Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

«Διδάσκων αυτά την εις εμέ πίστιν αθόλωτον έχειν»


 (Λόγος ΙΑ – Συμεών Νέος Θεολόγος) 

Τοῦ Ν. ΣΑΚΑΛΑΚΗ


Πράγματι, στα κείμενα (βιωματικά) του Αγίου Συμεών νιώθεις την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Εμπεριέχουν πνευματικά βιώματα που δύσκολα μπορούν να αποδοθούν. Ο αυτοέλεγχος, η αυτοκριτική, ως ενέργεια σιωπής, δημιουργούν την αίσθηση προσεγγίσεως, ως αρχή πνευματικής άθλησης.
Συνάπτουν τα κείμενα αυτά τη φθαρτή ζωή του πιστού με την άφθαρτη και αιώνια ζωή του Αναστάντος Χριστού. Περιλαμβάνουν, επίσης, και θέματα ποιμαντικής φύσεως–εκκλησιολογίας, εφαρμόσιμα και στις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις.
Στο προοίμιο του λόγου διαβάζουμε: «και τι το έργον των προϊσταμένων, τις δε η περί τα λογικά πρόβατα φροντίς, και πως οφείλουσι ταύτα παρά των ποιμένων ποιμαίνεσθαι» δηλ. «και ποιο είναι το έργο των πνευματικών προϊσταμένων, εις τι συνίσταται  η φροντίδα των ποιμένων δια τα λογικά των πρόβατα (πιστούς), και πως πρέπει αυτά να ποιμένωνται από τους ποιμένας».
Στην ανάπτυξη του λόγου αναγράφεται: «Σοι δε (ποιμένα) έξεστι και εν οικία και εν οδώ και επί κλίνης και στρωμνής και επί τραπέζης αυτής παρακειμένω ποιμαίνειν τα πρόβατά μου∙ πώς; Διδάσκων αυτά την εις εμέ πίστιν αθόλωτον έχειν και ειλικρινή και αδίστακτον, αγαπάν με εξ όλης αυτών της ψυχής, εξ όλης της διανοίας, ως αυτούς ούτω καγώ ηγάπησα».

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ ὡς φάρμακα γιά τήν θεραπεία μας


(Συμεών Νέος Θεολόγος)

 «Αυτή η εργασία που επιτελείται με την εφαρμογή των εντολών πλύνει – ώ του θαύματος!- κάθε ρύπο από την ψυχή, και διώχνει κάθε πάθος και κάθε κακή επιθυμία, εννοώ και σωματική και βιοτική. Έτσι γίνεται ο άνθρωπος στην ψυχή ελεύθερος από κάθε γήινη επιθυμία· όχι μόνο από σωματικά δεσμά, αλλά όπως κάποιος γίνεται όλος γυμνός βγάζοντας τα ενδύματά του. Και εύλογα, διότι κατά πρώτον αποβάλλει η ψυχή την αναισθησία, την οποία ονομάζει ο θείος απόστολος κάλυμμα, και που βρίσκεται στις καρδιές των άπιστων Ιουδαίων, αλλά επίσης και τώρα καθένας που εκτελεί τις εντολές της νέας χάριτος με όλη τη δύναμη και με θερμή καρδιά έχει πάνω στο νοερό της ψυχής του το κάλυμμα αυτό και δεν μπορεί να ανέλθει στο ύψος της επιγνώσεως του Υιού του Θεού.
Έπειτα, όπως εκείνος που γδύνεται σωματικώς βλέπει τα τραύματα του σώματός του, έτσι λοιπόν και αυτός τότε βλέπει καθαρά τα πάθη που υπάρχουν στην ψυχή του, για παράδειγμα τη φιλοδοξία, τη φιλαργυρία, την μνησικακία, τη μισαδελφία, τον φθόνο, την ζήλεια, την έριδα, την αλαζονεία και τα λοιπά στην συνέχεια.
Επιθέτοντας λοιπόν πάνω σε αυτά τις εντολές σαν φάρμακα και τους πειρασμούς σαν καυτήρες, και ταπεινούμενος και πενθώντας και αποζητώντας θερμώς τη βοήθεια του Θεού, βλέπει καθαρά να έρχεται η χάρη του Αγίου Πνεύματος να τα αποσπά και να τα εξαφανίζει ένα προς ένα, έως ότου κάνει τελείως ελεύθερη την ψυχή του από όλα αυτά. Διότι η κάθοδος του Παρακλήτου δεν την αξιώνει της ελευθερίας μερικώς, αλλά τελείως και καθαρώς, διότι μαζί με τα αναφερθέντα πάθη αποδιώκει και κάθε ακηδία, κάθε αμέλεια, κάθε αδιαφορία και άγνοια και λησμονιά και γαστριμαργία και κάθε φιληδονία, και έτσι ανανεώνει και ανακαινίζει τον άνθρωπο ψυχικώς και μαζί και σωματικώς, ώστε να φαίνεται αυτός ότι δεν περιβάλλεται σώμα φθαρτό και βαρύ, αλλά πνευματικό και άυλο και κατάλληλο ήδη για αρπαγή. Και δεν απεργάζεται σ’ αυτόν αυτό μόνο η χάρη του Πνεύματος, αλλά δεν τον αφήνει ούτε να βλέπει κάτι από τα αισθητά, ή καλύτερα τον κάμει να ζει σαν να μη βλέπει με την αίσθηση, όταν βλέπει. Διότι όταν ενωθεί ο νους με τα νοητά, μεταφέρεται όλος έξω από τα αισθητά, αν και φαίνεται ότι βλέπει τα αισθητά».

 (Έργα αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου, ΕΠΕ 19 Δ, σελ. 123-125).
http://blogs.sch.gr/kantonopou/
http://epanosifi.blogspot.gr/2016/06/blog-post_979.html 

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Ὁμιλία τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Περί μετανοίας καὶ περὶ ἐξορίας τοῦ Ἀδὰμ.



Αδελφοί και πατέρες. Είναι καλόν πράγμα η μετάνοια και η ωφέλεια που προέρχεται από αυτήν. Αυτό γνωρίζοντας και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Θεός μας, ο οποίος όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, είπε: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». Θέλετε δε να μάθετε ότι χωρίς μετάνοια, και μάλιστα μετάνοιαν από το βάθος της ψυχής και τοιαύτην όπως ο Λόγος την ζητεί από εμάς, είναι αδύνατον να σωθούμε; Ακούστε τον ίδιον τον Απόστολο που λέγει «…πάσα αμαρτία εκτός του σώματος εστίν. Ο δε πορνεύων εις το ίδιον σώμα αμαρτάνει…». Και πάλιν. «Παραστήναι δει ημάς έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα απολήψεται έκαστος τα διά του σώματος προς ει έπραξε, είτε αγαθά είτε φαύλα». Ημπορεί λοιπόν πολλές φορές λαμβάνοντας κάποιος αφορμήν από αυτά να ειπή: «ευχαριστώ τον Θεόν, διότι δεν εμόλυνα κανένα μέλος του σώματός μου με κάποιαν πονηρά πράξη», και έχει δήθεν παρηγορία από αυτό, επειδή είναι ξένος από σωματικήν αμαρτία. Αλλά αποκρίνεται ο Δεσπότης λέγοντας την παραβολήν περί των δέκα παρθένων, και δεικνύει σε όλους μας και μας βεβαιώνει ότι καθόλου δεν ωφελούμεθα από την καθαρότητα του σώματος, εάν δεν συνυπάρχουν σ’ εμάς και οι υπόλοιπες αρετές. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο ίδιος πάλιν ο Παύλος μαζί με τον Δεσπότην φωνάζει: «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τoν αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τoν Κύριον».
Γιατί όμως είπε «διώκετε»; Διότι δεν είναι δυνατόν σε μίαν ώρα να γίνωμε και να είμεθα άγιοι, αλλά πρέπει αρχίζοντας από τα μικρά, να φθάσωμε προοδευτικώς στον αγιασμόν και την καθαρότητα, και διότι ακόμη και χίλια χρόνια εάν ζήσωμε στην ζωήν αυτήν, ουδέποτε θα ημπορέσωμε να τα αποκτήσωμε αυτά σε τέλειον βαθμό, αλλά βάζοντας αρχήν καθημερινώς, οφείλουμε να αγωνιζώμεθα συνεχώς. Αυτό εφανέρωσε πάλιν ο ίδιος λέγοντας,

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

"Ἐάν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν..."!

Η δεύτερη γέννηση μας
 
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
  
Πηγη: "Κατάνυξις"
 
Ἀφιερωμένο μέ πνευματική ἀγάπη σέ ὅλους
καί ἰδιαίτερα στούς ἀβάπτιστους καί στούς αἱρετικούς.

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/0/0c/SYMEON-icon.jpg

Ἡ δεύτερη γέννησή μας
Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος
 
http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/theofania-0002.jpg
Ἀνίσως λοιπόν σύ δέν ἐγεννήθης ἀπό τόν Θεόν, φανερόν εἶναι, ὅτι οὐδέ εἶσαι τέκνον Του, οὐδέ ἐδέχθης Αὐτόν προτήτερα, οὐδέ ἔλαβες Αὐτόν μέσα σου. Καί διά τοῦτο οὔτε σοῦ ἔδωκεν ἐξουσίαν, οὔτε δύνασαι νά γένῃς τέκνον Θεοῦ· καί ἐάν δέν ἔγινες τέκνον τοῦ Θεοῦ, πῶς λοιπόν εἶναι δυνατόν νά ἰδῇς τόν Οὐράνιον Θεόν καί Πατέρα σου; Κανένας ποτέ δέν εἶδε τόν πατέρα του, πρό τοῦ νά γεννηθῇ· καί κανένας ἀπό τούς ἀνθρώπους δέν θέλει ἰδῇ τόν Θεόν, ἄν δέν γεννηθῇ προτύτερα ἀπό Αὐτόν.
 Διά τοῦτο καί ὁ Κύριος ἔλεγεν: "Ἐάν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Καί πάλιν τό γεννώμενον ἐκ τῆς σαρκός, σάρξ ἐστί, τό δέ γεννώμενον ἐκ τοῦ Πνεύματος, Πνεῦμα ἐστί· δηλονότι ἐξ Ἁγίου Ἅγιον· τό δέ Πνεῦμα ἐρευνᾷ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ".  
Ἀμή ἐσύ ἐπειδή ἐγεννήθης ἀπό σάρκα μόνον, καί δέν ἐγνώρισες ἀκόμη τήν πνευματικήν γέννησιν, ὁποῦ γίνεται ἀπό τόν Ἅγιον Πνεῦμα, οὐδέ ἐγεννήθης ἀπό αὐτό, οὐδέ ἔγινες καί ἐσύ Πνεῦμα. Λοιπόν πῶς ἠμπορεῖς νά ἐρευνᾷς τά βάθη τοῦ Θεοῦ; ἤ νά εἰπῶ καλλίτερα, πῶς δύνασαι νά βλέπῃς τόν Θεόν; βέβαια δέν δύνασαι· σύ ὁ ἴδιος, καί μή θέλωντας, ἀδελφέ, θέλει τό ὁμολογήσεις. Ἄς μή σᾶς ἀπατᾶ τινάς μέ μάταια, καί ἀπατηλά λόγια, λέγωντας, ὅτι δύναται τινάς νά καταλάβῃ τά Θεῖα Μυστήρια τῆς πίστεώς μας, χωρίς τό Ἅγιον Πνεῦμα ὁποῦ διδάσκει, καί φωτίζει· (βλέπε ἀβάπτιστους πού δέν ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα μέ τό Ἅγιον Χρῖσμα καί αἱρετικούς πού ἔχουν ἄκυρο βάπτισμα ἄρα οὔτε αὐτοί ἔλαβαν Ἅγιον Πνεῦμα κι ἐπιπλέον τό βλασφημοῦν)  ἀλλά οὐδέ χωρίς πρατότητα καί ταπεινοφροσύνην δύναται τινάς νά γένῃ δοχεῖον τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος. (αὐτό ἀφορᾶ ὅλους μας).

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhK2zx5GWsUj5um4VhbTGwslpX3zsL27VGouksFG1NwbKlnFok7cOQAmUo31J5E-Bd0wD5gidNcI-ZuWm5RWWsYSmpAPVMBVN4ta71FqzGrL4JgcDjVnTHThgyZACaijvt19vMys0xKTz8/s320/262214_10152093168720297_93069295_n.jpg
Διατί πρέπει χωρίς ἄλλο ὅλοι μας νά θεμελιώσωμεν:
  1. πρῶτον καλά καί ἀσάλευτα τό θεμέλιον τῆς πίστεως εἰς τά βάθη τῆς ψυχῆς μας·
  2. ἔπειτα νά κτίσωμεν τήν ἐσωτερική εὐσέβειαν τῆς ψυχῆς, καί νά τήν ὑψώσωμεν ὠσάν τεῖχος στερεόν μέ τά διάφορα εἴδη τῆς ἀρετῆς.
Καί ἔτσι, ἀφ' οὗ τειχισθῇ ἡ ψυχή ἀπό ὅλα τά μέρη καί ἀφ' οὗ πήξῃ, τρόπον τινά, καί στερεωθῇ ἡ ἀρετή ἐπάνω εἰς αὐτή, ὠσάν ἐπάνω εἰς ἕνα ἄσειστον θεμέλιον, τότε νά βάλωμεν καί τήν σκέπην αὐτῆς τῆς οἰκοδομῆς, ἡ οποία εἶναι γνῶσις τοῦ Θεοῦ, καί νά κατασκευάσωμεν ὁλόκληρον, καί τέλειον τόν οἶκον τοῦ Πνεύματος.
Ἁγίου Συμεών τοῦ Νεόυ Θεολόγου,
Τά εὐρισκόμενα,
Ἐκδόσεις Ρηγοπούλου, σελ. 444

Πίστις και έργα. Ἀναφορὰ πρὸς Ἁγίους Τεσσαράκοντα μάρτυρες.

Ἁγίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Ἔργα 2, Λόγοι, Κεφάλαια, Διάλογος, τόμ. Β΄, Λόγοι Ἠθικοί, Λόγ. Ι΄, σελ. 309-310, Ἐκδ. “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”.

 

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Πώς θα αλλάξουν τα αναστημένα σώματα

Πώς θα αλλάξουν τα αναστημένα σώματα κατά την Δευτέρα Παρουσία;

 
Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

 Πηγή: Αμέθυστος

 
 
Μαρτυρία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, στον οποίον ο Θεός αποκάλυψε πώς θα αλλάξουν τα υλικά σώματα και θα αφθαρτοποιηθούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Ιησού Χριστού! Το κείμενο λήφθηκε από το βιβλίο: "Άγιος Συμεών Ο Νέος Θεολόγος", ο βίος του Αγίου, από τον Νικήτα Στηθάτο, κριτική έκδοση του Αρχιμ Συμεών Κούτσα, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 189-193.

 
Μια μέρα, καθώς προσευχόταν [ο Αγιος Συμεών] με καθαρότητα και συνομιλούσε με τον Θεό, είδε πως ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελί του, νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο. Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει. Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα- ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!-, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα. Τον συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με τον νου του το φως εκείνο που του εμφανιζόταν. Αυτό μεγάλωνε λίγο –λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα.

Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του. Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του. Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του. Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχωρούσε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως. Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και την μορφής του σώματος και σταμάτησε κα κλαίει. Τότε ακούει μια φωνή από το φως να του λέει: «Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα της έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος».

Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτήν την κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό και κατανοώντας τη δόξα που τον περιέβαλλε και την αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στου Αγίους, άρχισε να σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θα ξαναγυρίσω πάλι στην προηγούμενη κατάσταση του σώματος μου ή θα ζήσω έτσι συνέχεια;» Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε να περιφέρει το σώμα του σαν σκιά ή σαν πνεύμα. Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φως χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα και άυλο. Και το μεν σώμα του το αισθανόταν ότι υπάρχει, πλην όμως χωρίς υλικές διαστάσεις και σαν πνευματικό. Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος. Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι: «Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιο γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό».
Αυτά όταν άκουσε ο θεοπτικότατος και θεόληπτος Συμεών κι αφού είδε το ανέκφραστο θεϊκό φως κι ευχαρίστησε τον Θεό, που δόξασε το γένος μας και το έκανε μέτοχο της θεότητας και της βασιλείας Του, ξαναγύρισε πάλι στον εαυτό του και βρέθηκε ξανά μες στο κελί του στην προηγούμενη ανθρώπινη φυσική κατάσταση. Όμως με όρκους διαβεβαίωνε εκείνους με τους οποίους είχε θάρρος και φανέρωνε τα μυστικά του, ότι «για πολλές ημέρες αισθανόμουν αυτή την ελαφρότητα του σώματος χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου ούτε κόπο, ούτε πείνα, ούτε δίψα».
Επειδή, λοιπόν, με αυτά ενωνόταν μόνο με το Πνεύμα κι ήταν γεμάτος από τα θεϊκά χαρίσματά Του- και φυσικά είχε καθαρίσει και ο ίδιος πλήρως το νου του-, έβλεπε οπτασίες και φρικτές αποκαλύψεις του Κυρίου όπως παλαιά οι Προφήτες. Έτσι, έχοντας αποστολική διάνοια, επειδή την ύπαρξή του κατηύθυνε και κινούσε το θείο Πνεύμα, είχε και το χάρισμα του λόγου που έβγαινε από τα χείλη του και, ενώ ήταν όπως κι εκείνοι αγράμματος, θεολόγησε και με τα θεόπνευστα συγγράμματα του διδάσκει τους πιστούς την ακρίβεια της ευσεβούς ζωής. Έχοντας ανέλθει σ’ ένα τέτοιο πνευματικό επίπεδο, αρχίζει να συγγράφει ασκητικούς λόγους κατά κεφάλαια για τις διάφορες αρετές και τα πάθη που αντίκεινται σ’ αυτές, από όσα αυτός έμαθε από την προσωπική του ασκητική ζωή και τη θεία γνώση που του δόθηκε, και περιγράφει με ακρίβεια τη μοναχική ζωή για όσους την ασκούν και έτσι γίνεται για τον ισραηλιτικό λαό των μοναχών ποταμός Θεού γεμάτος πνευματικά νερά.
 

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Πώς θα βασιλεύσει ο Χριστός στην καρδιά μας

 

ΠΟΙΑΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ ΝΑ ΖΗΤΟΥΜΕΝ

ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Λόγ. 50ός


 
ΛΟΓΟΣ Γ΄ (151)

    Ταύτην τοιγαροῦν λέγει ζητεῖν τήν βασιλείαν ὑμᾶς, ἵνα καθώς “ἐβασίλευσεν ὁ Θεός ἐπί τά ἔθνη”, ὡς γέγραπται, βασιλεύσῃ καί ἐφ᾿ ἡμῖν, ἐπειδή ἐξ ἐθνῶν ἐσμεν. Βασιλεύσει δέ πῶς; Ὡς ἐπί ὀχήματός τινος ἐφ᾿ ἡμᾶς ἐποχούμενος καί ὡς ἡνίας τά θελήματα κρατῶν ἐν τῇ χειρί αὐτοῦ τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, ὅς καί ἄξει ἐν οἷς ἄν βούληται ἡμᾶς εὐηνίους εὑρών καί εἰς τό ἐκείνου θέλημα οἷα δή ἵπποις χρήσεται ἡμῶν τοῖς θελήμασιν, ὑπείκουσι προθύμως ταῖς αὐτοῦ νομοθεσίαις καί ἐντολαῖς. Οὕτω δή βασιλεύει Θεός ἐν οἷς οὐδέποτε ἐβασίλευσε, καθαιρομένοις διά δακρύων καί μετανοίας καί τελειουμένοις διά σοφίας καί γνώσεως τῆς τοῦ Πνεύματος. Οὕτω καί Χερουβίμ οἱ ἄνθρωποι γίνονται, τόν ἐπί πάντων Θεόν ἐπί τοῦ νώτου τῶν ψυχῶν αὐτῶν ἐν τῷδε τῷ κόσμῳ ἐπιφερόμενοι.
       Τίς οὖν ἐπί τοσοῦτον ἄφρων καί ἀναίσθητος ὅς πρό τοῦ τήν δόξαν ταύτην καί ἰδεῖν καί παθεῖν ἀρχῆς ἤ δόξης ἤ πλούτου ἐπιθυμήσει; Μᾶλλον δέ τίς οὕτως ἀπονενοημένος καί ἄθλιος, ὅς μείζονα τῆς τοῦ Θεοῦ βασιλείας καί δόξης ἄλλην εἶναι δόξαν ἤ βασιλείαν ἤ πλοῦτον ἤ τιμήν ἤ ἀρχήν ἤ τρυφήν, ἤ τι τῶν λεγομένων ἄλλον καί νομιζομένων καλῶν ἐπί γῆς ἤ ἐν οὐρανῷ, (173) ὑποπτεύσει, ἵνα καί ἐκεῖνα ἀντί ταύτης ἐκλέξηται;
      Ὄντως οὐκ ἔστι ταύτης ἕτερον οὐδέν ἐφετώτερον τοῖς γε νοῦν ἔχουσι. Τοίνυν καί περιϊόντι τῷ Χριστῷ καί βασιλεῦσαι ζητοῦντι ἐπί πάντας ἡμᾶς, μηδείς ἀφρόνως αὐτόν ἀπώσηται· μηδείς ἀξιῶ, τοῦ μεγάλου τούτου καί ἀσπάστου δώρου ἀποστερήσειεν ἑαυτόν·μηδείς τῆς ἀληθινῆς δόξης ἔκπτωτον ἑαυτόν ἀπεργάσηται· μηδείς διά πρόσκαιρον πλοῦτον τόν πλουτοδότην Θεόν καί ποιητήν τοῦ παντός καταλείψῃ· μηδείς διά γονέων καί φίλων καί συγγενῶν προσπάθειαν τόν Δεσπότην τῶν ἀγγέλων ἀρνήσηται· μηδείς δι᾿ ἐπιθυμίαν σαρκός τοῦ γλυκασμοῦ τῆς ὄντως ζωῆς ἀποστερηθήσεται· μηδείς διά δόξαν εὐμάραντον τῆς αἰωνίου δόξης καί ἀτελευτήτου ἀλλότριος γένηται.
      Ἀλλά δεῦτε πάντες, εἰ οἷόν τε, συναχθέντες ἐπί τό αὐτό, τόν ὑπεράνω πάσης ὄντα ἀρχῆς καί ἐξουσίας καί παντός ὀνόματος ὀνομαζομένου ἐλθεῖν ἐφ᾿ ἡμᾶς καί ἐφ᾿ ἕνί ἑκάστῳ ἡμῶν βασιλεῦσαι ποθήσωμεν καί ζητήσωμεν, ὡς ἄν ἕκαστος ἡμῶν, ὅλον αὐτόν μεθ᾿ ἑαυτοῦ λαβών, ἀχώριστον ἕξει ἐν ἡμέρᾳ τε καί νυκτί, λάμποντα τῷ ἀπροσίτῳ φωτί ὅ κατεσθίειν μέλλει τότε τούς ὑπεναντίους, ὅτε διά τούς ἀπιστοῦντας ἐλεύσεται, τούς νυνί μή δεχομένους αὐτόν μηδέ θέλοντας αὐτόν βασιλεύειν ἐπ᾿ αὐτούς· ἐν οἰκίᾳ τε συνεισερχόμενον ὡσαύτως ἕξει αὐτόν καί ἐπί τῆς κλίνης συνανακείμενον καί τῷ ἀστέκτῳ φωτί περιπλεκόμενόν τε ὁμοῦ καί ἀρρήτως κατασπαζόμενον, νόσους παραμυθούμενον, λύπας καί θλίψεις διώκοντα, δαίμονας ἀπελεύνοντα, χαράν καί δάκρυα ὑπέρ μέλι καί κηρίον γλυκύτερα καθ᾿ ὥραν παρέχοντα, πάθη ψυχῆς καί σώματος ἐξιώμενον, θάνατον ἀφανίζοντα, ζωήν ἀνεκφράστως βλυστάνοντα καί μετά τήν ἐκδημίαν τήν ἐκ τοῦ σώματος εἰς (174) οὐρανούς οὐρανῶν ἀναβιβάζοντα ἡμῶν ἕκαστον, καί ἐποχούμενον αὐτόν ἕκαστος ἐπί τῶν ἑαυτοῦ ὤμων ἐπιφερόμενος, ἀναλαμβανόμενον ὅθεν οὐκ ἐχωρίσθη.
      Ταῦτα παθεῖν σε δεῖ καί μαθεῖν, ἀγαπητέ, ἐν αἰσθήσει πάσῃ ψυχῆς, ὡς ἄν ἕξεις Θεόν νῦν μέν συναναφέροντά σε δίχα τοῦ σώματος, ὕστερον δέ καί τό σῶμά σου τοῦτο ἀναστήσοντα καί πνευματικόν σοι παρέχοντα, ὅς καί βασιλεύων ἔσεται ἐπί σέ εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας, ἀεί σε βαστάζων εἰς τόν ἀέρα καί ὑπό σοῦ ἀεί βασταζόμενος, ὁ ἐπί πάντων Θεός, ᾧ πρέπει πᾶσα εὐχαριστία, τιμή καί προσκύνησις σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί καί τῷ παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.


Μ Ε Τ Α Φ Ρ Α Σ Η


 
Πηγή: "Αμέθυστος"

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Καταδικη από άγ. Συμεών τῆς περί Πρώτου θεωρίαςτου κ. Ζηζιούλα


Η ΒΛΑΣΦΗΜΗ ΚΑΙ ΣΚΟΠΙΜΗ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗ ΤΟΥ κ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ


ΕΧΕΙ ΤΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ Ο κ. ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ
ΓΙΑ ΝΕΕΣ-ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ;

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ
ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ Κ.ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ

Παραθέτουμε ἐδῶ τὰ ἀποσπάσματα τοῦ κειμένου τοῦ Ἁγίου Συμεὼν (τῶν ὁποίων παραθέσαμε τὴν μετάφραση στὸ ὁμότιτλο ἄρθρο καὶ στὸ τέλος ἐπαναλαμβάνουμε τὶς θέσεις τοῦ κ. Ζηζιούλα.

Τό περί Θεο λέγειν φθέγγεσθαι καί τά κατ᾿ ατόν ρευνν καί τά νέκφορα ποιεν κφορα καί τά πσιν κατάληπτα ς καταληπτά πεμφαίνειν τολμηρς ν εη καί αθαδος ψυχς νδειγμα.
Καί τοτο πάσχουσιν οχ σοι φ᾿ αυτν τι λέγειν τολμσι μόνον περί Θεο, λλά καί σοι τά πρός αρετικούς πάλαι λαληθέντα παρά τν θεσπεσίων θεολόγων καί γραφ παραδοθέντα ποστηθίζουσί τε καί πολυπραγμονοσιν, οχ να πνευματικήν τινά φέλειαν καρπώσωνται, λλ᾿ να θαυμάζωνται παρά τν κουόντων ν πότοις καί συνεδρίοις καί θεολόγοι πιφημίζωνται...
Οα δέ φασι τν θείων κατατολμντες! Κατά τοτο, φησί, μόνον μείζων Πατήρ το Υο, καθ᾿ ατιός στι τς πάρξεως το Υο. Καί νθυποφορά· μείζονα το Υο τόν Πατέρα πς φς; τι δή, φησί, μείζων Πατήρ το Υο - λέγω δέ ντί το πρτοςκ το Πατρός γάρ. Τατα τς καινς κενοφωνίας ατν καί συνέτου θεολογίας, τήν ατίαν δι᾿ ν τατα πρός τν θεολόγων λέχθησαν πρός αρετικούς γνοούντων· τήν γάρ δύναμιν τν γεγραμμένων νοσαι μή κανς χοντες, κενεμβατοσιν καί λέγουσιν ς βέβαια καί ληθ καί οτως χοντα διαβεβαιονται...
Πρός ος ...επωμεν δε... Τίς δίδαξε, τίς νενόησε μέτρα καί βαθμούς, πρτον καί δεύτερον, μεζον καί λαττον ν ατ; Τίς τος θεάτοις καί γνώστοις καί πάντ νερμηνεύτοις καί κατανοήτοις τατα ξέθετο; Τά γάρ εί νωμένα καί εί σαύτως ντα, λλήλων πρτα εναι ο δύνανται...
Ὑπόνοιαν γάρ παρέχεις ὅτι οὐκ ἦν ὁ Υἱός πρό τοῦ γεννηθῆναι, καί θέλων ἐγεννήθη ἤ μή θέλων, καί θέλοντος τοῦ Πατρός ἤ μή θέλοντος, καί ἔγνω ὅτι ἐγεννήθη καί πῶς ἤ οὐδαμῶς. Ὁρᾷς εἰς ὅσας ἀτοπίας, ἵνα μή λέγω βλασφημίας, ἐκ τῶν τοιούτων ἐμπίπτομεν συζητήσεων.
Τά γάρ ἀεί, ὥσπερ εἴρηται, ἡνωμένα καί ἀεί ὡσαύτως ὄντα ἀλλήλων αἴτια εἶναι οὐ δύνανται. Μή δή ἐννοήσῃς προϋπάρξαι ποτέ τοῦ Υἱοῦ τόν Πατέρα καί οὔτε πρῶτον οὔτε μείζονα καλέσεις αὐτόν τοῦ Υἱοῦ· τό γάρ προϋπάρξαν πρῶτον ἄν κληθήσεται τοῦ ἐξ αὐτοῦ γεννηθέντος ἤ προελθόντος ἤ ποιηθέντος, ὁ δέ μήτε προών, μήτε ποτέ γεγονώς ἤ γενόμενος πρῶτος τοῦ συναϊδίου καί συνανάρχου Υἱοῦ, ἀλλ᾿ ὅλος ὤν ἐν ὅλῳ τῷ ὁμοτίμῳ Υἱῷ, ὡς καί ὁ Υἱός ἐν ὅλῳ τῷ ὁμοουσίῳ Πατρί, πῶς πρῶτος τοῦ συναϊδίου κληθήσεται;.
Ατιον γάρ το γεννωμένου υο τόν πατέρα εναι πί τς σωματικς γεννήσεως λέγομεν· πί δέ τς θείας καί νυπάρκτου πάρξεως καί γεννήτου γεννήσεως καί νυποστάτου ποστάσεως καί περουσίου οσιώσεως, τί τερον επω οκ οδα, πρτον λέγων νάγκη καί δεύτερον νομάσαι καί τρίτον, περ ν τ παναγί Τριάδι μφασιν λως οκ χει λέγεσθαι. Τό γάρ μετρεν τά μέτρητα καί τά ρρητα λέγειν ...πισφαλές πάρχει καί πικίνδυνον. Τοιγαρον καί πί τς ρρήτου καί θείας το Θεο Λόγου γεννήσεως ατιον μέν το Υο λέγομεν τόν Πατέρα, ς νον λόγου καί πηγήν ρεύματος καί ρίζαν τν κλάδων ατς, πρτον δέ οδαμς, να μή τόν ριθμόν πλεονάσωμεν, ες τρες θεούς τήν διαίρετον καί μίαν θεότητα διαιροντες. Οτε γάρ πρτον, οτε δεύτερον, οτε τρίτον, ο μεζον, οκ λασσον, στιν ννοσαι επεν ν τ διαιρέτ καί συγχύτ Τριάδι· φθεγκτα γάρ πάντ καί ρρητα καί κατανόητα τά τς θείας καί περουσίου φύσεως καί νθρωπίν νοΐ κατάληπτα.
“Πνεῦμα, φησίν, ὁ Θεός” καί πάλιν· “Τό δέ πνεῦμα ὁ Κύριός ἐστιν”. Εἰ οὖν πνεῦμα ὁ Θεός καί τό πνεῦμα ὁ Κύριός ἐστι, ποῦ ἡ πατρότης ἐνταῦθα καί ἡ υἱότης, ἵνα καί πρῶτον καί μεῖζόν μοι ἐν τῇ θείᾳ καί ἀκαταλήπτῳ φύσει, ὦ σύ, καινέ θεολόγε, διδῷς καί λέγῃς καί ἀριθμῇς.
Ἰωάννης "Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος" ἔφη θεολογῶν, καί οὐχ ὁ Πατήρ. Σύ δέ, καί τούτου βαθύτερα ὑπό τῆς αὐτοσοφίας, Ἰησοῦ, μυσταγωγηθείς, δίδως ἡμῖν καί τῷ κόσμῳ παντί τό πρῶτον ἐν τῷ Πατρί, ἵνα καί δεύτερον τούτου τόν Υἱόν ἀποδείξῃς καί τρίτον αὖθις τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, κηρύσσων ἡμῖν ὡς ἄλλος τις θεολόγος τοῦ πρώην βαθύτερός τε καί τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ οἰκειότερος ἕτερον εὐαγγέλιον; Τῆς βλασφημίας! Πῶς, εἰπέ, ὁ τήν τριθεΐαν ἡμῖν δογματίζων ὑπούλως, οὐκ εἶπεν ἡ θεολόγος φωνή, ὁ ἐπιστήθιος τοῦ Χριστοῦ· "Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Πατήρ", ἀλλ᾿ "Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος";.
Λέγει γάρ· "Ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν" καί προέταξεν ἑαυτόν τοῦ Πατρός. Τί τοῦτο; Ἵνα δείξῃ τό ἐν πᾶσιν ἰσότιμον καί ὁμόδοξον ἑαυτοῦ μετά τοῦ Πατρός καί ὅτι οὔτε "Πατήρ πρῶτος, κἄν αἴτιος τοῦ Υἱοῦ, οὔτε δεύτερος ὁ Υἱός, κἄν ἐκ τοῦ Πατρός, οὔτε τρίτον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, κἄν ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύηται. Εἰ γάρ ἕν ἐξ ἀρχῆς ἡ Τριάς καί τοῦτο καλεῖται κατά τάς ὑποστάσεις Τριάς, ἄρα τό ἕν οὔτε ἑαυτοῦ πρῶτον δύναται εἶναι, οὔτε τῶν σύν αὐτῷ ὑποστάσεων· οὐδέ γάρ προϋπέστη τοῦ ἑτέρου τό ἕτερον, ἵνα τό προϋποστάν πρῶτον τοῦ ἐξ αὐτοῦ λάμψαντος γένηται. Μία γάρ θεότης ἡ μία Τριάς καί τοῦτο διά τά πρόσωπα, ὥσπερ εἴρηται, καί τάς ὑποστάσεις καλεῖται.
Επέ ον μοι, οτος, τά τς θείας φύσεως μή φειδόμενος ρευνν· πιστεύεις τι στί Θεός τρισυπόστατος, ναρχος, κτιστος, κατάληπτος, νεξιχνίαστος...; τί καί ατός ο σιωπ καί φόβ τόν δημιουργόν προσκυνες..., λλά τήν κατάληπτον ατο φύσιν τολμηρ καί αθάδει περιεργάζ ψυχ; Ο φρίττεις μή που σκηπτός νωθεν κατελθών παρανάλωμά σε ποιήσει πυρός;.
Τί γάρ καθαρτότερον, επέ μοι, το μετά οήσεως καί περηφανίας διδάσκειν πιχειροντος τά το Πνεύματος νευ Πνεύματος; Τί μιαρώτερον τοῦ μή μετανοήσαντος διά μόνης δέ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως καί τῆς ἔξω σοφίας βουλομένου θεολογεῖν και περί τῶν ὄντων καί ἀεί ὡσαύτως ὄντων τολμηρῶς διαλέγεσθαι;
...οὐ διά ταπεινώσεως καί χριστομιμήτου πολιτείας πρός ὕψος πνευματικῆς γνώσεως ἀνελθεῖν ἠβουλήθη, ἀλλά διά ὑπερηφανίας καί ἐπάρσεως· οἱονεί πλίνθους τῆς ψευδωνύμου γνώσεως ἄλλοθεν ἄλλους συλλέξας καί δι᾿ ἐπιμόνου μελέτης ἐξοπτήσας αὐτούς, διά φιλοδοξίας τε καί ἀνθρωπαρεσκείας μετά οἰήσεως οἰκοδομήσας αὐτούς, πύργον θεολογίας καί πνευματικῆς γνώσεως κτήσασθαι προσεδόκησε.
Ἀλλά γάρ εἰπέ μοι, πᾶς τις ὁ περί Θεοῦ και τῶν θείων μή διδάσκεσθαι, ἀλλά διδάσκειν ἐπιχειρῶν, εἐκ τοᾅδου πρῶτον ἀνῆλθες.... Ἀνελθών δέ ὀδωδώς καί βρύων φθοράν, ...φράσον οὖν ἡμῖν πῶς ...φθορᾶς ἀπηλλάγης καί ποίοις πτεροῖς πετασθείς ὑψώθης πρός οὐρανούς... Δεῖξον ἡμῖν ταῦτα καί δίδαξον ὑπέρ τῶν τοιούτων ἡμᾶς καί τότε δεξόμεθά σε περί Θεοῦ μετρίως πως καί μετά φόβου καί τρόμου λέγοντα. Εἰ δέ χωρίς τῶν εἰρημένων τούτων ὡς μαινόμενον καί ἔκφρονα καί δαιμονῶντά σε ἀποστραφησόμεθα.
Μή λόγοις μόνοις ἐξαπατᾶσθαι καί πάντα ἄνθρωπον πιστεύειν πνευματικόν ἑαυτόν εἶναι λέγοντα, ἀλλά ἀπό τοῦ βίου καί τῶν πράξεων αὐτοῦ πρότερον βεβαιουμένους, καί μάλιστα ἐάν ταῖς τοῦ Κυρίου καί τῶν ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων πατέρων διδασκαλίαις συνᾴδωσιν οἱ λόγοι αὐτοῦ καί αἱ πράξεις· ...εἰ δ᾿ οὖν, ἀλλ᾿ εἰ καί νεκρούς ἀνιστᾷ, κἄν μυρία ἄλλα θαύματα ἐπιδείκνυται, ὡς δαίμονα αὐτόν ἀποστρέφεσθαι καί μισεῖν, καί μάλιστα ὅταν νουθετούμενον μή καταδεχόμενον ὁρῶμεν μεταθεῖναι τό ἴδιον φρόνημα, ἀλλ᾿ ἔτι ἐμμένοντα τῇ πεπλανημένῃ γνώσει αὐτοῦ καί εἰς οὐρανούς οἰόμενον τό πολίτευμα καί τήν διαγωγήν ἔχειν.


διδασκομένη ἀπὸ τὸν κ. Ζηζιούλα «Νέα» αἵρεση περὶ «Πρώτου» στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ κατ’ ἀναλογίαν περὶ «Πρώτου» στὴν Ἐκκλησία, (ποὺ στοχεύει στὴν ἀνάδειξη τοῦ Πάπα ὡς Πρώτου τῶν Πρώτων) εἶναι συνοπτικὰ ἡ ἑξῆς:
«Ὁ πρῶτος λοιπὸν αὐτομάτως γεννᾷ τὴν Ἱεραρχία... Στὴν Ἁγία Τριάδα ἔχουμε μία διαβάθμιση, δὲν ἔχουμε αὐτόματη συνύπαρξη, ἀλλὰ ἔχουμε ὕπαρξη ἡ ὁποία μεταφέρεται ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον. Ἐὰν βάλουμε τὰ πρόσωπα νὰ ἐμφανίζονται ἔτσι ταυτόχρονα, τότε καταργοῦμε τὴν ἔννοια τῆς αἰτιότητος...
»Ὁ πρῶτος ἔχει τὴν τιμὴ καὶ προηγεῖται μόνο γιατὶ ἐλεύθερα τὸν ἀποδέχονται οἱ μετ’ αὐτόν. Τὸ πρότυπο τῆς εὐχαριστιακῆς ἱεραρχίας εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, στὴν ὁποία σαφῶς καὶ ὑπάρχει ἱεραρχία (βλ. «ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι»), ἀλλὰ ἡ προσωπικὴ ἱεράρχηση (ποτὲ π.χ. δὲν μποροῦμε νὰ βάλουμε πρῶτο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἢ τρίτον τὸν Υἱό), δὲν συνεπάγεται μείωση τῆς οὐσίας, δηλαδὴ ὀντολογικὴ ἱεράρχηση: τὰ τρία πρόσωπα εἶναι ἴσα καὶ ταυτίζονται κατὰ τὴν οὐσία. Ἡ ἱεράρχηση στὸ προσωπικὸ ἐπίπεδο (ὁ Πατὴρ αἴτιος, ὁ Υἱὸς αἰτιατόν, τὸ Πνεῦμα αἰτιατὸν διὰ τοῦ αἰτιατοῦ) δεν αἴρει τὴ βασικὴ καὶ κατ’ οὐσίαν ἰσότητα τῶν Τριαδικῶν προσώπων». [σ.σ.: Ἐδῶ ἀκριβῶς συναντᾶμαι τὴν θεολογία τοῦ filioque καί, ἑπομένως, ὅλη ἡ εὐχαριστιακή θεολογία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴ τῆς προσωπικῆς ἱεράρχισης, εἶναι ἐφαρμογὴ τῆς αἱρέσεως τοῦ filioque. Διότι στὴν πατερικὴ διδασκαλία αἴτιο εἶναι καὶ τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγ. Τριάδος. Κύριος αἴτιος τῆς υἱοθεσίας μας (στὴν ἐνσάρκωση) εἶναι ὁ Κύριος, αἴτιος τῆς ἀληθείας (Πεντηκοστή) εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα]. Καὶ συνεχίζει ὁ κ. Ζηζιούλας: «Τὸ ἴδιο καὶ μέσα στὴν εὐχαριστιακὴ κοινότητα, καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν Ἐκκλησία, ὅλοι εἶναι ἐξ ἴσου μέλη τοῦ σώματος καὶ ὅλοι ἔχουν ἀνάγκη ἀλλήλων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι τὸ ἴδιο. Ἡ ἔννοια τῆς κεφαλῆς ταυτίζεται ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο καὶ εἰσάγεται καὶ στὸ εὐχαριστιακὸ καὶ κανονικὸ λεξιλόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀκριβῶς γιατὶ οἱ ρίζες της βρίσκονται στὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα, τῆς ὁποίας εἰκόνα εἶναι ἡ Ἐκκλησία» (Ζηζιούλα Ἰω., «Εὐχαριστία καὶ Κόσμος», Ὁμιλία στὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου, 2008).



Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Ἡ σπανιότητα ἀποστολικῶν ποιμένων

Πῶς θὰ εὕρομεν πνευματικὸν ὁδηγὸν


ΥΠΑΚΟΗ ΣΕ ΠΟΙΜΕΝΕΣ,

ΑΛΛ’ ΟΧΙ ΣΕ ΨΕΥΔΟ-ΠΟΙΜΕΝΕΣ


(Ἁγ. Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Ἅπαντα, Ἐκδ. Β. Ρηγόπουλου)

Στὴν σύγχυση τῆς ἐποχῆς μας γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς ὑπακοῆς στοὺς ποιμένες, παραθέτουμε ἀποσπάσματα ἀπὸ ἕνα καθοριστικὸ λόγο (τὸν 13ο) τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, ποὺ δίνει πολυσήμαντες ἀπαντήσεις.
Θεωρεῖ τοὺς ποιμένες ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ, στοὺς ὁποίους ὀφείλουμε ὑπακοή, καθόσον ὅμως αὐτοὶ ἔχουν ἀποστολικὸ ἦθος, ἐφαρμόζουν τὶς Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, καὶ γνωρίζουν τὴν διδασκαλία τῆς Ἁγ. Γραφῆς καὶ τὰ Δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Διαφορετικά, δὲν πρόκειται περὶ ποιμένων, ἀλλὰ περὶ ψευδοποιμένων καί, σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, δὲν πρέπει νὰ ξεγελαστοῦμε νὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε.

ΔΕΚΑΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
α) Ὁ ὁποῖος ἐγράφη εἰς ἕνα του μαθητὴν κοσμικόν, καὶ διαλαμβάνει μὲ ποῖον τρόπον δύναται τινάς νὰ γνωρίση ἅγιον ἄνδρα.
β) Καὶ πῶς, ἢ τί νὰ κάμνῃ, διὰ νὰ τὸν εὕρῃ.
γ) Καὶ ἀφ' οὗ τὸν ἐπιτύχῃ, πῶς πρέπει νὰ τὸν ἔχῃ.

 Ὦ ἀγαπητέ μοι ἐν Κυρίῳ· ἐγὼ σὲ ἐδέχθηκα μέσα εἰς τοὺς κόλπους μου, ὅταν ἦλθες εἰς ἐμέ, καὶ μὲ ζέσιν πολλὴν σὲ ἔκαμα μαθητὴν διὰ τῆς διδασκαλίας, καὶ μὲ κόπους πολλοὺς σὲ ἀνεμόρφωσα μὲ τὴν μορφὴν τοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς μετανοίας, καὶ σὲ ἀνεγέννησα τέκνον πνευματικὸν διὰ πολλῆς ὑπομονῆς, καὶ πόνων σφοδρῶν, καὶ καθημερινῶν δακρύων, ἀγκαλὰ καὶ σὺ δὲν ἐγνώρισες κανένα ἀπὸ τοῦτα ὁποῦ ἐδοκίμασα ἐγὼ διὰ σέ. (σελ. 69) Διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ γράψω εἰς τὴν ἀγάπήν σου διὰ ἐνθύμησιν ἐκεῖνα ὁποῦ συμφέρουν εἰς ἐσέ. Ἴξευρε λοιπὸν ὅτι τὸ κάμνω αὐτό, πρῶτον διὰ νὰ μὴ κατακριθῶ, καθὼς ἐκατακρίθη ἐκεῖνος ὁ πονηρὸς δοῦλος, ὁποῦ ἔκρυψε τὸ τάλαντον τοῦ δεσπότου του. Λοιπὸν μὴ δεχθῇς τὸν διάβολον ὁποῦ ἔρχεται, καὶ σοῦ λέγει, ὅτι ἐγὼ τὰ γράφω αὐτὰ διὰ ἐπίδειξιν καὶ ἀνθρωπαρέσκειαν. (σελ. 70) ...Αὐτὰ νὰ συλλογίζεσαι, ἀδελφέ, καὶ νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν Ἀπόστολον ὁποῦ λέγει ἔτζι, «πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε, αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ὡς λόγον ἀποδώσοντες...». Καὶ νὰ ἐνθυμῆσαι καὶ τὸν Κύριον μας, ὁποῦ φωνάζει κάθε ἡμέραν μὲ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. «Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς, ἐμὲ δέχεται· καὶ ὁ ἀκούων ὑμῶν, ἐμοῦ ἀκούει· καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς, ἐμὲ ἀθετεῖ». Καὶ νὰ ἐπιμελῆσαι τὴν σωτηρίαν σου μὲ φόβον, καὶ τρόμον, καὶ νὰ πείθεσαι εἰς ἐμένα, καὶ νὰ κάμνῃς ὑπακοήν. Καὶ ἂς μὴ σοῦ λέγῃ ὁ λογισμός, ὅτι αὐτὰ εἰπώθησαν διὰ μόνους τοὺς Ἀποστόλους, καὶ ἐκείνους μοναχὰ χρεωστοῦμεν νὰ ἀκούωμεν. Ἀμὴ ἄκουσε τί λέγει πάλιν εἰς αὐτοὺς ὁ Χριστός· «ἃ δὲ λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω»· εἰς ποίους ὅλους; Εἰς ἐκείνους ὁποῦ μέλλουν νὰ πιστεύσουν εἰς ἐμένα μὲ τὸ μέσον τῆς διδασκαλίας σας, καὶ νὰ φυλάξουν τὰς ἐντολάς μου καθὼς καὶ ἐσεῖς.
...Λοιπὸν εὐγαίνοντες οἱ Ἀπόστολοι, ἐδίδασκαν, καὶ ἐκήρυτταν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ πολλὰ ἔθνη ἐπίστευαν εἰς τὸν Χριστόν. Καὶ ἐγίνοντο ἐκκλησίαι πιστῶν εἰς πολιτείας. Καὶ ὅταν κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ἔμελλε νὰ ἀφήσῃ ἐκείνους τοὺς πιστεύσαντας, καὶ νὰ ὑπάγῃ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς ἄλλους τόπους, καὶ πολιτείας, καὶ χωρία ἐχειροτονοῦσεν εἰς αὐτούς, ἀντὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του Ἐπισκόπους, καὶ Ἱερεῖς, καὶ τοὺς ἄφινεν εἰς αὐτοὺς διδασκάλους, καὶ πατέρας πνευματικούς, καὶ ὁδηγούς. Καὶ ἐκεῖνοι πάλιν, ὅταν ἀπέθαιναν, ἐδιάλεγαν ἄλλους ἀξίους διὰ τέτοιαν ὑπηρεσίαν, καὶ τοὺς ἐχειροτονοῦσαν, καὶ τοὺς ἄφιναν ἀντὶ διὰ τὸν ἑαυτόν τους. Καὶ ἔτζι ἐγίνετο κατὰ διαδοχήν, ἕως ὁποῦ ἔφθασεν εἰς ἡμᾶς ἡ τέτοια τάξις, καὶ νομοθεσία διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ διαφυλάττεται ἕως τῆς σήμερον.
...Οἰκονόμησεν ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ προστεθοῦν εἰς τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς ἀκόμη καὶ ἡγούμενοι, καὶ πνευματικοὶ πατέρες ἐκεῖνοι, ὁποῦ δείχνουν μὲ τὰ ἔργα βεβαίαν τὴν πίστιν εἰς Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ ἔχουν μέσα τους τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ νὰ συμποιμαίνουν καὶ αὐτοί, καὶ νὰ συνεργοῦν μαζὶ μὲ αὐτοὺς εἰς τὴν σωτηρίαν ἐκείνων, ὁποῦ μέλλουν νὰ σωθοῦν. Ἀνίσως λοιπὸν ἕνα ἀπὸ ὅλους αὐτούς, ἤγουν ἀπὸ τοὺς ποιμένας, ...ἡμεῖς ἤθελε τολμήσωμεν νὰ τὸν καταφρονήσωμεν, ἢ νὰ τὸν παραβλέψωμεν, ...ἆρα γε δὲν ἐδιώξαμεν αὐτὸν τὸν ἴδιον Παῦλον, καὶ Πέτρον; καὶ καθολικὰ ὅλον τὸν χορὸν τῶν Ἀποστόλων; καὶ ὅποιος διώξῃ ἐκείνους ἆρα γε δὲν ἐκαταφρόνησεν αὐτὸν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν...
β. Διὰ τοῦτο λοιπὸν χρειαζόμεθα (σελ. 71) πολλὴν προσοχήν, πολλὴν ἀγρυπνίαν, πολλὰς προσευχὰς διὰ νὰ μὴ περιπέσωμεν εἰς κανένα πλάνον, ἢ ψεύστην, ἢ ψευδαπόστολον, ἢ ψευδόχριστον. Ἀμὴ νὰ ἐπιτύχωμεν ὁδηγὸν ἀληθινόν, καὶ φιλόθεον, καὶ ὁποῦ νὰ ἔχῃ τὸν Χριστὸν μέσα του, καὶ νὰ ἰξεύρη καταλεπτῶς τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, τοὺς κανόνας, καὶ τὰς παραγγελίας τους, καὶ τὰ δόγματα τῶν Πατέρων. Ἢ νὰ εἴπω καλλίτερα, ὁποῦ νὰ ἰξεύρη τὰ θελήματα, καὶ μυστήρια αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Δεσπότου καὶ Διδασκάλου τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ. Τέτοιον διδάσκαλον πρέπει νὰ ζητοῦμεν, καὶ νὰ εὑρίσκωμεν, ὁποῦ πρῶτον μὲν νὰ τὰ ἤκουσεν αὐτὰ μὲ λόγον, καὶ νὰ τὰ ἐδιδάχθη, καὶ ὕστερον νὰ τὰ ἐδιδάχθη καὶ μυστικὰ ἐν ἀλήθειᾳ ἀπὸ αὐτὸ τὸ παράκλητον Πνεῦμα μὲ πρᾶξιν, καὶ μὲ δοκιμήν. Ὥστε ὁποῦ νὰ καταξιώθῃ καὶ αὐτὸς νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν ἴδιον Χριστόν, ὁποῦ ἐδίδαξε τοὺς Ἀποστόλους, «τὸ μυστήριόν μου ἐμοί, καὶ τοῖς ἐμοῖς». καὶ τό, «ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν».
Διατὶ ἂν ζητήσωμεν χωρὶς ἄλλο θέλει εὕρομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, οὔτε χαίρεται εἰς τὴν ἀπώλειαν τῶν ἀνθρώπων. Ἆρα γε πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν ἡμεῖς τὸν παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς φανερώσῃ κανένα ἅγιον, καὶ ἀληθινὸν δοῦλον του, διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήση εἰς σωτηρίαν, καὶ νὰ μᾶς διδάξῃ τὰ θελήματά του; πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρύψῃ τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ μᾶς ὑστερήσῃ ἀπὸ ὁδηγόν; ὄχι, ὄχι. Δὲν εἶναι δυνατόν. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ πιστεύσωμεν ἀπὸ ἐκεῖνο ὁποῦ ἔγινεν εἰς τὸν ἑκατόνταρχον Κορνήλιον. ...Βλέπεις ὅτι ὄχι μόνον τὸ ὄνομα τοῦ ὁδηγοῦ ἐφανέρωσεν ὁ Ἄγγελος, ἀμὴ καὶ τὸ ὄνομα ἐκείνου ὁποῦ τὸν ἐδέχθη, καὶ τὸν τόπον ὁποῦ ἦτον κονευμένος (=φιλοξενούμενος)· καὶ τοῦτο τὸ ἔκαμεν  ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ μὴν ἀπατηθῇ ὁ Κορνήλιος, καὶ προσκαλέσῃ ἄλλον ἀντὶ διὰ τὸν (σελ. 72) Πέτρον, καὶ καταντήση εἰς λύκον, ἀντὶ διὰ ποιμένα.
Ἀνίσως λοιπὸν θέλεις καὶ σὺ νὰ δείξῃς τὸν ἑαυτόν σου ἀληθινόν, καὶ πιστόν, καὶ διαλεκτὸν μαθητὴν τοῦ Χριστοῦ, μεταχειρίσου τέτοιαν ζωήν, κάμε τέτοιας πράξεις, πρόσπεσε, καὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸν τοιουτοτρόπως, μὲ ἐλεημοσύνην, μὲ νηστείαν καὶ προσευχήν, καὶ θέλει ἀνοίξει τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς σου, νὰ ἴδῃς τὸν τέτοιον ἄνθρωπον καὶ σύ, καθὼς εἶδε τὸν Ἄγγελον ὁ Κορνήλιος. Μιμήσου κἂν τὸν ἄπιστον ἐσὺ ὁποῦ λέγεις πὼς εἶσαι πιστός· τὸν ἐθνικόν, καὶ ἀδίδακτον, ἐσὺ ὁποῦ ὀνομάζεσαι ἀπὸ παιδὶ χριστιανός, καὶ εἶσαι ἀναθρεμμένος μὲ ταῖς διδασκαλίαις τῶν Ἀποστόλων, καὶ ὑψηλοφρονεῖς ἀκούωντας τὰς φλυαρίας τῶν ἀμαθεστέρων... Ἀμὴ ἀνίσως καταφρονῇς ἐκεῖνα τὰ πράγματα ὁποῦ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐξουσίαν σου, καὶ εἰς τὴν προαίρεσίν σου, ἀκόμη καὶ ἐκείνας τὰς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ ὁποῦ ἰξεύρεις τὰς καταφρονῇς, καὶ δὲν τὰς κάμνεις, ἀλλὰ ταῖς ἀμελεῖς, καὶ δὲν διορθώνεις μήτε τὸν ἑαυτόν σου, μήτε ἐκείνους ὁποῦ ἔχεις εἰς τὴν ἐξουσίαν σου, εἶπέ μου, πῶς θέλει σοῦ δείξει ὁ Θεὸς διδάσκαλον, ὁποῦ νὰ σὲ διδάσκῃ τὰ τελειότερα, καὶ ὑψηλότερα; καὶ ὅταν δὲν σοῦ τὸν φανερώση ὁ Θεός, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν εὕρῃς ἐσύ, ἢ νὰ τὸν γνώρισες;...
Ἀμὴ ἐκείνους ὁποῦ καταφρονοῦν τοὺς ἄλλους, καὶ νομίζουν τὸν ἑαυτόν τους πὼς εἶναι σοφοί, καὶ εὑρίσκονται εἰς ἀμεριμνίαν, καὶ ἀμέλειαν, καὶ δὲν παρακαλοῦν τὸν Θεόν, καθὼς ὁ Κορνήλιος, καὶ οἱ ὅμοιοί του, μὲ κάθε προθυμίαν, μὲ ἐλεημοσύνην, μὲ νηστείαν, καὶ μὲ προσευχήν..., τοὺς τοιούτους τοὺς ἀφίνει καὶ ὁ Θεὸς νὰ εὑρίσκωνται μέσα εἰς ἐκείνην τὴν πλάνην, ὁποῦ ἔπεσαν μοναχοί τους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ νὰ εἶναι σκοτισμένοι ἀπὸ τὸ σκότος τῶν ἐδικῶν τους παθῶν, καὶ ἐπιθυμιῶν, καὶ θελημάτων, καὶ περιπατοῦν μέσα εἰς αὐτό, ὡσὰν μέσα εἰς βαθεῖαν νύκτα, εὑρίσκουν καὶ τέτοιους διδασκάλους. Καὶ μὲ δίκαιον τρόπον.
Ἐπειδὴ ὁ διαφεντευτὴς τοῦ σκότους ἔχει ἐξάπαντος καὶ ὑπηρέτας, καὶ μαθητάς του ἐκείνους, ὁποῦ περιπατοῦν μέσα εἰς τὸ σκότος. Τοὺς ὁποίους τοὺς εὑρίσκουν οἱ τέτοιοι, καὶ τοὺς δέχονται μετὰ χαρᾶς, ὡσὰν ὁμόφρονας τους, καὶ διδάσκονται ἀπὸ αὐτοὺς τὰ ἴδια, ἐκεῖνα  ὁποῦ ἐδιάλεξαν προτήτερα μοναχοί τους, καὶ ἐπρόκριναν νὰ τὰ κάμουν διὰ τὴν ἀπώλειαν τους. Διατὶ ποῖος δὲν τὸ ἰξεύρει, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὁ διάβολος ἀσύκωσεν ἐνάντιον εἰς τοὺς Προφήτας, τοὺς ψευδοπροφήτας; εἰς τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς ψευδαποστόλους; εἰς τοὺς Ἁγίους Διδασκάλους, τοὺς ψευδαγίους, καὶ ψευδοδιδασκάλους; καὶ ἀγωνίζεται μὲ διαφόρους τρόπους, καὶ μὲ ψευδολογίας νὰ πλανᾷ τοὺς ἀμελεῖς, καὶ νὰ τοὺς ρίπτῃ μέσα εἰς τὸν λάκκον τῆς ἀπωλείας...
Ἐκεῖνοι λοιπὸν ὁποῦ θέλουν νὰ ἀποφύγουν τοὺς τέτοιους, καθὼς συμβουλεύει ὁ Ἀπόστολος, χρέος ἔχουν νὰ ἀποχωρισθοῦν ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ σκότους. Ἐπειδὴ ἐν ὅσῳ θέλουν νὰ εἶναι δουλωμένοι εἰς αὐτά, καὶ νὰ περιπατοῦν εἰς τὸ σκότος, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀποφύγουν ἀπὸ τοὺς τέτοιους διδασκάλους, μήτε δύνανται νὰ ἔλθουν (σελ. 73) εἰς  τὸ φῶς τῶν ἀληθινῶν διδασκάλων...
Καὶ ἀνίσως θέλεις να ἐπιτύχῃς πνευματικὸν καὶ ἅγιον ἄνδρα, καὶ ἀληθινὸν διδάσκαλον, μὴ λογιάσῃς ὅτι ἠμπορεῖς νὰ τὸν γνωρίσῃς ἀπὸ λόγου σου, καὶ ἀπὸ τὴν ἐδικήν σου γνῶσιν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἀμὴ προτήτερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, καθὼς προείπαμεν, ἀγωνίσου μὲ ἀγαθὰς πράξεις, καὶ μὲ ἐλεημοσύνην, μὲ νηστείαν καὶ προσευχήν, καὶ μὲ δέησιν ἀδιάκοπον, διὰ νὰ σοῦ γένῃ ὁ Θεὸς συνεργὸς εἰς τοῦτο, καὶ βοηθός.
γ'. Καὶ ἀφ' οὗ μὲ τὴν βοήθειαν, καὶ χάριν τοῦ Θεοῦ καταξιωθῇς νὰ τὸν εὕρῃς, τότε δεῖξε εἰς αὐτὸν περισσοτέραν τὴν ἐπιμέλειαν, μεγαλητέραν τὴν προθυμίαν, πολλὴν τὴν ταπείνωσιν, πολλὴν τὴν εὐλάβειαν, ὑπερβολικὴν τὴν τιμήν, τὴν πίστιν καθαράν, καὶ ἀδίστακτον. Ἐπειδὴ διὰ τοὺς τέτοιους εἶπεν ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, καὶ Θεός. «Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς, ἐμὲ δέχεται»...
Καθὼς πάλιν καὶ ἐκεῖνα  ὁποῦ γίνονται εἰς τοὺς ψευδοδιδασκάλους ἀναφέρονται εἰς τὸν ἀντίχριστον, καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ δέχονται ἐκείνους, δέχονται αὐτὸν τὸν διάβολον. Καὶ ἂς μὴ προφασίζεταί τινας πὼς δὲν τοὺς ἰξεύρει λέγωντας, ἀπὸ ποῦ ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ γνωρίσω τοὺς τοιούτους; καὶ ἐγὼ ἄνθρωπος εἶμαι, καὶ κανένας δὲν ἰξεύρει τὰ διανοήματα τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου, πάρεξ τὸ πνεῦμα ὁποῦ κατοικεῖ εἰς αὐτόν· κἀνένας ἂς μὴ πάρῃ αὐτὸ τὸ ρητὸν διὰ εὔλογον πρόφασιν.
Διατὶ ἀνίσως ἦτον ἀδύνατον νὰ γνωρίζωνται, δὲν ἤθελεν ὁρίζῃ ὁ Κύριος, «βλέπετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν. Ἤγουν φυλάγεσθε ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δὲ εἰσὶ λύκοι ἅρπαγες». Καὶ κατόπιν ἀπὸ αὐτὰ λέγει· «ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν, ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ἀνίσως λοιπὸν ὁ Δεσπότης Χριστὸς εἶναι ἀληθινός, καθὼς εἶναι ἀληθινός, δυνατὸν εἶναι εἰς ἡμᾶς νὰ γνωρίσωμεν ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποῦ  κάμνουν, καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποῦ  ὁμιλοῦν.
Ἂς εἰποῦμεν λοιπὸν πρῶτον τοὺς καρποὺς τοῦ ἀληθινοῦ, καὶ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ὕστερον θέλει φανερώσωμεν καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ ἐναντίου, καὶ πονηροῦ. Καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς καρποὺς θέλει γνωρίσετε καλώτατα, πὼς εἶναι φανεροὶ οἱ ἀληθινοί, καὶ δίκαιοι, καὶ ἅγιοι, καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ  δὲν εἶναι τέτοιοι, καὶ ὑποκρίνονται, καὶ ἐγὼ ἀπὸ λόγον μου δὲν λέγω τίποτε, ἀμὴ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Σωτῆρος, καὶ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων του. Μὲ τὰ ὁποῖα θέλει δοκιμάσω νὰ πληροφορήσω τὴν ἀγάπην σου. Ἄκουε λοιπὸν τί λέγει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
«Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ Πνεύματι. Μακάριοι οἱ πενθοῦντες». Καὶ εἰς ἄλλο μέρος πάλιν λέγει, «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες, ὅτι ἐμοὶ μαθηταὶ ἐστέ, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἀλλήλοις». Καὶ πάλιν, «ὑμεῖς δὲ πῶς δύνασθε πιστεύειν, δόξαν τὴν παρ' ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;... Ἄκουε δὲ καὶ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον ὁποῦ  λέγει. «Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐστίν, ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθοσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια». Ἄκουε καὶ τὸν Θεολόγον Ἰωάννην ὁποῦ  λέγει. (σελ. 74) «Ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὸν Θεόν, ἀγαπᾷ καὶ τοὺς γεγεννημένους ἐξ αὐτοῦ, ἤγουν τοὺς ἀδελφούς του». Λοιπὸν ἐκεῖνοι ὁποῦ  ἔχουν διάκρισιν, μὲ τοῦτον τὸν τρόπον γνωρίζουν ποῖοι εἶναι οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ υἱοὶ τοῦ διαβόλου. Καὶ οἱ καρποὶ τοῦ Παναγίου, καὶ ἀγαθοῦ Πνεύματος εἶναι αὐτοὶ ὁποῦ  εἴπαμεν ἀνωτέρω.
Πρέπει λοιπὸν νὰ φανερώσωμεν καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ πονηροῦ πνεύματος... Προσέχετε λοιπόν, καὶ πάλιν ὁ Δεσπότης καὶ Θεὸς ἡμῶν λέγει· «οὐ δύναται δένδρον καλόν, καρπὸν σαπρὸν ποιεῖν... Καὶ πάλιν ὁ λύσας μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, καὶ διδάξας οὕτω τοὺς ἀνθρώπους ποιεῖν, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Καὶ τί λέγει πάλιν διὰ τοὺς γραμματεῖς, καὶ φαρισαίους; «δεσμεύουσι φορτία βαρέα, καὶ δυσβάστακτα, καὶ προτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά... Φιλοῦσι δὲ τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις, καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς, καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς, καὶ καλεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ραββί, ραββί».
Ὅταν λοιπὸν ἴδῃς τινά, ὁποῦ  νὰ κάμνῃ κανένα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ ζητῇ ἐπιμόνως τὴν ἀνθρωπίνην δόξαν, καὶ νὰ παραβαίνῃ τὰς  ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ ἀρέσῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἴξευρε ὅτι εἶναι πλάνος, καὶ ὄχι ἀληθινός. Διατὶ λέγει ὁ Ἀπόστολος. «Ὅπου δὲ ὑμῖν  ἔρις, καὶ φθόνος, καὶ ζῆλος, καὶ διαβολαί, καὶ διχοστασίαι, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε; Ὁ δὲ σαρκικός, καὶ ψυχικὸς ἄνθρωπος, οὔτε χωρεῖ, οὔτε δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος, μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστιν». Ἐκεῖνος δὲ ὁποῦ  δὲν χωρεῖ τὰ τοῦ Πνεύματος, εἶναι φανερόν, ὅτι οὐδὲ τὸ Πνεῦμα ἔχει μέσα του. Καὶ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, αὐτὸς δὲν εἶναι τοῦ  Χριστοῦ, καθὼς τὸ βεβαιώνει ὁ Παῦλος, λέγοντας. «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἐστιν αὐτοῦ».
Ἤκουσες ποῖοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ, καὶ ποῖοι τοῦ ἀντιχρίστου; ἀπὸ ἐδῶ ἐγνώρισες βεβαιότατα, ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ  προσέχουν, εὔκολα γνωρίζουν, καὶ τοὺς ἀγαθούς, καὶ τοὺς πονηρούς. Διότι ἐκεῖνοι ὁποῦ  δὲν προσέχουν, ὄχι μόνον τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους δὲν γνωρίζουν, ἀμὴ οὐδὲ τὸν ἑαυτόν τους. Διατὶ ὅταν τινὰς ἔχει φροντίδας, καὶ περισπασμούς, ὡσὰν νὰ εἶναι ἀθάνατος εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, καὶ καταγίνεται νύκτα καὶ ἡμέραν, εἰς τὰ κοσμικὰ πράγματα μοναχά, καὶ τεχνεύεται τρόπους, πῶς νὰ κερδίση καὶ κτίζει σπήτια καλά, καὶ πολυέξοδα, ...καὶ κάμνει εἰς τὸν ἑαυτόν του κάθε ἄλλην σωματικὴν περιποίησιν, καὶ σαρκικὴν ἀπόλαυσιν, ὁ τοιοῦτος (εἰπέ μου) γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του; ὄχι...
Γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του τόσον μόνον, πὼς εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὅμως μὲ ἐκεῖνα ὁποῦ  κάμνει φανερώνει πὼς δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του καὶ τὴν κατάστασίν του, οὔτε ἠξεύρει τί κάμνει. Διατὶ πολιτεύεται τοιουτοτρόπως, ὡσὰν νὰ ἦτον ἀθάνατος... Ὁμολογεῖ πὼς τὰ πράγματα τοῦ κόσμου εἶναι τὸ οὐδέν, καὶ διὰ παραμικρὸν καὶ εὐτελὲς πρᾶγμα, φιλονεικεῖ, καὶ μάχεται μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Φιλοσοφεῖ πὼς εἶναι στάκτη, καὶ κονιορτός, καὶ στολίζεται πάντοτε μὲ στολίδια, καὶ τοῦ φαίνεται μὲ τοῦτο πὼς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους. Ἀκούει τὰς  θείας (σελ. 75) γραφὰς ὁποῦ  λέγουν, «οὐαὶ οἱ τρυφῶντες, καὶ οἱ ἐπὶ στρωμνῶν ἁπαλῶν κατασπαταλῶντες», καὶ αὐτὸς κοιτάζει μὲ κάθε προθυμίαν νὰ κάμνῃ τὸ κρεββάτι ὁποῦ  ἔχει εἰς τὸ σπῆτι του πλέον λαμπρότερον, καὶ τὰ στρώματα τοῦ πλέον ἁπαλώτερα, καὶ τὴν τράπεζάν του πλέον πολυέξοδον, καὶ πλουσιοπάροχον...
Ὅτι διὰ ἐκεῖνα ὁποῦ  ἔπρεπε μάλιστα νὰ ἐντρέπωνται, ὁποῦ  τόσοι ἀδελφοὶ πεινοῦν, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερα ὁ Χριστός, αὐτοὶ καυχῶνται, καὶ ὑψηλοφρονοῦν δι' αὐτὰ νομίζοντές τα καλλωπισμόν, καὶ δὲν αἰσθάνονται, πῶς μὲ αὐτὰ ὁποῦ  κάμνουν, μαρτυροῦν τὸν ἑαυτόν τους, πὼς εἶναι πλεονέκται, καὶ ἀδικηταὶ τῶν πτωχῶν, καὶ ἄσπλαγχνοι. Λοιπὸν εἶπέ μου, ὁ τέτοιος τί λογῆς γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του; καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται, καὶ εἰς ποία πάθη εἶναι δουλωμένος; καὶ ἀληθινὰ δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του, ἀγκαλὰ καὶ τοῦ φαίνεται πὼς τὸν γνωρίζει. Καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ  δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του, καὶ τὴν κατάστασίν του, πῶς θέλει δυνηθῇ νὰ γνωρίσῃ ἄλλον, ἢ τὰ πάθη τοῦ ἄλλου; ...δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίσῃ ἀκόμη καὶ τοῦτο, ὅτι χωρὶς πνευματικὸν πατέρα, καὶ ὁδηγόν, καὶ διδάσκαλον εἶναι ἀδύνατον ὁ ἄνθρωπος νὰ φυλάξῃ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ζήση ἐνάρετα, καὶ νὰ μὴ πιασθῇ ἀπὸ τὰς παγίδας τοῦ διαβόλου. Καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ  δὲν τὸ γνωρίσει αὐτό, αὐτὸς ἔχει ὑπόληψιν εἰς τὸν ἑαυτόν του, πὼς δὲν χρειάζεται διδασκαλίαν, ἢ συμβουλήν... Καὶ εὑρισκεται εἰς βάθος ἀγνωσίας, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερα, ἀπωλείας... (σελ. 76) Αὐτὴ ἡ ἁγία ταπείνωσις μᾶς διδάσκει, πὼς δὲν δυνάμεθα νὰ μάθωμεν κανένα καλόν, χωρὶς διδάσκαλον. Καὶ εἰς ἐκείνους ὁποῦ  μᾶς ἐρωτοῦν, καὶ μᾶς λέγουν, ἆρα γε γινώσκεις, ἃ ἀναγινώσκεις; αὐτὴ μᾶς διδάσκει νὰ ἀποκρινώμεθα εἰς αὐτούς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλάβωμεν ἐκεῖνα ὁποῦ  διαβάζομεν, ἂν δὲν μᾶς ὁδηγήσῃ τινάς; Αὐτὴ μᾶς διδάσκει νὰ μὴ περιπατοῦμεν τὴν στράταν, ὁποῦ  δὲν ἠξεύρομεν χωρὶς ὁδηγόν. Αὐτὴ μᾶς παραγγέλλει, ὅταν θέλωμεν νὰ μετανοήσωμεν, νὰ μὴ πλησιάζωμεν εἰς τὸν Θεὸν χωρὶς μεσίτην, καὶ ὁδηγόν...
Θέλωντας ὁ Δεσπότης μας, καὶ Θεὸς νὰ μᾶς διδάξῃ, ὅτι πρέπει νὰ πλησιάζωμεν εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὸ μέσον τινὸς  (σελ. 77) μεσίτου, καὶ ἐγγυητοῦ, αὐτὸς ὁ ἴδιος, καθὼς καὶ εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ ἔγινεν εἰς ἡμᾶς τύπος, καὶ παράδειγμα, ἔτζι καὶ εἰς τοῦτο, αὐτὸς πρῶτος ἔγινε μεσίτης, καὶ ἐγγυητὴς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ τὴν ἐπρόσφερεν εἰς τὸν ἴδιόν του Πατέρα, καὶ Θεόν. Καὶ ὕστερα ἐχειροτόνησεν ὑπηρέτας τῆς μεσιτείας ταύτης, καὶ τῆς ἐγγυήσεως, τοὺς ἁγίους του Ἀποστόλους. Καὶ αὐτοὶ ἐπρόσφεραν πάλιν εἰς τὸν Δεσπότην Χριστὸν ὅλους ἐκείνους ὁποῦ  ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, καὶ ἀπὸ ἐκείνους ἐδιάλεξαν, καὶ ἐχειροτόνησαν, καὶ διαδόχους τους, ὑπηρέτας τῆς μεσιτείας ταύτης, καὶ αὐτοὶ πάλιν ἄλλους, καὶ ἄλλους πάλιν ἐκεῖνοι. Καὶ τοιούτης λογῆς ἕως τώρα φυλάττεται τοῦτο κατὰ διαδοχήν.
Καὶ δὲ θέλει ὁ Θεὸς νὰ παραβαίνωμεν, καὶ νὰ καταπατοῦμεν τὴν ἐδικήν του προσταγήν, καὶ παράδοσιν. Ἀμὴ νὰ μένωμεν εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ μας ἐδιώρισεν. Ὅθεν λέγει, «οὐδεὶς «ἔρχεται πρός με, ἐὰν μὴ ὁ Πατήρ μου ἑλκύσῃ αὐτόν»· καὶ πάλιν, «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, εἰ μὴ δι' ἐμοῦ». Ἔτζι πάλιν καὶ κανένας δὲν ἔρχεται εἰς τὴν πίστιν τῆς ἁγίας, καὶ ὁμοουσίου Τριάδος, ἂν δὲν διδαχθῇ ἀπὸ κανένα διδάσκαλον τὰ δόγματα τῆς πίστεως. Καὶ κανένας δὲν βαπτίζεται χωρὶς Ἱερέα, μηδὲ κοινωνεῖ ἀφ' ἑαυτοῦ του τὰ θεῖα Μυστήρια...
Φανερὸν εἶναι, ὅτι ἐκεῖνα ὁποῦ  ἐμετάδιδαν εἰς τοὺς πιστοὺς ἐκεῖνοι ὁποῦ  ἦσαν τότε εἰς τὸν κόσμον, τὰ ἴδια δίδουν, καὶ αὐτοὶ (σ.σ. οἱ σημερινοὶ ἱερεῖς) εἰς ἡμᾶς... ὅτι εἴ τι ἔκαμναν εἰς τοὺς πιστοὺς τότε οἱ Ἀπόστολοι, καὶ ὅ,τι ἐδίδασκαν, τὰ ἴδια κάμνουν καὶ εἰς ἡμᾶς τώρα οἱ Πνευματικοὶ Πατέρες μας, οἱ Ἀρχιερεῖς, λέγω, καὶ Ἱερεῖς, ἀπαράλλακτα, καὶ χωρὶς νὰ λείψῃ τίποτε. Καὶ μᾶς διδάσκουν, καὶ μᾶς νουθετοῦν, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι. Καὶ ἐπειδὴ δὲν διαφέρουν τίποτε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἐξάπαντος εἶναι καὶ υἱοὶ  τῶν Ἀποστόλων, καὶ Ἀπόστολοι.
Ἰξεύρεις λοιπόν, τέκνον μου περιπόθητον, ὅτι εἰς τούτους τοὺς καιροὺς κανένας ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, οὐδὲ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς οὐδὲ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ἢ ἀρχιερεῖς τινα ἢ ἀγαπᾷ, ἢ φοβεῖται, ἢ περιποιεῖται, ἢ δέχεται κανένα ὡσὰν ἀπόστολον Θεοῦ, καὶ μαθητὴν Χριστοῦ διὰ ἀγάπην μόνον τοῦ Χριστοῦ, ἢ διὰ τὴν ἐντολήν του, ἢ διὰ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ ὁποῦ  δίδονται ἀπὸ αὐτὸν εἰς ἡμᾶς. Ἀμὴ ὅλοι μας ἕνας τὸν ἄλλον καταφρονοῦμεν· ἕνας τὸν ἄλλον διαβάλλομεν... (σελ. 78) Καὶ ἐκεῖνον ὅπου μὲ ἐβάπτισε σήμερον, καὶ μὲ ἐλευθέρωσεν ἀπὸ τὸν θάνατον, καὶ τὴν φθορὰν τῆς ψυχῆς, καὶ μὲ ἐγέμισεν ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ μὲ ἔλυσεν ἀπὸ τὰς  ἁμαρτίας, καὶ μὲ ἐκοινώνησε τὸ ἄχραντον Σῶμα, καὶ τὸ σωτήριον Αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ μὲ ἔκαμαν υἱὸν Θεοῦ· (τί ἄλλο περισσότερον ἔκαμναν τότε εἰς τοὺς χριστιανοὺς οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ;) αὐτὸν ἐγὼ αὔριον δὲν καταδέχομαι, μηδὲ κἂν νὰ τὸν χαιρετήσω...
Καὶ ἀπερνῶντας ὁ καιρός, μήτε ἰξεύρει παντελῶς ὁ τοιοῦτος πὼς ἔχει πνευματικὸν πατέρα, ἢ διδάσκαλον. Καὶ ἀνίσως ὁ πνευματικὸς δὲν πηγαίνη εἰς ἐκεῖνον, καὶ δὲν κάμνῃ τὰ θελήματά του, μήτε συγκαταβαίνη εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ  θέλει, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερα, ἂν δὲν πίπτῃ καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ ἐκεῖνον νὰ ἀπολεσθῇ, τὸν ἀφίνει ἐκεῖνον, καὶ ζητεῖ ἄλλον, ὁποῦ νὰ τοῦ ἀκολουθῇ εἰς τὰ σαρκικά του θελήματα.
Ἔτζι λοιπὸν ὅλα τὰ πνευματικά, (καθὼς καὶ ἐσὺ τὰ βλέπεις, καὶ τὰ ἰξεύρεις) εἶναι συγχυσμένα, καὶ τεταραγμένα τὴν σήμερον, καὶ ἀφανίσθη κάθε τάξις, καὶ θεία παράδοσις τῶν Ἀποστόλων, καὶ ἀθετήθησαν ὅλαι αἱ ἐντολαὶ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τοῦτο ὅλον τὸ κακόν, καὶ ὀλέθριον γίνεται εἰς τὴν τωρινὴν γενεάν, μὲ τὸ νὰ φαντάζωνται ὅλοι, πὼς εἶναι διδαγμένοι τὰ θεῖα, καὶ ἰξεύρουν τὰς  ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἠμποροῦν νὰ διακρίνουν ἐκεῖνα ὁποῦ τοὺς συμφέρει. Καὶ πρὸς τούτοις ἀκόμη μὲ τὸ νὰ λογιάζουν, πῶς ὅλον τὸ ἱερατεῖον εἶναι ἁμαρτωλοί, καὶ ἀνάξιοι, εἶναι ὅμως πληροφορημένοι, ὅπως ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ, καὶ διὰ μέσου τῶν ἀναξίων....
Ἔτζι ὅλη ἡ οἰκουμένη ἐγέμισε τώρα ἀπὸ τέτοιαν πλάνην, καὶ ἀπὸ τέτοιον κακόν. Καὶ ἡ παράβασις καὶ ἡ καταφρόνησις μιᾶς ἐντολῆς, ἐγύρισεν ἄνω κάτω ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν ἐγκρέμισεν ἕως εἰς τὸ ἔδαφος. Διατὶ ἐκατήντησεν εἰς τόσην ἀταξίαν, καὶ ταραχὴν ἡ ἐκκλησία, ὁποῦ σχεδὸν δὲν φαίνεται πουθενὰ παντάπασιν ἡ οἰκοδομή της, μήτε γνωρίζεται εἰς ἡμᾶς τελείως κατασκευὴ τοῦ Δεσποτικοῦ Σώματος. Ἀμὴ ὡσὰν νὰ μὴν ἔχωμεν κεφαλήν μας τὸν Χριστόν, μηδὲ νὰ εἴμεσθε ἕνας μὲ τὸν ἄλλον συνδεδεμένοι, καὶ συγκολλημένοι ἀπὸ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα, καὶ ἀδελφοὶ κατὰ Πνεῦμα, μήτε καταδεχόμεθα νὰ οἰκοδομούμεθα ὁ κάθε ἕνας εἰς τὴν ἐδικήν του τάξιν ἀπὸ τοὺς πρωτομαϊστόρους τῆς ἐκκλησίας, διὰ τοῦτο εἴμεσθε διασκορπισμένοι, ὡσὰν μία ἄψυχος ὕλη. Τόσον πολλὰ ἐδουλώθημεν εἰς τὰ θελήματά μας, καὶ ἐκυριεύθημεν ἀπὸ τὰς  ἐπιθυμίας τῶν ἡδονῶν, καὶ ὑπατήθημεν ἀπὸ αὐτάς, καὶ ἐδιασκορπισθήκαμεν. Καὶ ἀπὸ τὸ μῖσος, καὶ τὴν ὑπερηφανίαν ὁποῦ  ἔχομεν, ἐχωρίσθηκαμεν, καὶ ἐσχισθήκαμεν ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, καὶ ἐχάσαμεν τὸ γνώρισμα, καὶ τὸ σημεῖον τῆς πίστεως μας, ἤγουν τὴν ἀγάπην, διὰ τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ Κύριος, «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες, ὅτι ἐμοὶ μαθηταὶ ἐστέ, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Διατὶ ὅταν χάσωμεν αὐτήν, ματαίως ὀνομαζόμεθα χριστιανοί...
Ταλαίπωρε ἄνθρωπε! διατί δὲν τιμᾷς τὸν πνευματικόν σου πατέρα, ὡσὰν  ἀπόστολον τοῦ Χριστοῦ; Διατὶ (λέγει) δὲν τὸν βλέπω νὰ φυλάττει τὰς  ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸν τιμῶ. Αὐτὰ εἶναι ματαία πρόφασις. Διότι, (εἰπέ μου), σὺ καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον τὰς φυλάττεις, καὶ διὰ τοῦτο τὸν καταφρονεῖς ἐκεῖνον, καὶ τὸν κατακρίνεις; καὶ μὲ ὅλον ὁποῦ, ἂν καὶ ἐσὺ ἐφύλαττες ὅλας τὰς ἐντολάς, μηδὲ ἔτζι πάλιν σοῦ ἔπρεπε νὰ τὸν κατακρίνῃς. Μήτε νὰ τὸν ἀποστρέφεσαι ἢ νὰ τὸν διαβάλλῃς, καὶ νὰ τὸν κατηγορῇς διὰ τὴν ἀμέλειάν του, ἀμὴ ἔπρεπε μάλιστα νὰ τὸν ἀγαπᾷς καὶ νὰ τὸν ὑπομένῃς, καὶ νὰ τὸν τιμᾷς διὰ τὰ ἀγαθὰ ὅπου σοῦ ἐχάρισεν ὁ Θεὸς μὲ τὸ μέσον ἐκείνου, καὶ νὰ τὸν κάμῃς συγκοινωνὸν εἰς τὰ σωματικά, διὰ τὰ καλὰ ὁποῦ σοῦ ἐπροξένησεν, ὅσον ἠμπορεῖς, διὰ νὰ φυλάξῃς, ὄχι μοναχὰ ἐκεῖνα ὅπου σοῦ ἐχαρίσθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸν μὲ τὸ μέσον ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ πολλαπλασιάσης μὲ τὰ τοιαῦτα ἔργα. Ὅμως τώρα, καθὼς βλέπεις, μὲ τὴν ἀπιστίαν καὶ ἀχαριστίαν, καὶ ἀθέτησιν ὅπου κάμνεις εἰς τὸν πνευματικὸν πατέρα σου, καὶ διδάσκαλον, ὄχι μόνον ἔχασες ἐκεῖνα ὅπου ἔλαβες, ἀμὴ ἐξάλειψες ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου, καὶ αὐτὸ τὸ νὰ εἶσαι χριστιανός, καὶ ἐζημιώθης τὸν Χριστόν.
Διατί, ὑπόθεσαι μὲ τὸν νοῦν σου, πῶς ὁ ἐπίγειος βασιλεὺς ἔστειλεν εἰς ἐσένα ἕνα ἀπὸ τοὺς παραμικρούς του δούλους, ὁ ὁποῖος φορεῖ πτωχικά, καὶ παλαιὰ φορέματα, καὶ δὲν εἶναι καββαλάρης εἰς ἄλογον, μήτε εἰς μουλάρι, ἀμὴ βαστᾶ μοναχὰ ἕνα γράμμα, καὶ ἔχει βοῦλλαν βασιλικήν, καὶ εἶναι ὑπογεγραμμένον μὲ τὸ ἰδιόχειρον τοῦ βασιλέως, καὶ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ γράμμα σὲ ἀνακηρύττει ὁ βασιλεὺς γνήσιόν του ἀδελφόν, καὶ φίλον, καὶ ὑπόσχεται ὕστερα ἀπὸ ὀλίγον καιρόν, νὰ σὲ κάμῃ σύντροφον τῆς βασιλείας του, καὶ νὰ σοῦ στεφανώσῃ τὴν κεφαλὴν μὲ βασιλικὸν στέφανον, καὶ νὰ σὲ ἐνδύσῃ φόρεμα βασιλικόν. Εἰπέ μου, τί ἤθελε κάμῃς εἰς αὐτόν; ἆρα γε ἤθελε τὸν δεχθῇς καὶ τὸν τιμήσῃς, ὡσὰν  δοῦλον τοῦ βασιλέως, διὰ τὰς  μεγάλας καὶ βασιλικὰς ὑποσχέσεις, καὶ διὰ τὴν λαμπρότητα τῆς δόξης ὅπου μέλλει νὰ λάβῃς, καὶ ἤθελε χαρῇς μαζὶ μὲ αὐτόν, καὶ τὸν εὐεργετήσῃς ὅσον τὸ κατὰ δύναμιν, καὶ πάλιν νὰ τοῦ ὑποσχεθῇς νὰ τὸν εὐεργετήσῃς καὶ ὑστερώτερα; ἢ ἤθελε τὸν καταφρόνεσης, καὶ τὸν στείλῃς ὀπίσω εὔκαιρον, καὶ ἀτιμασμένον, διατὶ εἶναι ἐνδυμένος πτωχικὰ φορέματα, καὶ ἦλθε πεζός;
Εἰδὲ ὑποθέσωμεν, πὼς τὸν ἐκαταφρόνεσες ἐσὺ τοιουτοτρόπως, καὶ τὸ ἔμαθεν καὶ ὁ βασιλεύς, ἆρα γε ἤθελε σὲ ἐπαινέσῃ εἰς τοῦτο, ἢ ἤθελε σὲ μεμφθῇ, καὶ σὲ κατακρίνῃ; ἂν ἤσουν ἐσὺ ὁ ἴδιος βασιλεύς, τάχα δὲν ἤθελε λογιάσῃς διὰ ἐδικήν σου ὕβριν, καὶ ἀτιμίαν, ἐκείνην τὴν καταφρόνεσιν ὁποῦ ἔγινεν εἰς τὸν δοῦλον σου; τάχα δὲν ἤθελε στοχασθῇς, ὡσὰν ἐδικόν σου ὄνειδος, τὸν ὀνειδισμὸν ἐκείνου; καὶ ἀληθινὰ ἔτζι εἶναι. Διατὶ τόσον πολλὰ ἤθελε θυμωθῇς κατεπάνω του, ὡσὰν  νὰ ἐκαταφρόνεσεν ἐσένα τὸν ἴδιον, καὶ νὰ σὲ ἐμέμφθη, πὼς ἔχεις τοιούτους δούλους. Καὶ ἤθελε εἴπῃς ἔτζι. Ποῖος τὸν ἐκατάστησεν ἐκεῖνον κριτὴν ἐπάνω εἰς τοὺς ἐδικούς μου δούλους; Διατὶ αὐτὸς δὲν ἐκατηγόρησε τὸν δοῦλον τὸν ἐδικόν μου, πὼς ἀπὸ τὴν ἐδικήν του ἀμέλειαν φορεῖ τὰ τοιαῦτα πτωχικά, καὶ λαιρωμένα φορέματα, ἀλλὰ κατηγορεῖ ἐμένα τὸν ἴδιον, πὼς εἶμαι ἄσπλαγχνος, καὶ ὑποφέρω νὰ βλέπω τοὺς δούλους μου ἐνδεδυμένους μὲ τέτοια παλαιοφορέματα, καὶ ἔτζι ἤθελε μετανοήσῃς εἰς ἐκεῖνα ὅπου ὑποσχέθης νὰ τοῦ κάμῃς διὰ αὐτὴν τὴν ἀτιμίαν ὅπου ἔκαμεν εἰς τὸν δοῦλόν σου. Καὶ βεβαιότατα δὲν ἤθελε τὸν ἀποδεχθῇς τελείως, ὅταν ἤθελε ἔλθῃ εἰς ἐσένα. Διατὶ αὐτὸς ὡς ἀδιάντροπος ἅρπασε τὴν κρίσιν τὴν ἐδικήν σου, καὶ ἔκρινε τοὺς δούλους σου, ὅπου δὲν εἶχεν ἄδειαν νὰ τοὺς κρίνῃ αὐτός.
Αὐτὰ λοιπὸν ὅλα στοχαζόμενος εἰς τὸν ἑαυτόν σου, ὡς πνευματικόν, καὶ ἠγαπημένον μου τέκνον, καὶ μανθάνοντας τῶν πραγμάτων τὴν τάξιν τελείαν, καὶ καθαράν, ἀγωνίσου ὅσον δύνασαι, νὰ γένῃς χριστιανός, (σελ. 81) ὄχι μὲ λόγον μοναχά, ἀλλὰ μάλιστα μὲ τὸ ἔργον. Ἀπόκτησαι πατέρα πνευματικόν, ἀπόκτησαι διδάσκαλον, μεσίτην, καὶ ἐγγυητὴν πρὸς τὸν Θεόν. Συγκολλήσου μαζί του μὲ ἀγάπην, καὶ πίστιν, καὶ μὲ φόβον, καὶ πόθον, ὡσὰν νὰ ἤσουν μαζὶ μὲ αὐτὸν τὸν ἴδιον Χριστόν, διὰ νὰ ἀξιωθῇς μὲ τὸ μέσον αὐτοῦ, νὰ ἑνωθῇς καὶ μὲ αὐτὸν τὸν Χριστόν, καὶ νὰ γένης συμμέτοχος, καὶ συγκληρονόμος τῆς αἰωνίου δόξης, καὶ βασιλείας του, καὶ νὰ ἀνυμνῇς, καὶ δοξάζῃς αὐτὸν μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα του, καὶ τὸ πανάγιόν του Πνεῦμα, εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
____________________
Ὁλόκληρος ὁ Δέκατος Πρῶτος Λόγος τοῦ Ἄγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου ὑπάρχει στὴν διεύθυνση:
http://eugenikos.blogspot.com/2012/02/blog-post_12.html