ὀρθόδοξος Τύπος”  δὲν καταλαβαίνει τί διαβάζει;
3. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ Filioque παραπληροφορεῖ ὁ Καλαβρύτων· γράφει καὶ παρουσιάζει ὅ,τι τὸν συμφέρει, ἀποσιωπᾶ δὲ ἐκεῖνα ποὺ δὲν θέλει νὰ μάθουν οἱ πιστοὶ τῆς Μητροπόλεώς του. Στὸ ἄρθρο, στὸ ὁποῖο μᾶς ἀπάντησε σημειώνουμε, τί ἀκριβῶς εἶπε, ποὺ δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ ὁ ἴδιος παραθέτει, ἀναρτήσαμε δὲ καὶ τὸ Βίντεο. Ὁ ἀρθρογράφος τοῦ «Ὀρθ. Τύπου» δὲν τὰ παρακολούθησε;
4. Νὰ λοιπόν, τί ἀκριβῶς εἶπε:
Αὐτὰ «εἶναι  τὰ  λεγόμενα “θεολογούμενα”… Κάποια στιγμὴ ἡ  ἐκκλησία θὰ ἀποφασίσει»! «Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἔχουν Ἀποστολικὴ διαδοχή, καὶ Μυστήρια, καὶ Βάπτισμα καὶ θαύματα». «Τὸ  Filioque εἶναι μία ἀπὸ τὶς θεολογικὲς  διαφορές μας. Δὲν  εἶναι  αἵρεσις. Εἶναι  θέμα  ἑρμηνείας». (Καὶ στὴν ἐπιμονὴ τοῦ δημοσιογράφου, ὅτι εἶναι, Σεβασμιώτατε, αἵρεση τὸ Filioque, ἀπάντησε ἐπακριβῶς). «Δὲν  εἶναι  αἵρεσις· …μὰ δὲν εἶναι αἵρεσις…  Ἀλλά, ἂν τὸ στέλλει τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ὁ Πατὴρ  καὶ ὁ Υἱός,  ἐγὼ δὲν ἤμουνα σύμβουλος ἐκεῖ γιὰ νὰ δῶ τί ἔγινε. Δὲ θὰ σᾶς διδάξω ποτὲ ὅτι ὁ Πάπας εἶναι αἱρετικός»!

Θὰ κλείσουμε μὲ ἀποσπάσματα ἀπὸ κάποια ἄρθρα παλαιότερων τευχῶν τοῦ «Ὀρθόδοξου Τύπου», ὅταν εἶχε ὀρθόδοξο ἀγωνιστικὸ φρόνημα. Ἐκεῖ γράφονται τὰ ἀντίθετα ἀπ’ ὅσα γράφει ὁ σημερινὸς συμβιβασμένος «Ο.Τ.»!
Ἐκεῖ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, μὲ ἀφορμὴ τὶς Οἰκουμενιστικὲς κινήσεις τοῦ Ἀρχιεπ. Χριστοδούλου καὶ τοῦ Καλαβρύτων Ἀμβροσίου,  καυτηρίασε πολλάκις τὴν στάση τους.
Ἔγραφε πὼς ὁ Καλαβρύτων «ἐβλασφήμησε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἀγνόησε τὴν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, πράττει δὲ εὐκαίρως ἀκαίρως τὸ πᾶν γιὰ τὴν ἐκκλησιολογικὴ νομιμοποίηση τοῦ Παπισμοῦ».
Σὲ ἄλλο ἄρθρο του ὁ π. Θεόδωρος πληροφορεῖ πὼς σὲ «Δελτίο Τύπου» τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, ὁ κ. Ἀμβρόσιος «ἀναλαμβάνει νὰ ἀπαντήσει στὸ ἐρώτημα, τί εἶναι οἱ Παπικοί, αἱρετικοὶ ἢ σχισματικοί. Ἡ ἀπάντηση βέβαια δὲν στηρίζεται στὴν καθολικὴ καὶ διαχρονικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, βάσει τῆς ὁποίας οἱ Παπικοὶ εἶναι αἱρετικοί… Λέγει, λοιπόν, τὸ κείμενο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καλαβρύτων: “Στὸ ἐρώτημα: τί εἶναι οἱ Παπικοί; Αἱρετικοί… ἢ Σχισματικοί, ὅπως ὑποστήριξε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης μας, ἔδωσε ἀπάντηση ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστόδουλος”. Δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο. Εἶναι ἀδελφοί μας τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ δόγματος. Ἡ Ἐκκλησιολογία τῶν ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἡ ἐξίσωση τῶν ὁμολογιῶν, ποὺ σημαίνει ταύτιση καὶ ἐξίσωση τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὶς αἱρέσεις, ἐκφράζονται μέσα σὲ λίγα λόγια»!  (π. Θεόδωρος Ζήσης, «Ὀρθόδοξος Τύπος», τεῦχος 3ης καὶ 10ης Νοεμβρίου 2006).
Ἄλλο ἄρθρο τοῦ π. Θεοδώρου στὸν «Ο.Τ.» μὲ τίτλο: «Ἡ Παπικὴ νόσος καλπάζει. Ἐπίσκοποι φυγάδες καὶ ριψάσπιδες, Εἶναι αἵρεση ὁ Παπισμὸς καὶ ὅσοι ἐπικοινωνοῦν μαζύ του χάνονται. Τὰ συμπτώματα τῆς παπικῆς νόσου. Ἔχουν προσβληθῆ πολλοὶ Ἐπίσκοποι» (τὸ ἄρθρο περιέλαβε στὸ βιβλίο του «Τὰ Ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, Οἰκουμενισμὸς καὶ Παπισμός», σελ. 335-344). Ἔγραφε γιὰ τὸν κ. Ἀμβρόσιο:
«Ὑπάρχει μιὰ συνέντευξη τοῦ μητροπολίτου Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας κ. Ἀμβροσίου, τὴν ὁποίαν παρακολουθήσαμε καὶ μείναμε ἐμβρόντητοι γιὰ τὴ θεολογικὴ συγκρότηση… Σὲ ἐρώτηση περὶ τοῦ ἂν ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵρεση, ἀπάντησε: ”Αὐτὰ τὰ θέματα εἶναι θεολογούμενα. Δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ νὰ λέει: ὁ πάπας εἶναι αἱρετικός. Δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις ποὺ νὰ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ… Δὲ θὰ σᾶς διδάξω ποτὲ ὅτι ὁ Πάπας εἶναι αἱρετικός. Εἶναι σχισματικός”. Μᾶς ἐδίδαξαν ὅμως τόσοι Ἅγιοι περὶ τοῦ ὅτι ὁ πάπας εἶναι αἱρετικός, Ἅγιε Καλαβρύτων, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ χρειαζόμαστε τὴ διδασκαλία σας, ἀλλὰ καὶ νὰ ὀργιζόμαστε γιὰ ὅσα λέτε…, συγχρόνως ὅμως καὶ νὰ ἐξηγοῦμε γιατὶ μπόρεσε τόσο εὔκολα, μὲ τέτοιους παπίζοντες καὶ λατινόφρονες ποιμένες, νὰ ἔλθει ὁ πάπας στὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα.
»Τὸ πιὸ ἐξοργιστικὸ καὶ ἀπρόσμενο εἶναι τὸ ὅτι μᾶς διδάσκει πὼς καὶ “τὸ Filioque δὲν εἶναι αἵρεσις”… Εἰσάγοντας δὲ ἕνα φοβερὸ ἀγνωστικισμὸ καὶ ἀπίστευτη ἀμφιβολία γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων λέγει τὸ ἑξῆς: “Ἀλλά, ἂν τὸ στέλλει τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ὁ Πατὴρ  καὶ ὁ Υἱός,  ἐγὼ δὲν ἤμουνα σύμβουλος ἐκεῖ γιὰ νὰ δῶ τί ἔγινε”»!
Ὡς ἐκ τούτου, ὅπως σὲ ἄλλο ἄρθρο του ἔχει γράψει:
«Στην διαχρονική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ο οικουμενιστής και λατινόφρων επίσκοπος είναι καθηρημένος, εφ' όσον δεν ανεκάλεσε τις πλάνες του και δεν μετενόησε, έστω και αν ομόφρονες συνεπίσκοποι δεν τον εκάλεσαν σε απολογία… Καθηρημένος είναι ο μητροπολίτης Καλαβρύτων, για όσα βλάσφημα ετόλμησε να διατυπώσει για το δόγμα περί της εκπορεύσεως του Άγιου Πνεύματος κατά την προετοιμασία της επίσκεψης του πάπα το 2001». [Βέβαια, τώρα, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, ὡς ἕνας ἐκ τῶν «συμβούλων» τοῦ «Ο.Τ.» δέχεται νὰ δημοσιεύονται ἄρθρα τοῦ Καλαβρύτων στὸν «Ο.Τ.»!].
Εἶναι φανερὴ ἡ ἀλλαγὴ γραμμῆς τοῦ «Ο.Τ.» καὶ τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν. Θλίβεται κανεὶς μὲ τὴν τροπὴ ποὺ ἔχουν πάρει τὰ πράγματα. Ἡ αἵρεση νὰ αὐξάνει καὶ νὰ προοδεύει καὶ οἱ ἄλλοτε Ὀρθόδοξοι ἀγωνιστές, οἱ ὁποῖοι σήμερα εἶναι μόνο στὸ ὄνομα ἀντι-Οἰκουμενιστές, νὰ συμβιβάζονται, νὰ χαρτοπολεμοῦν καὶ νὰ κοινωνοῦν μὲ αὐτούς, ἡ οἰκουμενιστικὴ συμπεριφορὰ τῶν ὁποίων ἄλλοτε τοὺς ἐξόργιζε!!!
Σημάτης Παναγιώτης

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Διάλογος Ορθοδόξων-Καθολικών, Κ. Νούση. Σχόλια.



Ὁ κ. Νούσης τίποτα δὲν ἔχει διδαχθεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Παπισμοῦ· τίποτα δὲν ἔχει διδαχθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τὴν Οὐνιτικὴ πρακτικὴ τῶν Παπικῶν, οἱ ὁποῖοι δέχονται νὰ θυσιάσουν ἀκόμα καὶ τὸ filioque γιὰ τὴν Παγκυριαρχία τους στὸ θρησκευτικὸ χῶρο, τὴν ἐντάσσει «στην πραγματική διάθεση αμφοτέρων των διαλεγομένων για μια ρεαλιστική και εν Κυρίω κοινωνία και επανένωση της διηρημένης χριστιανοσύνης»! Ὅσους δὲ ἐπικαλοῦνται τὶς θέσεις τῶν Ἁγίων, τοὺς ἐντάσσει «στον χώρο της αντιρρητικής θεολογίας και παραφιλολογίας (καί) στην καχύποπτη και στείρα απολογητική νοοτροπία του παρελθόντος»!
Παραθέτουμε τὶς οὐρανοβάμονες θέσεις τοῦ κ. Νούση, ποὺ λειτουργοῦν ὑπὲρ τῆς Πανθρησκείας, γιὰ τὴν ὁποία ἐργάζεται ὁ Πάπας, ὁ Πατριάρχης καὶ ἡ Νέα Τάξη πραγμάτων, ὄχι γιατὶ περιμένουμε νὰ τὸν πείσουμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὲς οἱ θέσεις ὅλο καὶ περισσότερο διακινοῦνται ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστικοὺς κύκλους καὶ ὅσους νομίζουν ὅτι μὲ νηφαλιότητα ἀσκοῦν ἀμερόληπτη κριτική.
Στὴ συνέχεια παρουσιάζουμε κάποιες θέσεις συγχρόνων θεολόγων καὶ ἱερωμένων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες γίνεται κατανοητὸ ὅτι δὲν εἶναι μόνο τὸ filioque (ἂν καὶ ἦταν μία ἀπὸ τὶς πρῶτες αἰτίες), οὔτε μόνο τὸ πλῆθος τῶν ἄλλων αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ, ποὺ κάνει ἀδύνατη τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Παπικῶν στὴν Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ κυρίως, ἐκεῖνο ποὺ δὲν βλέπει ὁ κ. Νούσης, εἶναι ὅτι λείπει ἡ μετάνοια καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ Βατικανοῦ· ἀπὸ τὴν μεριὰ δὲ τοῦ Φαναρίου ἐφαρμόζεται μιὰ βλάσφημη πορεία πρὸς «Ἕνωση», ποὺ ἀντιστρατεύεται τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, Ἁγίων καὶ Μαρτύρων.
Καὶ μόνο ἡ ἐπιμονὴ νὰ ὁμιλοῦν γιὰ «ἀδελφὲς Ἐκκλησίες» καὶ «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» (ὅπως ἀποδέχεται ὁ αἱρετίζων Πατριάρχης Βαρθολομαῖος), ἀντὶ γιὰ τὴν ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία, ἀποδεικνύει ὅτι ἀποκλείεται νὰ ὁδηγηθοῦν σὲ καλὸ ἀποτέλεσμα οἱ πορευόμενοι σὲ δρόμους ἀντίθετους ἀπὸ ἐκείνους ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐχάραξαν μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

1. Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ κ. Νούση:

«Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγχρονη θρησκευτική πραγματικότητα, θα δούμε οπωσδήποτε σημαντικά βήματα τα οποία κατά το παρελθόν μάλλον θα ήταν αδιανόητα... Θα ήθελα να σημειώσω περισσότερο κάποιες «δογματικές υποχωρήσεις» από την πλευρά των ρωμαιοκαθολικών, οι οποίες, αν δεν δοθεί η δέουσα προσοχή, θα υπάρξει κίνδυνος να εκπέσουν στον χώρο του έθους και να τις αντιπαρέρχονται αμφότεροι οι συζητητές σαν κάτι το επουσιώδες: το πρώτο είναι το Filioque και το δεύτερο ο τρόπος μυστηριακής κοινωνίας των πιστών.

Δεν πρόκειται όσον αφορά τα ανωτέρω για ουνιτική πρακτική, κάτι βέβαια που θα μπορούσε ευλόγως να τεθεί εν προκειμένω ως ένσταση. Αν αναλογιστούμε εδώ την ύψιστης εκκλησιολογικής σημαντικής παράμετρο ότι η εν Ελλάδι αυτή πρακτική (της αφαίρεσης του φιλιόκβε και της μετάληψης εξ οίνου και άρτου) τυγχάνει της «ευλογίας» και γίνεται εν γνώσει της Ρωμαϊκής Καθέδρας και συνυπολογίσουμε τις εισηγήσεις σύγχρονων ρωμαιοκαθολικών θεολόγων για επίσημη αφαίρεση του Filioque σε παγκόσμιο επίπεδο, δούμε δε ταυτόχρονα και την επέκταση της πρακτικής τής εξ αμφοτέρων των ευχαριστιακών ειδών (οίνου και άρτου) κοινωνίας των Καθολικών πιστών σε οικουμενικό επίπεδο, τότε θα διαισθανθούμε πόσο έχουν αλλάξει οι καιροί και τους νέους ορίζοντες που ανοίγονται στη διομολογιακή προσέγγιση. Οι «προκλητικές» αυτές φιλενωτικές ενέργειες – προτάσεις των Λατίνων δεν πρέπει να βαλτώσουν στον χώρο της αντιρρητικής θεολογίας και παραφιλολογίας ούτε στην καχύποπτη και στείρα απολογητική νοοτροπία του παρελθόντος. Θα πρέπει να ληφθούν σαν αφορμές και ευκαιρίες αληθινής κοινωνίας και υπέρβασης και των «δευτερευόντων» προσκομμάτων, είτε δογματικών είτε λειτουργικών.

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός εντοπίζει στο Filioque την αιτία του σχίσματος: «τὴν μὲν οὖν αἰτίαν τοῦ σχίσματος ἐκεῖνοι δεδώκασι, τὴν προσθήκην ἐξενεγκόντες ἀναφανδόν, ἥν ὑπ’ ὀδόντα πρότερον ἔλεγον· ἡμεῖς δὲ αὐτῶν ἐσχίσθημεν πρότεροι, μᾶλλον δὲ ἐσχίσαμεν αὐτοὺς καὶ ἀπεκόψαμεν τοῦ κοινοῦ τῆς Ἐκκλησίας σώματος» (από την επιστολή «τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καὶ τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς»). Ορίστε, λοιπόν!  Εκείνοι έδωσαν την αιτία τότε, εκείνοι φαίνεται τώρα να την αίρουν από μόνοι τους. Αν το καλοσκεφτούμε και εφόσον ήδη η Λατινική Εκκλησία το έχει σχεδόν επίσημα αφαιρέσει από τη δογματική της διδασκαλία, ειλικρινά απορεί ένας αντικειμενικός ή εξωτερικός απαθής παρατηρητής των τεκταινομένων τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό ακόμη που πραγματικά χωρίζει θεολογικά Ορθοδόξους και Καθολικούς ή και απλά βραδύνει τις διαδικασίες μιας επίσημης ένωσης. Από τα λόγια του Αγίου προκύπτει απλά, καθαρά και ξάστερα ότι η άρση της αιτίας επιφέρει φυσικά, λογικά και αυτόματα την ένωση.  Μήπως, λοιπόν, τα πράγματα δεν είναι τόσο αυτονόητα και εύκολα, όσο εκ πρώτης όψεως φαίνονται και προωθούνται τελευταία τοιουτοτρόπως;».

(Κωνσταντίνου Νούση, Διάλογος Ὀρθοδόξων καὶ Καθολικῶν: βήματα ἕνωσης ἢ κίνδυνος ἔκπτωσης στὸ σύνηθες;).



2. Θέσεις ἱερωμένων καὶ θεολόγων ποὺ ἀποδεικνύουν:

ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς «ἀπαθὴς παρατηρητὴς τῶν τεκταινομένων» ἐκεῖνος ποὺ δὲν βλέπει τὴν δολιότητα καὶ ὑποκρισία τῶν δύο πλευρῶν, Βατικανοῦ καὶ Φαναρίου, ἀλλὰ καὶ ποῦ ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία μας ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος· ποὺ βλέπει μόνον τὸ filioque καὶ ἀγνοεῖ τὶς πλέον τῶν εἴκοσι αἱρετικῶν δοξασιῶν ποὺ ἔχουν οἱ Παπικοί, ἀλλὰ καὶ τὶς ἄπειρες τῶν Προτεσταντῶν.

Ἤδη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παρομοιάζει (καὶ ἡ διαρρεύσασα ἱστορία ἔχει ἐπιβεβαιώσει) τὴν πτώση τῶν Παπικῶν μὲ αὐτὴ τοῦ ἐλέφαντα, ὁ ὁποῖος, ἂν πέσει, δὲν μπορεῖ μετὰ νὰ σηκωθεῖ λόγῳ τοῦ πάχους του καὶ χρειάζεται βοήθεια. Ὁ δὲ παπισμός, ἔπεσε εἰς τὴν αἵρεση ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό καὶ τὴν ὑπερηφάνεια τῶν Παπῶν («ἐπηρμένην ὀφρὺν τῶν Δυτικῶν», κατά τήν ἔκφραση τοῦ Μ. Βασιλείου) καὶ δὲν δέχεται βοήθεια γιὰ νὰ σηκωθεῖ, ἀλλὰ μεθοδεύει αἰῶνες τώρα, τὴν ὑποδούλωση τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὸ Βατικανό.

Οἱ αἱρέσεις τοῦ Πάπα, τὶς ὁποῖες ἀπαριθμεῖ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης εἶναι πλέον τῶν εἴκοσι. Γράφει σχετικά, ἀναφέροντας κάποιες:

«Δυστυχώς το φως που έδωσε η πατριαρχική θεία λειτουργία στο Φανάρι με την λειτουργική συμμετοχή του πάπα δεν ήταν το αληθινό Φως, η αληθινή πίστις, αλλά το σκότος και η πλάνη των αιρέσεων του filioque, του πρωτείου, των αζύμων, του καθαρτηρίου πυρός, της κτιστής Χάριτος, της κακοποιήσεως όλων των μυστηρίων, της κοσμικής εκκλησίας του Βατικανού που υπέκυψε στους πειρασμούς του Διαβόλου, για να αποκτήσει πλούτη και εξουσία, να γίνει κοσμικό κράτος και ουσιαστικά να παύσει να έχει σχέση με τον Χριστό και τον Χριστιανισμό κατά τον Ντοστογιέφσκυ».

(π. Θεοδώρου Ζήση, Μακρὰν τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡ συνάντησις Βαρθολομαίου καὶ πάπα Ρώμης Βενεδίκτου).

Δυστυχῶς, ἡ Ὀρθόδοξη πλευρὰ συνεχῶς ὑποχωρεῖ καὶ ἀποδέχεται αἱρετικὲς θέσεις τῶν Παπικῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ ποὺ ἀρνοῦνται τὶς δογματικὲς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ὁδηγήσουν τοὺς αἱρετικοὺς σὲ σωτήριους δρόμους;

Ἤδη ἀπὸ τὸ 1980-90, πρὶν ἀκολουθήσουν οἱ ἄλλες ταπεινώσεις καὶ προδοσίες στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε καὶ τὸ Πουσάν, τὰ συλλείτουργα καὶ τὸ ὄργιο τῶν σύγχρονων συμπροσευχῶν, ὁ ἀείμνηστος ἤδη π. Γεώργιος Καψάνης ἔγραφε:

«Ὁ ΡΚαθολικισμὸς  ἀναγνωρίζεται  ὡς ἰσότιμος Ἐκκλησία μὲ τὴν καθ’ ἡμᾶς Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία...  Μετὰ τὴν ψευδο-σύνοδο Φερράρας... εἶναι ἡ δεύτερη φορὰ ποὺ Ὀρθόδοξοι ἀμνηστεύουν τὶς σοβαρὲς αἱρέσεις» τοῦ παπισμοῦ. «Καὶ ὁ μὲν παπισμὸς ἐπέτυχε  ...ὅ,τι  μὲ  τὸν  Διάλογο “ἀγάπης  καὶ ἀλήθειας”  ἐστόχευε, ἡ δὲ Ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία …ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν διάλογο τετρωμένη» (Καψάνη Γ., Ὀρθοδοξία καὶ Οὐμανισμός, Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός, 1995, σ. 7-8).

«Ἡ ἀνεκτικὴ στάσις τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τοῦ παπισμοῦ δὲν δικαιολογεῖται  γιὰ σοβαροὺς λόγους: α) Διότι τὸ Βατικανὸ ὄχι μόνο δὲν ἀρνεῖται ἢ τουλάχιστον ἀποσιωπᾶ τὰ αἱρετικά του δόγματα, ἀλλὰ τὰ ἀνανεώνει καὶ διακηρύττει…, β) Διότι τὸ Βατικανὸ ἐργάζεται κατὰ τῶν ὀρθοδόξων λαῶν μὲ τὴν οὐνία καὶ τὶς πολιτικοοικονομικές του ἐπεμβάσεις…, δ) Διότι πολλοὶ δυτικοὶ χριστιανοὶ ἀπογοητευμένοι ἀπὸ τὴν ἔκπτωση τοῦ ΡΚαθολικισμοῦ ἀναζητοῦν τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ τελικῶς δὲν τὴν εὑρίσκουν, διότι οἱ διαλεγόμενοι... λέγουν: “Μείνατε ὅπου εἶστε. Εἴμαστε τὸ ἴδιο. Ἡ ἕνωσις ἐπίκειται”. Ἔτσι κλείνεται ἡ θύρα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν σὲ πολλὲς ψυχὲς ποὺ ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ σωτηρία τους» (Καψάνη Γ., Ὀρθοδοξία καὶ Οὐμανισμός, Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός, 1995, σ. 8).

Καὶ ἐπειδὴ πλέον ὅλα σχετικοποιοῦνται καὶ τὸ ὀρθόδοξο αἰσθητήριο ἔχει ἀλλοιωθεῖ τρομερά, νὰ ὑπενθυμίσουμε τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας στὸ πρόσφατο παρελθόν, κι ὄχι στὰ χρόνια τοῦ Μεσαίωνα, για τὶς συμπροσευχές: «Μᾶς ἐρωτοῦν –γράφει τὸ ἐπίσημο περιοδικὸ  τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος “Ἐκκλησία” (τὸ 1956)– «ἐὰν κανονικῶς ἐπιτρέπονται συλλειτουργίαι καὶ συμπροσευχὴ» μετὰ ἑτεροδόξων «ὡς τοῦτο φέρεται ἐπισυμβαῖνον ἐν Ἀμερικῇ. Ἀπαντῶμεν καθηκόντως, ὅτι τοῦτο καὶ ἄηθες εἶναι καὶ ἀντικανονικόν, ...καὶ συντελούμενον ἀσκεῖ ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν…’’».

Ἀλλὰ ὄχι μόνο τὸ περιοδικὸ Ἐκκλησία, μὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὅταν τὸ 1999 διαμαρτύρονταν ἀκόμα θεοφιλῶς οἱ Ἁγιορεῖτες γιὰ τὶς πανάθλιες συμπροσευχές του, γιὰ νὰ τοὺς καθησυχάσει, ἔστειλε ἐπιστολὴ πρὸς αὐτοὺς καὶ ψευδόμενος αἰσχρά -ὁ «εἰλικρινὰ ἐνδιαφερόμενος» γιὰ τὴν Ἀλήθεια καὶ τοὺς ἑτερόδοξους Πατριάρχης(!)- δήλωνε ὅτι ἀποκηρύττει  τὶς συμπροσευχές, τάχα. Ἔγραφε ὁ κ. Βαρθολομαῖος:

«Περί των συμπροσευχών μετά των ετεροδόξων υπενθυμίζομεν υμίν ότι ήδη από του έτους 1952 το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δια της από 31.1.1952 Εγκυκλίου αυτού εδήλου ότι φρονεί ότι …δέον ίνα οι Ορθόδοξοι Κληρικοι Αντιπρόσωποι ώσιν όσω το δυνατόν εφεκτικοί εν ταις λατρευτικαις μετά των ετεροδόξων συνάξεσιν, ως αντικειμέναις προς τους Ιερούς κανόνας και αμβλυνούσαις την ομολογιακήν ευθιξίαν των Ορθοδόξων, επιδιώκοντες ίνα τελώσιν, ει δυνατόν, καθαρώς ορθοδόξους ακολουθίας και τελετάς"… Συνεπώς, είναι άδικον να αποδίδωνται ευθύναι εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον διά, τυχόν, παραβιάσεις της συστάσεως αυτού αυτής υπό διαφόρων κληρικών και δη κατά το πλείστον ανηκόντων εις άλλας Εκκλησίας… Σημειωτέον ότι… κατά την Διορθόδοξον Συνάντησιν της Θεσσαλονίκης της 29/4-2/5/ 1998 απεφασίσθη, κατόπιν πρωτοβουλίας της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καίτοι καί τινες άλλοι ηθέλησαν να οικειοποιηθούν την πατρότητα της προτάσεως, όπως οι ορθόδοξοι Σύνεδροι, οι μέλλοντες να συμμετάσχουν εις την εν Χαράρε Η' Γενικήν Συνέλευσιν του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, μη συμμετάσχουν εις οικουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας και άλλας θρησκευτικάς τελετάς διαρκούσης της Συνελεύσεως, τούτο δε αποτελεί εκδήλωσιν της ισχύος της σταθεράς γραμμής της ως άνω Εγκυκλίου του 1952, η οποία ουδέποτε ανεκλήθη, έστω και αν, άνευ συναινέσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παρεβιάσθη ενίοτε, η ηρμηνεύθη άλλοτε συσταλτικώς ως αφορώσα μόνον εις την μη συμμετοχήν εις την εν στενή έννοια λατρείαν (θείαν Λειτουργίαν)».

Ξεχνοῦν, λοιπόν, οἱ οἰκουμενίζοντες θεολόγοι, ὅτι ἐργώδης προσπάθεια τοῦ Πάπα δὲν εἶναι ἄλλη, ἀπὸ τὸ νὰ ἀπορροφήσει τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μὲ τὴ συνεργασία τῶν ἐξωνημένων ἡγετῶν της.

 Ἔγραφε τὸ περιοδ. «Ὅσιος Γρηγόριος» τὸ 2001, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ π. Γεωργίου Καψάνη: «Ἐπιτρέπεται νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Πάπα  γίνεται χωρὶς δόλο καὶ χωρὶς ἀπώτερους κινδύνους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας;  Ὀρθῶς παρετηρήθη ὅτι ἡ παπικὴ διπλωματία κάνει κάποια ἐνέργεια σήμερα, γιὰ νὰ ἀποδώση καρποὺς μετὰ ἀπὸ ἑκατὸ καὶ  διακόσια χρόνια…
Δὲν εἶναι ἄγνωστο ὅτι ἡ Δύσις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναδείξη τὸν Πάπα ὡς τὸν θρησκευτικὸ ἡγέτη ὅλης τῆς χριστιανοσύνης καὶ τῆς ἑνωμένης Εὐρώπης. Νομίζουμε ὅτι καὶ ὁ διάλογος ἀγάπης ποὺ ἄρχισε πρὶν ἀπὸ μερικὲς δεκαετίες, ἐνῶ δὲν σημείωσε καμμιὰ πρόοδο στὸ θεολογικὸ πεδίο, ἄνοιξε τὸν δρόμο γιὰ τὴν διείσδυση τοῦ πάπα στὶς Ὀρθόδοξες χῶρες καὶ τὴν προβολή του ἀκόμη καὶ μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ μάλιστα τῶν πολιτικῶν ὡς παγχριστιανικοῦ καὶ πανθρησκειακοῦ ἡγέτου. Ὡς ἐκ τούτου,  θὰ ἦταν ἄστοχο  νὰ μὴ συσχετισθῆ  ἡ ἔλευσις τοῦ Πάπα στὴν Ἑλλάδα μὲ τὶς ἱστορικὰ βεβαιωμένες ἐπιδιώξεις τοῦ Βατικανοῦ στὴν Ἀνατολή» («Ὅσιος Γρηγόριος», περίοδος Β΄, 2001, ἀρ. 26, σ. 97-98).

Καὶ σὲ προγενέστερο τεῦχος: «Σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς ἐνδείξεις (τὸ Βατικανό) ...προετοιμάζει μιὰ “ἕνωση” οὐνιτικοῦ τύπου. Στὴν ἀρχὴ θὰ συμφωνηθῆ νὰ διατηρήση κάθε ἐκκλησία τὶς ἰδικές της παραδόσεις (τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο νὰ ἰσχύει γιὰ τὴ δύσι), οἱ δὲ ἄλλες δογματικὲς διαφορὲς νὰ θεωρηθοῦν ὡς θεολογούμενα ζητήματα. Σιγά-σιγὰ ὅμως τὸ Βατικανὸ θὰ ἀποκτᾶ τὴν αὐξανόμενη ἐπιβολὴ τῆς Ρωμαϊκῆς κυριαρχίας στὴν Ἀνατολή, μέχρι τελείας ἐπικρατήσεώς της» (Περιοδ. «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», 1981, ἀρ. 6).  

Στὸ ἴδιο συμπέρασμα ἔχει καταλήξει καὶ ὁ καθηγητὴς Δογματικῆς Μ. Φαράντος:  «Αὐτὸ  θὰ εἶναι τὸ μοντέλο ‘‘ἑνώσεως’’ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν: τὸ  Οὐνιτικόν.  Ἡ  Ὀρθοδοξία θὰ παραμείνει ἀλώβητη καὶ ὡς ἔχει, ὅπως οἱ Οὐνιτικὲς Ἐκκλησίες, ἀλλὰ θὰ προσαρμοσθεῖ στὰ δυτικὰ δεδομένα, δηλ. θὰ οἰκειοποιηθεῖ τὸ ‘‘χριστιανικὸ’’ φρόνημα τῶν  ‘‘πολιτισμένων’’ δυτ. Ἐκκλησιῶν… ποὺ συνοδοιποροῦν στὴν νοοτροπία καὶ στὴν πολιτικὴ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς βίας τῶν Δυτικο-Ευρωπαίων». Καί: «Ὅλοι οἱ "διάλογοι" μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν γίνονται ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης βάσεως: στὸ πόσα εἶναι διατεθειμένοι νὰ  "ἐκχωρήσουν"  οἱ ὀρθόδοξοι στοὺς δυτικοὺς ἐκ τῶν κυριαρχικῶν των δικαιωμάτων» (Φαράντου Μ.,  Ἀντί-φωνα,  σ. 27, 28).

Καὶ ὁ π. Γ. Μεταλληνός: Ὁ διάλογος «νοεῖται  ὡς "ἀμοιβαία ἀναγνώριση"  καὶ ὄχι συνάντηση στὴν ἀλήθεια...  Αὐτὸ ὅμως συνιστᾶ "οὐνιτισμόν"» (Μεταλληνοῦ Γ., Οἱ Διάλογοι χωρὶς Προσωπεῖον).

Καὶ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης: «Συνοπτικὰ παρατηροῦμε ὅτι ἀπὸ τὴν πεῖρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ ἱστορίας ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ αἵρεση καὶ ἡ πλάνη ἔχουν σύμφυτα τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ τὴν ὑπερηφάνεια· εἶναι οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τους.  Οἱ αἱρετικοὶ δὲν ταπεινώνονται, δὲν μετανοοῦν...» (Ζήση Θ., ἐφ. “Ὀρθ. Τύπος”, 27-4-2001, φ. 1409).

Ἐπίσης ἔγραφε ὁ Κ. Μουρατίδης τὴ δεκαετία τοῦ 1980: «Ὁ παρὼν θεολογικὸς διάλογος δὲν φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ  στὴν ποθητὴ  ἑνότητα,  ἀλλὰ στὴν "ἕνωση" τῶν "ἐκκλησιῶν".  Οἱ προβλέψεις ὅσων ἔλεγαν ὅτι ἡ Ρώμη δὲν ἔχει διάθεση  γιὰ διάλογο “ἐν τῇ ἀληθείᾳ”, ἀλλὰ μᾶς παραπλανᾶ καὶ στοχεύει σὲ ἕνωση ὑπὸ τὸν Πάπα, ἐπαληθεύονται. Ἀντίθετα, ὅσοι ἀπὸ ἐνθουσιασμό, κακὸ ὑπολογισμὸ ἢ ἄλλα κίνητρα μᾶς ἔσυραν στὸ διάλογο,  ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἡ ἐκκλησία βγαίνει τραυματισμένη,  καὶ μᾶς διαβεβαίωναν γιὰ τὶς καλὲς προθέσεις τῶν παπικῶν,  ἀστόχησαν».
Ὁ Μουρατίδης ἐπίσης ἔγραφε, ὅτι ὅσοι συμμετέχουν στὸ διάλογο πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι διὰ τῆς συμμετοχῆς των «καλοῦνται νὰ συγκαλύψουν... τὴν πλεκτάνην τοῦ Βατικανοῦ πρὸς ἐξαπάτησιν...τοῦ Λαοῦ διὰ τὸν δῆθεν θεολογικὸν διάλογον… Κατὰ τὸ Παπικὸν σχέδιον… οἱ Ὀρθόδοξοι βλέποντες αὐτὸν τὸν συνεχῆ συγχρωτισμὸν Ὀρθοδοξίας καὶ Παπισμοῦ, τὴν συμπροσευχήν… θὰ περιέλθουν σὺν τῷ χρόνῳ καὶ βαθμιαίως εἰς πλήρη σύγχυσιν» (Μουρατίδη Κ., Ἡ ἀλήθεια διὰ τὸν «Θεολογικὸν» διάλογον, “Κοινωνία”, 1980, τ. 2ο, σελ. 145-146).

Θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κάποιος –μετὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἐνδεικτικά– ὅπως ὅσοι σιγοντάρουν τοὺς Οικουμενιστὲς ἰσχυρίζονται, ὅτι βλέπουμε τὰ πράγματα μὲ καχυποψία;

Ὄχι, δὲν βλέπουμε συνωμοσίες. Ἁπλὰ ἀντιμετωπίζουμε τὰ πάντα, κάτω ἀπὸ το πρῖσμα τοῦ Εὐαγγελίου: «Μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι»; Γιατὶ «πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον»; (1Ιω. 4,1).  Ἔβλεπε συνωμότες ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης, ὅταν ἔγγραφε αὐτά; Χωρὶς συνωμοτικὴ ψυχολογία ἐξετάζουμε τὰ πάντα μὲ τὸ βλέμμα τῶν Ἁγίων μας, οἱ ὁποῖοι –ὡς οἱ κατ’ ἐξοχὴν “βλέποντες”–  μᾶς ὑποβοηθοῦν νὰ βλέπουμε, καθόσον τοὺς ἀκολουθοῦμε, τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου.

Ἔτσι καταλαβαίνουμε καλύτερα, γιατὶ πολλοὶ Πατέρες, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὁ Rose Seraphim κ.ἄ., χαρακτηρίζουν τὸν Οἰκουμενισμό (Βατικάνειο, Προτεσταντικὸ καὶ Ὀρθόδοξο) ὡς Παναίρεση. «Tὸ χαρακτηριστικὸ πιστεύω τῆς αἵρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι αὐτό: ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ· ὅτι ἡ χάρη τοῦ θεοῦ εἶναι παροῦσα καὶ σὲ ἄλλες “χριστιανικὲς” ὁμολογίες..., ἀκόμα καὶ στὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες· ὅτι ἡ στενὴ ὁδὸς πρὸς τὴ σωτηρία σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία... τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι μόνο “ἕνας δρόμος ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς”...».

Θὰ θυμήσω πάλι τὸ ἐρώτημα τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου: Ἐκεῖνος, ποὺ «ὄχι μόνον δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὸν "αἱρετικὸν ἄνθρωπον", ἀλλὰ δίδει εἰς τοῦτον καὶ Αὐτὸν τὸν Κύριον ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, οὗτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀποστολικὴν ...πίστιν;» (Πόποβιτς Ἰουστίνου, Ὀρθόδοξος  Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός, σελ. 230).

Καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁρίζει ὡς «Μισανθρωπίαν» καὶ «ἀγάπης θείας χωρισμὸν» τὸ νὰ ἐκλαμβάνουμε καὶ νὰ ἀποκαλοῦμε τὴν πλάνη ὡς Ἐκκλησία, ἁπλούστατα, γιατὶ ἔτσι τὴν ἰσχυροποιοῦμε.
Γράφει: “Οὐ θέλων δὲ τοὺς αἱρετικοὺς θλίβεσθαι, οὐδὲ χαίρων τῇ κακώσει αὐτῶν γράφω ταῦτα, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τῇ ἐπιστροφῇ μᾶλλον χαίρων καὶ συναγαλλόμενος… Πρὸς μόνον τὸ καθοτιοῦν αἱρετικοῖς συνάρασθαι εἰς σύστασιν τῆς φρενοβλαβοῦς αὐτῶν δόξης, σκληροὺς παντελῶς εἶναι ὑμᾶς καὶ ἀμειλήκτους βούλομαί τε καὶ εὔχομαι. Μισανθρωπίαν γὰρ ὁρίζομαι ἔγωγε καὶ ἀγάπης θείας χωρισμὸν τὸ τῇ πλάνῃ πειρᾶσθαι διδόναι ἰσχὺν εἰς περισσοτέραν τῶν αὐτῇ προκατειλημμένων φθοράν”» (Πόποβιτς Ἰουστίνου, ὅπ. παρ., σελ. 228).
Καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ κείμενο αὐτὸ ἔγραφε ὁ π. Σπυρ. Μπιλάλης: «Ἡ ἀνοχὴ καὶ ἀμνηστία τῆς αἱρέσεως εἶναι κακέκτυπον ἀγάπης καὶ συγκεκαλυμμένον μῖσος… Εἰς τὸν Οἰκουμενισμὸν …τὸν ἀμνηστεύοντα τὸν παναιρετικὸν παπισμόν, κρύπτεται ἡ βαρυτέρα μορφὴ τῆς μισανθρωπίας», ὅπως τοῦτο χαρακτηριστικὰ φαίνεται ἀπὸ τὴν (παραπάνω διακήρυξη) τοῦ ἁγ. Μάξιμου (Μπιλάλη Σπ., Ἡ αἵρεσις τοῦ Filioque, σ. 476-477).

Εἶναι πασιφανές, λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεση μετανοίας ἀπὸ τοὺς Παπικούς, δυστυχῶς δέ, οὔτε ἀπὸ τοὺς «ὀρθόδοξους» Οἰκουμενιστὲς τοῦ Φαναρίου καὶ ὅσους συμπορεύονται. Ἔγραφε –ὡς Καθηγούμενου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων– ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης: «Ἕνας ΡΚαθολικὸς μπορεῖ νὰ βαπτισθεῖ καὶ νὰ γίνει ὀρθόδοξος ...τὸ Βατικανό, δὲν βαπτίζεται (=δὲν μετανοεῖ)... Αὐτὸ φανερώνεται ξεκάθαρα σήμερα, μὲ τὶς ἀλλαγὲς στὶς ἀνατολικὲς χῶρες καὶ μὲ τὴν πρoώθηση μὲ μεσαιωνικὸ τρόπο τῆς οὐνίας ἐκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ. Ὁπότε φάνηκε τί εἶναι οἱ θεολογικοὶ διάλογοι τῆς ἀγάπης οἱ ὁποῖοι διεξάγονται ἐκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ»! (Γοντικάκη Βασ., , στὸ συλλογ. τόμο: Ἀναζητώντας τὴν Ταυτότητά μας, 1997, σ. 101-102).


Ἴσως ὑπάρξει ὁ ἀντίλογος: Ἀποκλείεται ἡ μετάνοια;

Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ μετάνοια εἶναι ἔμπρακτη. Καὶ συνίσταται (στὴν περίπτωση ποὺ ἐξετάζουμε) στὴν ἀποκήρυξη τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν Μία Ἐκκλησία. Ὄχι στοὺς συμβιβασμούς· ὄχι στὰ καραγκιοζιλίκια τῶν συμπροσευχῶν· ὄχι στὶς πολυποίκιλες φιέστες· ὄχι στὴν ἐξαπάτηση τοῦ ὀρθόδοξου Λαοῦ καὶ στὶς δόλιες τακτικές.
Σημάτης Παναγιώτης

Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ κ. Νούση:

Διάλογος Ορθοδόξων και Καθολικών: βήματα ένωσης ή κίνδυνος έκπτωσης στο σύνηθες;
του θεολόγου-φιλολόγου Κωνσταντίνου Νούση
8 Ιουνίου 2014, 09:10

Ζούμε τις τελευταίες μέρες έναν οργασμό διαχριστιανικών επαφών ανάμεσα σε Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς. Μια έντονη κινητικότητα στην οποία κάποιοι ίστανται με θεμιτή ή όχι αισιοδοξία και φιλενωτική διάθεση, άλλοι με σκεπτικισμό και επιφυλακτικότητα, έτεροι δε με ανησυχία, απολογητική επιθετικότητα
και μία εν γένει αρνητικότητα, η οποία συνήθως αγγίζει τα όρια του φονταμενταλισμού. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν εντοπίζεται σε καμιά εκ των παραπάνω τάσεων, όσο στην πραγματική διάθεση αμφοτέρων των διαλεγομένων για μια ρεαλιστική και εν Κυρίω κοινωνία και επανένωση της διηρημένης χριστιανοσύνης.
Αν θα μπορούσαμε να δούμε εκπροσωπούμενες τις δύο ενάντιες τάσεις μέσα από επισκοπικές φωνές, θα βρίσκαμε αφενός στην αποσταλείσα στον Πάπα Ρώμης «επιστολιμαία διατριβή» κατά του καθολικισμού υπό των επισκόπων Κονίτσης και Πειραιώς τη «σκληρή και αυστηρή» γραμμή και αφετέρου στην πρόσφατη εγκύκλιο του Μεσογαίας τη διαλλακτικότερη και συνθετική τάση, η οποία ωστόσο αναλυόμενη δεν απέχει της εκπεμπόμενης ουσίας από την πρώτη επιστολή. Εν ολίγοις η στάση της ορθόδοξης συνείδησης έναντι των ρωμαιοκαθολικών, όπως αντικατοπτρίζεται στις εν λόγω επισκοπικές επίσημες ανακοινώσεις, είναι εν γένει αμυντική και πόρρω απέχουσα της οιασδήποτε υπεραισιόδοξης φιλενωτικής προοπτικής.
Και όλο τούτο, διότι πρόκειται για δυο διαφορετικούς κόσμους, για έτερες νοοτροπίες, για ξέχωρες και απομακρυσμένες στο διάβα των αιώνων ιστορικοπολιτισμικές
και θρησκευτικές παραδόσεις. Το θέμα, όμως, δεν είναι τα ανθρώπινα παράγωγα των θρησκευτικών αυτών μεγεθών, αλλά η πεμπτουσία του χριστιανισμού, του οποίου διατείνονται πως είναι φορείς τόσο πνευματικοί, όσο και ιστορικοί οι προκείμενες κοινότητες πιστών. Και η βαθύτερη τούτη ουσία δεν μπορεί παρά να είναι η εν Χριστώ αγαπητική κοινωνία, πάνω στην πέτρα της Τριαδικής πίστεως και στο βίωμα της Χάρης της Πεντηκοστής.
Το άλλο πρόβλημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο η ένωση αυτή πρέπει να γίνεται «στα χαρτιά», τουτέστιν μέσα από διαλόγους και φόρουμ εξειδικευμένων θεολόγων και κληρικών συνδαιτυμόνων ή μέσα από μια προσέγγιση εν τοις πράγμασι, όπως εμμέσως πλην σαφώς υπογράμμισε τελευταία ο ρωμαίος Ποντίφηκας. Επίσης, ένα συναφές θέμα είναι η προσπάθεια αφομοίωσης ή συμβίωσης δύο διαφορετικών κόσμων, το οποίο είναι κάτι εξαιρετικά δυσχερές, αν αναλογιστούμε τη μακραίωνη τοπική, πολιτισμική και νοοτροπική πλέον απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές που απομακρύνθηκαν για πλείστους όσους λόγους, εξάπαντος όχι μόνο θρησκευτικούς.
Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγχρονη θρησκευτική πραγματικότητα, θα δούμε οπωσδήποτε σημαντικά βήματα τα οποία κατά το παρελθόν μάλλον θα ήταν αδιανόητα. Δεν αναφέρομαι τόσο στην άρση των Αναθεμάτων κατά τον περασμένο αιώνα ούτε στις αυτονόητες πια επαφές των Ορθοδόξων Προκαθημένων μετά του Λατίνου ομολόγου τους. Αυτά όλα μπορεί να αποδειχτούν με την πάροδο του χρόνου «λίγα» στην πραγματική προσέγγιση των Εκκλησιών. Θα ήθελα να σημειώσω περισσότερο κάποιες «δογματικές υποχωρήσεις» από την πλευρά των ρωμαιοκαθολικών, οι οποίες, αν δεν δοθεί η δέουσα προσοχή, θα υπάρξει κίνδυνος να εκπέσουν στον χώρο του έθους και να τις αντιπαρέρχονται αμφότεροι οι συζητητές σαν κάτι το επουσιώδες: το πρώτο είναι το Filioque και το δεύτερο ο τρόπος μυστηριακής κοινωνίας των πιστών.
Δεν πρόκειται όσον αφορά τα ανωτέρω για ουνιτική πρακτική, κάτι βέβαια που θα μπορούσε ευλόγως να τεθεί εν προκειμένω ως ένσταση. Αν αναλογιστούμε εδώ την ύψιστης εκκλησιολογικής σημαντικής παράμετρο ότι η εν Ελλάδι αυτή πρακτική (της αφαίρεσης του φιλιόκβε και της μετάληψης εξ οίνου και άρτου) τυγχάνει της «ευλογίας» και γίνεται εν γνώσει της Ρωμαϊκής Καθέδρας και συνυπολογίσουμε τις εισηγήσεις σύγχρονων ρωμαιοκαθολικών θεολόγων για επίσημη αφαίρεση του Filioque σε παγκόσμιο επίπεδο, δούμε δε ταυτόχρονα και την επέκταση της πρακτικής τής εξ αμφοτέρων των ευχαριστιακών ειδών (οίνου και άρτου) κοινωνίας των Καθολικών πιστών σε οικουμενικό επίπεδο, τότε θα διαισθανθούμε πόσο έχουν αλλάξει οι καιροί και τους νέους ορίζοντες που ανοίγονται στη διομολογιακή προσέγγιση. Οι «προκλητικές» αυτές φιλενωτικές ενέργειες – προτάσεις των Λατίνων δεν πρέπει να βαλτώσουν στον χώρο της αντιρρητικής θεολογίας και παραφιλολογίας ούτε στην καχύποπτη και στείρα απολογητική νοοτροπία του παρελθόντος. Θα πρέπει να ληφθούν σαν αφορμές και ευκαιρίες αληθινής κοινωνίας και υπέρβασης και των «δευτερευόντων» προσκομμάτων, είτε δογματικών είτε λειτουργικών.
Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός εντοπίζει στο Filioque την αιτία του σχίσματος: «τὴν μὲν οὖν αἰτίαν τοῦ σχίσματος ἐκεῖνοι δεδώκασι, τὴν προσθήκην ἐξενεγκόντες ἀναφανδόν, ἥν ὑπ’ ὀδόντα πρότερον ἔλεγον· ἡμεῖς δὲ αὐτῶν ἐσχίσθημεν πρότεροι, μᾶλλον δὲ ἐσχίσαμεν αὐτοὺς καὶ ἀπεκόψαμεν τοῦ κοινοῦ τῆς Ἐκκλησίας σώματος» (από την επιστολή «τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καὶ τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς»). Ορίστε, λοιπόν!  Εκείνοι έδωσαν την αιτία τότε, εκείνοι φαίνεται τώρα να την αίρουν από μόνοι τους. Αν το καλοσκεφτούμε και εφόσον ήδη η Λατινική Εκκλησία το έχει σχεδόν επίσημα αφαιρέσει από τη δογματική της διδασκαλία, ειλικρινά απορεί ένας αντικειμενικός ή εξωτερικός απαθής παρατηρητής των τεκταινομένων τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό ακόμη που πραγματικά χωρίζει θεολογικά Ορθοδόξους και Καθολικούς ή και απλά βραδύνει τις διαδικασίες μιας επίσημης ένωσης. Από τα λόγια του Αγίου προκύπτει απλά, καθαρά και ξάστερα ότι η άρση της αιτίας επιφέρει φυσικά, λογικά και αυτόματα την ένωση.  Μήπως, λοιπόν, τα πράγματα δεν είναι τόσο αυτονόητα και εύκολα, όσο εκ πρώτης όψεως φαίνονται και προωθούνται τελευταία τοιουτοτρόπως;
Οι Ορθόδοξοι επιθυμούν την ένωση με τους εκ Δυσμών αδερφούς τους και προσεύχονται για τον Πάπα «ὅπως ἀναλάβη ὡς Ὀρθόδοξος πάπας κατά τά πρεσβεῖα τιμῆς τῆς Πενταρχίας καί δυνάμει τῶν Θείων καίἉγίων καίἹερῶν Κανόνων τήν τιμητικήν προεδρίαν τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ὡς ‘primus inter pares’» (εκ της επιστολής των Πειραιώς και Κονίτσης). Οι κινήσεις αμφοτέρων από δω και πέρα πρέπει να γίνονται κατά τη γνώμη του γράφοντος στην πράξη περισσότερο παρά στα λόγια. Όπως θα έχει γίνει κατανοητό από τα παραπάνω, οι λέξεις μπορούν να εκπέσουν στον χώρο της συνήθειας, του ευχολογίου, της ψιλής τους εκπόρευσης άνευ πνευματικού ερείσματος και αντικρίσματος. Αυτό πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία. Υπάρχουν πεδία στα οποία η πράξη και η καλή θέληση έχουν χώρο άφθονης δράσης και υλοποίησης, όπως για παράδειγμα είναι το καυτό πρόβλημα της Ουνίας. Σε τέτοια επίπεδα θα δοκιμαστεί η αντοχή των λόγων και των προθέσεων αμφοτέρων των πλευρών.
Είναι γεγονός ότι, αν κάτι είναι γνήσιο και επιθυμητό ανάμεσα στους ανθρώπους, καθίσταται τελικά αναπόφευκτο να πραγματωθεί. Στη περίπτωση της προσέγγισης Καθολικών και Ορθοδόξων τα πράγματα είναι ακόμη πιο εύκολα, αν λάβουμε υπόψη και τη συνδρομή της Χάρης του Θεού. Σε κάθε άλλη περίπτωση και δη στο προσεχές μέλλον, αν δηλαδή οι επαφές εκπέσουν σε ατέρμονες, άκαρπες, ατελέσφορες και ψιλές συζητήσεις, δεν θα μπορούν εξάπαντος οι δυο πλευρές να επικαλούνται άλλο λόγους διακριτικής και σταδιακής προσέγγισης, καθώς θα πέφτουν τα προσωπεία, όπου υπάρχουν, και θα δίνεται εύλογη λαβή στους αντιφρονούντες να μιλάνε - πράγμα που κάνουν εξάπαντος διαχρονικά – για παιχνίδια εξουσίας και μόνο. Και τούτο είναι ανεπίτρεπτο για εν Χριστώ αδερφούς, των οποίων μέλημα (πρέπει να) είναι μονάχα η άμιλλα στην ταπείνωση και την αγάπη.
Οι μέρες είναι λίαν πονηρές και τα πράγματα συγκεχυμένα. Τούτη η αλλοπρόσαλλη πνευματική παγκόσμια ατμόσφαιρα θα επιτείνεται μέρα με τη μέρα παρά θα θεραπεύεται. Τα κριτήρια έχουν αλλοιωθεί μέσα στο χάος αυτού που καλούμε συμβατικώς μετανεωτερικότητα. Οι προφητικές και άλλες φωνές που έρχονται από τα στόματα των Oρθοδόξων Αγίων δεν είναι τόσο ελπιδοφόρες. Ο τελευταίος στάρετς της Όπτινα Νεκτάριος φέρεται να προφήτευσε πως «δεν θα γίνει ένωση των Εκκλησιών προ της Δευτέρας Παρουσίας». Από την άλλη ο σύγχρονός μας όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης έλεγε πως «όσο πλησιάζει κάποιος την αλήθεια, έρχεται στην Ορθοδοξία. Και μια μέρα όλοι θα γίνουν Ορθόδοξοι». Η προσέγγιση της «σιβυλλικής» τούτης φράσης του δεν είναι εύκολη. Ίσως εννοεί πως θα γίνουν άπαντες μια Εκκλησία στο τέλος, στα Έσχατα, στην κοινή ανάσταση. Η νυν Εκκλησία, ωστόσο, δεν θα πάψει ποτέ να εύχεται, να αγωνιά και να μάχεται για το ποθούμενο: την εν Χριστώ ένωση του παντός. Η όποια αισιοδοξία της απορρέει εξάπαντος από το ιστορικό και μυστηριακό δεδομένο της έκχυσης του Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, που γιορτάζουμε τις μέρες τούτες. Η προσευχή όλων πρέπει να συνεχίζεται με ένταση: «ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν»…