Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ευσέβιος Γιαννακάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ευσέβιος Γιαννακάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Η ΟΔΥΝΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΥΣΕΒΙΟ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗ.

Η ΟΔΥΝΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΥΣΕΒΙΟ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗ.

Η οδύνη της νόσος του καρκίνου
Την Τρίτη της Διακαινησίμου ταξίδεψε στην Αθήνα για την κηδεία πνευματικού του τέκνου. Εκεί έμαθε ότι ό μεγάλος αδελφός του, ό Χρήστος, ήταν άρρωστος. «Ας πάμε να τον δούμε» είπε, παρ’ όλο πού βιαζόταν να επιστρέψει στο Μοναστήρι. Οι μοναχές πού τον συνόδευαν απόρησαν, διότι δεν συνήθιζε να επισκέπτεται τούς συγγενείς του.
Τον βρήκε με λίγο πυρετό. Τον σταύρωσε και τού είπε.
— Είσαι έτοιμος για τον Παράδεισο;
— Εβδομήντα χρόνια ετοιμάζομαι γι’ αυτή την ώρα, απάντησε ό αδελφός του.
— Προσεύχεσαι;
— Μέρα-νύχτα.
— Σ’ ευχαριστώ, αδελφέ μου, για όλα όσα μου προσέφερες από τα νεανικά μου χρόνια, πρόσθεσε ο Γέροντας. Όταν ήρθα από το χωριό, εσύ με έβαλες στην πνευματική ζωή. Εκεί πού θα πάς, να προσεύχεσαι για μάς, για όλο το Μοναστήρι. Κι εμείς θα προσευχόμαστε για σένα. Καλή αντάμωση στον ουρανό.
Τον σπάσθηκε στο μέτωπο και έφυγε. Βγαίνοντας από το δωμάτιο είπε:
— Ό Χρήστος φεύγει απόψε.
Όσοι τον άκουσαν σάστισαν.
— Μα, Γέροντα, δεν έχει κάτι σοβαρό.
— Ό Χρήστος φεύγει απόψε, επανέλαβε.
— Τότε, Γέροντα, μήπως να μη φύγουμε, είπε ή Γερόντισσα.
— Θα πάμε απόψε στο Μοναστήρι, πού μάς περιμένουν, και αύριο το μεσημέρι θα γυρίσουμε.
Το ίδιο βράδυ, ό αδελφός του έκοιμήθη. Όταν το έμαθε ό Γέροντας, έκανε το σταυρό του και είπε: «Δόξα Σοι ό Θεός, δόξα Σοι ό Θεός, δόξα Σοι ό Θεός. Αναπαύτηκε. Στον Παράδεισο να τον πάρει ό Θεός». Την επομένη πήγε πάλι στην Αθήνα για την κηδεία και επέστρεψε την ίδια μέρα στη Μονή.
Τις ήμερες πού άκολούθησαν είχε μεγάλη αδυναμία και ανορεξία. Οι μοναχές το απέδιδαν στην υπερβολική κούραση.
— Τί να κάνουμε για σάς Γέροντα; τον ρώτησαν.
— Προσευχή και αγιότητα, απάντησε.
Παρ’ όλα αυτά, λειτούργησε την Παρασκευή της Διακαινησίμου, το Σάββατο, και την Κυριακή του Θωμά. Τρεις ήμερες αργότερα ανέβαινε τη σκάλα, κρατώντας τη μέση του. Οι αδελφές τον ρώτησαν αν πονούσε. «Δεν είναι τίποτα. Κάποια πονάκια πηλαλάνε στη μέση μου. Οι πόνοι είναι οι καλύτεροι σύντροφοι. Να λέμε “δόξα Σοι ό Θεός”» απάντησε.

Στις 8 Μαΐου, πού το Μοναστήρι τιμά τον προστάτη του Άγιο, ό π. Ευσέβιος έλαβε μέρος στην αρχιερατική Θεία Λειτουργία. Φαινόταν καταβεβλημένος. Ήταν κατάχλωμος και έδινε την εντύπωση ότι άνηκε περισσότερο στον ουράνιο κόσμο. Αυτή ήταν ή τελευταία φορά πού λειτούργησε στο επίγειο Θυσιαστήριο. Το απόγευμα στον Εσπερινό, μίλησε στο εκκλησίασμα, αναπτύσσοντας τά τελευταία λόγια τού Εύαγγελιστού Ιωάννου, «τεκνία μου, άγαπάτε άλλήλους». Αυτή ήταν ή τελευταία ομιλία τού Γέροντα, την ημέρα της μνήμης τού Μαθητού της Αγάπης.
Την επομένη ήταν πολύ άρρωστος. «Δεν ορίζω τον εαυτό μου, είμαι έκτος εαυτού» είπε. Ή καρδιά τών μοναζουσών γέμισε από θλίψη. Τώρα συνειδητοποιούσαν ότι ό Γέροντας είχε καταβάλει υπεράνθρωπες προσπάθειες να αντέξει μέχρι την εορτή τού Αγίου, φανερώνοντας για άλλη μια φορά το μεγάλο ψυχικό σθένος του.
Τον παρακάλεσαν να πάει στην Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις. Εκείνος όμως ήταν ανένδοτος. Ή καθαρή και άγια ψυχή του γνώριζε ότι ή ταλαιπωρία αυτή θα ήταν ανώφελη. Ένιωθε ότι πλησίαζε ή ώρα της εξόδου του και ήθελε να βρίσκεται στο αγαπημένο του Μοναστήρι. Τελικά όμως έκανε υπακοή στο Γέροντα Άνθιμο, γιατί είχε μάθει σε όλη του τη ζωή να υπακούει, και ξεκίνησε για την Αθήνα. Βγαίνοντας από το κελί του, προσπάθησε να χαμογελάσει και είπε: «Τί να κάνουμε, άγιε Ηγούμενε;… Ό Κύριος έκτισε ιατρούς και φάρμακα».
Υποτάχθηκε στο θέλημα τού Θεού. Έμεινε οκτώ ήμερες στο μετόχι της Μονής, στην Αθήνα. Ειρηνικός και χωρίς αγωνία υπέμεινε την ταλαιπωρία των λεπτομερών εξετάσεων. «Όση ώρα ήμουν στο μηχάνημα, μνημόνευα τα ονόματα σας» είπε στις αδελφές. Το αποτέλεσμα τών εξετάσεων ήταν απογοητευτικό. Το πρόβλημα, πολύ σοβαρό, εντοπιζόταν στο ήπαρ. Ή είδηση προξένησε δριμύ πόνο στην ψυχή τών πνευματικών του τέκνων. Ιδιαίτερα για τις μοναχές ήταν ξαφνικό και δυνατό πλήγμα. Ό Γέροντας ήταν ό στύλος της μοναστικής Αδελφότητας, ό Πατέρας, ό οδηγός, ό κοινός ευεργέτης.
Από εκείνη τη στιγμή οι προσευχές και οι δεήσεις γίνονταν χωρίς διακοπή στο Μοναστήρι. Οι μοναχές με εναλλασσόμενη σειρά διάβαζαν στο Ναό Παρακλήσεις και ικέτευαν με δάκρυα τον Κύριο