Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Θεόδωρος Στουδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Θεόδωρος Στουδίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Πλήρης ανατροπή των ψευδο-πατερικών περί ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ θέσεων του π. Σεραφείμ Ζήση





Παρέμβασις εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση


                Τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ

     Μοῦ ἀπεστάλη σὲ φωτοαντίγραφα ἡ εἰσήγησις τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν Θεσσαλονίκη σὲ Ἡμερίδα μὲ θέμα «Περιπτώσεις Οἰκονομίας στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία» (ἐδῶ). Ἐπειδὴ πιστεύω ὅτι εἶναι δύσκολο στὶς ἡμέρες μας νὰ κατανοήσουμε τοὺς Ἁγίους, καὶ ἐπειδὴ συνήθως τοὺς προσαρμόζουμε στὰ πιστεύω μας, θὰ ἤθελα νὰ καταθέσω τὶς σκέψεις καὶ ἐνστάσεις μου γιὰ τὴν δημιουργία ἑνὸς γενικοτέρου προβληματισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ δέον γενέσθαι, διὰ τὴν καταπολέμησι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
    Ἡ ἀναφορὰ τῶν σκέψεων καὶ ἐνστάσεών μου θὰ εἶναι στὸ σημεῖο τῆς ὁμιλίας τοῦ π. Σεραφεὶμ διὰ τὴν περίπτωσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ τὸν μελετήσω κάπως καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἁγίους Πατέρες, καὶ ὁ σκοπός, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ συμβολὴ εἰς τὴν ὀρθὴ κατανόησι τοῦ Ὁσίου, ἀφ’ ἑτέρου ἡ σωστὴ καὶ διακριτικὴ προσαρμογὴ τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων του στὴν σημερινὴ κατάστασι τῆς αἱρέσεως.
     Ἀναφέρει λοιπόν ὁ π. Σεραφεὶμ Ζήσης στὴν ἀρχὴ τῆς ἀναφορᾶς του στὸν Ὅσιο τὰ ἑξῆς:
    «Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι αὐτοί, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀντετέθη καὶ ἐφάρμοσε γιὰ τὸ θέμα τῆς Οἰκονομίας ἀκοινωνησία μερικῶς ἢ τελείως, δηλαδὴ οἱ Ἅγιοι Πατριάρχες Κων/πόλεως Ταράσιος καὶ Νικηφόρος, εἶναι ἐπίσης Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας κι ὄχι μολυσμένοι καὶ ἀκοινώνητοι, λόγῳ τῆς Οἰκονομίας τους».
    Τὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ π. Σεραφείμ, ἔτσι ὅπως ἀναφέρεται, νομίζω ὅτι ὄχι μόνο δὲν οἰκοδομεῖ, ἀλλὰ καὶ ἀποπλανᾶ τοὺς ἀκροατὲς καὶ τοὺς λοιποὺς Ὀρθοδόξους καὶ εἰδικὰ αὐτοὺς ποὺ προβληματίζονται ὡς πρὸς τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τὴν αἵρεσι. Διότι ναὶ μὲν οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Πατριάρχες δὲν εἶναι μολυσμένοι καὶ ἀκοινώνητοι, ἐξ αἰτίας καὶ μόνο τῆς ἀγαθῆς προθέσεως καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔκαναν αὐτὸ χάριν τοῦ βολέματός των καὶ χάριν τοῦ ἐφησυχασμοῦ καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐνῶ σήμερα στοὺς Ἀντιοικουμενιστὲς συμβαίνει τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, δηλαδὴ ζητοῦμε νὰ εὕρωμε παραδείγματα Οἰκονομίας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, προκειμένου νὰ βολευτοῦμε καὶ προκειμένου νὰ μὴν πολεμήσουμε ποτὲ καί, βέβαια, νὰ ἔχουμε καὶ ἥσυχη τὴν συνείδησί μας ὅτι καλῶς καὶ νουνεχῶς πράττομε, δὲν δημιουργοῦμε σχίσμα κ.λπ.
    Νομίζω λοιπὸν ὅτι, τὸ σημεῖο αὐτό, διαφορετικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε διατυπωθεῖ, προκειμένου νὰ οἰκοδομήση τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ νὰ μὴν ἀνοίγη παραδρόμους καὶ ἀτραποὺς ὡς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξο ὁμολογία. Θὰ ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ εἶχε ἀναφερθῆ καὶ τονισθῆ ὅτι, ἂν ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποτειχίστηκε ἀπὸ ἁγίους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελείως ἁγνὴ πρόθεσι καὶ ἀνόθευτη ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τί θὰ πρέπη νὰ κάνουμε ἐμεῖς σήμερα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτειχιζόμεθα ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ αἱρεσιάρχες Πατριάρχες καὶ Ἀρχιεπισκόπους;
     Καὶ ἄν, ἐπὶ πλέον, ὁ Ὅσιος Ἀποτειχίστηκε γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ Συνοδικὴ θεσμοθέτησι τῆς ἀλλοιώσεως καὶ παραβάσεως μιᾶς καὶ μόνο Εὐαγγελικῆς ἐντολῆς, τί θὰ πρέπη νὰ κάνουμε ἐμεῖς σήμερα ποὺ θεσμοθετεῖται ἐκκλησιαστικὰ καὶ Συνοδικὰ ἡ παράβασις καὶ ἀθέτησις, ὄχι μίας, ἀλλὰ πάμπολλων Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν; Καὶ ἄν, τέλος, ὁ Ἅγιος δὲν συμβιβάστηκε οὔτε ὑποχώρησε, οὐδὲ βῆμα ποδός, μέχρι νὰ ἀποκατασταθῆ ἡ Ὀρθόδοξος πίστις, τί θὰ πρέπη νὰ κάνωμε ἐμεῖς σήμερα, ὅταν ὄχι ἀποκατάστασις τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως δὲν γίνεται, ἀλλὰ διαρκῶς “προκόπτουμε ἐπὶ τὰ χείρω πλανῶντες καὶ πλανώμενοι”;
    Νομίζω ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ἔτσι ὅπως διετύπωσε ὁ π. Σεραφεὶμ τὴν εἰσήγησί του, βοηθᾶ τὸν ἐφησυχασμὸ καὶ τὸ βόλεμα καί, βέβαια, ἀφήνει ὑπονοούμενα γιὰ τὴν λεγόμενη δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεται ἀμέσως κατωτέρω.
    Ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀνωτέρω παραθέσεως ὁ π. Σεραφεὶμ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
    «Φαίνεται δὲ ὅτι ὁ ΙΕ΄ Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ ἀποτείχισή μας ἐπίσης, ἀποτελεῖ μία προσπάθεια μετριασμοῦ τῆς αὐστηρᾶς στάσεως ἔναντι τῶν αἱρέσεων, ὅπως τὴν ἀντελαμβάνετο ὁ ἅγιος Θεόδωρος καὶ οἱ Στουδίτες».
    Αὐτὸ τὸ τμῆμα τῆς εἰσηγήσεως νομίζω ὅτι προχείρως ἔχει τεθεῖ καὶ βέβαια μὲ τὸν σκοπὸ νὰ στηρίξη τὴν ἀστήρικτη καὶ ἀντιπατερικὴ λεγομένη δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος, εἶναι δὲ ἀναληθὲς καὶ ψευδὲς γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους:
    1) Ἡ Ἀποτείχισις ἀπὸ τὴν αἵρεσι δὲν στηρίζεται σὲ ἕνα ἱερὸ Κανόνα, καὶ μάλιστα μὴ ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀλλὰ στηρίζεται πρωτίστως στὴν Ἁγία Γραφὴ εἰς τὴν ὁποία ὑπάρχουν περισσότερα ἀπὸ σαράντα (40) χωρία, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ διεστραμμένους κατὰ τὴν πίστι ποιμένες· στηρίζεται ἐπίσης σὲ δεκάδες ἱεροὺς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν αὐστηρότατα κάθε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, καὶ στηρίζεται στὴν διδασκαλία ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι παρομοίως καὶ αὐτοὶ διδάσκουν αὐτὴν τὴν ἄμεση ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι.
    2) Ὁ ΙΕ΄ (15ος) ἱερὸς Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ὄχι μόνο δὲν ἀποτελεῖ μετριασμὸ τῆς στάσεως τῶν Στουδιτῶν Πατέρων καὶ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου, ἀλλὰ εἶναι αὐστηρότερος ἀπὸ αὐτούς, ἐφ’ ὅσον διακελεύει τὴν ἀποτείχισι ἀπὸ οἱονδήποτε Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος δημοσίως κηρύττει αἵρεσι, χωρὶς δηλαδὴ Συνοδικὴ κατοχύρωσι τῆς αἱρέσεως, ἐνῶ ὁ ὅσιος Θεόδωρος καὶ οἱ Στουδίτες ἀποτειχίστηκαν, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφείμ, μετὰ ἀπὸ Συνοδικὴ κατοχύρωσι. Ἀντιθέτως ἀποτελεῖ ἐπιβράβευσι καὶ ἐπικύρωσι τῶν ἀγώνων τοῦ Ὁσίου, οἱ ὁποῖοι ἄλλωστε ἦσαν ἀπόλυτα ἐναρμονισμένοι μὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.
    3) Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ τὴς εἰσηγήσεως, ὁ π. Σεραφεὶμ ἀφήνει νὰ ἐννοηθῆ, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ὅτι κακῶς ἐνήργησε ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς τὴν περίπτωσι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως καί, τρόπον τινά, ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος ἐπὶ ἁγίου Φωτίου ἔβαλε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσι των, διορθώνοντας τὴν αὐστηρότητα τοῦ Ὁσίου.
    4) Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Φώτιος φαίνεται αὐστηρότερος τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, διότι παρομοίως διδάσκει νὰ ἀπομακρυνώμεθα πάραυτα ἀπὸ κάθε αἱρετικὰ φρονοῦντα Ἐπίσκοπο, ὅπως μακρυὰ φεύγουμε ἀπὸ ἕνα λύκο καὶ ἕνα φίδι, χωρὶς δηλαδὴ Συνοδικὴ κατοχύρωσι τῆς αἱρέσεως καὶ χωρὶς καταδίκη Συνοδικὴ τοῦ αἱρετικοῦ αὐτοῦ Ἐπισκόπου:
    «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καὶ ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἂν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φῦγε τὴν κοινωνίαν αὐτοῦ καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὁμιλίαν ὡς ἰὸν ὄφεως· ἀγκίστρῳ μὲν καὶ δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δὲ πονηρὰ καὶ τὸν αἱρετικὸν ἰὸν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλοὺς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καὶ μηδὲν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντὶ σθένει διὰ ταῦτα προσήκει τοὺς τοιούτους» (ΕΠΕ 12, 400, 31).
    5) Τέλος νομίζω ὅτι εἶναι τελείως αὐθαίρετο καὶ ἐντελῶς ἀβάσιμο αὐτὸ τὸ συμπέρασμα τοῦ π. Σεραφείμ, καὶ βασίζεται στὸν πανεπιστημιακὸ ὀρθολογισμό, ὁ ὁποῖος τὰ εὔκολα τὰ κάνει δύσκολα καί, τὰ φανερὰ καὶ εὐδιάκριτα, τὰ κάνει νεφελώδη.
    Ἐν συνεχείᾳ, στὴν ἀναφορά του στὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει μερικὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα σχετικὰ μὲ τὴν ἐξέλιξι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, τὰ ὁποῖα βέβαια εἶναι σωστά, καὶ ἑστιάζει τὴν προσοχή του στὴν ὑπ’ ἀριθμὸ (49) ἐπιστολὴ τοῦ Ὁσίου, εἰς τὴν ὁποία ὄντως ὁ Ὅσιος ὁμιλεῖ γιὰ κάποια Οἰκονομία. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅλα, ὅσα ἀναφέρει ὁ π. Σεραφεὶμ διὰ τὸν Ὅσιο, εἶναι ἄστοχα καὶ ἀκατανόητα ἀκόμη καὶ σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος ἔχει μελετήσει τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου, τὰ δὲ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἐξάγει, εἶναι λανθασμένα κατὰ τὴν γνώμη μου καὶ φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ δείχνουν τὸν Ὅσιο ὅτι ἀντιφάσκει στὶς ἐπιστολές του, ὁ δὲ πατὴρ Σεραφεὶμ μὲ πιθανὲς ἑρμηνεῖες νὰ προσπαθῆ νὰ γεφυρώση αὐτὲς τὶς ἀντιφάσεις.
    Ὁ σκοπὸς ὅλων αὐτῶν τῶν περιπλανήσεων γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο ἀναφέρεται στὸ τέλος ὡς ἑξῆς:
    «Νομίζω ὅτι ἐκ τῶν ἀνωτέρω στοιχείων προκύπτει, πὼς δὲν ὑφίσταται γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο ἀπροϋπόθετα μολυσμός, λόγῳ τῆς μνημονεύσεως κάποιου αἱρετίζοντος, ὅταν συντρέχει εὔλογη αἰτία τῆς Οἰκονομίας καὶ ἡ κατὰ τὰ λοιπὰ παρρησία τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας».
    Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν τοῦ π. Σεραφείμ, καὶ βέβαια εἶναι τελείως λάθος, διότι συμβαίνει, ὅπως θὰ δείξουμε, τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, ὅταν δηλαδὴ μνημονεύεται αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, ὑπάρχει ἀπροϋπόθετα μολυσμός, λόγῳ καὶ μόνο τῆς μνημονεύσεως, χωρὶς νὰ κάνη ὁ Ὅσιος καμιὰ Οἰκονομία εἰς τὸ σημεῖο αὐτό. Ἀναφέρομε πρὸς ἐπίρρωσι τῶν λεγομένων τὰ ἑξῆς ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου.
    1) Στὴν ἐπιστολὴ (49), τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει ὁ Ὅσιος διὰ τὸ ζήτημα τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου τὰ ἑξῆς:
    «Εἰ δὲ αἱρετικὸν ἀναφέρει ὄντα ἐπίσκοπον, κἂν μακαρίζῃ, κἂν ὀρθοδοξῇ, τῆς μὲν θείας κοινωνίας ἀφεκτέον, τῆς δὲ κοινῆς τραπέζης, ἐπὰν ἐκεῖ δέει μνημονεύοι, ὧδε δεκτέον τάχα καὶ εὐλογοῦντα αὐτὸν καὶ συμψάλλοντα, ἐάνπερ μήτε αἱρετικῷ ἢ τῷ οἰκείῳ ἐπισκόπῳ εἴτε τινὶ ἄλλῳ συνιερουργῇ ἢ ἐν γνώσει μεταδίδοι».
    Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ Ἅγιος ὅτι, ὅταν μνημονεύεται αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, δὲν κοινωνοῦμε ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἱερέα ποὺ τὸν μνημονεύει, ἔστω καὶ ἂν ὁ ἱερέας αὐτὸς εἶναι ὀρθόδοξος κατὰ τὰ ἄλλα.
    2) Στὴν ἐπιστολὴ (40), τὴν ὁποία ἐπίσης ἐπικαλεῖται ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει ὁ Ὅσιος διὰ τὸ ἴδιο θέμα:
    «Τῷ πρεσβυτέρῳ καί ἡγουμένῳ καλῶς ἀπεκρίθης, εἰρχθῆναι τῆς λειτουργίας τούς νυνί χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ εὑρεθέντος ἀρτίως ἀρχιερέως ἐν ἐκκλησίᾳ, λέγοντος δέ ὅμως, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος, καί ἀπολώλαμεν. Διά τί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλειαν, διαστέλλων ἑαυτόν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά Θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ χειροτονίαι αὐτίκα. Ἤ διά τί προκειμένης τῆς αἱρέσεως εἰς χειροτονίαν ὁ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν; ἄν οὖν ὁ χειροτονήσας ὤρθωσεν, ἦν αὐτοῖς εὐθύς ἱερουργεῖν· ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές· οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς Θεοῦ. Εἰ δέ πνεῦμα ζήλου Θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ καθηγουμένῳ καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι· μηδέ λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ' αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ· μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον. Καί μακάριος οὗτος πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γινόμενος».
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος εἶναι σαφέστερος καὶ δὲν δέχεται οὔτε χειροτονίες, οὔτε ἐγκαίνια ναοῦ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος μνημονεύει αἱρετικὸν Μητροπολίτη, θεωρεῖ δὲ ὅτι μόνο διὰ τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ εὑρίσκεται μέσα στὴν αἵρεσι, ἔστω καὶ ἂν ἔχη ὑγιὲς καὶ ὀρθόδοξο φρόνημα.
    Σημαντικὸ εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ ὁμολογία ἐν καιρῷ αἱρέσεως διὰ τὸν Ὅσιο, δὲν εἶναι οὔτε οἱ Ἡμερίδες, οὔτε οἱ προφορικὲς καὶ γραπτὲς ὁμολογίες, οὔτε ὁ χαρτοπόλεμος, ἀλλὰ ἡ Ἀποτείχισι, ἡ δὲ παραμονὴ στὴν αἵρεσι διὰ τῆς μνημονεύσεως εἶναι ἡ ἀπώλεια καὶ ἡ κόλασις.

«Διατί γὰρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τὴν ἀπώλεια, διαστέλλων ἑαυτὸν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρὰ Θεῷ ἐπίσκοπος;». 
    3) Στὴν ἐπιστολὴ (39) ὁ Ὅσιος ἀναφέρει διὰ τὸ ἴδιο θέμα τὰ ἑξῆς:
    «Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου, ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας˙ ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καί ἑστιάσεως. εἰ δέ λέγοι ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ’ ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι, ἐκεῖνο γινωσκέτω, ὅτι οὕπω σύνοδος ἦν οὐδέ ἐκφωνηθέν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα· καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ. ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσιν ὀρθοδόξοις παρρησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων ἤ ὁμοφρονούντων αὑτῇ. Καί γέ δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν θεόν˙ ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο. Καί ἐάν ἡ σή στερρότης οὐκ ἀσφαλίσηται, τίς λοιπόν σωθήσεται; καί ἐάν ὁ παρρησιασάμενος δυνάμει θεοῦ ὡς ἅγιος πλήν τελείας αἱρέσεως ἄρτι μετά τήν αἵρεσιν ὑποστείληται, πῶς ἕτερος τολμήσει γρύξαι;».
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος μὲ σαφήνεια ἀναφέρει ὅτι ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν αἵρεσι σημαίνει διακοπὴ μνημονεύσεως καὶ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Διὰ τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας δὲν ὑπάρχουν γιὰ τὸν Ὅσιο καταδικασμένοι ἢ μὴ καταδικασμένοι ὑπὸ Συνόδου Ἐπίσκοποι, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Ἀντιοικουμενιστές. Πρὸς στήριξιν τῆς διδασκαλίας αὐτῆς ὁ Ὅσιος χρησιμοποιεῖ τὸν χρυσορρήμονα φωστῆρα τῆς οἰκουμένης, ὁ ὁποῖος μάλιστα φαίνεται ἐδῶ αὐστηρότερος καὶ ἀπὸ τὸν Ὅσιο, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς, τοὺς κατατάσσει στοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ.
    4) Στὴν ἐπιστολὴ (553), κατὰ τὴν ἀρίθμησι τοῦ Γεωρ. Φατούρου, ἢ (220) κατὰ τὴν ἀρίθμησι τοῦ Migne, πρὸς τὴν σπαθαρέα Μαχαρᾶ, ὁ Ὅσιος ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
    «Εἰ δὲ διακρίνεται αὖ πάλιν δι' αἵρεσιν, τοῦτο ἀναγκαῖον· τὸ γὰρ κοινωνεῖν παρὰ αἱρετικοῦ ἢ προφανοῦς διαβεβλημένου κατὰ τὸν βίον ἀλλοτριοῖ θεοῦ καὶ προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ. Σκέψαι οὖν, ὦ μακαρία, ᾧτινι τρόπῳ τῶν εἰρημένων εἴη σου ὁ σκοπὸς καὶ κατ' αὐτὸ πρόσιθι τοῖς μυστηρίοις. γνωστὸν δὲ πᾶσιν ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ κατακρατοῦσα τῶν μοιχειανῶν ἐστι· φείσαι οὖν τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετὰ τῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς κεφαλῆς. ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου μὴ ἀναφέρειν τὸν αἱρεσιάρχην. καὶ τί περὶ τούτου εἰπεῖν σοι τὸ παρὸν οὐ καθορῶ, πλὴν ὅτι μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἂν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων».
    Ἐδῶ λοιπόν, ὑπάρχει καὶ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου γιὰ τὸν μολυσμὸ τῆς κοινωνίας μόνο μὲ τὴν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω καὶ ἂν ἔχη Ὀρθόδοξο φρόνημα ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος μνημονεύει τὸν αἱρετικό.
    5) Ἀφήσαμε στὸ τέλος τὴν ἴδια τὴν ἐπιστολὴ ὑπ’ ἀριθμὸν (40), τὴν ὁποία ἀναφέρει καὶ ὁ π. Σεραφείμ, ἡ ὁποία καὶ μόνη της θὰ ἦταν δυνατόν, ἂν τὴν μελετοῦσε σωστά, νὰ λύση ὅλες τὶς ἀπορίες του καὶ νὰ μὴν θεωρήση ὅτι ὁ Ὅσιος ἀντιφάσκει, ὅπως λανθασμένως ἰσχυρίζεται. Εἰς αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐπιστολὴ ὁ Ὅσιος, ἀπαντᾶ σὲ ἐρωτήσεις τοῦ Ὁσίου Ναυκρατίου σχετικὲς μὲ τὴν μνημόνευσι:
    «Περί τῶν ἑτέρων σου ἐρωτήσεων∙ ἡ πρώτη, περί πρεσβυτέρου τοῦ ὀρθοδοξοῦντος, ἀλλ' ὅμως μνημονεύοντος φόβῳ διωγμοῦ τόν αἱρετικόν ἐπίσκοπον, προαπεκρίθη σοι· πλήν καί αὖθις∙ εἰ μή συλλειτουργεῖ αἱρετικῷ, καί εἰ μή μεταδιδοῖ τοῖς τοιούτοις, δεκτέον τόν τοιοῦτον εἰς συνεστίασιν, καί ψαλμωδίαν, καί εὐλογίαν βρωμάτων, καί τοῦτο κατ' οἰκονομίαν, οὐ μέν τοι εἰς θείαν μετάληψιν. δεῖ δέ ἐπερωτᾷν τῆς αἱρέσεως κρατούσης πάντως· ὁμολογίαν δέ δεχομένοις ἀρκεῖσθαι, οὐκ οἶδα εἰ μή προδήλως ψευδολόγος αὕτη∙ τό γάρ φαίην σε διδάσκεσθαι ἡμᾶς παρά τῶν Πατέρων, μή ἐπερωτᾷν περί καιροῦ οὗ μή ἔστιν αἵρεσις μαινομένη καί περί τῶν μή προδήλως κατεγνωσμένων. τοιοῦτον δέ πρεσβύτερον, σπάνιον εὑρεῖν νῦν μή μιγνύμενον καί συγκοινωνοῦντα αἱρετικοῖς.
    Ἡ δευτέρα, περί φιλοχρίστου προσκαλουμένου εἰς τό εὐκτήριον αὐτοῦ ποιῆσαι παννυχίδα καί εἰ δεῖ ἐν αὐτῷ λειτουργῆσαι, καί μεθ' ὧν χρή. ὑπακουστέον καί ἰτέον, καί συμψαλτέον δηλονότι εἰ ὀρθόδοξος ὁ προσκαλούμενος καί οἱ ψαλτῳδοί, φυλαττόμενοι ἀμφότεροι τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. καί μήν καί λειτουργητέον ἐν τῷ εὐκτηρίῳ, εἴ γε ὁμολογοίη ὁ κατέχων, μηκέτι ὑπό αἱρετικοῦ αὐτό λειτουργεῖσθαι∙ προείρηται γάρ ἀναγκαῖον εἶναι τό ἐπερωτᾷν ἐν πᾶσι διά τῆν λυττῶσαν αἵρεσιν.
    Ἡ τρίτη, εἰ λάβοι τις παρά τινος Ἐκκλησίαν ὀρθόδοξος, ἔστι δέ συνήθεια τοῦ κατ' ἐνιαυτόν ἅπαξ ἤ δίς συνηθροῖσθαι ἐν αὐτῇ λαόν, καί ἐν τῇ λειτουργίᾳ ἀναφέρεσθαι τόν αἱρετικόν. τοῦ μέν ψάλλειν ἐκεῖσε κατά ἀνάγκην συγχωρητέον· λειτουργεῖν δέ, οὔ. Εἰ δέ δυνατόν διακοπῆναι τήν συνήθειαν, καί λειτουργητέον.
    Ἡ τετάρτη, εἰ Ἐκκλησία ἐστίν ἐφ' ᾗ ὁ λειτουργῶν ἀναφέρει τόν αἱρετικόν ἔχει δέ ὁ ὀρθόδοξος θυσιαστήριον καθηγιασμένον ἐν σινδόνι, ἤ ἐν σανίσι· προσήκει αὐτό τεθῆναι ἐν τῇ αὐτῇ Ἐκκλησίᾳ, μή παρόντος τοῦ ἀναφέροντος, καί ἐν αὐτῷ συλλειτουργῆσαι τόν ὀρθόδοξον. οὐ προσήκει, ἀλλ’ ἤ μᾶλλον κατά ἀνάγκην ἐν κοινῷ οἴκῳ, ἐκλελεγμένῳ τινί καθαρωτέρῳ τόπῳ».
    Εἰς τὴν πρώτη λοιπὸν ἐρώτησι ὁ Ὅσιος ἀπαντώντας ἀπαγορεύει νὰ κοινωνοῦμε ἀπὸ ἱερέα ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μνημονεύει αἱρετικὸν Ἐπίσκοπον. Εἰς τὴν δεύτερη ὁ Ὅσιος ἀπαγορεύει νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναόν, εἰς τὸν ὁποῖον λειτουργοῦν οἱ αἱρετικοὶ μοιχειανοὶ ἱερεῖς. Διὰ νὰ λειτουργήση, πρέπει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος αὐτὸς ποὺ τὸν προσκαλεῖ, οἱ ψάλτες κ.λπ. Εἰς τὴν τρίτην ἀπαγορεύει ὁ Ὅσιος νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναό, εἰς τὸν ὁποῖο μία ἢ δύο φορὲς τὸν χρόνο μνημονεύεται ὁ αἱρετικὸς μοιχειανὸς Ἐπίσκοπος. Εἰς τὴν τετάρτη τέλος, ἀπαγορεύει ὁ Ὅσιος νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναὸ εἰς τὸν ὁποῖο μνημονεύεται ὁ αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, ἔστω κι ἂν δὲν εἶναι παρὼν αὐτὸς ποὺ τὸν μνημονεύει, ἔστω καὶ ἂν ὁ Ὀρθόδοξος χρησιμοποιήση ἰδικό του ἀντιμήνσιο.
     Ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, τὴν ὁποία ἀναφέραμε ἀπὸ διάφορες ἐπιστολές, γίνεται κατανοητὸ ὅτι ὁ Ὅσιος δὲν ἀντιφάσκει, ὅπως λανθασμένως κατενόησε ὁ π. Σεραφείμ, ἀλλὰ ἀπεναντίας, εἶναι σαφέστατος καὶ ἀπαγορεύει, χωρὶς οὐδεμία ἐξαίρεσι, τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ γίνεται ἀπὸ φόβο ἐξ αἰτίας τοῦ διωγμοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατ’ οἰκονομία ἐπιτρέπει, εἶναι τὴν μνημόνευσι Ὀρθοδόξου κατὰ τὸ φρόνημα Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπὸ φόβο μνημονεύει αἱρετικὸ Μητροπολίτη. Ἀπὸ τὸν ἱερέα λοιπὸν αὐτὸν κατ’ οἰκονομία κοινωνοῦμε, ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο ὅμως αὐτόν, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ἀπὸ φόβο αἱρετικὸ Μητροπολίτη, δὲν δεχόμεθα τὶς χειροτονίες του, τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ κ.λπ.
    Προφανῶς λοιπόν, ὁ π. Σεραφεὶμ ἔκανε σύγχυσι τοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος μνημονεύει Ὀρθόδοξο κατὰ τὸ φρόνημα Ἐπίσκοπο, καὶ τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ἀπὸ φόβο αἱρετικὸ Μητροπολίτη κι ἔτσι ἔβγαλε τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Ὅσιος ἀντιφάσκει. Ὅμως παντοῦ καὶ πάντοτε ὁ Ὅσιος ἀπαγορεύει τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, Μητροπολίτου, Πατριάρχου κ.λπ., ἔστω δηλαδή, κι ἂν αὐτὸ γίνεται ἀπὸ φόβο.
    Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ παρεμβάλωμε τὴν ἀρίστη καὶ θαυμασία διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, τὴν ὁποία ἀναφέρει εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς (49) καὶ ἀναφέρεται εἰς τὸ μέχρι ποῦ πρέπει νὰ φθάσωμε ἐρευνῶντες πρὸς τὰ πίσω, προκειμένου νὰ ἐπικοινωνήσωμε μὲ κάποιον  ἐκκλησιαστικά.
    «Πλέον οὐκ ἐξερευνητέον, εἰ μετὰ τοῦ συνεστιασθέντος τῷ αἱρετικῷ ὅσδε συνεστιάθη, ζητεῖν, καὶ μετὰ τοῦτο ἕτερος, κἀντεῦθεν ἀνασειράζειν τὸν λόγον καὶ ἀφίστασθαι πάντων. Ἐθελόγνωμον τὸ χρῆμα καὶ οὐ τῶν ἁγίων· μέχρι γὰρ τούτου, φησί, στῆθι καὶ οὐχ ὑπερβήσῃ. μὴ γὰρ οὐκ ᾔδεισαν ταῦτα ἐξερευνᾶν καὶ διαγγέλλεσθαι ἡμῖν; ἀλλ’ οὐδαμῶς. διὸ οὐκ ἐσθλὸν μεταβαίνειν ὅρια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν».
    Μᾶς διδάσκει ἐδῶ ὁ Ὅσιος ὅτι παρομοίως καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς μνημονεύσεως μέχρι ἐκεῖ θὰ σταθοῦμε, νὰ μὴν μνημονεύωμε δηλαδή, αἱρετικὸ Ἐπίσκοπο. Τὸ ἂν αὐτὸς μνημονεύει αἱρετικὸ Μητροπολίτη κ.λπ. αὐτὸ μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζωμε. Καὶ βέβαια ἀναφέρει, ὁ Ἐπίσκοπος τὸν ὁποῖο μνημονεύομε, νὰ μὴ συλλειτουργῆ μὲ αἱρετικούς, ἐν προκειμένῳ Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους.
    Πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθῆ ὅτι, ὁ τότε φόβος, δὲν ἔχει καμιὰ σχέσι μὲ τοὺς σημερινοὺς φόβους, διότι τότε ἐφοβοῦντο καὶ ἐδειλίαζαν ἀπὸ τὸν φόβο τῶν ἐξοριῶν, τῶν φυλακίσεων, τῶν μαστιγώσεων, τῶν βασάνων, ἀκόμα καὶ τοῦ θανάτου, ἐνῶ σήμερα δειλιάζομε φοβούμενοι μήπως χάσουμε τὴν θέσι μας, τὴν μπαστούνα μας, τὸν μισθό μας ἢ καὶ ἁπλῶς νὰ πέσουμε στὴν δυσμένεια τοῦ Ἐπισκόπου κ.λπ.
    Τέλος, ἐνῶ ὁ π. Σεραφεὶμ ὁμιλεῖ γιὰ τὶς περιπτώσεις τῆς οἰκονομίας, δὲν μᾶς ἀναφέρει, τί εἴδους οἰκονομίες πρέπει νὰ κάνουν σήμερα οἱ Ὀρθόδοξοι Κληρικοὶ καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι λαϊκοί, χωρὶς νὰ εὑρεθοῦν ἀπὸ τὴν οἰκονομία στὴν παράβασι. Δὲν ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι, ἡ τότε μοιχειανικὴ αἵρεσις, οὐδεμία ὁμοιότητα ἔχει ὡς πρὸς τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ σταδιακὴ ἀμνήστευσις ὅλων τῶν αἱρέσεων καὶ ἡ ἰσοπέδωσις τῶν πάντων. Δὲν ἀναφέρει ὅτι ἐπὶ ἑκατό (100) χρόνια διαδίδεται καὶ ἐπεκτείνεται ἡ αἵρεσις χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀντίδρασι ἢ ἔστω ἀντίδρασι ποὺ νὰ τὴν ἀναχαιτίση, δὲν ἀναφέρει τὴν βασικὴ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ὅτι δηλαδή, ἡ Ἀποτείχισις ἀπὸ τὴν αἵρεσι εἶναι θέμα σωτηρίας καὶ ἡ ὑπαγωγὴ εἰς αὐτὴν εἶναι θέμα ἀπωλείας καὶ κολάσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καταρρίπτει τὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος κ.λπ.
    Γενικῶς νομίζουμε ὅτι ἡ εἰσήγησις ἔγινε μὲ συγκεκριμένο σκοπό, νὰ στηρίξη δηλαδὴ τὶς ἀνοικονόμητες οἰκονομίες, τὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ 15ου ϊεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας κ.λπ.. καὶ δι’ αὐτὸ παραποίησε ἐξόφθαλμα τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου καί, τρόπον τινά, τὴν ἔφερε στὰ μέτρα μας, χωρὶς οὐδεμία προσπάθεια νὰ μεταφέρη ἐμᾶς στὰ μέτρα τῶν Ἁγίων.
     Ἐν κατακλεῖδι ἀναφέρομε ὅτι, ὅπως δείχνουν τὰ πράγματα, καὶ οἱ Εἰσηγήσεις, καὶ οἱ Ἡμερίδες θὰ ἐνταχθοῦν στὸν χαρτοπόλεμο, ἐφ’ ὅσον δὲν βοηθοῦν τοὺς Ὀρθοδόξους στὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς λύκους, ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς βοηθοῦν νὰ εὕρουν τρόπους εἰς τὸ νὰ παραμείνουν κοντὰ σ’ αὐτούς.
    Ἴσως δὲ νὰ νομίζουν κάποιοι πατέρες ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ παροῦσα αἵρεσις νὰ ἀντιμετωπισθῆ δι’ ἄλλης ὁδοῦ, δηλαδὴ ἀκαδημαϊκὰ μὲ εἰσηγήσεις, ὁμολογίες, χαρτοπόλεμο κ.λπ. καὶ ὄχι παραδοσιακὰ μὲ ἀγῶνες, διωγμούς, καθαιρέσεις, Ἀποτειχίσεις κ.λπ. καὶ δι’ αὐτὸ ἀναλίσκονται σὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς προσπάθειες, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο, ὄχι μόνο δὲν φοβοῦνται οἱ Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ καὶ χαίρονται, καὶ μᾶλλον θὰ ἔχουν τοὺς πατέρες αὐτοὺς ὡς παράδειγμα πρὸς μίμησι.
    Νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὄντως θὰ βοηθοῦσε, θὰ ἦτο μία σύναξις τῶν Ἀποτειχισμένων κληρικῶν καὶ μοναχῶν, μέσα στὴν ὁποία θὰ συζητοῦντο τὰ ὑπάρχοντα προβλήματα καὶ θὰ ἐλαμβάνοντο ἀποφάσεις, ἔστω κατὰ πλειοψηφία, σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω», χωρὶς ἀρχηγοὺς καὶ ἐπηρεασμούς, χωρὶς ὁμαδοποιήσεις καὶ βέβαια χωρὶς διάθεσι ἀνυπακοῆς στὴν ψῆφο τῶν πλειόνων καί, ἀσφαλῶς, μὲ κριτήριο πάντα, τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Μια Ημερίδα κατασυκοφάντησης του Αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου και διαστρέβλωσης της διδασκαλίας της Εκκλησίας!



Παρουσιάζουμε ἀπομαγνητοφωνημένη τὴν Εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτη Πειραιῶς στὴν Ἡμερίδα ποὺ διοργάνωσε γιὰ τὸν ΙΕ΄ Κανόνα περὶ Διακοπῆς Μνημοσύνου.
Πρόκειται γιὰ μιὰ Ἡμερίδα καὶ μιὰ Εἰσήγηση ντροπῆς, διότι ἦταν μιὰ Ἡμερίδα σκόπιμης διαστρέβλωσης τῆς διδασκαλίας τοῦ ἱεροῦ Πατρός. Εἶναι τόσο ἐξόφλαμη ἡ παραποίηση τῶν λόγων τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς ἐπιστήμων μελετητὴς καὶ θεολόγος γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν παραποίηση. Ἀρκεῖ ἕνας παραλληλισμὸς τῶν ὅσων εἶπε ὁ Πειραιῶς καὶ τῶν κειμένων τοῦ ἁγίου Θεοδώρου Στουδίτου. (Ἡ διαστρέβλωση, βέβαια, ὁδηγεῖ σὲ ὀργή, ὅποιον ἀκούσει τὸν δεύτερο Εἰσηγητή, τὸν ἀνεκδιήγητο π. Βασίλειο Παπαδάκη, ὁ ὁποῖος τόλμησε νὰ πεῖ χωρὶς νὰ τὸν ἀντικρούσει ὁ Πειραιῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει αἵρεση τοῦ ...Οἰκουμενισμοῦ!!! Καὶ τότε -εὐφυέστατε π. Βασίλειε- ποιά αἵρεση ἀναθεμάτισε δυὸ συνεχεῖς χρονιὲς ὁ Μητροπολίτης ποὺ διοργάνωσε τὴν Ἡμερίδα, ὁ κ. Σεραφείμ;).
Γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὸν κ. Σεραφείμ, ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς δὲν κατάλαβε, παρότι λέει πὼς μελέτησε τὸν ἅγιο Θεόδωρο, ὅτι ὁ Ἅγιος διαχωρίζει τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους ἐκείνους ποὺ ἐνεργοῦν βλαπτικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία.
Δὲν κατάλαβε ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν ἔχει Ἐπισκοκεντρικὴ σκέψη καὶ θέση, ἀλλὰ Χριστοκεντρική.
Δὲν κατάλαβε ὅτι ἡ Διακοπὴ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Ἐπίσκοπο ποὺ αἱρετίζει ἢ ἀντιβαίνει καὶ παραβαίνει τὶς Εὐαγγελικὲς Ἐντολές, δὲν σημαίνει Διακοπὴ τῆς κοινωνίας μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἀντίθετα· σημαίνει προσπάθεια νὰ παραμείνει σὲ κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων καὶ ὄχι μὲ ἐκείνους, ποὺ ἀφιστάμενοι τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἀληθείας, ἀποκόπτονται ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ὁ κ. Σεραφείμ τὴν μιὰ λέει πὼς ὁ Ἅγιος Θεόδωρος διέκοψε τὸ Μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχη καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πὼς ποτὲ δὲν διέκοψε τὴν κοινωνία μαζί του!
Ἐνῶ λοιπόν, τὸ ἐρώτημα ποὺ ἡ Ἡμερίδα ἐξετάζει, εἶναι ἐὰν διέκοψε τὸ μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου του, τελικὰ δίδει ἀπάντηση σὲ ἄλλο ἐρώτημα, ἐὰν διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία!!!
Ἀπίθανα πράγματα!
Διαπραγματεύεται τὸ θέμα καὶ δείχνει νὰ ἀγνοεῖ τὰ δεδομένα τοῦ θέματος!!!
Στὴν Εἰσήγησή του εἶναι ὁλοφάνερη αὐτὴ ἡ σύγχυση. Καὶ φοβούμαστε ὅτι δὲν εἶναι σύγχυση, ἀλλὰ συνειδητὴ ἐπιλογή, ποὺ στόχευε νὰ δικαιολογήσει τὴν ἀδυναμία τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν νὰ ἀκολουθήσουν τὴν διαχρονικὴ Πατερικὴ διδασκαλία.
Παραθέτουμε α) Λίγα μικρὰ ἀποσπάσματα τῆς Εἰσηγήσεως τοῦ μητροπολίτη Πειραιῶς ποὺ ἀποδεικνύουν περίτρανα ὅσα εἰσαγωγικὰ γράφουμε, β) Ὅλη τὴν Εἰσήγηση τοῦ μητροπολίτη Πειραιῶς, γ) Ἐλάχιστα σχόλια ἐπὶ τῆς Εἰσηγήσεως, μιᾶς καὶ θὰ ἀκολουθήσει ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν ἡ ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ,  ὁ ὁποῖος ἐπὶ μία εἰκοσαετία μελετὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο.
 Εἶπε στὴν Εἰσήγηση ὁ κ. Σεραφείμ:
διακοπὴ τῆς κοινωνίας, ὡς συγκεκριμένη μορφὴ διαμαρτυρίας, πρέπει σ’ αὐτὴν τὴν φάση νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἔλεγχος καὶ ἀποδοκιμασία τῆς πράξεως. Ἔτσι, ἡ διακοπὴ τῆς κοινωνίας ὡς μορφὴ ἀντίδρασης, πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ, ὡς μυστηριακὴ ἀποχὴ ποὺ δὲν θέτει, ὅμως, τὸν ἱ. Πατέρα ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος σπεύδει νὰ ἐπεξηγήσει ἀκριβέστερα τὴν στάση του, ὑπογραμμίζοντας ὅτι εἴμαστε σὲ κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ μακάρι νὰ μὴ βρεθοῦμε ποτὲ στὴν ἀνάγκη νὰ ἀποσχιστοῦμε ἀπὸ αὐτήν, λέει στὴν ὑπ’ ἀριθμ. 4 ἐπιστολή του. Ἡ συγκεκριμένη θέση του εἶναι μιὰ εὐθεία ἀπάντηση στὴν διαφαινόμενη κατηγορία ὅτι εἶναι ἀκοινώνητος μὲ τὸν Πατριάρχη. Ἔχοντας ὡς κύριο μέλημά του νὰ ἀποφύγει τὸ στῖγμα τοῦ σχισματικοῦ, ἐπαναλαμβάνει ὅτι βρίσκεται σὲ πλήρη κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χρησιμοποιεῖ τὸ ἐπιχείρημα τῆς λειτουργικῆς μνημόνευσης· δηλαδή, μνημονεύει κάποιον μὲ τὸν ὁποῖον δὲν ἦταν διατεθειμένος νὰ συμμετάσχει σὲ κάποιο λειτουργικὸ ἑορτασμό. Ἐξαιτίας τῆς ἀντίδρασής του, ὁδηγήθηκε, βέβαια, στὴν ἐξορία γιὰ ἕνα ἑξάμηνο, τὸ 797, στὴν Θεσσαλονίκη.
.............................................................................................
Ἡ στάση αὐτὴ τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου σημαίνει ὅτι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν βρισκόταν σὲ κοινωνία μὲ τὸν Πατριάρχη, ὅμως δὲν τὸν εἶχε ἀποκηρύξει, ἀντιθέτως ἦταν ἀπολύτως νομιμόφρων σὲ αὐτόν, δεδομένου ὅτι δὲν διέκοψε τὴν μνημόνευσή του, ἀλλὰ προσευχόταν γι’ αὐτὸν στὴ Θεία Λειτουργία. Ὅπως γράφει στὴν ἄλλη ἐπιστολή του στοὺς εὐσεβεῖς δεσπότας, ἐννοώντας προφανῶς τὸν Αὐτοκράτορα καὶ τὸν Πατριάρχη, ὀφείλεται ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, ἡ φιλία καὶ ἡ ἔντευξις. Εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 21 ἐπιστολή του.
Εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γνώριζε πολὺ καλά, ὅτι ἡ διατήρησις τῆς λειτουργικῆς πράξης μνημόνευσης τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου, ἀποτελοῦσε ἀναντικατάστατον στοιχεῖο ἑνότητος καὶ κανονικότητος τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ συνέπειαν θὰ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου, ἀφοῦ μία τέτοια ἐνέργεια θὰ δημουργοῦσε ἐπὶ πλέον δύσκολες καταστάσεις, οἱ ὁποῖες ἀναπόδραστα θὰ κατέληγαν σὲ σχίσμα.
.......................................................................................
Μὲ ἄλλα λόγια, παρὰ τὶς ὀξύτατες διαφωνίες, ποὺ συχνὰ ἐξέφραζε, καὶ παρὰ τὴν ἀκριβῆ θέση τὴν ὁποία εἶχε, κατὰ τὴν ἐκτίμησή μας, δὲν διέκοψε ποτὲ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία.
...................................................................
 Ἡ διακοπὴ τῆς κοινωνίας ὡς συγκεκριμένη μορφὴ διαμαρτυρίας σὲ καμία περίπτωση δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἴδιος ἔθετε ἑαυτὸν ἔξω ἢ πάνω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἐπιδιώκοντας νὰ δημιουργήσει κάποια αὐτοκέφαλη ἢ ἀνεξάρτητη παρεκκλησία. Στὰ σχετικὰ κείμενα δὲν ὑπάρχει καμία ἐπαρκὴς μαρτυρία γιὰ νὰ θεμελιωθεῖ ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός. Ἡ πρόσκαιρη ἀκοινωνησία ἢ διαφορετικὰ ἡ διακοπὴ τῆς κοινωνίας τοῦ ἱεροῦ πατρὸς δὲν συνεπάγεται κατ’ ἀνάγκην καὶ μυστηριακὴ ἀποχή, ἀλλὰ διακοπὴ καὶ ἔλλειψη κοινωνίας σὲ αὐστηρὰ προσωπικὸ ἐπίπεδο. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν κοινωνοῦσε, ἦταν ἀκοινώνητος, ὑπῆρξε μιὰ ψυχρότητα στὶς σχέσεις τους, κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἄγνωστο καὶ πρωτόγνωρο, δυστυχῶς, καὶ στὴν δική μας καθημερινὴ ἐμπειρία.


............................................................................
Μὲ ἄλλα λόγια, παρὰ τὶς ὀξύτατες διαφωνίες, ποὺ συχνὰ ἐξέφραζε, καὶ παρὰ τὴν ἀκριβῆ θέση τὴν ὁποία εἶχε, κατὰ τὴν ἐκτίμησή μας, δὲν διέκοψε ποτὲ τὴν μυστηρακὴ κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν διεξοδικὴ

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Οι διαστρεβλώσεις και οι "συγγραφικές" σκευωρίες του κ. Καρδάση εις βάρος του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου!








Ὁ κ. Ἰ. Καρδάσης ἐπανῆλθε, μετὰ ἀπὸ πέντε, χρόνια καὶ δημοσίευσε καὶ πάλι ἕνα ἀναδιατυπωμένο κείμενο γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, γεμᾶτο ἀνακρίβειες καὶ διαστρεβλώσεις τῆς ἀλήθειας, τῶν προθέσεων καὶ τοῦ προσώπου τοῦ Ἁγίου, παρότι στὸ κείμενό του αὐτὸ εἶχε ἀπαντήσει ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς τὸ 2009.
Χθὲς δημοσιεύσαμε ἐκείνη τὴν πρώτη ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ πρὸς τὸν κ. Καρδάση (καὶ στὸν «Ἀμέθυστο» ποὺ ἔσπευσε νὰ τὸ δημοσιεύσει γιὰ νὰ χτυπήσει τοὺς Ἀποτειχισμένους καὶ τὸν ἅγιο Θεόδωρο).
Σήμερα δημοσιεύουμε τὴν δεύτερη ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθύμιου ποὺ εἶχε κι αὐτὴ δημοσιευθεῖ τότε στὸ ἱστολόγιο «Ἀποτείχιση» (ἐδῶ).
Παρόλο ποὺ τὸ κείμενο τοῦ κ. Καρδάση (ποὺ χθὲς δημοσιεύτηκε ἀπὸ τὸν «Ἀμέθυστο»), διαφέρει ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ 2007, ὅμως διαπνέεται ἀπὸ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ χρησιμοποιεῖ τὰ ἴδια περίπου ἐπιχειρήματα καὶ παραπομπές.
Δὲν ἔχουμε ἐπικοινωνία μὲ τὸν π. Εὐθύμιο (ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει αὐτὲς τὶς ἡμέρες), καὶ δὲν γνωρίζουμε ἂν προτίθεται νὰ ἀπαντήσει καὶ ὁ ἴδιος πάλι.

Ὁ π. Εὐθύμιος τὴν ΑΠΑΝΤΗΣΗ του (τῆς 6ης Μαΐου 2009) τὴν ἀπηύθυνε στὸν ἱστολόγο κ. Ὀδυσσέα Τσολογιάννη, ἀφοῦ δὲν γνώριζε ποιός κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὰ ἀρχικὰ Ι.Κ., τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦσε ὁ κ. Καρδάσης, καὶ εἶχε ὡς ἀκολούθως:

Συνημμένως με τα κείμενα που σου απέστειλα σχετικά με τις αντιπαπικές θέσεις του Αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου, σου στέλνω και το παρόν το οποίο αποτελεί απάντησι στο φίλο σου, ο οποίος υπογράφει με τα αρχικά Ι.Κ.
Καταλαβαίνεις βέβαια ότι όταν γράφουμε τόσο σοβαρά πράγματα, δια των οποίων φθάνουμε στο σημείο να κατηγορούμε τους αγίους είναι πέρα από κάθε χαρακτηρισμό το να φοβούμεθα να υπογράψουμε τις βαρύγδουπες διακηρύξεις μας.
Ερχόμενος λοιπόν στα γραφόμενα του φίλου σου σου αναφέρω ότι είναι τελείως αντιχριστιανικό να αραδιάζουμε τόσο σοβαρές κατηγορίες για τόσο υψηλά ιστάμενα πρόσωπα στο εκκλησιαστικό στερέωμα και οι πηγές από τις οποίες αντλούμε τις κατηγορίες να είναι τόσο θολές και διεστραμμένες.
Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος οι πλείστες των κατηγοριών του φίλου σου στηρίζονται στον ιστορικό Κ. Παπαρρηγόπουλο από τον οποίο επηρεάστηκε δυσμενώς ο Αγ. Νεκτάριος και εσχημάτισε αυτή τη γνώμη για τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.
Απόδειξις ότι αυτή είναι η βασική θολή και διεστραμμένη πηγή είναι ότι ολόκληρες προτάσεις αναφέρονται απαράλλακτα όπως διετυπώθησαν από τον Παπαρρηγόπουλο στο έργο του «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
Αναφέρω χαρακτηριστικά την πρότασι «ένεκα ιδιοτελείας εθυσίαζον ως μη ώφειλε τας ιερωτέρας παραδόσεις της Εκκλησίας ως προς τα σπουδαιότερα ζητήματα και κατεπρόδιδον τα τιμαλφέστατα του έθνους συμφέροντα». Αυτή ευρίσκεται στον 4ο τόμο του Κ. Παπαρρηγόπουλου σελ. 489. Αλλά και όλοι οι χαρακτηρισμοί δια τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη και όλο το σκεπτικό και τα συμπεράσματα είναι απαράλλακτα με αυτά του Παπαρρηγόπουλου.
Ο δε Παπαρρηγόπουλος έχει τόσο διεστραμμένη άποψι δι’ όλα σχεδόν τα εκκλησιαστικά θέματα, από τα δόγματα μέχρι την διοίκησι, ώστε να συντάσσεται στην ιστορία του απροκάλυπτα υπέρ της εικονομαχίας, την οποία ονομάζει μεταρρύθμισι σωτήριο, τους δε εικονόφιλους ονομάζει αντιμεταρρυθμιστές· να συντάσσεται υπέρ των εικονομαχικών συνόδων και εναντίον της Ζ΄ Οικουμενικής· να θεωρή αδιανόητο την αντίστασι των ομολογητών πατέρων και να προσπαθή να την γελοιοποιήση· να διακηρύσση ότι οι εικονομάχοι αυτοκράτορες εφέρθησαν άψογα στους ομολογητές πατέρες, δεν προέβησαν σε διωγμούς

Οι μάσκες έπεσαν!



Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ «ΑΜΕΘΥΣΤΟΥ»

Χαρακτηρίζει τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη
«θλιβερὸ ἅγιο»!

       
    Δυστυχῶς ὁ "Ἀμέθυστος" ἀποκαλύπτεται πλήρως. Ἔρριξε τὶς μάσκες καὶ ἀποδεικνύεται Ἁγιομάχος!  Τὰ βάζει ἐμμέσως καὶ ἀμέσως μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ἀναδεικνύει τοὺς Ἁγίους! Κάνει ὅ,τι κατηγορούσε κάποτε, κάποιους, ἐπειδὴ κακῶς δημοσίευσαν ἄρθρο ποὺ στρεφόταν κατὰ τοῦ Γέροντα Παϊσίου, ποὺ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἔχει ἀκόμα ἀνακηρυχθεῖ Ἅγιος!
      Ἔτσι, ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως στὴν προηγουμένη ἀνάρτησή μας, μὲ τὴν ὁποία καταγγείλαμε τὴν αὐθαίρετη κατηγοροποίηση τῶν Ἁγίων σὲ πρώτη καὶ δεύτερη κατηγορία, ἐπανῆλθε, βλασφημώντας πλέον τὸν Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ (ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν Εἰκονομάχων) ἔχει γράψει τοὺς ἐν ἰσχύει Ὕμνους τοῦ Τριωδίου καὶ ἀποκαλώντας τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη «θλιβερὸ Ἅγιο», ἐπειδὴ δὲν ταιριάζει στὶς περὶ αὐτοῦ ἀναλύσεις κάποιων ὁμοίων του!
       Ὁ Θεὸς νὰ τὸν συγχωρέσει!


 "AMΕΘΥΣΤΟΣ"

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014


Αυτός ο θλιβερός Αγιος κατέστησε τήν νίκη τών πιστών εναντίον τών εικονομάχων, μιά τραγική Πύρρειο νίκη. Αντικατέστησε τήν Χαρη του Κυρίου, τήν Εκκλησία, μέ τούς κανόνες τής εκκλησίας, γεννώντας τόν κληρικαλισμό , πού επικρατεί πλήρως στίς μέρες μας. Αλλαξε ακόμη καί τούς Μοναστικούς κανόνες τού Μ. Βασιλείου. Η Παπική εκκλησία είναι η εκκλησία τής Ιεραρχίας. Αντικατέστησε δηλ. πρώτη αυτή τόν Κύριο, επινοώντας μάλιστα μιά ιεραρχία στήν ίδια τήν Αγία Τριάδα, μέ τούς κανόνες. ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ. Τό οποίο στίς μέρες μας μεταλλάχθηκε στήν εξουσία τού κλήρου πάνω στούς πιστούς. Καταργώντας τήν Εκκλησία τού Χριστού. Σήμερα υπάρχουν Αγιοι τής ''εκκλησίας'' καί Αγιοι ''σώμα'' Χριστού. Στήν Δευτέρα Παρουσία, άς μήν ξεχνούμε, θά βρεθούμε πρό εκπλήξεων. Ο Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης έγραψε ερμηνείες τών κανόνων, γιά νά μήν καταλήξουν στό πνεύμα τού Γράμματος, όπως σήμερα. Μπορούμε νά ερμηνεύσουμε όμως τίς Εντολές τού Κυρίου; ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ. Η ΜΕΓΙΣΤΗ ΥΒΡΙΣ.  Ας λάβουμε όμως υπ' όψιν, έστω τήν τελευταία στιγμή καί τόν Απόστολο Παύλο.ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄,12. Διαιρέσεις δέ χαρισμάτων εισί, τό δέ αυτό Πνεύμα. καί διαιρέσεις διακονιών εισί ( τού κλήρου), καί ο αυτός Κύριος. καί διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δέ αυτός εστι Θεός, ο ενεργών τά πάντα εν πάσιν.
ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΜΑΣ ΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΒΟΛΗ.

Αμέθυστος

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

 
Ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου, Λόγοι
 Κατηχήσεις 14
 
 
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, παιδιά μου, καί τώρα νά μένετε σταθεροί καί ἀμετακίνητοι ἀπό τήν ἐλπίδα στόν Θεό, καί διασπώντας τίς πολύπλοκες μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου (Ἐφ. 6,11), νά φαίνεσθε ἀνώτεροι ἀπό τά πάθη, καταπατώντας τίς ἡδονές καί τίς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας, καί περιφρουρώντας τήν παρθενία καί τήν ἁγνότητά σας καί στήν ψυχή καί στό σῶμα. Βλέπετε ὅτι ὁ καιρός εἶναι ἀνοιξιάτιμος, καί ὅλη ἡ ἔμψυχη φύση κινεῖται πρός τήν ἀναπαραγωγή. Νά εἶναι λοιπόν μέτριες οἱ ὧρες τοῦ ὕπνου σας, ὅπως σᾶς θύμισα καί πρίν ἀπό τό Πάσχα, καί σύμφωνα μέ τόν κανόνα ἡ τροφή σας. Γιατί λέγει ὁ ἀπόστολος «εἶναι καλό νά μήν τρῶς κρέας, οὔτε νά πίνεις κρασί, οὔτε νά κάνεις κάτι πού θά σκανδαλίσει τόν ἀδελφό σου (Ρωμ. 14,21)». Σᾶς λέγω κι’ ἐγώ, ἀδελφοί μου, συμβουλευτικά ὄχι προστακτικά, γιά τίς τίμιες ψυχές σας, καί ὄχι γιά τούς ἀρρώστους ἀλλά γιά τούς ὑγιεῖς, εἶναι καλό νά μή πίνετε κρασί, καί μάλιστα ἐσεῖς οἱ νεώτεροι, γιατί μέ αὐτό ἀνάβουν τά πάθη. Ἔχουμε ἄλλωστε μέσα μας τή φουρτούνα τῶν φυσικῶν ἡδονῶν, γιατί νά προσθέτουμε καί τίς τρικυμίες τοῦ κρασιοῦ; Γευθεῖτε λοιπόν καί διαπιστῶστε, ὅτι εἶναι καλό πρᾶγμα ἡ ἐγκράτεια ὡς πρός αὐτό. Γιατί μέ τήν ἀποχή ἀπό τό κρασί θά δεῖς τόν ἑαυτό σου νά ὁδηγεῖται μέ τό λογισμό πρός τά ἐπάνω, νά μή κυριεύεται ἡ ψυχή ἀπό πυρετό καί νά παραμένει ἐπάγρυπνος γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἕτοιμος γιά πολλά ἀνώτερα πού στόχο τους ἔχουν τή σωτηρία. Αὐτός πού ἀπέχει ἀπό τό κρασί, εἶναι γεμᾶτος ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα, αὐτός πού πίνει νερό, πίνει τά νάματα τῆς κατάνυξης. Ὡστόσο, ὅσο μπορεῖτε, νά διατηρεῖτε τήν ὑγεία τοῦ σώματος, ὅπως κάνατε καί μέ τήν κόπωση. Γιατί δέν σᾶς δίνω διαταγή γιά τό πρᾶγμα αὐτό, ἀλλά συμβουλή. Καί σχετικά μέ τίς τροφές, τέκνα μου, σᾶς συμβουλεύω τό ἴδιο, νά ἀποφεύγετε τίς παράλογες ἀπληστίες καί τόν ὑπέρμετρο χορτασμό, ἀπό τόν ὁποῖο προέρχονται οἱ ἀσωτίες καί τά ὁμοφυλοφιλικά σπέρματα. Ἀντίθετα νά τρῶτε καί νά πίνετε μαζί μέ ὅλους τούς ἄλλους, ὥστε νά ἐξουσιάζετε καί ὄχι νά ἐξουσιάζεστε ἀπό τίς ἡδονές, καί νά εἴστε κύριοι καί ὄχι νά κυριεύεστε ἀπό τή σάρκα. Καί αὐτός εἶναι ὁ ἄριστος κανόνας τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, τό νά μή καταδυναστεύεται δηλαδή τό ἀνώτερο ἀπό τό κατώτερο. Νά προφυλάγεστε ἀπό τίς ἐξόδους σας καί τίς κοσμικές σας συναναστροφές, χωρίς νά προκαλεῖτε ταραχές στήν ἀδελφότητα. Καί σεῖς πού εἶστε τοποθετημένοι στά πλοιάρια, μπαίνοντας καί βγαίνοντας καί μεταφέροντας τά ἀναγκαῖα, νά μή συνδέεστε μέ κοσμικούς, οὔτε νά μιλᾶτε καί νά κραυγάζετε ὅπως ἐκεῖνοι, ἀλλ’ ὁ διάπλους σας νά γίνεται μέ σεμνοπρέπεια, γιά νά δοξάζεται ὁ Θεός καί μέ αὐτό.
Μαθαίνω ὅτι μερικοί κατεβαίνουν στούς κήπους καί ζητοῦν ἀπό τόν κηπουρό λάχανα γιά νά φᾶνε, καί ἐπειδή δέν τούς δίνει, ἐξαιτίας τοῦ κανόνα, διαπληκτίζονται μέ τόν κηπουρό. Καί αὐτό γενικά εἶναι σατανικό, καί νά μή γίνεται, γιατί αὐτοί πού τό κάνουν θά ὑποβληθοῦν σέ ἐπιτίμια. Δέν εἶναι ἀρκετά αὐτά πού παρατίθενται; Πῶς θά πολεμήσεις τό πάθος σύ πού νικιέσαι ἀπό τό λάχανο; Θά γίνεις πιό ἀδύναμος καί ἀπό τό φτερό, ἄν, ταπεινέ ἀδελφέ μου, δέν σταθεροποιήσεις τόν ἑαυτό σου στόν λογισμό καί στήν ἐγκράτεια. Γενικά οἱ τέλειοι γίνονται ἀπό τούς ἀτελεῖς, καί οἱ πολλοί μεγάλοι ἀπό τούς μικρούς, καί οἱ ὑγιεῖς ἀπό τούς ἀσθενεῖς, καί οἱ ἄνδρες ἀπό τά παιδιά, καί οἱ ἀπαθεῖς ἀπό τούς ἐμπαθεῖς, καί οἱ ἐγκρατεῖς ἀπό τούς ἀκρατεῖς, καί γίνονται ἄνθρωποι καί ἔγιναν, ἀλλά καί ἐμεῖς γίναμε καί ἄς γίνουμε καί ἄς μή ἀδρανήσουμε, οὔτε καί ν’ ἀποφύγουμε νά τό κάνομε ἀπό ὀκνηρία. «Ὁ Κύριος δίνει ἰσχύ καί δύναμη (Ψαλμ. 67,36) ». «Ἁπλώνοντας τά φτερά του, τούς δέχθηκε στή ράχη του (Δευτ. 32,11)». Τόσο πολύ δηλαδή θέλει νά μᾶς σώσει, τόσο πολύ «κοντά βρίσκεται σέ ὅλους ἐκείνους πού τόν ἐπικαλοῦνται (Ψαλμ. 144,18)». Ἔτσι λοιπόν ὁ Κύριος τῆς δόξας θά ἐνθαρρύνει τίς καρδιές σας καί θά ἑδραιώσει σταθερά τίς ψυχές σας καί θά ζώσει δυνατά τή μέση σας παιδιά μου ἀγαπημένα, παρατάσσοντάς σας στόν πόλεμο τοῦ ἀντιπάλου, γιά νά νικήσετε, ν’ ἀπόκρούσετε τούς ἐχθρούς, νά δοξασθεῖτε, νά τόν δοξολογήσετε, καί νά κληρονομήσετε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιατί σ’ αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό πανάγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα του, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΚΕΙΜΕΝΟ:
«Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, τέκνα μου, καί τανῦν στήκετε ἑδραῖοι καί ἀμετακίνητοι ἀπό τῆς εἰς Θεόν ἐλπίδος καί τάς πολυπλόκους μεθοδείας τοῦ διαβόλου διαρρήσσοντες, ἀνώτεροι τῶν παθῶν φαίνοισθε, τάς ἡδονάς καί τάς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός καταπατοῦντες, τήν τε παρθενίαν καί ἁγνείαν ὑμῶν περιφρονοῦντες ἀπό ψυχῆς καί σώματος. Βλέπετε ὅτι ὁ καιρός ἐαρινός, ἐν ᾧ πᾶσα φύσις ἔμψυχος πρός ζωογονίαν κινεῖται· συμμέτρως ἔστωσαν οἱ ὕπνοι ὑμῶν, καθώς ὑμᾶς ὑπέμνησα πρό τοῦ Πάσχα· συγκεκανονισμέναι ἔστωσαν αἱ τροφαί. «Καλόν», φησίν ὁ ἀπόστολος, «τό μή φαγεῖν κρέα, μηδέ πιεῖν οἶνον, μηδέ ἐν ᾧ ὁ ἀδελφός σου σκανδαλίζεται». Λέγω κἀγώ, ἀδελφοί μου, συμβουλευτικῶς, οὐχ ὁριστικῶς, διά τάς τιμίας ὑμῶν ψυχάς, καί οὐ τοῖς νοσοῦσιν, ἀλλά τοῖς ὑγιαίνουσι, καλόν τό μή πίνειν τόν οἶνον, μάλιστα ὑμῖς τοῖς νεωτέροις, δι’ οὗ ἀναφλέγονται τά πάθη. Ἔχομεν τοιγαροῦν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς τόν κλύδωνα τῶν φυσικῶν ἡδονῶν· τί καί τάς οἰνικάς παρεισάγομεν τρικυμίας; Γεύσασθε τοιγαροῦν καί ἴδετε, ὅτι χρηστόν ἡ περί τούτου ἐγκράτεια. Ὄψει γάρ σαυτόν ἐν τῇ τοῦ οἴνου ἀποχῇ ἀνωφερῆ πως τῷ λογισμῷ καί ἀπύρεκτον κατά ψυχήν καί διυπνισμένον πρός τήν τοῦ Θεοῦ ἀγάπην καί διανεστηκότα πρός πολλά τά κρείτονα καί ἐχόμενα σωτηρίας. Ὁ οἴνου ἀπεχόμενος Πνεύματος ἁγίου ἐστίν ἐμφορούμενος, ὁ ὑδροποτῶν τά τῆς κατανύξεως πέπωκεν νάματα. Πλήν, ὡς δύνασθε, τήν ὑγείαν τοῦ σώματος διατηρεῖν, ἤ καί κατά τόν κάματον οὕτω πράξατε· οὐ γάρ ἐπιταγήν, ἀλλά συμβουλήν δίδωμι ἐν τῷ πράγματι. Καί ἐν τοῖς βρώμασι δέ, τεκνία μου, τό αὐτό συμβουλεύω, φεύγειν τάς ἀλόγους πλησμονάς καί τούς ὑβριστικούς κόρους, ἐξ ὧν αἱ ἀσωτίαι καί τά σοδομιτικά σπέρματα. Ἀλλ’ οὕτως ὑμᾶς εἶναι ἔν τε τῷ ἐσθίειν καί πίνειν σύν τοῖς ἄλλοις ἅπασιν, ὥστε ἄρχειν καί μή ἄρχεσθαι ὑπό τῶν ἡδονῶν, καί κυριεύειν καί μή κυριεύεσθαι ὑπό τῆς σαρκός. Καί οὗτος ἄριστος ὅρος ψυχῆς καί σώματος, μή τό κρεῖττον ὑπό τοῦ χείρονος δυναστεύεσθαι. Πρός τάς προόδους ἀσφαλῶς ἔχετε, πρός τά ὁμιλίας τάς κοσμικάς, μή συνεισφέροντες ταραχάς τῇ ἀδελφότητι. Καί ὑμεῖς οἱ ἐν τοῖς πλοιαρίοις ἀποτεταγμένοι ἐν τῷ εἰσέρχεσθαι καί ἐξέρχεσθαι καί ἐπίκομίζειν τά πρός τήν χρείαν μή συνδυάζετε μετά κοσμικῶν, μηδέ ὅμοια ἐκείνοις ἤ λαλεῖτε ἤ κραυγάζετε, ἀλλά σεμνοπρεπῶς γινέσθω ἡ διάπλευσις ὑμῶν, ἵνα ὁ Θεός δοξάζηται ἐν τούτῳ.
    Τινές μανθάνω ὅτι κατέρχονται εἰς τούς κήπους καί ἐπιζητοῦσι παρά τοῦ κηπουροῦ λάχανα εἰς τό ἐσθίειν, καί μή λαμβάνοντες, διά τόν κανόνα, διαμάχονται τῷ κηπουρῷ. Καί τοῦτο ὅλον σατανικόν ἐστιν καί μηκέτι γένηται, ἐπεί ἐπιτιμίοις ὑποβληθήσεσθε οἱ τοιοῦτοι. Οὐκ ἀρκετόν τά παρατιθέμενα; Πῶς πολεμήσεις πάθος ὁ ὑπό λαχάνου καταβαλλόμενος; Ἀσθενέστερος γενήσῃ καί τοῦ πτεροῦ, εἰ μή στερεώσῃς ἑαυτόν τῷ λογισμῷ ταπεινέ μου ἀδελφέ, διά τῆς ἐγκρατείας. Ὅλως ἐξ ἀτελῶν τέλειοι καί ἐξ ἐμπαθῶν ἀπαθεῖς καί ἐξ ἀκρατῶν ἐγκρατεῖς καί γίνονται ἄνθρωποι καί γεγόνασι, καί γε καί ἡμεῖς καί γεγενήμεθα καί γενηθῶμεν καί μή ῥᾳθυμήσωμεν, μηδέ ἀποκνήσωμεν. «Κύριος δίδωσιν ἰσχύν καί κραταίωσιν». Διείς τάς πτέρυγας αὐτοῦ ἐδέξατο αὐτούς καί ἀνέλαβεν αὐτούς ἐπί τῶν μεταφρένων αὑτοῦ». Οὕτως ἀγαπᾷ τοῦ σῳζεσθαι ἡμᾶς, οὕτως «ἐγγύς ἐστι πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν». Οὕτως οὖν ὁ Κύριος τῆς δόξης παρακαλέσει τάς καρδίας ὑμῶν καί ἑδραιῶν ἑδραιώσει τάς ψυχάς ὑμῶν, καί περιζωννύων περιζώσει τάς ὀσφύας ὑμῶν, τέκνα ἠγαπημένα, εἰς παράταξιν, εἰς πόλεμον τοῦ ἀντιπάλου, εἰς νίκην, εἰς ἀποτροπήν τῶν ἐναντίων, εἰς δόξαν, εἰς αἴνεσιν αὐτοῦ, εἰς κληρονομίαν τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅτι αὐτῷ πρέπει ἡ δόξα σύν τῷ Πατρί καί τῷ παναγίῳ καί ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καί ἀεῖ καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

(Φιλοκαλία 18, Θεοδώρου Στουδίτου Λόγοι–Κατηχήσεις, σελ. 374).