Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οἰκουμενισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οἰκουμενισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Δ΄ Μια Απολογία-Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού (που το κόστος της ήταν η "καθαίρεση"), συκοφαντείται συνειδητά από γνωρίζοντας, και κακοποιείται από τους αγνοούντας





Δ΄ ΜΕΡΟΣ


 ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΝ  ΥΠΟΜΝΗΜΑ

ΠΡΟΣ ΤΟ  ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΝ  ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

τοῦ Ἱερομονάχου π. Εὐθύμιου Τριακαμηνᾶ



Δημοσιεύουμε σήμερα τὸ Δ΄ μέρος τοῦ Ἀπολογητικοῦ Ὑπομνήματος τοῦ π. Εὐθύμιου. Νὰ ὑπενθυμίσουμε, ὅτι ἡ δημοσίευση γίνεται, ἐπειδὴ πρόσφατα ἐπανῆλθαν στὸ φῶς τῆς δημοσιότητος τὰ ψεύδη ποὺ διαδίδονται στὴν Μητρόπολη Δημητριάδος καὶ στὴ Μητρόπολη Λαρίσης (ἐκεῖ ὅπου λειτουργεῖ καὶ ἐξομολογεῖ ὁ ἀδίκως τιμωρηθεὶς π. Εὐθύμιος) σχετικά μὲ τὴν διάτρητη καταδικαστικὴ ἀπόφαση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου.
Μ τ πόμνημα του αὐτὸ (ὅπως θὰ διαπιστώσει ὁ ἀναγνώστης) π. Εθύμιος παντ μ ἀδιάψευστα στοιχεα στς ψευδέστατες, ἀνύπαρκτες, κακόβουλες κα στημένες κατηγορίες πο το πηύθυναν οἱ «ἄδικοι Ἐπίσκοποι Δικαστές» (κατὰ τὴν διατύπωση συνεπισκόπου τους), καὶ καταδεικνύει μὲ τράνταχτα παραδείγματα τὸ γιατί οἱ σύγχρονοι Ἐπίσκοποι συμμετέχουν στὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτοὶ ποὺ ἀποτελοῦν τὴν πληγὴ τῆς σύγχρονης ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως.
Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ Ἐπίσκοποι τὸν κατεδίκασαν, ἐπειδὴ ἀγωνίζεται ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔτυχε νὰ ἔχει κατηγορηθεῖ μὲ τέτοιου εἴδους βαρύτατες κατηγορίες, μὲ τὶς ὁποῖες κατηγορήθηκαν συγκεκριμένοι Ἐπίσκοποι. Δὲν κατηγορήθηκε δηλαδή, ὁ π. Εὐθύμιος, οὔτε γιὰ κατάχρηση εκατομμυρίων, οὔτε γιὰ ἀλλοίωση τῆς εὐαγγελικῆς ἠθικῆς καὶ σκανδαλισμὸ τῶν πιστῶν μὲ κάποια συνέντευξή του σ πορνοπεριοδικό, οὔτε γιὰ αἵρεση· δὲν κατηγορήθηκε ὅτι ἔχει ἀρχοντικά, καὶ βίλλες, ἢ ὅτι ἔχει μερσεντὲς καὶ μερικὲς ἑκατοντάδες φανταχτερὲς καὶ πολυδάπανες στολές ἢ ὅτι κυκλοφορεῖ κουστουμαρισμένος ὡς ἄλλος ραββίνος στὰ διεθνῆ fora καὶ στὶς κθέσεις, ἐνέργειες στὶς ὁποῖες μποροῦν ἀσύδοτα καὶ ἀτιμώρητα νὰ προβαίνουν κάποιοι ἀπὸ τοὺς σύγχρονους δεσποτάδες κατασκανδαλίζοντας τοὺς πιστούς, καὶ γιὰ τὶς ὁποῖες οἱ συνεπίσκοποί τους, ἀντὶ νὰ καταδικάσουν, τοὺς καλύπτουν, τοὺς ἀθωώνουν ἢ καὶ τοὺς ἐμπιστεύονται (ὡς ἐπιβράβευση) ἐπίζηλες ἐκκλησιαστικὲς θέσεις.
π. Εθύμιος ζε σὲ ἕνα σπήλαιο πο διαμόρφωσε ς κατοικία, λειτουργεῖ μὲ τὴν μία λειωμένη ἱερατική του στολή, ἔχει ἀφιερώσει τ ζωή του στ μελέτη τν γίων Πατέρων κι ἀγωνίζεται ἐναντίον τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα αὐτοὶ ὑπηρετοῦν.
Αὐτὴ εἶναι ἡ «ἁμαρτία» του κατὰ τὴν δεσποτοκρατία!
«Πατερικ Παράδοση»


Μέρος Δ΄

10. Διά τήν ι' κατηγορίαν (ἐπί παρερμηνείᾳ καί διαστροφῇ τῶν Ἱερῶν Γραφῶν καί τῶν Πατερικῶν κειμένων) τοῦ κατηγορητηρίου ἔχω νά ἀναφέρω τά ἀκόλουθα:
Εἶναι καί εἰς αὐτήν τήν παράγραφον προφανής ἡ προσπάθεια ἀποπροσανατολισμοῦ καί παραπληροφορήσεως καί μάλιστα σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε νά χρησιμοποιῆ ὁ κατήγορος Ἰησουΐτικες μεθόδους. Αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό δύο σημεῖα τῆς παραγράφου τά ὁποῖα ἀκολούθως ἀναφέρω καί ἐπεξηγῶ.
α) Ἀναφέρονται συγκεκριμένως εἰς τήν παράγραφον αὐτήν ἐπί λέξει τά ἑξῆς: «ἐν ᾗ ἀγνοεῖ πᾶν ὅ,τι ὁ θεῖος πατήρ τῆς ἐκκλησίας ἡμῶν Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πιστεύει διά τήν Ἀρχιερωσύνη, ἅτινα τόμους ὁλοκλήρους καλύπτουσι τῆς Ὀρθοδόξου Πατρολογίας...». Καί βεβαίως εἶναι ἀπολύτως σωστά αὐτά τά ὁποῖα γράφονται, διότι ὄντως ὁ ἅγιος ἔθεσε τήν ἀρχιερωσύνη εἰς τό ὕψος τό ὁποῖον ἔπρεπε. Τό θέμα ὅμως δέν εἶναι τί ἐπίστευε ὁ ἅγιος διά τήν ἀρχιερωσύνη, ἀλλά τί ἐπίστευε διά τούς ἀρχιερεῖς, διά τούς φορεῖς δηλαδή αὐτοῦ τοῦ ἀξιώματος. Ἐπειδή λοιπόν καί ὁ κατήγορός μου Ἐπίσκοπος Λαρίσης (σ. ιστολ.: Ἰγνάτιος Λάπας) προφανῶς γνωρίζει ὅτι ἄλλα ἐπίστευε ὁ ἅγιος διά τήν ἀρχιερωσύνη καί ἄλλα διά τούς ἀρχιερεῖς, ἀναφέρει στό κατηγορητήριο τήν ἀρχιερωσύνη, διά νά καλυφθῆ πίσω ἀπό αὐτήν καί νά συσκοτίση κατά τρόπον, ὅπως προανέφερα, ἰησουΐτικο τά πράγματα καί νά δώση στόν λαό νά πιστεύση ὅτι ὁ ἅγιος αὐτός, ὅπως καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἅγιοι, δέν ἔκαναν διάκρισι μεταξύ καλοῦ Ἐπισκόπου καί κακοῦ, μεταξύ καλοῦ ποιμένος καί κακοῦ.
β) Ἀναφέρονται ἐπίσης εἰς αὐτήν τήν παράγραφον τά ἑξῆς: «Ἤ ἀγνοῶν τι ὁ ἱερός πατήρ ἔλεγε εἰς τό ποίμνιόν του διά τόν διάδοχόν του, τό ὁποῖον ὡς γνωστόν παρεκίνει αὐτόν νά ἀκολουθοῦν, αὐτός ἐξεγείρει τούς πιστούς». Καί ἐδῶ ὑπάρχει ἄφθονη συσκότησις καί συγχρόνως παραπληροφόρησις. Θέλει ὁ κατήγορός μου καί εἰς αὐτό τό σημεῖο νά παρουσιάζη τόν ἅγιο ὡς ἐπιβάλλοντα στό ποίμνιό του τήν τυφλή ὑπακοή στούς Ἐπισκόπους ὅ,τι καί ἄν αὐτοί διδάσκουν καί μέ οἱονδήποτε τρόπο ἐκλέγονται.
Δι' αὐτόν τόν λόγον ξεκινώντας ἀπό τόν χρυσορρήμονα ἅγιο θά ἀναφέρω καί γνῶμες ἄλλων ἁγίων διά νά καταδείξω τήν μεταξύ τῶν ἁγίων συμφωνία εἰς τό ὅτι ὑπάρχουν καλοί καί κακοί ἐπίσκοποι· καί τούς μέν καλούς πρέπει νά ἀγαποῦμε, νά σεβώμεθα καί νά ἀκολουθοῦμε, ἐνῶ ἀντιθέτως τούς κακούς πρέπει νά μή τούς τιμοῦμε, οὔτε νά τούς ἀκολουθοῦμε, ἀλλά νά τούς ἀποστρεφώμεθα. Ἰδιαιτέρως δέ καί πρωτίστως αὐτό ἰσχύει ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι σφάλλουν σέ θέματα τῆς πίστεως.
Κατ' ἀρχάς τήν διάκρισι τοῦ καλοῦ καί κακοῦ ποιμένος τήν κάνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Ἰωάν. 10, 1-16) λέγοντας ὅτι

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Επίθεση Φαναρίου κατά Ὀρθοδόξων

Στόμα τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ὁ μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, κατ' αὐτην τήν "Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας", ἀντί νά ἐξάρει τούς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὕβρισε ἀνεντίμως ὅσους "ἕπονται τοῖς ἁγίοις πατράσιν" καί ἀρνοῦνται τήν ὑπό τοῦ Φαναρίου προωθούμενη "Μετα-πατερική θεολογία

 
Καί μόνο στή σκέψη τῆς συσπείρωσης τῶν ὀρθοδόξων
 τό Φανάρι πανικοβάλλεται καί ἀντιδρᾶ σπασμωδικῶς

(Ἡ δημοσίευση πού ἀκολουθεῖ, εἶναι ἀπό τόν "Ὀρθόδοξο Τύπο", 9 Μαρτίου 2012, φ. 1918)



ποκαλε «ρρωστημένα μυαλά» σους «ξεσκεπάζουν» τούς πατρομάχους τς . Μητροπόλεως Δημητριάδος



ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟΝ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ

ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΙΝ

ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Ταραγμένον ἀπό τήν μεγάλην ἀπήχησιν τῆς ἡμερίδος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς διά τήν μεταπατερικήν θεολογίαν καταφεύγει ες παραδέκτους χαρακτηρισμούς μφανίζον σους περασπίζονται τήν Πίστιν καί τούς γίους Πατέρας ς ζηλωτάς, παλαιοημερολογίτας, περμάχους τς Πίστεως, οἱ ὁποοι πειλον τήν νότητα τς ρθοδοξίας, ν μφανίζεται ς συκοφαντούμενον καί δικούμενον.

Τήν ἐπίθεσιν ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς Πίστεως καί τῶν Ἁγίων Πατέρων ἐξαπέλυσεν ἀπό Ἄμβωνος τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος διεκήρυξεν ὅτι εἶναι καί ὑπέρ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλά καί ὑπέρ τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν αἵρεσιν εἰς τούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐπειδή ὡμίλησε διά «ἀρρωστημένα μυαλά», πού δῆθεν ὑπερασπίζονται τήν Πίστιν, ἀλλά εἰς τήν πραγματικότητα ἀπειλοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν ἐρωτῶμεν: Εἶναι «ἀρρωστημένα μυαλά» οἱ Σεβ. Μητροπολῖται καί οἱ Καθηγηταί Πανεπιστημίου Πρωτοπρεσβύτεροι π. Γ. Μεταλληνός καί π. Θ. Ζήσης, ἀλλά καί ὁ λαϊκός Δημ. Τσελεγγίδης (καί ἄλλοι), οἱ ὁποῖοι τεκμηριώνουν τήν αἵρεσιν τῆς μεταπατερικότητος ὅτι ἔχει προτεσταντικάς ρίζας καί ὑπηρετεῖ τόν Οἰκουμενισμόν;
Ἀποσπάσματα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μύρων κ. Χρυσοστόμου καί τί ὑπεστήριξαν εἰς τήν ἡμερίδα διά τήν αἵρεσιν τῆς μεταπατερικότητος τά «ἀρρωστημένα μυαλά», ὡς εἶναι ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου, οἱ Πρωτοπρεσβύτεροι π. Γ. Μεταλληνός καί π. Θεόδ. Ζήσης, ὁ Καθηγητής τῆς δογματικῆς κ. Δημ. Τσελεγγίδης κ.λπ.

Ταραχήν κατέλαβε τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀπό τήν ἐπιτυχίαν τῆς ἡμερίδος, τήν ὁποίαν ὠργάνωσε τήν 15ην Φεβρουαρίου ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πειραιῶς μέ ἀντικείμενον νά καταδειχθῆ ἡ αἵρεσις τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, τήν ὁποίαν πρεσβεύει ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Τό μέγα πάθος ὑπέρ τῆς πίστεως καί ὑπέρ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὑπό τῶν δύο χιλιάδων καί πλέον πιστῶν, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς τήν ἡμερίδα καί τά τεκμηριωμένα στοιχεῖα, τά ὁποῖα κατέθετον οἱ ὁμιληταί ἐτρόμαξαν κυριολεκτικῶς τό Φανάρι, τό ὁποῖον ἀντί νά κατασιγάση τάς ἀνησυχίας, ἔσπευσε νά ἐξαπολύση τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπίθεσιν ἐναντίον ὅσων ὑπερασπίζονται τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καί τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν. Ἀνέθεσεν εἰς τόν Σεβ. Μητροπολίτην Μύρων Χρυσόστομον νά καθυβρίση ἀπό τόν Ἄμβωνα τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅσους ἐναντιώνονται εἰς τήν μεταπατερικήν θεολογίαν καί τήν καταγγέλλουν ὡς κυοφορουμένην αἵρεσιν εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὅτι εἶναι «ἀρρωστημένα μυαλά», τά ὁποῖα ἀπειλοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἑνότης ἀπειλεῖται κατά τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην ἀπό «συμπεριφορές ζηλωτῶν, παλαιοημερολογιτῶν, “ὑπερμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας”, Πανεπιστημιακῶν Καθηγητῶν καί οἵτινων ἄλλων», οἱ ὁποῖοι φροντίζουν διά τό “ξέσπασμα” εἰς τόν ὁρίζοντα κρίσεως εἰς τήν σύγχρονον Ὀρθοδοξίαν.
Ἆραγε οἱ Σεβ. Μητροπολῖται Ναυπάκτου, Γλυφάδας, Πειραιῶς, οἱ Καθηγούμενοι Ἱερῶν Μονῶν, πρεσβύτεροι καί ὁμότιμοι Καθηγηταί Πανεπιστημίου σεβαστοί πατέρες Γ. Μεταλληνός καί Θεόδωρος Ζήσης, οἱ λαϊκοί Καθηγηταί τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ὑπό τόν κ. Τσελεγγίδην, οἱ Προηγούμενοι Ἱερῶν Μονῶν, οἱ χιλιάδες πιστοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς τήν ἡμερίδα, οἱ θεολόγοι Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλά καί οἱ Σεβασμιώτατοι Μητροπολῖται, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταφερθῆ ἐναντίον τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων κατά τό παρελθόν, εἶναι «ἀρρωστημένα μυαλά» κατά τόν Σεβασμιώτατον, ζηλωταί, ὑπέρμαχοι τῆς Ὀρθοδοξίας, πού ἀπειλοῦν μέ διάσπασιν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας;
Δέν ἦτο ὅμως τά μόνα ἀτοπήματα τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μύρων, ὁ ὁποῖος ταυτίζεται ἐξ ὀνόματος τοῦ Φαναρίου μέ τούς Μεταπατερικούς. Ἔσπευσε νά δώση ἐξηγήσεις διά λογαριασμόν των διακηρύσσων ὅτι εἴμεθα καί μέ τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά κάι μέ τούς μεταπατερικούς, διότι αὐτό ἀπαιτεῖ ἡ σύγχρονος κοινωνία. Κατέδειξεν ὅτι οἱ μεταπατερικοί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος ἔχουν εἰς τάς κινήσεις καί εἰς τάς ἐνεργείας των τήν εὐλογίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖον διαρκῶς σκανδαλίζει τόν πιστόν λαόν καί διασπᾶ τήν ἑνότητα τῆς Ἑλληνοφώνου Ὀρθοδοξίας ἄλλοτε συμπροσευχόμενον μέ τόν Πάπα εἰς τό Φανάρι, ἄλλοτε ἀποδεχόμενον τόν Πάπα ὡς κανονικόν μέλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄλλοτε ἐξισῶνον τήν Παπικήν, Ἀγγλικανικήν καί Προτεσταντικήν «Ἐκκλησίαν» μέ τήν Ὀρθόδοξον, ἄλλοτε συμπροσευχόμενον μέ Μουσουλμάνους, Ἰουδαίους καί εἰδωλολάτρας καί ἄλλοτε διατυπῶνον δημοσίως θέσεις τῆς Νέας Ἐποχῆς, αἱ ὁποῖαι ταυτίζονται μέ τάς θέσεις τῆς Μασωνίας.
Ἀλλά ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης εἰς τήν προσπάθειάν του νά ὑπερασπισθῆ τούς μεταπατερικούς θεολόγους ἐπετέθη εἰς ὅσους ὑπερασπίζονται τήν Πίστιν καί ἀποκαλύπτουν τήν αἱρετικήν μάσκαν τῶν Πατρομάχων λέγων ὅτι οὗτοι ἔχουν καταστήσει τήν Ἑλληνόφωνον Ὀρθοδοξίαν «σκορποχώρι». Δέν ἐνοχλεῖται ἀπό τόν αἱρετίζοντα ρόλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖον κλονίζει τήν πίστιν τῶν Ὀρθοδόξων μέ τάς ἐνεργείας καί τάς ἀποφάσεις του, ἀλλά κατηγορεῖ ὅσους ζητοῦν νά παραμείνη ἡ πίστις ἀναλλοίωτος καί τό φρόνημα Ὀρθοδοξότατον. Ἡ πτῶσις ὅμως τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου ἔφθασεν εἰς τό ἀποκορύφωμά της, ὅταν εἶπεν ἀπό Ἄμβωνος (καί μετεδόθη ὑπό τῆς ΕΤ3) ὅτι: «Δέν ἐπιτρέπεται, καίτοι ἔχει καταντήσει μόδα, νά ἐλέγχει καί νά ἐπιτιμᾶ ὁ οἱοσδήποτε θεσμούς, πρᾶγμα τό ὁποῖον καί αὐτό ἴσως θά ἐπετρέπετο μόνο σέ ἀνεπίληπτους κατά τόν βίον ἀνθρώπους, ἔχοντας ἡλικίαν κατάλληλον, κῦρος σεβαστῆς προσωπικότητας κ.λπ… Ἄλλωστε ὁ προσωπικός λόγος φανερώνει τό ποιόν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά τί νά κάμουμε ἀφοῦ ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά συκοφαντοῦνται καί νά ἀδικοῦνται καί οἱ δίκαιοι;».
Ἆραγε ὅλοι αὐτοί οἱ ἐκλεκτοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν καί συμμετεῖχον εἰς τήν ἡμερίδα τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς, ἀλλά καί ὅσοι ἐπικρίνουν τό Φανάριον τόσον διά τήν φιλοπαπικήν καί φιλο-οικουμενιστικήν του πορείαν ὅσον καί διά τήν προδοσίαν τῆς Πίστεως κατά τούς θεολογικούς Διαλόγους μέ τήν διακήρυξιν τῆς «Ὁμολογίας Πίστεως», τήν ὁποίαν ὑπέγραψαν χιλιάδες πιστοί μέ κῦρος καί ἐξέχουσαν ἐπαγγελματικήν ἰδιότητα εἶναι ἀκατάλληλοι, διά νά κρίνουν θεσμούς ἐκκλησιαστικούς ἤ τήν ἀποστασίαν ἐκ τῶν Ἱερῶν Κανόνων τοῦ Φαναρίου καί πολλῶν Ἀρχιερέων;
Εἶναι συκοφάνται καί ἄδικοι, ὅταν «ἐξεγείρονται» διά τήν καταφρόνησιν τῶν Ἀποστολικῶν Ἱερῶν Κανόνων καί διά τήν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐκκλησίας ἤτοι τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου; Καί μέ ποῖον δικαίωμα Ἀρχιερεῖς καί μάλιστα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔχετε τήν δυνατότητα νά παραθεωρῆτε τά δόγματα, νά περιθωριοποιῆτε τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀμφισβητῆτε τούς Κανόνας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἰς τούς θεολογικούς Διαλόγους, νά συμπροσεύχεσθε μετά ἑτεροδόξων καί ἀλλοθρήσκων καί νά μᾶς λέτε ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντιδρῶμεν εἰς τήν ἀλλαγήν πορείας τῆς Ὀρθοδοξίας εἴμεθα ζηλωταί, ὑπέρμαχοι τῆς Ὀρθοδοξίας κ.λπ; Ἐάν τό Φανάριον ἐπιθυμεῖ τήν ἀλλαγήν τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν ἰσοπέδωσίν της καί τήν ἐξίσωσίν της μέ τόν Παπισμόν καί τόν Προτεσταντισμόν ὀφείλει νά συγκαλέση Οἰκουμενικήν Σύνοδον. Ἕως τότε ὀφείλει νά σέβεται τήν Πίστιν καί τό Ὀρθόδοξον φρόνημα τοῦ πιστοῦ λαοῦ καί τοῦ ἐντίμου Κλήρου.

ρρωστημένον μυαλόν Σεβ. Ναυπάκτου;
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος ὡμίλησε διά «ἀρρωστημένα μυαλά», τά ὁποῖα ἀπειλοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τάς ἀντιδράσεις των διά τήν μεταπατερικήν θεολογίαν ἤ διά ἄλλα ζητήματα. Ἆραγε ὁ λογιώτατος καί ἀσκητικός Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος διά ὁλοκλήρου μελέτης προειδοποίησεν ὅτι αἱ θέσεις τῶν πατρομάχων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος συνιστοῦν αἵρεσιν, ἡ ὁποία κυοφορεῖται εἰς τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀρρωστημένον μυαλόν; Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης, ὁ ὁποῖος ὑπερασπίζεται τό Φανάρι, ὡμίλησε καί εἰς τήν ἡμερίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἀναπτύσσων τό θέμα: «Ἡ μεταπατερική θεολογία ἀπό ἐκκλησιαστικῆς προοπτικῆς».
Ὁ Σεβ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος ὡμίλησε διά τήν μεταπατερικήν σκέψιν καί τήν μεταπατερικήν θεολογίαν, ἡ ὁποία «εἶναι ξένη πρός τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας» καί «ἀναιρεῖ τίς Γραφές». Ὡμίλησε διά τούς «λεγομένους μεταπατερικούς θεολόγους», οἱ ὁποῖοι εἶναι πολλοί καί διαφέρουν μεταξύ των ὡς πρός τάς τάσεις, ἐνῶ «ἀσεβοῦν εἰς βάρος τῆς λατρείας καί τῆς προσευχῆς». Διεπίστωσεν, ἐπίσης, εἰς τήν ὁμιλίαν του, εἰς τήν ἡμερίδα τῆς 15ης Φεβρουαρίου ὅτι: «εἰσάγεται ἕνας μετανεωτερικός στοχασμός καί στήν πραγματικότητα ἐκπροτεσταντίζεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων».

ρρωστημένον μυαλόν καθηγητής κ. Τσελεγγίδης;
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος ὡμίλησε διά ἀρρωστημένα μυαλά, τά ὁποῖα ἀπειλοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἑλληνοφώνου Ὀρθοδοξίας. Ἆραγε εἰς αὐτούς περιλαμβάνει καί τόν Καθηγητήν τῆς δογματικῆς εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἀπό τήν πρώτην στιγμήν ἀνέδειξεν ὅτι ἡ μεταπατερικότητα τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δημητριάδος εἶναι ἰσοδύναμος μέ αἵρεσιν; Ὁ Καθηγητής ὡμίλησε καί εἰς τήν ἡμερίδα καί ὁλόκληρον τήν ὁμιλίαν του θά τήν παραθέσωμεν εἰς τό προσεχές φύλλον τοῦ «Ο.Τ.», διότι εἶναι πολύ σημαντική, ἀφοῦ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ μεταπατερική θεολογία εἶναι αἵρεσις ἔχουσα τάς βάσεις της εἰς τόν Προτεσταντισμόν. Πολύ περιληπτικῶς, τό «ἀρρωστημένο» αὐτό «μυαλό», ὁ Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης εἶπε τά ἑξῆς διά τούς μεταπατερικούς θεολόγους:
«Προκαλε βαθύτατη θλίψη παχυλή γνοια καί π’ ατς ρειδομένη παρση τν “μετα-πατερικν” θεολόγων, ο ποοι πιχειρον, λως μαθς, νά ποκαταστήσουν τήν νοχλητική μλλον γι’ ατούς γιοπατερική θεολογία τς ρθόδοξης κκλησίας μέ τήν πικαιροποιημένη πιστημονική-καδημαϊκή θεολογία τους. Μέ τήν στάση τους ατή φανερώνουν σαφς τι δέν γνωρίζουν στήν πραγματικότητα, πώς ο Πατέρες εναι νεργς θεοφόροι καί γιοι τς κκλησίας. γνοον μως κυρίως τι γιότητα τν γίων καί γιότητα τοῦ ἴδιου το Θεο εναι μία καί ατή, κατά τόν γιο Γρηγόριο Νύσσης. Δηλαδή γιότητα τν γίων χει ντολογικό χαρακτήρα καί εναι κτιστηδιότητα το Θεο, στήν ποία μετέχοντας πιστός μεσα καί προσωπικά, καί πό σαφες κκλησιαστικές προϋποθέσεις, καθίσταται «ν πάσ ασθήσει» κοινωνός τς γιότητας το διου τοΘεο. Εναι λοιπόν ενόητο, τι χαρακτήρας τς γιότητας τν γίων Πατέρων εναι κτιστος.
Ο Μεγάλοι Πατέρες θεολογον μέ βάση τή θεωτική τους μπειρία.
Ο μεγάλοι Πατέρες τς κκλησίας ξέφρασαν πλανς τήν ποστολική Παράδοση στήν ποχή τους, φο μως προηγουμένως τήν βίωσαν συχαστικς-σκητικς καί κατεξοχήν μυστηριακς. γιος Γρηγόριος Θεολόγος, Μ. Βασίλειος, γιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, γιος Συμεών Νέος Θεολόγος καί γιος Γρηγόριος Παλαμς, γιά νά μείνουμε νδεικτικά μόνον σ’ ατούς, πικαιροποίησαν τήν ποστολική καί Πατερική Παράδοση, κφράζοντας σέ λόγια θεολογική γλώσσα ατό κριβς πού βίωναν κτίστως καί “ν πάσασθήσει” καί ο λλοι γιοι Πατέρες, λλά καί ο λιγογράμματοι χαρισματοχοι, πως καί ο πλοί θεοφόροι πιστοί στήν ποχή τους».

ρρωστημένον μυαλόν καί π. Θεόδωρος Ζήσης;
Εἰς τά «ἀρρωστημένα μυαλά» ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μύρων κ. Χρυσόστομος πρέπει νά περιλαμβάνη καί τόν ὑπέρμαχον τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Καθηγητήν καί Πρωτοπρεσβύτερον π. Θεόδωρον Ζήσην, ὁ ὁποῖος, μαζί μέ τόν ἄλλον ρασοφόρον Καθηγητήν Πρωτοπρεσβύτερον π. Γεώργιον Μεταλληνόν, ἀπεκάλυψαν τήν μάσκαν τῶν Μεταπατερικῶν θεολόγων. Ἤδη τήν ὁμιλίαν τοῦ πατρός Γ. Μεταλληνοῦ (ἀρρωστημένον μυαλόν καί αὐτός) τήν ἐδημοσιεύσαμεν εἰς δύο συνεχείας (ἡ δευτέρα σήμερον). Παρουσιάζομεν καί τά βασικά σημεῖα τῆς ὁμιλίας τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ π. Θεοδώρου Ζήση εἰς τήν ἡμερίδα τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς. Ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης εἶπε μεταξύ ἄλλων:
« κκλησία κατ τ διαχρονική της συνείδηση, π τν ποστολικὴ ἐποχ μέχρι σήμερα, σέβεται κατιμ τος γίους Πατέρες κα διδασκάλους, χι γι τν νθρώπινη σοφία τους, ποία ς κτιστ παλιώνει κα φθείρεται κα γερν, λλγι τν φωτισμό τους π τ γιο Πνεμα, ο νέργειες το ποίου καστν διδασκαλία τους κα στν ζωή τους δν παλιώνουν οτε γερνον, στε ν χρειάζονται πέρβαση καξεπέρασμα, κατ τν καινοφαν διδασκαλία τν Μεταπατερικν Θεολόγων, παλαιν κα συγχρόνων.
Ες τό Πιστεύω νά προστεθ καί “ες Πατερικήν κκλησίαν”.
κκλησία δν εναι μόνον ποστολική, λλ κα Πατερική. ν πιτρεπόταν ν γίνει κάποια προσθήκη στ Σύμβολο τς Πίστεως, στὸ ἐκκλησιολογικ ρθρο “Ες Μίαν, γίαν, Καθολικν κα ποστολικν κκλησίαν”, θ μπορούσαμε κάλλιστα ν προσθέσουμε “κα Πατερικήν”: “Ες Μίαν, γίαν, Καθολικν, ποστολικν κα Πατερικν κκλησίαν”. Δν χρειάζονται πέρβαση κα ξεπέρασμα ο Πατέρες, πως δν περβαίνεται οτε τ κήρυγμα τν ποστόλων, διότι, πως λέγει α΄ κανν τς Ζ΄ Οκουμενικς Συνόδου, “ξ νς γρ παντες κα τοατο Πνεύματος αγασθέντες ρισαν τ συμφέροντα”. Τν ποστόλων τ κήρυγμα κα τν Πατέρων τ δόγματα φαίνουν π κοινο τν χιτνα τς ληθείας, καττ ραο κοντάκιο τς ορτς τν γίων Πατέρων. Κατ δ τ Συνοδικν τς ρθοδοξίας πο παναλαμβάνει τν ρο τς Ζ΄ Οκουμενικς Συνόδου: “Ατη πίστις τν ποστόλων, ατη πίστις τν Πατέρων, ατη πίστις τν ρθοδόξων, ατη πίστις τν Οκουμένην στήριξεν”.
Λυπούμεθα, διότι Παπισμός, Προτεσταντισμς κα Διαφωτισμός, πο μείωσαν πρτοι τος γίους Πατέρες, πέκτησαν καλος μαθητς κα παδος κα κ τν ρθοδόξων, κυρίως μεταξ τν ποστηρικτν τς παναιρέσεως τοΟκουμενισμο, στος ποίους νήκει κα προκαλέσασα τν συζήτησιν “καδημία Θεολογικν Σπουδν το Βόλου”, μ τ πατρομαχικό της συνέδριο γι τν “μεταπατερικ” κα “συναφειακ” Θεολογία. Γιατί ραγε παραμερίζουν καὶ ὑπερβαίνουν τος Πατέρες ο σύγχρονοι Πατρομάχοι; Γι τν διο λόγο πο ντέδρασε κα παπικς θεολόγος ωάννης τς Ραγκούσης λίγο πρν π τν Σύνοδο τς Φερράρας-Φλωρεντίας, ταν ο ρθόδοξοι Πατριάρχες δέσμευαν δι πισήμων γραμμάτων τος κπροσώπους των, ν κολουθήσουν σα ο Πατέρες στς οκουμενικς συνόδους κα στ συγγράμματά τους ριζαν.
ν εχε τηρηθ ατό, δν θ φθάναμε στν τελικ προδοσία κα ποστασία τς πίστεως. πειδ λοιπν κα τώρα μ τν Οκουμενισμ σχεδιάζεται παρόμοια κα χειρότερη ποστασία, θεωρον τι μέγα μπόδιο στ σχέδιά τους εναι ο Πατέρες τς κκλησίας κα θέλουν ν τος περβον. ποτελε πάντως κα ατ περιφαν νίκη τν γίων Πατέρων, διότι ποδεικνύει τι ο“μεταπατερικο “ θεολόγοι δν μπορον ν διαλεχθον κα ν ντιμετωπίσουν τν διδασκαλία τους καὶ ἀλλάζουν δρόμο ξεπερνώντας τους.
Μασωνικς μπνεύσεως ντιπατερική στάσις των.
ντιπατερικ πάντως στάση το μασωνικς μπνεύσεως Οκουμενισμο κα Συγκρητισμο, εναι σαφς πόδειξητο ντιχρίστου χαρακτρος των, φ’ σον κατ τὸ ἱερ κείμενο τς ποκαλύψεως, ὁ ἴδιος ντίχριστος θ βλασφημήσει τος γίους: “Κα νοιξε τ στόμα ατο ες βλασφημίαν πρς τν Θεόν, βλασφημσαι τ νομα ατο κα τν σκηνν ατο, τος ν τ οραν σκηνοντας”. Ο τς κκλησίας θ ξακολουθήσουμε ν κολουθομε τος γίους Πατέρες, “πόμενοι τος θείοις Πατράσι”, κα ν μ μετακινομε ἢ ὑπερβαίνουμε τ ρια κενα τὰ ὁποα κενοι θεσαν “μ μεταίρειν ρια αώνια, θεντο ο Πατέρες μν”. Πρς λους δ τος μεταπατερικος κα ντιπατερικος τοσυγχρόνου Οκουμενισμο κα πανθρησκειακο Συγκρητισμο, ποὺ ἐκτς τν λλων διακατέχονται π γωισμ κα φιλοσοφικ παρση παναλαμβάνουμε τ το γίου Γρηγορίου Νύσσης: “Παυσώμεθα το θέλειν εναι τν διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν τ λογομαχεν π καταστροφ τν κουόντων. Πιστεύσωμεν ς ο Πατέρες μν παραδεδώκασιν. Οκ σμν τν Πατέρων σοφώτεροι· οκ σμν τν διδασκάλων κριβέστεροι”».
........................................................................................................................


Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΣΥΓΧΥΣΗ
ΚΑΙ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΠΟΙΜΕΝΩΝ, ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΝ


ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ  ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
ΤΟΥ  ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ  

Δυστυχῶς, ἡ σύγχυση τῆς ἐποχῆς μας, (ὅπως ἔχουν προείπει οἱ Πατέρες) ἔχει ξεπεράσει κάθε σύγχυση ποὺ ὑπῆρχε σὲ προηγουμένους αἰῶνες. Ἡ σύγχυση αὐτὴ παρατηρεῖται σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ στὸν τομέα τῆς Πίστεως, ἐκεῖ ποὺ παλαιότερα ὁ ἄνθρωπος ἔβρισκε, μὲ λίγη προσπάθεια, τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν σταθερότητα τῆς Ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ σὲ ἁγιασμένους γέροντες.
 Σήμερα κι ἐκεῖ,  ὑπάρχει σύγχυση κι ἀντιπαράθεση· ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν διατήρηση τῆς πίστεως καὶ τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, ἀνάμεσα σὲ Γέροντες ἐν τῷ κόσμῳ καὶ σὲ Γέροντες ἐν τοῖς διαφόροις Μοναστηρίοις, ἀνάμεσα σὲ ἐπισκόπους τῆς ἴδιας τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀνάμεσα στὴ Σύνοδο μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ Σύνοδο μιᾶς ἄλλης τοπικῆς Ἐκκλησίας, κ.λπ.
Στὸ σημείωμα αὐτὸ θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὶς συγχύσεις, ποὺ ἐκπορεύονται ἀπὸ κάποιους ποιμένες καὶ πνευματικοὺς καὶ διακινοῦνται ἀπὸ τὰ πνευματικοπαίδια τους, τὰ ὁποῖα ὑπεραμύνονται τῶν θέσεων αὐτῶν, ἰσχυριζόμενα ὅτι κάνουν ὑπακοὴ στὸν Γέροντά τους, ἀντὶ νὰ ἀνατρέξουν στὴν Πατερικὴ Παράδοση καὶ νὰ ὑπακούσουν στοὺς Ἁγίους Πατέρες.
Παραθέτουμε ἀρχικὰ ἕνα κείμενο, δημοσιευμένο μάλιστα σὲ ἱστολόγιο ποὺ κατακεραυνώνει τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο γιὰ τὰ ἀντι-ευαγγελικὰ ἀνοίγματά του πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀντιτίθεται στὸν Οἰκουμενισμό, ταυτόχρονα ὅμως, δημοσιεύει καὶ κείμενα, ὅπως τὸ παρατιθέμενο, τὰ ὁποῖα ἐνσπείρουν τὴν σύγχυση στοὺς πιστούς, καὶ ἀποδεικνύουν τὴν παραπάνω διαπίστωση ἐν τοῖς πράγμασι. Θὰ προσπαθήσουμε δέ, νὰ τὸ ἐξετάσουμε μὲ βάση πατερικὰ κείμενα, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ προκαλέσουμε κάποιους ποὺ γνωρίζουν καλύτερα τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων, νὰ τοποθετηθοῦν καὶ νὰ τὸ διορθώσουν ἢ νὰ τὸ συμπληρώσουν. Διαβάζουμε στὸ κείμενο:

«Το ότι ο Βαρθολομαίος είναι αιρετικός δεν τεκμηριώνεται. Ζητήσαμε, μια ομιλία του σε Ι. Ναό, δηλ. σε σύναξη Χριστιανών Ορθοδόξων, όπου να διδάσκει αίρεση (παλαιά ή νέα) και εισπράξαμε ουδέν.
Αντ' αυτού, μας ειπώθηκε, ότι διδάσκει αίρεση (χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία) σε αγορές, στους δρόμους, σε συνεντεύξεις, σε συνέδρια (προφανώς, όχι αμιγώς Ορθόδοξα).
Ευχόμαστε βέβαια, ο Βαρθολομαίος να είναι μιμητής του Παύλου και να "το παίζει" παπικός, στους παπικούς, προτεστάντης, στους προτεστάντες, εβραίος, στους Εβραίους, μουσουλμάνος, στους μουσουλμάνους, άθεος, στους άθεους.
Μην ξεχνάμε την πολιτική του Παύλου: «…και εγενόμην τοις Ιουδαίος ως Ιουδαίος, ίνα Ιουδαίοις κερδήσω, ...τοις ανόμοις ως άνομος ίνα κερδήσω ανόμους…». Δηλ. σήμερα καλούμαστε να γίνουμε παπικοί για να κερδίσουμε τους παπικούς, οικουμενιστές για να κερδίσουμε τους οικουμενιστές, άθεοι, για να κερδίσουμε τους άθεους κ.λπ.
Τι έκανε λοιπόν ο Παύλος; Υποκρινόταν τον Ιουδαίο, στους Ιουδαίους, τον ειδωλολάτρη στους ειδωλολάτρες, για να κερδίσει έστω και έναν ετερόδοξο και ακριβώς, γι' αυτό το λόγο κατηγορήθηκε τότε, για μεταμόρφωσή του, για υποκρισία, αναλόγως των περιστάσεων, με σκοπό την προσωπική επιτυχία και την εξασφάλιση όλο και περισσότερο οπαδών. Ο Παύλος δέχεται πως προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις, για να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερους για το ευαγγέλιο, αυτό όμως το κάνει όχι από προσωπική έπαρση ή ματαιοδοξία, αλλά στην προσπάθειά του να μη μείνει ο ίδιος έξω από την υπόσχεση του ευαγγελίου.
Και αυτό το βλέπουμε σε δυο περιπτώσεις, που στην πράξη αθέτησε την ίδια του τη διδασκαλία. Η πρώτη είναι η περιτομή του Τιμόθεου, αν και δίδασκε κατά της περιτομής. Η δεύτερη είναι στο λόγο του στην Πνύκα, προς τους Αθηναίους, που αντί να τους υβρίσει ως ειδωλολάτρες και άρα αιρετικούς, τους επαίνεσε, για τη θρησκευτικότητά τους και δεν τους είπε να πετάξουν τους άλλους θεούς και να κρατήσουν τον ένα, τον άγνωστο, που ήρθε να τους τον αποκαλύψει. Η περίσταση λοιπόν αναγκάζει τον Παύλο, να γίνεται ένα με το ακροατήριό του, για να κερδίσει έστω και ένα, για το ευαγγέλιο του Χριστού.
Ο Βαρθολομαίος διακηρύττει, ότι όλοι πιστεύουμε στον ίδιο Θεό, οι Ορθόδοξοι στον Τριαδικό, οι Παπικοί στον Δυαδικό, οι Εβραίοι και οι Μουσουλμάνοι στον Μοναδικό. Για να κερδίσουμε τους αλλόθρησκους ξεκινάμε από αυτό το σημείο και κατόπιν προσπαθούμε να ξεδιαλύνουμε τα πράγματα, ώστε να μπορέσουμε να κηρύξουμε την αλήθεια του ευαγγελίου. Και χαρίζουμε και Κοράνια στους Μουσουλμάνους, που γι' αυτούς, αυτό είναι το ιερό τους βιβλίο, όχι για εμάς.
Ευελπιστούμε, όπως ο Βαρθολομαίος ενεργεί, όπως το προσδιορίσαμε. Στην αντίθετη περίπτωση, το "κρίμα στο λαιμό" του, χωρίς να γνωρίζουμε βέβαια τα εσώψυχα της καρδιάς και των λογισμών του. Μέχρι τότε, ούτε "ωσαννά", ούτε "άρον, άρον....."».

ς δοῦμε ἐν πρώτοις τὸ τμῆμα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τὸ ὁποῖο ὁ σχολιογράφος ἐπικαλεῖται καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ σχολιάσουμε μὲ βοήθεια τὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων:
«Ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ ἀλλ' ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους· ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω» (Α΄ Κορ. θ΄, 19-22).

1. Γράφει, λοιπόν, ὁ συγκεκριμένος σχολιογράφος, ὅτι ὁ ἀπ. Παῦλος «στὴν πράξη ἀθέτησε τὴν ἴδια του τη διδασκαλία» μὲ τὸν προχωρήσει σὲ «περιτομὴ τοῦ Τιμόθεου». Ποιός, ὅμως, Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γράφει κάτι τέτοιο; Ἡ προοδευτικὴ ἀπαγκίστρωση ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ ἡ «οἰκονομία» ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, εἶναι ἀθέτηση διδασκαλίας; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἀθέτηση διδασκαλίας εἶναι ὅσα ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος κάνει, τὰ ὁποῖα τὰ συγχωροῦν οἱ σύγχρονοι ποιμένες καὶ τὰ πνευματικοπαίδια τους. Γράφει σχετικὰ ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, ὅτι κατ’ οἰκονομίαν περιέτεμε τὸν Τιμόθεον ὁ ἀπ. Παῦλος, χωρὶς νὰ παραβαίνει κανένα νόμο, (ἀφοῦ αὐτὸς ἦταν τότε ὁ ἰσχύων νόμος τῆς Π. Διαθήκης), τὸν ὁποῖον ἡ Ἐκκλησία ἀγωνιζόταν προοδευτικὰ νὰ τὸν ἀλλάξει:
«Καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω... Καὶ διὰ τούτους γάρ τοι καὶ ἐκείνους, καὶ τῆς νομικῆς καθάρσεως ἐν Ἱεροσολύμοις ἠνέσχετο, καὶ ἐν τῇ Λυκαονίᾳ τὸν Τιμόθεον περιέτεμε, καὶ ἄλλα μυρία παραπλήσια ᾠκονόμησε» (Θεοδώρητου Κύρου, Ἑρμηνεία τῶν ΙΔ΄ ἐπιστολῶν Παύλου, TLG, V. 82, p. 297, l. 52-p. 300, l. 8). Καὶ «ἐγένετο τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος· ὅτε ἐν τῷ ἱερῷ ἡγνίσατο καὶ ἔθυσεν, καὶ περιτεμὼν Τιμόθεον Ἰουδαίοις πεπόμφεν διδάσκαλον· διὰ περιτομῆς  τὴν περιτομὴν  ἀναίρων» (Ἰσιδώρου).
Περιέτεμε, δηλ. τὸν Τιμόθεον κατ’ οἰκονομίαν, καθόσον μάλιστα βρισκόμαστε στὸ μεταίχμιο τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, στὰ πρῶτα χρόνια ποὺ εἶχε θεσπιστεῖ ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον ἡ μὴ ἀναγκαιότητα τῆς περιτομῆς καὶ –ὅπως ἦταν φυσικὸ– δὲν ἦταν ἀκόμα γνωστὴ σὲ ὅλους. Ἀντίθετα, ὡς διάταξη τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἰουδαῖοι τὴν ἐσέβοντο. Μὲ σύνεση, λοιπόν, προχώρησαν οἱ Ἀπόστολοι στὴν κατάργησή της καὶ τὴν ἀντικατάστασή της: «Καὶ σκόπει σύνεσιν, πῶς εὐκαίρως τὸν περὶ αὐτῆς εἰσήγαγε λόγον. Οὐ γὰρ εὐθέως ἀπ' αὐτῆς ἤρξατο, ἐπειδὴ πολλὴ ἦν αὐτῆς ἡ ὑπόληψις» (Χρυσοστόμου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους, V. 60, pg 434, ln 50).
Καὶ λίγο παρακάτω: «διὸ καὶ ὑφειμένως προάγει τὸν λόγον, καί φησι· Περιτομὴ μὲν γὰρ ὠφελεῖ, ἐὰν πράσσῃς τὸν νόμον· ἐὰν δὲ παραβάτης νόμου ᾖς, ἡ περιτομή σου ἀκροβυστία γέγονε. Δύο γὰρ ἐνταῦθα ἀκροβυστίας καὶ δύο περιτομάς φησιν, ὥσπερ καὶ δύο νόμους... Καὶ περιτομὴ μία μὲν ἡ ἐν τῇ σαρκὶ, δευτέρα δὲ ἡ ἀπὸ προαιρέσεως. Οἷόν τι λέγω· Περιετμήθη τις ὀκταήμερος· αὕτη σαρκικὴ περιτομή. Ἔπραξέ τις τὰ νόμιμα ἅπαντα· αὕτη διανοίας περιτομὴ, ἣν μάλιστα ὁ Παῦλος ζητεῖ, μᾶλλον δὲ καὶ ὁ νόμος... γ΄. Ὅρα τοίνυν πῶς συγχωρήσας αὐτὴν τῷ λόγῳ, καθεῖλε τῷ πράγματι. Οὐ γὰρ εἶπε, Περιττὸν ἡ περιτομή, ἀνόνητον ἡ περιτομὴ, ἄχρηστον· ἀλλὰ τί; Περιτομὴ μὲν γὰρ ὠφελεῖ, ἐὰν νόμον πράσσῃς. Κατεδέξατο αὐτὴν τέως λέγων· Ὁμολογῶ, καὶ οὐκ ἀντιλέγω, ὅτι καλὴ ἡ περιτομή· ἀλλὰ πότε; Ὅταν καὶ τὴν τοῦ νόμου φυλακὴν ἔχῃ... Οὐκ εἶπεν· Οὐκέτι ὠφελεῖ· ἵνα μὴ δόξῃ αὐτὴν ὑβρίζειν· ἀλλὰ γυμνώσας αὐτῆς τὸν Ἰουδαῖον, τότε αὐτὸν βάλλει λοιπόν... Ὥσπερ γὰρ, ὅτε ἔλεγε περὶ τῆς περιτομῆς, οὐκ εἶπεν, ὅτι Ἡ δὲ περιτομὴ οὐδὲν ὠφελεῖ χωρὶς βίου, ἀλλά, Περιτομὴ ὠφελεῖ μετὰ βίου, τὸ αὐτὸ μὲν δηλῶν, ἡμερώτερον δέ».
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Καίτοι ἡ περιτομὴ παρὰ Θεοῦ δεδομένη ἦν, ἀλλ' ὅμως ἐπειδὴ ἐλυμαίνετο τῷ Εὐαγγελίῳ οὐκ ἐν καιρῷ τελουμένη, πάντα ἔπραττεν ὁ Παῦλος, ὥστε αὐτὴν περικόψαι» (Χρυσόστομος Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Γαλάτας, κεφ. α΄, V. 61, pg 623, ln 46).
Καὶ πάλι (V. 60, pg 435, ln 17): Καὶ «περιέτεμεν γὰρ ἵνα καθέλῃ περιτομήν... οὐχὶ ἵνα καθέλει» θεσμοὺς καὶ Ἱ. Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κάνει σήμερα ὁ πατριάρχης καὶ οἱ περὶ αὐτὸν μὲ τὴν καταπάτηση τῶν ἱ. Κανόνων, τὴν ὁποία ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ δικαιολογοῦν οἱ οἰκουμενίζοντες.
Καὶ ἀλλοῦ ὁ Χρυσόστομος ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀπ. Παῦλος ἀντιμετώπισε τὸ θέμα τῆς περιτομῆς θεολογώντας καὶ ἀποκαλύπτοντας τὸ νέο νόημα ποὺ ἐλάμβανε «ἡ διὰ τοῦ βαπτίσματος περιτομή», στὸν χριστιανισμό. Ὁμιλοῦσε δηλ. ὁ Ἀπόστολος γιὰ μιὰ νέα διδασκαλία, ἡ ὁποία ἀκόμη ἦταν ἄγνωστη στοὺς Ἰουδαίους, καὶ ὄχι μιὰ παγιωμένη αἱρετικὴ διδασκαλία ἐπὶ 1000 χρόνια, μὲ τὴν ὁποία συνομιλεῖ ὁ κ. Βαρθολομαῖος καὶ μὲ τοὺς ἡγέτες τῆς ὁποίας συμπροσεύχονται καὶ ἀποδέχονται (ὡς ἔχοντας ἀρχιερωσύνη καὶ μυστήρια) οἱ πατριαρχικοὶ ἐν ἐκκλησίαις.

2. Ὡς πρὸς τὴν παρουσία τοῦ ἀπ. Παύλου στὶς Συναγωγές. Πράγματι, μίλησε κι ὁ ἀπ. Παῦλος συστηματικὰ στὶς Συναγωγές, ὅπως τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὁ Κύριος καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι· αὐτό, ὅμως, ἔγινε πρὶν διακοποῦν οἱ σχέσεις μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ὅταν βρισκόμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, πρὶν οἱ σκληροὶ διωγμοὶ ἐπεκταθοῦν, πρίν, ἡ ὅλη ἀντιμετώπιση τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀναγκάσουν τὴν Ἐκκλησία νὰ καθορίσει τὴ στάση της –στάση ἀπομακρύνσεως καὶ ἀκοινωνησίας– ἀπὸ τὴν Συναγωγή. Τότε λοιπόν, «συγκατέβαινεν γὰρ ὁ Παῦλος εἰς συναγωγὰς Ἰουδαίων· εἰσήρχετο πρὸς αὐτούς· ἐποίει κατὰ τὰ ἔθη αὐτῶν χωρὶς βλάβης· οὐ συνυποκρινόμενος, ἀλλὰ θηρεύων τινὰς ἐξ αὐτῶν» (Ὠριγένης, TLG, Fragmenta ex commentariis in epistulam i ad Corinthios (in catenis): Section 43, line 12).
Ἀργότερα, ὅμως, τὰ πράγματα παγιώθηκαν καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀπαγόρευσε τὴν εἴσοδο στὴν Συναγωγὴ γιὰ ποιμαντικοὺς λόγους, γιὰ νὰ μὴν ἐπηρεάζεται ὁ χριστιανὸς καὶ ἐπιστρέψει ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἀποχώρησε, στὴν ξεπερασμένη πιὰ Συναγωγή. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἱ. Χρυσόστομος μιλάει γιὰ ἀποστροφὴ καὶ ἀκόμα, γιὰ μῖσος πρὸς τὴν Συναγωγή· γράφει: «Ἐάν τις δ σε τν χοντα γνσιν ες συναγωγν περχμενον, κα σλπιγγας θεωροντα, οχ συνεδησις ατο σθενος ντος οκοδομηθσεται ες τ θαυμζειν τ ουδαϊκ πργματα; ππτων οχ το δου πτματος δδωσι μνον δκην, λλ' τι κα λλους ποσκελζει κολζεται· σπερ κα στς οχ πρ τς οκεας ρετς στεφανοται μνον, λλ' τι κα λλους ες τν ατν γει ζλον θαυμζεται. Φεγετε τονυν κα τος συλλγους, κα τος τπους ατν, κα μηδες αδεσθω τν συναγωγν δι τ βιβλα, λλ δι τατα ατν μισετω κα ποστρεφσθω, τι φ' βρει κατχουσι τος γους, τι πιστοσι τος κενων ρήμασιν, τι τν σχτην ατν κατηγοροσιν σβειαν» (Χρυσοστόμου Ἰω., Λόγοι Κατὰ Ἰουδαίων, Λόγ. α΄, ΤLG, V. 48, pg 851, ln 43).

3. Εἶναι, ἐπίσης, ἀλήθεια πὼς οἱ Ἀπόστολοι φέρθηκαν μὲ συγκατάβαση καὶ οἰκονομία καὶ πρὸς τοὺς ἐθνικούς. Πῶς ἀλλιῶς ἐξ ἄλλου θὰ πραγματοποιoῦσαν τὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη»; Οὐδέποτε, ὅμως, ἀποδέχτηκαν ἢ υἱοθέτησαν –πρὸς καιρὸν ἔστω– τὶς ἰδέες ἢ στοιχεῖα τῆς θρησκείας τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων. Γράφει ὁ Θεοδώρητος: «”Τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος... Ἔστι δὲ αὐτοῦ τὰς παντοδαπὰς οἰκονομίας ἰδεῖν, οὐ μόνον ἐν τοῖς αὐτοῦ γράμμασιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν ἀποστόλων. Ἄλλως γὰρ ἐν ταῖς Ἰουδαίων συναγωγαῖς διελέγετο, καὶ ἄλλως ἐπὶ τοῦ Ἀρείου πάγου τὴν διδασκαλίαν προσήνεγκεν, ἑκάστῳ πάθει προσφέρων κατάλληλα φάρμακα» (Θεοδώρητου Κύρου, ὅπ. παρ., p. 300, l. 9-p. 300, l. 17).
Μίλησε, λοιπόν, στοὺς Ἀθηναίους ὁ ἀπ. Παῦλος μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀπ’ ἐκεῖνον μὲ τὸν ὁποῖον μιλοῦσε στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ μέχρι ἐκεῖ. Οὐδέποτε ἀποδέχθηκε τὶς θρησκευτικές τους ἰδέες. Ἁπλὰ χρησιμοποίησε καὶ τῶν δικῶν τους φιλοσόφων καὶ ποιητῶν ἰδέες καὶ κείμενα, (χωρὶς νὰ τὰ υἱοθετήσει), μὲ σκοπὸ βέβαια νὰ τοὺς προσελκύσει πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τοὺς θεραπεύσει. «Διερχόμενος καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν, εὗρον βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο ἀγνώστῳ Θεῷ· ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν» (Πράξ. 17, 23). Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Ὅρα καὶ ἀπὸ τῶν ὑπ' αὐτῶν γινομένων, καὶ ἀπὸ τῶν εἰρημένων τὰς ἀποδείξεις παρέχοντα» (Χρυσόστομου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, TLG, V. 60, pg 269, ln 21).
Ὅπως φαίνεται, λοιπόν, καὶ ἀπὸ τὸ κείμενο, στὴν ὁμιλία-διάλογο μαζί τους, δὲν ἀποδέχτηκε, ὅτι πιστεύουν στὸν ἴδιο Θεό οἱ Χριστιανοὶ καὶ οἱ Ἕλληνες –ὅπως ὁ Πατριάρχης κάνει μὲ τοὺς κάθε λογῆς αἱρετικοὺς καὶ ἑτερόθρησκους–, ἀλλὰ τοὺς εἶπε μὲ καλὸ τρόπο: ἐσεῖς, εἶσθε μὲν εὐσεβεῖς, ἀλλὰ τὴν εὐσέβειά σας τὴν ἔχετε στρέψει σὲ ἀνύπαρκτο Θεό, ψεύτικο. Κι ἐγὼ ἦλθα νὰ σᾶς διδάξω, τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία καὶ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Κι ἐκεῖνοι, ὅπως προανεφέρθη, δὲν ἀπεδέχθησαν τὴν διδασκαλία του καὶ «εὐγενικὰ» τὸν ἔδιωξαν.
Κατ’ ἀρχάς, λοιπόν, ὅπως διαβάζουμε στὸ κείμενο τῶν Πράξεων, ὁ Παῦλος στενοχωρεῖται καὶ ἐξοργίζεται βλέποντας τέτοια πνευματικὴ τυφλότητα: «παρωξύνετο τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ θεωροῦντι κατείδωλον οὖσαν τὴν πόλιν» (Πράξ. 17, 16). «Τί οὖν ἐστι, Παρωξύνετο; Ἀντὶ τοῦ, Διηγείρετο· ὀργῆς γὰρ καὶ ἀγανακτήσεως πόῤῥω τὸ χάρισμα. Οὐκ ἔφερεν, ἀλλ' ἐτήκετο... Εἰκότως παροξύνεται· οὐ γὰρ ἦν ἀλλαχοῦ τοσαῦτα ἰδεῖν εἴδωλα» (Χρυσοστόμου ὅπ. παρ., V. 60, pg 267, ln 42). «Ὀδύνη γὰρ καὶ παροξυσμὸς τῷ ἁγίῳ ἡ τῶν ἀθέων ἀσέβεια. Οὕτω καὶ περὶ τοῦ Παύλου εἴρηται» (Asterius Sophista Scr. Eccl.: Commentarii in Psalmos (homiliae 31): Homily 25, section 2, line 16). Διὰ τοῦτο «εἰδωλομανοῦντος τοῦ τῇδε λαοῦ, καὶ ταῖς ἐπιβωμίοις κνίσσαις προστετηκότος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν τῷ μακαρίῳ παρωξύνετο Παύλῳ, οἷόν τι ῥεῦμα πλημμύρον ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Ἀποστόλου στενοχωρούμενον, καὶ μὴ εὑρίσκον ἐν τοῖς ἀναξίοις τὴν διέξοδον. Διὰ τοῦτο Στωϊκοῖς τε καὶ Ἐπικουρείοις συμπλέκεται, καὶ εἰς Ἄρειον καταστὰς πάγον, ἐκ τῶν συνήθων αὐτοὺς πρὸς τὴν θεογνωσίαν προσάγεται» (Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ Θεότητος Υἱοῦ καὶ Πνεύματος λόγος, TLG V. 46, p. 557, l. 2-9).
Συνομιλοῦσε, λοιπόν, ὁ Παῦλος μὲ τοὺς Ἀθηναίους στὴν ἀγορά: «διελέγετο... ἐν τῇ ἀγορᾷ κατὰ πᾶσαν ἡμέραν πρὸς τοὺς παρατυγχάνοντας»· καὶ καθιστοῦσε σαφές, ὅτι λατρεύουν ψεύτικο θεό. Καὶ ὅταν τὸν κάλεσαν στὸν Ἄρειο Πάγο, πῆγε, παρόλο ποὺ ὁ Ἀπόστολος γνώριζε ὅτι ἀπὸ περιέργεια τὸν κάλεσαν, κάποιοι δέ, μὲ σκοπὸ νὰ ἀπορρίψουν τὴν διδασκαλία του: «Ἦγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Ἄρειον πάγον, οὐχ ὥστε μαθεῖν, ἀλλ' ὥστε κολάσαι, ἔνθα αἱ φονικαὶ δίκαι. Ὅρα γοῦν πῶς καὶ ἐν ἐλπίδι τοῦ μαθεῖν καὶ πανταχοῦ τὴν καινοτομίαν ἐγκαλοῦσι. Λάλων πόλις ἡ πόλις ἐκείνων ἦν» (Χρυσοστόμου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὁμιλ. λα΄, TLG, V. 60, pg 268, ln 30). Kαὶ ἀσφαλῶς δὲν  διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ Παύλου, ὅτι ὑπερηφάνως διέκειντο ἀπέναντί του: «Διὰ τί εἰς Ἄρειον πάγον αὐτὸν εἷλκον; Ὡς καταπλήξοντες, ἔνθα τὰς φονικὰς δίκας ἐδίκαζον» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., V. 60, pg 270, ln 8).
Πῆγε, λοιπόν, στὴν Πνύκα, γιὰ νὰ τοὺς ἐκθέσει τὴν παράξενη, ὅπως τὴν χαρακτήρισαν, διδασκαλία του καὶ μίλησε, καὶ ἐξήγησε καθαρὰ καὶ σταράτα, χωρὶς κρατούμενα καὶ διπλωματίες ἢ ὑποκρισίες, τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ ἐπαίνεσε μὲν τὴν εὐσέβειά τους, ὄχι ὅμως καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεώς τους, τὸ ὁποῖο κατήγγειλε ὡς ψευδές: «Ὁρᾷς ὅπως κατὰ μικρὸν εἰσάγει τὴν φιλοσοφίαν; πῶς καταγελᾷ τῆς Ἑλληνικῆς πλάνης τοὺς ψευδεῖς θεούς;» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., V. 60, pg 269, ln 6).
Καὶ ἀσφαλῶς δὲν τοὺς ὕβρισε, ἀλλὰ τοὺς ἐξήγησε ὅτι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι ὁ Χριστός, οἱ δὲ ἄλλοι Θεοί, οἱ κατοικοῦντες σὲ «χειροποίητους» εἰδωλολατρικοὺς ναούς, εἶναι ψεύτικοι: «Οἰκεῖ μὲν γὰρ ἐν ναοῖς, ἀλλ' οὐκ ἐν τοιούτοις, ἀλλ' ἐν ἀνθρωπίνῃ ψυχῇ. Ὅρα, τὴν σωματικὴν ἀνεῖλε λατρείαν» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., V. 60, pg 270, ln 41). Γι’ αὐτό, τοὺς εἶπε,  δὲν πρέπει νὰ νομίζετε ὅτι «τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον... χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου». Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Καὶ οὐκ εἶπεν· Οὐκ ὀφείλετε νομίζειν χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ τὸ Θεῖον εἶναι ὅμοιον, ὢ μιαροὶ καὶ παμμίαροι· ἀλλὰ ταπεινότερον, Τοῦτο οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν, φησίν, ἀλλ' ὑπὲρ τοῦτο, Τί δαὶ τὸ ὑπὲρ τοῦτο; Θεός» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., V. 60, pg 272, ln 26).
Καὶ τοὺς μίλησε γιὰ «μετάνοια», γιὰ ἡμέρα «κρίσεως», γιὰ «ἀνάσταση νεκρῶν». Καὶ δέχθηκε (ἐπειδὴ ἀκριβῶς μίλησε «ὀρθόδοξα») τὸν χλευασμὸ τῶν Ἀθηναίων καὶ τὴν περιφρόνησή τους. Αὐτά, δηλαδή, ποὺ δὲν ἀνέχονται οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι, γι’ αὐτὸ καὶ ἀφήνουν ἀναπάντητες τὶς ὕβρεις ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πίστεως τῶν Παπικῶν καὶ μάλιστα, τὶς ἀποδέχονται!!!
Καὶ τέλος, «ὁ Παῦλος ἐξῆλθεν ἐκ μέσου αὐτῶν» (Πράξ., 17,33) κατὰ τὸ «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε» (Ἡσ. νβ´ 11 καὶ Β΄ Κορ. 6, 17) καὶ δὲν ξαναγύρισε νὰ διαλεχθεῖ μαζί τους, πιστὸς στὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἀντίθετα οἱ οἰκουμενιστὲς στριφογυρίζουν γύρω ἀπὸ τὸ Βατικανὸ καὶ τὸ Π.Σ.Ε. ἐπὶ δεκαετίες, παρὰ τὶς ταπεινώσεις ποὺ συνεχῶς ὑφίσταται ὁ Κύριος (τὸν ὁποῖον τάχα ὑπηρετοῦν) καὶ ἡ Ἐκκλησία Του ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
Καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση λοιπόν, ὁ ἀπ. Παῦλος, θὰ ἐπαναλάβουμε, πὼς δὲν ἔκανε ὅ,τι κάνουν σήμερα οἱ Οἰκουμενιστές· δὲν ἀποδέχθηκε τὶς θέσεις τους, δὲν δίστασε νὰ τοὺς ἀποκαλύψει ὅτι ὁ θεός τους ἦταν ψεύτικος, δὲν σιώπησε, ἀλλὰ στὸ τέλος τῆς δημηγορίας του μίλησε γιὰ θέματα, στὰ ὁποῖα ἡ διαφορὰ χριστιανισμοῦ καὶ εἰδωλολατρίας ἀποδεικνύετο πὼς ἦταν ριζική. Κι αὐτὸ τὸ ἔκαμε ἀπὸ τὴν πρώτη φορὰ ποὺ συναντήθηκε μαζί τους κι ὄχι μετὰ ἀπὸ κάποια χρόνια ἢ δεκαετίες. Ἔθιξε δηλ. ἐξ ἀρχῆς θέματα κρίσιμα, ὅπως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος:
«Οὐκ εἶπε τοὺς δαίμονας ἁπλῶς, ἀλλὰ προοδοποιεῖ τῷ λόγῳ. Διὰ τοῦτο εἶπε· Δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ, διὰ τὸν βωμόν. Ὁ Θεός, φησίν, ὁ ποιήσας τὸν κόσμον, καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ. Ἐφθέγξατο φωνὴν μίαν, δι' ἧς πάντα κατέστρεψε τὰ τῶν φιλοσόφων. Οἱ μὲν γὰρ Ἐπικούρειοι αὐτόματά φασιν εἶναι τὰ πάντα, καὶ ἀπὸ ἀτόμων συνεστάναι· οἱ δὲ Στωϊκοὶ, σῶμα καὶ ἐκπύρωσιν· ὁ δὲ ἔργον Θεοῦ λέγει τὸν κόσμον, καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ. Ὁρᾷς συντομίαν, καὶ ἐν συντομίᾳ σαφήνειαν; Καὶ σκόπει τίνα ἦν ξενίζοντα αὐτούς· ὅτι ὁ Θεὸς τὸν κόσμον ἐποίησεν» (Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ.,  V. 60, pg 270, ln 19-30).
Στὴ συνέχεια μίλησε περὶ ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κ.λπ., χωρὶς νὰ λογαριάσει τὶς ἀντιδράσεις τους, χωρὶς νὰ ὑπολογίσει ὅτι αὐτὸ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ κόψει τὶς γέφυρες ἐπικοινωνίας ποὺ μὲ κόπο, ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν στιγμή, προσπαθοῦσε νὰ δημιουργήσει μὲ τοὺς Ἀθηναίους. Καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι, αὐτὴ ἡ περὶ «ἀναστάσεως» ἀναφορά, ἔγινε ἀφορμὴ οἱ Ἀθηναῖοι νὰ τὸν εἰρωνευθοῦν καὶ νὰ τὸν ἀποπέμψουν «εὐγενικά»: «Ἀκούσαντες δὲ ἀνάστασιν νεκρῶν οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον· Ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου» (Πράξ. 17, 32).
Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τους τὴν συμπεριφορά, ὁ Παῦλος, δὲν παρέμεινε ἄλλο στὴν Ἀθήνα, δὲν ξανανέβηκε στὴν Πνύκα, ἐπικαλούμενος τὴν φράση τους «ἀκουσόμεθά σου πάλιν». Δὲν πῆγε νὰ τοὺς παρακαλέσει: ἐλᾶτε νὰ ξανασυζητήσουμε· ἐξ  ἄλλου ἐσεῖς μοῦ τὸ εἴπατε: «ἀκουσόμεθά σου πάλιν». Καὶ δὲν τοὺς προσέγγισε ξανά, γιατὶ κατάλαβε ὅτι δὲν εἶχαν διάθεση νὰ τὸν ἀκούσουν. Ἂς τοῦ εἶπαν αὐτὴ τὴ φράση, ἡ ὁποία σημειωτέον, μπορεῖ μὲν νὰ ἦταν εἰρωνική, ἀλλὰ δὲν ἦταν δόλια, ὅπως εἶναι οἱ φράσεις καὶ οἱ διαβεβαιώσεις τῶν αἱρετικῶν τῶν Παπικῶν καὶ Προτεσταντῶν σήμερα, καὶ ἀλλοίμονο, τῶν δικῶν μας «ὀρθόδοξων» ποιμένων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὴν κατάληξη ὅλων αὐτῶν τῶν Διαλόγων καὶ τῶν συμπροσευχῶν, ἀλλὰ τάχα ἀθῶα, στὴν πραγματικότητα ὅμως πονηρά, ἰσχυρίζονται ὅτι ἀκολουθοῦν τὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν «ἄλλων!
Διότι, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἐκεῖνοι (στὴν περίπτωσή μας οἱ Ἀθηανῖοι) δὲν ἤξεραν, δὲν εἶχαν λάβει τὸ φῶς τῆς ἐπιγνώσεως, καὶ παρόλα αὐτὰ ἔψαχναν, μὲ τὸν τρόπο τους, ἐνῶ αὐτοὶ σήμερα (οἱ αἱρετικοί), ἔχουν ὅλους τοὺς θεόπνευστους Πατέρες στὰ χέρια τους, ὅλο τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ παραμένουν στὴν πλάνη τους καὶ στὸ σκοτάδι τῆς αἱρέσεως ἀμετανόητοι: «Πῶς οὖν οὐ χαλεπώτεροι τῶν μνημονευθέντων οἱ νῦν ματαιάζοντες; οἱ μὴ συγχωροῦντες ὑπὲρ τὴν κατάληψιν αὐτῶν εἶναι τὸ Θεῖον, ἀλλ' οὕτω τὸν Θεὸν γιγνώσκειν μεγαλαυχοῦντες ὡς αὐτὸς ἑαυτόν; Πῶς ἄν τις κατ' ἀξίαν τὴν πήρωσιν τῶν δειλαίων καταθρηνήσειεν, οἳ τοσούτου φωτὸς τῆς ἀληθείας τὴν οἰκουμένην πᾶσαν ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς ζωῇ διὰ τῆς εὐσεβοῦς πίστεως περιλάμποντος, μόνοι πρὸς τὴν αὐγὴν ἀμβλυωποῦσιν (Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ Θεότητος Υἱοῦ καὶ Πνεύματος λόγος, TLG, V. 46, p. 557, l. 52-p. 560, l.1).
Ποιός δὲν βλέπει, λοιπόν, καὶ ποιός δὲν καταλαβαίνει σήμερα τὴν δολιότητα τῶν Παπικῶν, τὴν πονηρία τῶν ἡμετέρων; Δυστυχῶς, δὲν τὰ βλέπουν αὐτὰ κάποιοι Γέροντες, ποὺ γιὰ τοὺς δικούς τους λόγους, ζητοῦν ἀπὸ τὰ πνευματικά τους παιδιά νὰ κάνουν ὑπακοὴ καὶ νὰ δείχνουν σεβασμὸ στοὺς αἱρετικοὺς ἐπισκόπους καὶ πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι διαλέγονται καὶ συμπροσεύχονται ἀδιακρίτως καὶ ἐπὶ δεκαετίες μὲ τοὺς αἱρετικούς, παρὰ τὶς Ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Μποροῦν, ἄραγε, νὰ ἰσχυριστοῦν στὰ σοβαρὰ οἱ ἡγέτες τῶν ἑτεροδόξων, ὅτι τὸ Βατικανὸ θέλει τοὺς Διαλόγους, ἐπειδὴ ἐνδιαφέρεται γιὰ νὰ εὕρει τὴν ἀλήθεια; Ἀσφαλέστατα ὄχι. Τὸ διακήρυξαν, ἄλλωστε, οἱ Παπικοὶ σὲ ὅλους τοὺς τόνους καὶ σὲ ὅλες τὶς κλίμακες: Θέλουμε νὰ ἑνωθοῦμε, μᾶς λένε, χωρὶς νὰ ἀλλάξουμε, οὔτε ἐσεῖς, οὔτε ἐμεῖς; Καὶ μὴ ξεχνᾶτε, ὅτι ἡ ἕνωση ποὺ ἐπιδιώκουμε  καὶ σᾶς πιέζουμε νὰ γίνει (μᾶς λένε πάλι, μὲ τὸν τρόπο τους), θὰ εἶναι ἕνωση ὑποτελείας ἐν γνώσει σας· ἐμεῖς οἱ Παπικοὶ εἴμαστε Ἐκκλησία, ἐνῶ ἐσεῖς εἴσαστε “Ἐκκλησία μὲ ἐλλείψεις”!
Καὶ προσέξτε: μόνο πρὸς τοὺς ἡγέτες τῶν ἑτερόδοξων διαλέγονται οἱ ἡμέτεροι Πατριάρχες καὶ οἰκουμενίζοντες ἐπίσκοποι, καὶ ὄχι μετὰ τῶν ἁπλῶν πιστῶν τοῦ Παπισμοῦ, οἱ ὁποῖοι (τῇ συνεργεία τῶν «ὀρθοδόξων») παραμένει στὴν ἄγνοια. Καταργοῦν ἔτσι τὴν Ἐντολὴ γιὰ τὸν ἐπαν-εὐαγγελισμὸ πολλῶν ἑτεροδόξων, τοὺς ὁποίους καταδικάζουν νὰ πεθάνουν στὴν αἵρεση. Εἶναι φοβερὴ ἡ ἀποκάλυψη, πὼς Δυτικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι Οἰκουμενιστές, ἔχουν συνάψει συμφωνία, νὰ μὴ προτρέπονται οἱ πιστοὶ τῶν ἄλλων ψευδο-ἐκκλησιῶν νὰ προσχωρήσουν στὴν Ὀρθοδοξία!!! Ἐφ’ ὅσον δέ, ἐπίκειται ἡ «ἕνωση», δὲν ἔχει νόημα ὁ ἐπαν-εὐαγγελισμὸς τῶν ἑτεροδόξων! (Βασιλειάδη Ν., Πανθρησκειακὸς Οἰκουμενισμός, σ. 35-39).
Νά, ὅμως, πῶς ἐννοοῦν τὴν «ἕνωση», ὅπως ξεκάθαρα τὸ εἶπε ὁ μητροπ. Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας): «Ἡ ἑνότητα θὰ ἀπαιτήσει ἀλλαγὲς καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές, τόνισαν οἱ ἐπικεφαλεῖς..., μιὰ προσαρμογὴ καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές”, ...ἀναγνώριση, ὅτι ὑπάρχει μιὰ καθολικὴ χριστιανικὴ ἐκκλησία σὲ ἕνα ἐπίπεδο ὑψηλότερο ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν ἐθνικῶν τους ἐκκλησιῶν καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης εἶναι ἡ παραδοσιακή της κεφαλή”»! orthodoxia-pateriki.blogspot.com/2010/09/blog-post_26.html#ixzz1c17vVSkB
Καὶ ὁ Καρδινάλιος Walter Kasper εἶπε, ὅτι «ἡ ἑνότης στὴν πίστιν δὲν σημαίνει ἀνυπερθέτως τὴν ἑνότητα σὲ ὅλες τὶς διατυπώσεις τῆς πίστεως αὐτῆς»! Ὁ δὲ παπικὸς θεολόγος Φέρντιναντ Gahbauer συνόψισε: «Οἱ διαφορετικὲς διατυπώσεις τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως δὲν ἐγγίζουν τὴν ἀλήθειαν τῆς πίστεως» (Θεοδώρου Εὐάγ., Προσέγγισις μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν).
Καὶ γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὸν ἀπόστολο Παῦλο· μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς δημηγορίας του στὸν Ἄρειο Πάγο, λοιπόν, δὲν ἐπανῆλθε καὶ οὔτε ξανασυζήτησε μαζί τους, ἐπειδὴ ἐφάρμοσε καὶ ἐμπράκτως τὴν διδασκαλία-πρακτικὴ τῆς πρώτης Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος εἶχε συνοψίσει μὲ τὴ φράση: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον, μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Ἀντίθετα, ὅταν στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Κόρινθο, ἐπειδὴ ἐκεῖ βρῆκε πρόσφορο ἔδαφος, ἔμεινε ἑνάμισυ περίπου χρόνο καὶ δημιούργησε τὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου.
Ὅμως, βάσει τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν οἰκουμενιστῶν, θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνει καὶ νὰ ἐπαναλάβει γιὰ κάποιες βδομάδες τουλάχιστον (ἂν ὄχι γιὰ μῆνες) τὴν προσπάθεια νὰ μεταπείσει τοὺς Ἀθηναίους (ἂν αὐτὴ ἦταν ἡ πρακτικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Οἰκουμενιστὲς σήμερα), ἀφοῦ μιὰ τέτοια ἐπιτυχία στὴν Ἀθήνα, τὸ κέντρο τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας, θὰ εἶχε (λογικὰ) εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα στὴν διάδωση τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Γιατί, ὅμως, δὲν ξαναπροσπάθησε ὁ ἀπόστολος Παῦλος νὰ διαλεχθεῖ μὲ τοὺς Ἀθηναίους; Δὲν εἶναι τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐντολὴ «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη»; Ναί, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Ἐντολὴ ἐδόθη κάτω ἀπὸ κάποιες προϋποθέσεις: «Ὁ τοῦ Εὐαγγελίου σκοπὸς τῶν ἀνθρώπων ἡ σωτηρία. Καὶ ὁ Δεσπότης καὶ τελώναις συνήσθιε, καὶ ἁμαρτωλοῦ γυναικὸς παρὰ τοὺς πόδας ὀδυρομένης ἠνέσχετο...» (Θεοδώρητου Κύρου, Interpretatio in xiv epistulas sancti Pauli: V. 82, p. 300, l. 42), ἀλλὰ ὅταν διέβλεπε τὴν καλὴ διάθεση τῶν ἀνθρώπων, ὅταν αὐτοὶ δὲν ἀντέλεγαν, δὲν ἔμεναν πεισματικὰ στὶς δικὲς τους δεισιδαιμονίες καὶ θρησκευτικὲς ἰδέες. Δὲν ἰσχύει, ὅμως, τὸ ἴδιο, ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀρνητικοὶ ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο ὁλόκληρους αἰῶνες. Τότε, ἄλλη Ἐντολὴ καὶ ἄλλη πρακτικὴ «κληρονόμησαν» ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ οἱ Ἀπόστολοι: Ἀκόμα καὶ μὲ τὴν πρώτην ἔνδειξη κακῆς διαθέσεως ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο ἔπρεπε νὰ ἀποχωροῦν.
Ἔτσι, βλέπουμε τὸν Κύριο, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἐθελοτυφλούντων, ἀμετανοήτων, ψευδοδιδασκάλων, περὶ ὑποκριτῶν Φαρισαίων, νὰ ἐξαπολύει τὰ φοβερὰ ἐκεῖνα «οὐαί». Ταυτόχρονα, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς συμβούλεψε τοὺς μαθητές Του νὰ φεύγουν ἀπὸ τὸ σπίτι ἐκείνων ποὺ δὲν θὰ ἀποδέχονταν τὴν διδασκαλίαν Του, ἀμέσως μετὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψη, τινάζοντας μάλιστα καὶ τὴν σκόνη τῶν ὑποδημάτων τους, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μαζί τους.
Ἐπίσης, δὲν ἐμπόδισε τοὺς μαθητές-ἀκροατὲς μιᾶς ὁμιλίας Του, νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ κοντά Του, ἐπειδὴ σκανδαλίστηκαν ἀπὸ κάποιους λόγους Του· δὲν τοὺς παρακάλεσε νὰ γυρίσουν πίσω, γιὰ νὰ τοὺς δώσει περισσότερες ἐξηγήσεις, ἀφοῦ γνώριζε ὅτι δὲν εἶχαν ἀκόμα ἀποκτήσει πνεῦμα μαθητείας (μετάνοια)· δὲν τοὺς παρακάλεσε νὰ μείνουν γιὰ νὰ ξανασυζητήσουν τὸ θέμα, νὰ κάνουν ἕνα εὐρύτερο «θεολογικὸ Διάλογο ἀγάπης»· προέτρεψε μάλιστα καὶ τοὺς δώδεκα μαθητές Του νὰ φύγουν μαζί τους -ἂν θέλουν-, ἀφοῦ ἀπαιτοῦσε ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ταπεινώσει τὴν ἀποδοχὴ ἀτόφιων καὶ ὅλων τῶν Ἐντολῶν Του (γι’ αὐτὸ ἄλλωστε εἶπε καὶ τὸ «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν»).
Αὐτη τὴν τακτικὴ βλέπουμε νὰ τηρεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους τῆς Ἀντιοχείας. Ὅταν αὐτοὶ ἀντέλεγαν σὲ ὅσα ἐδίδασκε ὁ Παῦλος στὸ συγκεντρωμένο πλῆθος, καὶ παρουσίαζαν συνεχῶς νέες σοφιστικὲς ἀντιλογίες, ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας ἐφάρμοσαν τὸ «μετὰ μίαν… νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. 3, 10-11) τοὺς εἶπαν: «ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα  εἰς τὰ ἔθνη.  οὕτω γὰρ  ἐντέταλται  ἡμῖν  ὁ Κύριος» (Πράξ. 13, 44-46).
Καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, στὸ ἴδιο πνεῦμα, μιλᾶ περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς κακοπροαίρετους αἱρετικοὺς καὶ ἐπικαλεῖται τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὶς Πράξεις, ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται πὼς ἡ Ἐντολὴ τοῦ Παύλου στηρίζεται σὲ ἀνάλογη Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτόν, καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη. Οὕτω γὰρ ἐντέταλται ἡμῖν ὁ Κύριος» (Μ. Βασιλείου, Ἠθικά, Ὅρος Ο΄, v. 31, p. 844, l. 33-42). Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Καὶ γοῦν ὁ θεσπέσιος Παῦλος μονονουχὶ καὶ ἀπειρηκώς,  καὶ  ἀνουθέτητον βλέπων τὴν τῶν Ἰουδαίων πληθύν», εἶπεν∙ «ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη· οὕτω γὰρ ἐντέταλκεν ἡμῖν ὁ Κύριος» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Εἰς τὸν Προφήτην Ἡσαΐαν, v. 70, p. 72, l. 24-28).
Τέλος, ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἔλεγε: «Οἱ γὰρ ἀπόστολοι τοὺς μὲν πειθομένους προσήνεγκαν τῷ Θεῷ, ἀπιστοῦντας δὲ τῷ Σατανᾷ παρέπεμψαν» (Μ. Ἀθανασίου,  Expositiones in Psalmos : v. 27, p. 232, l. 48 - 57).
Μποροῦμε, ἐδῶ, νὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ Εὐγενίου Βουλγάρεως, ὁ ὁποῖος λέγει πὼς ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι καὶ θέμα στοιχειώδους ἐλευθερίας καὶ ἀξιοπρέπειας, τὸ νὰ μὴ τρέχωμεν δηλ. ὀπίσω τῶν αἱρετικῶν καὶ μάλιστα ἀδιακρίτως καὶ ἀφόβως: «Μὴ γίνου ὅμως αὐτὸς ζητητὴς ὀχληρός τε καὶ ἄκαιρος, εἰς τρόπον ὅτι νὰ τρέχῃς ὀπίσω τῶν ἑτεροδοξούντων» (Βουλγάρεως Εὐγενίου, Σχεδίασμα περὶ τῆς Ἀνεξιθρησκείας, σελ. 36). Ὁ πιστὸς ἂς εἶναι προσεκτικός, συνεχίζει, «φυλαττόμενος ὅσον δύναται τὸ ἐκείνων δηλητήριον φάρμακον καὶ φεύγων τὰς μετ’ αὐτῶν συνδιατριβὰς καὶ συνομιλίας, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι τὸν ἐπιβουλεύονται… καὶ ζητοῦν δολίως νὰ ταράξουν τὰ ἑαυτοῦ διαβήματα» (ὅπ. παρ., σελ. 42-43).
Αὐτὴ εἶναι ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ αἰώνων καὶ ὄχι ἐκείνη ποὺ προπαγανδίζουν, ὅσοι ἔχουν ἐγκολπωθεῖ τὶς δολίως ὑποβαλλόμενες καινοφανεῖς πρακτικὲς τοῦ σημερινοῦ ἐνοίκου τοῦ Φαναρίου καὶ τῶν συνοδοιπόρων του, καὶ ἀλλοίμονο, σοβαρῶν καὶ πνευματικῶν (κατὰ τὰ ἄλλα) Γερόντων.
Χρειάζεται, λοιπόν, νὰ γνωρίζουμε καλὰ τὰ πράγματα, πρὶν παρουσιάσουμε τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν ἀπόστολο ὡς τάχα ἐγκρίνοντα τέτοιες πρακτικές, γιατὶ ἔτσι, ἐκτὸς τῆς παραβάσεως εὐαγγελικῆς Ἐντολῆς, πέφτουμε καὶ στὸ φοβερὸ ἁμάρτημα τῆς συκοφαντήσεως τοῦ ἀποστόλου, ὅπως γράφει καὶ ὁ Θεοδώρητος: «Προσήκει δὲ ἡμᾶς ἀκριβῶς τὰ εἰρημένα καταμαθεῖν. Οὐ γὰρ, ὥς τινες συκοφαντοῦντες τὸν θεῖον Ἀπόστολον ἔφασαν, πρὸς τοὺς καιροὺς μετεβάλλετο· ἀλλὰ τῆς τῶν ἄλλων ὠφελείας ἕνεκα πάντα ἐπραγματεύετο» (Θεοδώρητου Κύρου, Interpretatio in xiv epistulas sancti Pauli: Volume 82, page 300, line 42).

4. Χωρὶς τύψεις καὶ χωρὶς αἰδῶ, ὁ παραπάνω σχολιογράφος, ἀποδέχεται θετικὰ καὶ τὴν ἑξῆς διακήρυξη τοῦ Πατριάρχη: «Ὁ Βαρθολομαῖος διακηρύττει, ὅτι ὅλοι πιστεύουμε στὸν ἴδιο Θεό»! Πλέον ὅσων ἐγράφησαν μὲ ἀφορμὴ τὴν ὁμιλία τοῦ ἀπ. Παύλου στὴν Πνύκα, προσθέτουμε καὶ τὰ ἑξῆς:
Πράγματι, αὐτὰ ἔχει πεῖ ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Π.χ. στὸ «Ἰρὰν ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ὁμίλησε ἀπερίφραστα  γιὰ τὴν ἱερότητα καὶ ἰσότητα τῶν “Ἱερῶν Γραφῶν”, δηλαδὴ τῆς Ἁγ. Γραφῆς καὶ τοῦ Κορανίου». Στὸ δὲ κοινὰ ἀνακοινωθὲν ποὺ ἐκδόθηκε  διαβάζουμε: «ΚΟΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» (Περιοδ. “Παρακαταθήκη”, τευχ. 22,  2002, σελ. 4 και 27).
Ἡ Ἐκκλησία μας, ὅμως, ὅσους μὲ τέτοιο τρόπο ἀντιμετώπισαν τὸ μέγιστο αὐτὸ γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία καὶ τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων θέμα, τοὺς κατεδίκασε στὸ πρόσωπο τοῦ αἱρετικοῦ Ἀπελλῆ. Αὐτὸς κατὰ τοὺς πρωτοχριστιανικοὺς χρόνους δίδασκε τὴν αἱρετικὴ δοξασία: «Ἕκαστος ὡς πεπίστευκεν σωθήσεται, μόνον ἐὰν ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς εὑρίσκεται».
Δηλαδή, καθένας θὰ σωθεῖ, ὅποιον Θεὸν κι ἂν πιστεύει (ἀφοῦ μιὰ ἀρχὴ κι ἕνας Θεὸς ὑπάρχει), ἀρκεῖ νὰ κάνει καλὰ ἔργα (ὅπως ἡ θρησκεία του τὰ διδάσκει). Αὐτὴ ἡ διδασκαλία, ὅμως, καταδικάσθηκε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὡς αἵρεση. Ὁ δὲ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, θεωρεῖ ὀρθόδοξον, μόνον ἐκεῖνον ποὺ δέχεται, διδάσκει καὶ ὁμολογεῖ παντοῦ —καὶ ὄχι ἐπιλεκτικά, καὶ κυρίως σὲ ὀρθόδοξα περιβάλλοντα— «Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα» (Α΄ Ἰω. 4, 2). Τὸ ἄθεον τοῦτο δόγμα, κατὰ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεο, «δίδαξεν καὶ ὁ Ἀβερρόης, λέγων «ὅτι καὶ Ἰουδαῖοι, καὶ Χριστιανοὶ καὶ Ἐθνικοί, ὅλοι κατὰ τὸ ἴδιον σέβας ἀγαθοποιοῦντες σώζωνται».
Ὡς ἐκ τούτου, ὁ κ. Βαρθολομαῖος, μὲ ὅσα διδάσκει, δὲν ταυτίζει συγκρητιστικὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μὲ τὸν Ἀλλὰχ καὶ τὸν Βούδα, καὶ ὁλόκληρο τὸν δαιμονικὸ κόσμο τοῦ Ἀντιχρίστου, ποὺ ἡ ἀποκρυφιστικὴ Νέα Ἐποχὴ προσπαθεῖ συστηματικὰ νὰ επιβάλει διὰ τῆς Πανθρησκείας; Μὲ τὶς δηλώσεις του, δὲν υἱοθετεῖ –ἐμμέσως πλὴν σαφῶς– τὶς μασονικὲς συγκρητιστικὲς καὶ ἀντίχριστες δοξασίες γιὰ τὸν Μέγα Ἀρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος (Μ.Α.Τ.Σ.) τῶν μασόνων, ἕνα κοινὸ θεό, δηλαδή, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὸν παραμερισμὸ τοῦ προσωπικοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τῶν Χριστιανῶν;
Ποιόν θεό, λοιπόν, διδάσκει ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος; Τὸν Τριαδικὸν Θεὸ τῆς Ἀλήθειας ἢ τὸν «θεὸ» τῶν αἱρετικῶν, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας; Ποιά εἶναι ἡ ὁμολογία του πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ τοὺς ἑτεροθρήσκους; Καὶ πόσο ὀρθόδοξα εἶναι, ὅσα ὁ παραπάνω σχολιογράφος γράφει καὶ οἱ πνευματικοὶ πατέρες ποὺ κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο καθοδηγοῦν τοὺς Χριστιανούς;

Θεσσαλονίκη, 25 Φεβρουαρίου 2012

 «Φιλορθόδοξος Ἕνωσι “Κοσµᾶς Φλαµιᾶτος”»