Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

Πριν 30 χρόνια έβλεπαν δραματική την κατάσταση! Σήμερα; --Με τις "οικονομίες" συνηθίσαμε και συμβιώνουμε μαζί της!

Δραματικόν ερώτημα 

Καταργούμεν τον Χριστόν;

♱ Του Αρχιμ. Αρσενίου Κομπούγια


   Κατάπληξιν μου επροξένησε και έμεινα εκστατικός από την πληροφορία της εφημερίδος «Καθολική» την εφημερίδα των εν Ελλάδι Παπικών. Η πληροφορία κεραυνός, που δικαιώνει πλήρως τους φόβους, ότι η λεγομένη Οικουμενική κίνησις με το λεγόμενον Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών, είναι όντως εφεύρημα του Σατανά. Ο αρχηγός είναι ο ίδιος ο Σατανάς, με διάδοχον κατάστασιν τον ερχόμενον αντίχριστον. Ιδού τι γράφει η εφημερίς «Καθολική»:
    «Στις 26-2-85 ημέρα Τετάρτη, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄, εκάλεσε χριστιανούς, Ιουδαίους και Μωαμεθανούς να συναθροισθούν γύρω από έναν μόνον Θεόν». Δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Πάπας επεκτείνει την ένωσιν των λεγομένων Εκκλησιών και με ετεροθρήσκους και μάλιστα ακόμη προχωρεί πιο πολύ, να ενωθούμε χριστιανοί, Μωαμεθανοί και Εβραίοι, κάτω από ένα μόνο Θεό! Εννοείται

Συνεχίζεται ο διάλογος ΙΕΠ - Εκκλησίας για τα "νέα Θρησκευτικά" παρά τις αποφάσεις του ΣτΕ


     Σχόλιο του ιστολογίου (thriskeftika)  Το Δελτίο Τύπου του ΙΕΠ που μεταφέρουμε παρακάτω αποδεικνύει περίτρανα ότι το ΙΕΠ και οι Σύνοδοι των Εκκλησιών Ελλάδος και Κρήτης συνεχίζουν έναν διάλογο για τα "νέα Θρησκευτικά" που έχουν ακυρωθεί από το ΣτΕ.

Τόσο το ΙΕΠ όσο και η Διοικούσα Εκκλησία μαζί με γνωστούς "εκσυγχρονιστές" Θεολόγους σφυρίζουν αδιάφορα για τις

Η προσευχὴ του Αζαρία· μία προσευχή που ταιριάζει απόλυτα στην εποχή μας!




Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου


 ἐποχή μας πρέπει γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς νὰ γίνει, ἂν μή τι ἄλλο, ἐποχὴ προσευχῆς. Δὲν εἶναι μόνο ἡ τρομερὴ ἀποστασία μέσῳ τῆς Παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ἠθικῆς κατάπτωσης τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου ποὺ τὴν ἐπιβάλλουν, δὲν εἶναι οἱ τρομερὲς φυσικὲς καταστροφὲς ποὺ ὅλο καὶ πληθαίνουν. Εἶναι καὶ ἡ ἀπογοήτευση καὶ ἡ μοναξιὰ ποὺ νιώθουν αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ μὴν προδώσουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, ἀλλὰ βλέπουν ὅτι μένουν λίγοι καὶ προδομένοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. 
Μία προσευχὴ ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στὶς περιπτώσεις τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ Ἀζαρία, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς παῖδας (Ἀνανίας, Ἀζαρίας, Μισαήλ). Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἀναφέρεται ἀπόλυτα στὶς σημερινὲς καταστάσεις, μιᾶς καὶ δὲν ἔχει ὡς θέμα μόνο τὶς καταστροφὲς καὶ τὸ χάος ποὺ προκαλεῖ ἡ ἀποστασία καὶ ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ μᾶς διδάσκει τὴν ταπείνωση ποὺ πρέπει νὰ δείξουμε ἐμεῖς ὡς πιστοί καὶ δίνει τὴν ἐλπίδα στοὺς λίγους πιστοὺς ποὺ παραμένουν, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ τοὺς ἀφήσει. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ εἰσῆλθε γι’ αὐτὸν τὸν λόγο στὴν λειτουργικὴ παράδοση ἀπὸ πολὺ νωρίς, ὅπως μαρτυροῦν ὁ Μ. Ἀθανάσιος καὶ ὁ 
ἅγ. Ρουφῖνος, καὶ μπορεῖ κάλλιστα νὰ ἀναφερθεῖ καὶ στὴν σημερινὴ φαρισαϊκὴ συζήτηση περὶ ὀργῆς τοῦ Θεοῦ. Διότι τὸ νὰ ἐπικαλεῖσαι ἢ νὰ ἀρνεῖσαι τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ (βλ. τὸν Αἰγιαλείας Ἀμβρόσιο ἢ τὸν ἀρχιμανδρίτη Γερ. Φραγκουλάκη), χωρὶς παράλληλα προσωπικὰ νὰ ἀναλάβεις τὶς εὐθῦνες σου καὶ νὰ προσπαθεῖς νὰ τηρεῖς τὶς ἐντολές Του, κυρίως ἀπέναντι στὴν Παναίρεση ποὺ Τὸν ἀντιμάχεται, ἀποτελεῖ φαρισαϊσμὸ χειρίστου εἴδους.
Ὅταν ὁ Ναβουχοδονόσωρ ἔκλεισε τοὺς τρεῖς παῖδες στὴν φλεγόμενη κάμινο προσευχήθηκε ὁ Ἀζαρίας μὲ τὰ ἑξῆς λόγια (Δανιήλ, κεφ. Β΄).
Ἀκολουθεῖ ἡ μετάφραση τῆς προσευχῆς ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἀρχιμανδρίτου Μελετίου Βαδραχάνη «Ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν», Ἀθήνα 2018 (οἱ ὑπογραμμίσεις καὶ ὁ τονισμὸς μὲ μαῦρο εἶναι δικές μου):
«Εἶσαι ἄξιος νὰ εὐλογηθῆς, Κύριε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, καὶ εἶσαι ἄξιος γιὰ κάθε ὕμνο. Καὶ τὸ ὄνομα σου ἀξίζει νὰ εἶναι αἰνετὸ καὶ δοξασμένο εἰς τοὺς αἰῶνες, διότι εἶσαι δίκαιος σὲ ὅλα ποὺ ἔκανες γιὰ μᾶς, καὶ ὅλα τὰ ἔργα σου εἶναι ἀληθινὰ καὶ εὐθεῖς οἱ δρόμοι σου καὶ σωστὲς ὅλες οἱ κρίσεις σου γιὰ μᾶς.
Δίκαιες ἐπίσης εἶναι οἱ ἀποφάσεις ποὺ ἔλαβες, νὰ ἐπιφέρης ὅλες ἐκεῖνες τὶς τιμωρίες ἐναντίον μας καὶ ἐναντίον τῆς ἁγίας πόλεως τῶν πατέρων μας, τῆς Ἰερουσαλήμ. Πράγματι μὲ ὀρθὴ καὶ δίκαιη κρίση ἔστειλες τὶς συμφορὲς αὐτὲς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, διότι ἁμαρτήσαμε καὶ ἀνομήσαμε καὶ ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ Σένα (σσ. ὁ ταπεινὸς Ἀζαρίας δὲν ἐξαιρεῖ τὸν ἑαυτό του). Ἁμαρτήσαμε σὲ

Εποπτεία στα Ησυχαστήρια για κανονική μνημόνευση Μητροπολίτου,

νομιμοποίηση Μουφτείων και οικονομική υποστήριξη Σάμπεζυ, για ενίσχυση Πανθρησκείας και καταπολέμηση της θρησκ. μισαλλοδοξίας!!!
.
Προς ενημέρωση των εν Ελλάδι Ιερών Ησυχαστηρίων και Μητροπολιτών


   Η εκκλησία της Ελλάδος σε συνεργασία με το κράτος, χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει τα Ιερά Ησυχαστήρια, χωρίς οι Αδελφότητες να γνωρίζουν το παραμικρό, προχώρησαν σε ειδική τροπολογία για τα Ιερά Ησυχαστήρια (ενδεικτικά αναφέρουμε  Ησυχαστήρια, όπως της Μεταμορφώσεως στο Μήλεσι του Οσίου Πορφυρίου, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Οσίου Παϊσίου στη Σουρωτή, και πλήθος άλλων Ιερών Ησυχαστηρίων, όπως του Αγ. Ιωάννου του

Οι Άγιοι Επτά Παίδες εν Εφέσω τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία



     Οι Άγιοι Επτά Παίδες εν Εφέσω, τα ονόματα των οποίων είναι: Μαξιμιλιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Αντωνίνος (ή Ιωάννης), Κωνσταντίνος και Εξακουστοδιανός, τιμώνται σήμερα 4 Αυγούστου από την Εκκλησία.

    Οι Άγιοι Επτά Παίδες, έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.).
      Όταν ξέσπασαν απηνείς διωγμοί κατά των Χριστιανών,

Παντελής άγνοια ή συνειδητή διαστρέβλωση της Πατερικής διδασκαλίας και ασέβεια στον Όσιο;




Παρέμβασις δευτέρα εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση τῆς Ἡμερίδος εἰς τὴν Θεσ/νίκη μὲ θέμα:

«Περιπτώσεις Οἰκονομίας στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία» (Δεῖτε ἐδῶ κι ἐδῶ) 
              
Τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ


     Μελετώντας διεξοδικώτερα τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση εἰς τὴν ἐν λόγῳ Ἡμερίδα, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσι νὰ δευτερολογήσω, μὲ τὸν σκοπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἀληθείας, τῆς ἐνημερώσεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ εἰδικὰ ὅσων ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τὴν αἵρεσι, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνη σὲ Ὀρθόδοξες βάσεις καὶ ὄχι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενο, κατὰ τρόπον μεσοβέζικο· ἢ ὅπως λέει ὁ λαός, νὰ εἴμεθα ἀποτειχισμένοι, παίζοντας συγχρόνως σὲ διπλὸ ταμπλώ.
    Ἐπίσης πρέπει νὰ ἀποκατασταθῆ ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, διότι τὸν ἐπαρουσίασαν ὡς δῆθεν δεχόμενο τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, ὡς ἀκραῖο καὶ αὐστηρό, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναγκασθῆ ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος νὰ διορθώση τὶς αὐθαιρεσίες του, ὡς δεχόμενο τὴν μεσοβέζικη Ἀποτείχισι καὶ τὸ νὰ παίζη κανείς, ἐνῶ εἶναι Ἀποτειχισμένος, σὲ διπλὸ ταμπλώ.
    Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸν θὰ παρουσιάσωμε τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου καὶ τὴν ἐν γένει στάσι του, ὄχι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ αἱρετικούς, Μοιχειανοὺς καὶ Εἰκονομάχους.
    Ἡ θέσις τοῦ Ὁσίου στὸ θέμα αὐτὸ θὰ δείξη ὁλοφάνερα τί διδάσκει ὁ Ὅσιος καὶ πόσο ἐμεῖς τὸν μετεμφιέσαμε σὲ σημεῖο νὰ τὸν κάνουμε ἀγνώριστο, δίκην κοσμικῶν ἀνθρώπων κατὰ τὶς ἀπόκριες.
    Ὑπάρχουν δεκάδες χωρία, τὰ ὁποῖα μᾶς δείχνουν τὴν θέσι τοῦ Ὁσίου εἰς τὸ σημεῖο αὐτό, ἐμεῖς δὲ θὰ παρουσιάσωμε τὰ σημαντικώτερα, διὰ νὰ μὴν κουράσωμε τοὺς ἀναγνῶστες, κάνοντας στὸ κάθε ἕνα μικρὴ ἑρμηνεία καὶ σχολιασμό.
   «Ταῦτα ἐστί, πάτερ ἅγιε, τὰ φοβοῦντα καὶ συστέλλοντα  ἡμῶν τὴν καρδίαν. Καὶ διὰ ταῦτα πρὸς τὸ μὴ κοινωνῆσαι αὐτῷ τε καὶ τῷ προηγησαμένῳ πατριάρχῃ, ἐπὰν μετεδίδοι τῷ μοιχεύσαντι, ἀπεκλείσθην ἐγὼ μὲν ἐν ᾧ καθέζῃ τόπῳ, ὁ ἡγούμενος δὲ καὶ οἱ λοιποὶ σὺν τῷ ἀρχιεπισκόπῳ ἐν τῇ Θεσσαλονίκῃ ὑπερορισθέντες. ἀλλ’ ὁ Θεὸς πάλιν ἐπισυνήγαγεν ἡμᾶς εὐχαῖς σου· καὶ οὐδ’ οὕτως ὡς ἔτυχεν ἡνώθημεν τῷ πατριάρχῃ, εἰ μὴ ὡμολόγησε καλῶς ἡμᾶς πεποιηκέναι. ἐὰν οὖν, ὅτε ἡ μοιχεία ἦν καὶ ἡ τῶν κανόνων παράβασις, οὐχ ὑπεστάλημεν δυνάμει Θεοῦ, πῶς οὖν ἄρτι, ὅτε εὐσεβοῦσά ἐστιν ἡ βασιλεία, ἕνεκεν ἑνὸς πρεσβυτέρου καθῃρημένου ὑποσταλησόμεθα καὶ προδώσομεν τὴν ἀλήθειαν, κινδυνεύοντες κατὰ ψυχήν; Οὐδαμῶς, ἀλλὰ πάντα ἡμῖν φορητὰ μέχρι θανάτου ἢ μετασχεῖν τῆς ἐκείνου κοινωνίας καὶ τῷ ἐκείνῳ συλλειτουργούντων, ἕως ἂν παύσῃ τῆς ἱερουργίας, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ προτέρου» (Φατ. 21,55,29. –Minge 99, 972B).
    Πρέπει ἐδῶ πρὸς κατανόησι νὰ ἀναφέρωμε τὰ ἑξῆς. Ὁ Ὅσιος ποτὲ δὲν ἔκανε διακοπὴ μνημονεύσεως χωρὶς διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας σὲ πλήρη μορφή, ὅπως σήμερα σὲ πολλοὺς ἀκούγεται, ὅτι δηλαδὴ θὰ διακόψωμε τὴν μνημόνευσι, ἀλλὰ ὄχι τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, σὰν διαμαρτυρία κ.λπ. Ὁ Ὅσιος ἔκανε τὸ ἀντίθετο. Δηλαδὴ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἔστω καὶ ἂν κατ’ οἰκονομία ἐμνημόνευε ἄχρι καιροῦ. Ἡ διακοπὴ λοιπὸν τῆς μνημονεύσεως ἦτο τὸ τέλος καὶ ὄχι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διαστάσεως καὶ ἐσήμαινε τὴν πλήρη ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς μέχρι βαθμοῦ ἑστιάσεως.
    Στὸ κείμενο αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐπαρουσιάσαμε, ὁ Ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ὁ ἅγιος Ταράσιος ὁμολόγησε ὅτι καλῶς ἔπραξε ὁ Ὅσιος διακόπτοντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν Πατριάρχη καὶ ὄχι ὅτι δῆθεν ἦτο αὐστηρὸς καὶ διορθώθηκε ἡ αὐστηρότης του ἀπὸ τὴν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο, ὅπως ἰσχυρίστηκε ὁ π. Σεραφεὶμ Ζήσης στὴν εἰσήγησί του.
     Τέλος ὁ Ὅσιος δὲν ὑπολόγισε τὶς ἐπιπτώσεις τῆς Ἀποτειχίσεως, ὅπως ἐμεῖς κάνουμε σήμερα, δημιουργώντας πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ μεσοβέζικες Ἀποτειχίσεις.
2. «Ἀλλὰ τί πάθωμεν; ὅτι ἐντολὴ Θεοῦ πρόκειται καὶ κανόνες πατρικοὶ οἱ ἀπείργοντες ἡμᾶς ἐκ τῆς τοιαύτης κοινωνίας» (Φατ. 21, 55, 61. –Migne 99, 969D).
    Εἶναι πολὺ σημαντικὸ τὸ χωρίο αὐτό, μαζὶ μὲ ἄλλα παρόμοια, διότι ὁ Ὅσιος τὶς Εὐαγγελικὲς Ἐντολὲς καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες περὶ Ἀποτειχίσεως δὲν θεωροῦσε ὅτι ἐτέθησαν καὶ ἀφοροῦσαν τοὺς καταδικασμένους ὑπὸ συνόδου αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς κακῶς φρονοῦντας, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶχαν καταδικαστεῖ. Οἱ Ἀντιοικουμενιστὲς ὅμως σήμερα, καὶ ἴσως κάποιοι Ἀποτειχισμένοι, διαφορετικὰ φρονοῦν ἀπὸ τὸν Ὅσιο, θεωρώντας ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀναφέρονται στοὺς καταδικασμένους ὑπὸ Συνόδου αἱρετικοὺς καὶ ἔτσι βολεύονται, τρόπον τινά, καὶ δικαιολογοῦν αὐτὸν τὸν ἐκκλησιαστικὸ συναγελασμό. Αὐτὸ κατ’ ἐπέκτασι ἀφορᾶ καὶ τοὺς δεχομένους τὴν δυνητικὴ λεγομένη ἑρμηνεία τοῦ 15ου  Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καὶ τὴν θέσι μας ὅτι εἶναι δεκάδες οἱ ἱεροὶ Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν διὰ τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.
3) «… Ἐκεῖνο ἐν ἐμαυτῷ λέγων, ὅτι, ἐπεὶ οὐκ εἰμὶ ἐπισκόπου ἔχων ἀξίωμα δυνάμενος ἐλέγχειν, ἀρκετόν μοι ἡ οἰκεία φυλακὴ καὶ τὸ μὴ μετασχεῖν με τῆς τε ἐκείνου κοινωνίας καὶ τῶν ἐκείνῳ ἐν γνώσει συλλειτουργούντων, ἕως ἂν ἐκ μέσου γένηται τὸ σκάνδαλον» (Φατ. 25, 70, 69. –Minge 99, 989D).
    Διὰ τὸν Ὅσιο, τονίζεται ἐδῶ, διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐσήμαινε ὅτι δὲν ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικὰ καὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ ἐν γνώσει συλλειτουργοῦσαν μὲ τοὺς αἱρετικούς.
4) «Ἀλλ’ ἐλέησον ὁ ποιμὴν ὁ καλός, ἀλλὰ βοήθησον, ὁ ἰατρὸς ὁ ἐπιστήμων, τὴν ποίμνην σου, τὰ πρόβατά σου, τὰς ἐκκλησίας σου, τρόποις σοφίας σου, λόγοις συνέσεώς σου, φαρμάκοις ἰατρείας σου τὸ ἓν πρόβατον ἀπεῖρξαι μόνης τῆς ἱερουργίας καὶ τὰ ὅλα κερδῆσαι, καὶ μὴ τῇ τοῦ ἑνὸς ψώρᾳ λυμανθῆναι τὴν ἐκκλησίαν, ἣν περιεποιήσατο ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν τῷ οἰκείῳ αἵματι» (Φατ. 25,70,83, P.G.99. –Migne 99, 992A).
    Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος ὅτι ἡ πλάνη καὶ ἡ αἵρεσις ἑνὸς μολύνει ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ὅταν τὴν ἀνεχόμεθα ἢ καλύπτομε καὶ δὲν Ἀποτειχιζόμεθα ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μολύνονται ὅλοι, ὅσοι ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία.
5) «Βεβήλωσις οὖν τῶν ἁγίων ἐστίν, ὦ ἀδελφέ, τοῦτον ἱερουργεῖν, καὶ σύγχυσις παντελὴς τῶν κανόνων τὸ μὴ τὰ τοιαῦτα φυλάττεσθαι. τί γὰρ λέγει καὶ ὁ Χρυσόστομος; ὅτι οὐκ ἀκίνδυνόν ἐστι τὸ ἀνεξέταστον ἐπὶ τοῦ ἱερέως, οὐ περὶ πίστεως, ὡς οἴει, τοῦτο λέγων, ἀλλὰ περὶ τῆς κατὰ τὸν βίον ἀκριβείας. ἐκζητεῖν τοίνυν καὶ ἀνερευνᾶν ἕκαστον ὅπως ἔχει οὐ δέον· ἡ χάρις γὰρ καὶ ἐπὶ τοὺς ἀναξίους διὰ τοὺς προσιόντας κάτεισιν. εἰς δὲ τοὺς προδήλως κατεγνωσμένους, ὧν ἐστιν εἷς καὶ ὁ Ἰωσήφ, μάλα ἀνομίαν μεγάλην συνάψας ἀναφανδὸν τῆς οἰκουμένης, ἣν ὁ Κύριος ἀπέφηνεν, καὶ ἐναγέστερος τοῦ μοιχεύσαντος χρηματίσας ὁ τοῦτον συζεύξας, τὸ μὴ διαστέλλεσθαι κατὰ τὸν Θεολόγον προδοσία τῆς ἀληθείας σαφὴς καὶ τῶν κανόνων παράλυσις» (Φατ. 28, 77, 53. –Migne 99, 1000Β).
    Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ φανερὰ καὶ ἀδιάντροπα σφάλλουν κατὰ τὴν πίστι καὶ κατὰ τὴν ζωή. Χρησιμοποιεῖ μάλιστα τὴν διδασκαλία τῶν μεγάλων φωστήρων τῆς οἰκουμένης Χρυσοστόμου καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
6) «Τί δὲ συμπέρασμα; τὸ ἀπὸ παντὸς ἱερέως ἀδιαβλήτου κατὰ τὸν Θεολόγον καὶ Χρυσόστομον μετέχειν. ὁ μὲν γὰρ φησίν, ἔστω σοι πᾶς ἀξιόπιστος εἰς τὴν κάθαρσιν, μόνον ἔστω τις τῶν ἐγκρίτων καὶ μὴ προδήλως κατεγνωσμένων, μηδὲ τῶν τῆς πίστεως ἀλλοτρίων· ὁ δέ, περιεργάζου, πολυπραγμόνει· οὐ γὰρ ἀκίνδυνος ἡ ἀνεξέταστος κοινωνία. Περὶ γὰρ μεγάλων ὁ κίνδυνος.
Ἐκζητήσωμεν τοίνυν καὶ πολυπραγμονήσωμεν, παρ’ οὗ ὀφείλομεν κοινωνῆσαι. εἰ τὴν πίστιν ὁμολογοίη ὀρθήν, εἰ μὴ χρήμασι κεχειροτόνηται, εἰ μή τι ἄλλο τῶν κατὰ τὸν βίον αὐτοῦ ὑποπτευομένων καὶ ἠκουσμένων σφαλερῶν ἀληθές. εἰ δὲ ὅτι τὴν χειροτονίαν καταγομένην ἔχει ἀπὸ τοῦ δεῖνος,, εἴτε ἐξ αἱρετικοῦ εἴτε ἐκ χρηματοχειροτονήτου, αὐτὸς δὲ οὔτε αἱρετικὸς οὔτε ἐν γνώσει ἐκ χρηματολήπτου εἴτουν Σιμωνιακοῦ κεχειροτονημένος, ὁμολογοίη δὲ ὅμως τὴν πᾶσαν ἀλήθειαν, τήν τε πίστιν φυλάττειν καὶ τοὺς κανόνας ἀπαρατρώτους, τούς τε κατ’ ἀμφότερα παρατετραμμένους ἀποβαλλόμενος, οὐδεὶς ἡμῖν λόγος ἀποχῆς πρὸς αὐτόν· ἀκατάγνωστος γὰρ ὁ τοιοῦτος κατὰ τοὺς προδεδηλωμένους ἁγίους, καὶ δι’ αὐτῶν κατὰ πάντας» (Φατ. 53, 157, 68.  –Migne 99, 105Α).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος μᾶς διδάσκει τὶς προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ ὑπάρχουν γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσωμε μὲ κάποιον ἐκκλησιαστικά. Χρησιμοποιεῖ, ὅπως πάντα, τὴν διδασκαλία τῶν πρὸ αὐτοῦ ἁγίων. Πρέπει λοιπόν, αὐτὸς μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπικοινωνήσωμε ἐκκλησιαστικὰ νὰ ἔχη ὀρθόδοξο πίστι, νὰ μὴν ἔχη χειροτονηθῆ ἐπὶ χρήμασι, καὶ νὰ μὴν εἶναι δημόσια κατηγορημένος γιὰ σοβαρὰ παραπτώματα.
7) «Δὸς αὐτός, εἴπερ ἔχοις, ἐκ θείων φωνῶν ὅτι οὐχ αἵρεσις, καὶ μή μοι πλῆθος ἐποίσῃς μηδὲ τοὺς νυκτερικοὺς θεοσεβεῖς αὔχει, γνωστικούς τε οὓς λέγεις καὶ ἰδιώτας καὶ φίλους. εἰ γὰρ θεοσεβεῖς, ποῦ ἡ παρρησία; Καὶ εἰ γνωστικοί (καὶ οὐχ ὅτι οὐκ εἰσὶ λέγω· ὁμολογῶ γὰρ πολλοὺς καὶ ὑπὲρ ἐμὲ τὸν ἰδιώτην), ἀλλ’ εἴπερ ἔχουσιν ἀλήθειαν, δείξωσιν γνωστικῶς ἐξ  αὐτῆς τῆς ἀληθείας, καὶ μὴ ἐκ παραδειγμάτων, ἐξ ἁρμοζόντων δέ, ἀλλὰ μὴ ἐξ ἀσυμβάτων καὶ ὑπεναντίων τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἀποστολικοῖς καὶ πατρικοῖς κανόσιν. Καὶ εἰ φίλοι κατὰ Θεόν, πῶς τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἑτεροδόξων κοινωνοῦντες; οὐ γὰρ φίλοι οἱ τοιοῦτοι ἀληθινοὶ καὶ πιστοί» (Φατ. 48, 137, 238. –Migne 99, 1081).
    Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴ «νυκτερινοὺς θεοσεβεῖς» ὀνομάζει ὁ Ὅσιος αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν παρρησία νὰ ὁμολογήσουν μὲ λόγια καὶ ἔργα, ποὺ εὑρίσκουν τρόπους συμβιβασμοῦ διὰ νὰ μὴ διωχθοῦν, ποὺ εἶχαν μεσοβέζικη Ἀποτείχισι, ἐφ’ ὅσον εἶχαν κοινωνία ἐκκλησιαστικὴ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς κ.λπ. Ὅλοι αὐτοί, λέει ὁ Ὅσιος, δὲν εἶναι φίλοι τοῦ Χριστοῦ ἀληθινοὶ καὶ πιστοί.



    Θὰ ἀναφέρωμε ἐν συνεχείᾳ καὶ δύο-τρία τμήματα ἀπὸ ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν τὴν Εἰκονομαχικὴ αἵρεσι.
8) «Αὕτη ἡ εὐαγγελικὴ ἡμῶν πίστις τῶν ἁμαρτωλῶν, αὕτη ἡ ἀποστολικὴ ἡμῶν ὁμολογία τῶν εὐτελῶν, εἰ δ’ οὖν, ἡ πατροπαράδοτος ἡμῶν θρησκεία τῶν ἐλαχίστων, παρὰ ταύτην οὐχ ὅτι ὁ τίσδε καὶ τίσδε τῶν νῦν ἢ τῶν πάλαι, ἀλλ’ οὐδ’ εἰ Πέτρος καὶ Παῦλος (εἴπωμεν γὰρ τὰ ἀνένδεκτα ὡς ἐνδεχόμενα) οὐδ ἂν ἐξ αὐτῶν ἥκῃ τῶν οὐρανῶν δογματίζων καὶ εὐαγγελιζόμενος, δυνάμεθα αὐτὸν κοινωνὸν προσήκασθαι, ὡς μὴ στοιχοῦντα τῇ ὑγιαινούσῃ τῆς πίστεως διδασκαλίᾳ. Καὶ πρὸς ταῦτα, ὅ,τι ἂν δοκῇ τῇ ἐξουσίᾳ ὑμῶν, ἑτοίμη ἡ ταπείνωσις ἡμῶν μέχρι θανάτου ὑποστῆναι ἢ ἐξάρνους ἡμᾶς γενέσθαι τῆς τοιαύτης ἡμῶν εἰλικρινοῦς ὁμολογίας» (Φατ. 71, 191, 61. –Migne 99, 1120Α).
   Ἐδῶ ὁ Ὅσιος ἀπευθύνεται μὲ ἄλλους ἡγουμένους στὴν Εἰκονομαχικὴ Σύνοδο τοῦ 815. Κάνει δὲ θαυμασία ὁμολογία πίστεως καί, ὅπως βλέπουμε στὸ σημεῖο αὐτό, δὲν δέχεται σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, ὄχι αὐτὸν τὸν ὁποῖο κατεδίκασε ἡ Σύνοδος, ἀλλὰ αὐτὸν ὁ ὁποῖος δὲν στοιχεῖ κατὰ πάντα στὴν ὑγιαίνουσα πίστι, ἔστω καὶ ἂν ὑποτεθῆ ὅτι εἶναι ἕνας ἀπόστολος ἢ ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἐστοίχισε στὸν Ὅσιο καὶ τοὺς ἄλλους Πατέρες τὴν τελευταία καὶ φοβερότερη ἐξορία, μὲ φοβερὰ μαρτύρια, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἦτο χαρτοπόλεμος μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθά του.
9) «Μὴ οὖν ἀθυμήσῃς, μᾶλλον μὲν οὖν εὐχαρίστως οἶσον, φέρε· οἶδεν γὰρ ἡμῖν ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ διὰ τῶν ἐναντίων καὶ θλιπτικῶν οἰκονομεῖν τὰ συμφέροντα, μετὰ δὲ πάντα ἔργον τὸ φυγεῖν τὴν κοινωνίαν τῆς χριστομάχου αἱρέσεως, ἧς ἡ μέθεξις μελαίνει τὴν ψυχὴν καὶ ἀπόλλυσιν. ὅσον οὖν δύνῃ, φρόντιζε σαυτοῦ, ὅτι τὰ μὲν ἄλλα, κἂν ἀφῃρήμεθα, οὐδὲν μέγα (κἂν μὴ βουλώμεθα γάρ, πάντες πάντα καταλείψοιμεν, γυμνοὶ πρὸς τὸν κριτὴν μεταχωροῦντες ὡς ἐγεννήθημεν), τὴν δὲ πίστιν ζημιούμενοι τὸ μέγιστον καὶ μόνον τῶν κινδύνων· μετὰ ταύτης γὰρ ἐξελευσόμεθα καὶ αὐτὴ ἡμῖν παρασταίη μόνη μετὰ τῶν ἔργων ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως αἰωνίως» (Φατ. 144, 260, 16).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ἡ συμμετοχὴ στὴν αἵρεσι μαυρίζει τὴν ψυχὴ καὶ κολάζει τὸν ἄνθρωπο.
10) «Ὡς ἤδη ἀρθείσης τῆς εἰρήνης, ἀφ’ οὗ Χριστὸς ἔφη, εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν μέχρι δεῦρο, καὶ ἐρρυπωμένης οὔσης τῆς ἐκκλησίας αὐτοῦ, ἣν ὁ ἱερὸς Παῦλος βοᾷ μὴ ἔχειν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ’ εἶναι ἁγίαν καὶ ἄμωμον, οἱ μὲν τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δέ, εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίστησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (Φατ. 276, 411, 65. –Migne 99, 1164A).
   Ἐδῶ διδάσκει ὁ Ὅσιος ὅτι μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς αἱρέσεως ἐρυπώνεται ἡ Ἐκκλησία καὶ ἐπίσης ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ τὴν αἵρεσι κολάζονται, ἔστω καὶ ἂν ἔχουν μέσα τους Ὀρθόδοξο πίστι.
11) «Σάρκες κοπτόμεναι, αἵματα ρέοντα, ἡ καθ’ ἡμᾶς οἰκουμένη κωδωνιζομένη τῷ διωγμῷ, πᾶσα ἡ ὑπ’ οὐρανὸν ὡς εἰπεῖν στοναχίζουσα καὶ κατακλάουσα. καὶ σύ, ὦ τρισάθλιε, ἑαλωκὼς τῇ ψυχοθφόρῳ κοινωνίᾳ καὶ μένων εἰς τὸ ὀλετήριον (ἐπὰν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον) λέγεις εὖ ἔχειν καὶ ἐγγελᾷς τοὺς χριστοφόρους, μᾶλλον δὲ αὐτὸν τὸν Χριστόν, ὑπὲρ οὗ καὶ τὸ πάσχειν; Ποῖον δὲ καὶ διεσώσω ναόν, τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ μιάνας, σεαυτόν; τίνας δὲ καὶ ἀδελφοὺς ἐφυλάξω, διεφθορότας τῇ ὀλεθρίᾳ  σου κοινωνίᾳ, κἂν ἐν βρώμασι; Σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπὴ ἀπωλείας, σὰρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτὴρ ἀλλ’ οὐ φωστήρ. ταῦτα αὐτὴ ἡ ἀλήθεια βοᾷ πρὸς τοὺς οὕτως ἀσεβοῦντας· οὕς, εἰ μὴ μετανοήσωσιν ἐπιλέγειν οὕτως ἄθεα, οὐ χριστιανοὺς ἡγητέον» (Φατ. 432, 607, 36. –Migne 99, 1337Β).
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος κατηγορεῖ δριμύτατα κάποιον ἡγούμενο, ὁ ὁποῖος μὲ τοὺς μοναχούς του ἔμεινε στὸ μοναστήρι μὲ συμβιβασμό, δῆθεν γιὰ νὰ τὸ σώση καὶ νὰ μὴ τὸ καταλάβουν οἱ Εἰκονομάχοι. Ἀναφέρει ὅτι καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς μοναχούς του τοὺς κατέστρεψε μὲ  τὸν συμβιβασμὸ αὐτὸν καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὴν αἵρεσι.
12) «Ἡ τρίτη ἐπιβολὴ τοῦ λόγου, ὅτι εἰσί τινες μοναχοί ὡς τὸ δοκεῖν τῆς ὀρθῆς πίστεως ἀντεχόμενοι καὶ πολλούς διωγμοὺς ὑπὲρ ἀληθείας ὑπομεμενηκότες, συναναστρεφόμενοι δὲ ὅμως καὶ συνεσθίοντες τοῖς αἱρετικοῖς, καὶ συγκαταβαίνοντες, καὶ ἀδιάφορον τὸ πρᾶγμα οἰόμενοι, ὡς παρά τινι πατρί νενομοθετημένοι, τρία ταῦτα φυλάξασθαι·  μὴ εὐλογεῖσθαι ὑπὸ τῶν αἱρετιζόντων· μὴ συμψάλλειν αὐτοῖς προαρχομένοις· καί τό ἀπέχεσθαι τῆς κοινωνίας τοῦ ἄρτου αὐτῶν. παρὰ τὰ διατεταγμένα τοῖς ἁγίοις Πατράσι τό λεγόμενον. Οὔτε γὰρ συναναστρέφεσθαι, οὔτε συνεσθίειν, οὔτε συμψάλλειν, οὔθ' ὅλως ἔχειν τινὰ κοινωνίαν πρὸς αὐτούς καταδέχονται· ἀλλὰ καὶ τὸ οὐαὶ ἐπιφθέγγονται τοῖς μέχρι βρώματος καὶ πόματος καὶ σχέσεως κοινωνοῦσιν αὐτοῖς. ὥστε ἐκκήρυκτος καὶ ἀλλοτριοδιδάσκαλος ὁ ἐκεῖνα λέγων, ὅστις ἂν εἴη ἐν ἀνθρώποις» (Φατ. 500, 740, 53. –Migne 99, 1541Β).
     Εἶναι θαυμασία ἡ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου εἰς τὸ σημεῖο αὐτό, δὲν δέχεται δὲ καμία ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὄχι μόνο ἐκκλησιαστική, ἀλλὰ θὰ λέγαμε καὶ τὴν ἐξωτερικὴ καὶ κοσμική. Αὐτὴ εἶναι λέγει, ὄχι ἡ ἰδική του διδασκαλία, ἀλλὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ὅποιος διδάσκει διαφορετικὰ εἶναι ἀποκηρυγμένος καὶ πλανεμένος διδάσκαλος.
13) «Ἐγὼ δὲ οὐκ οἴομαι, φίλτατε, ὅπερ ἐσήμανας πρόσωπον οὕτω καί λέγειν καὶ πράττειν. Καὶ πῶς γὰρ ὁ ἐν βαθμῷ ἱεραρχίας ἀνηγμένος χαμαιζήλως ἄγοιτο; πῶς δὲ καὶ ὁ ἠθληκώς δι' ὁμολογίας συνυποφέρεται τοῖς ἀζηλώτοις καὶ ἀνιέροις; Φὴς γὰρ λέγειν αὐτόν, ὅτι τὸ καθέζεσθαι εἰς ἐπισκοπεῖον, ἐν ᾧπερ ἠσέβησεν ὁ κατέχων, τὸ κωλῦον οὐδέν· καὶ τὸ παρὰ συγκαταβατῶν ἀνεπισκόπων σιτίζεσθαι, οὐδέν μάχεται τῷ κανόνι τῆς εὐσεβείας. Καὶ πῶς τοῦτο οὐ μάχεται τῇ ἀληθείᾳ, τοῦ ἁγίου Δαυΐδ ψάλλοντος· Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου, τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν. Πῶς δὲ οὐ κοινωνία, εἴπερ δεῖ καθέζεσθαι ἐν τόπῳ τοιούτῳ, κἀκ τῶν τοιούτων σιτίζεσθαι; οὐκ ἔχει φύσιν κἂν μὴ ἐκεῖσε κάθηταί τις, ἐκεῖθεν δὲ τρέφοιτο, αὐτὴ ἡ δόσις καὶ λῆψις κοινωνίαν ἐργάζοιτο· φησὶ γὰρ ὁ Ἀπόστολος· Οἴδατε καὶ ὑμεῖς Φιλιππήσιοι ὅτι ὅτε ἐξῆλθον ἀπὸ Μακεδονίας, οὐδεμία μοι Ἐκκλησία ἐκοινώνησε χάριν δόσεώς τε καὶ λήψεως, εἰ μὴ ὑμεῖς μόνον· ὅτι καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἅπαξ καὶ δὶς εἰς τὴν χρείαν μοι ἐπέμψατε. Εἰ οὖν τὸ ἅπαξ, καὶ δὶς λαβεῖν, κοινωνίαν ἀπέφηνε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· τὸ ἀεὶ λαμβάνειν τίς δ’ ἄν, τίς εὖ φρονῶν οὐ φεύξοιτο ὡς ἀντίθετον φωτός;» (Φατ. 466,668,9. –Migne 99, 1392D).
    Εἰς τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ Ὅσιος, χρησιμοποιώντας τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, διδάσκει ὅτι ὁποιαδήποτε δοσοληψία μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὅσον ἀφορᾶ τὸ νὰ δεχόμεθα ἐλεημοσύνη ἀπὸ αὐτοὺς ἢ ὁποιαδήποτε βοήθεια, ἀπαγορεύεται καὶ θεωρεῖται ἐπικοινωνία μὲ τὴν αἵρεσι. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ δι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ τοὺς αἱρετικούς.
    Αὐτὸς ἦταν ὁ Ὅσιος ὡς πρὸς τὰ θέματα τῆς μνημονεύσεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἀναφέραμε πολλὰ τμήματα τῶν ἐπιστολῶν του διὰ νὰ γίνη κατανοητὸς ὡς πρὸς τὶς θέσεις του ἤ, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, νὰ φανῆ ἡ διαστροφή, ἡ ἀλλοίωσις τὴν ὁποία ὑπέστη εἰς τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση. Ὁ π. Σεραφεὶμ δηλαδή, τὸν λέοντα τὸν παρουσίασε ὡς ἀγριοκάτσικο, μὲ τὸν σκοπό, ὅπως φαίνεται, νὰ τὸν προσαρμόση στὸ μυθιστόρημα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ 15ου  Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καὶ βέβαια, τῆς μεσοβέζικης Ἁποτειχίσεως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία δυνάμεθα νὰ εἴμεθα καὶ ἀποτειχισμένοι καὶ νὰ ἐπικοινωνοῦμε ἐκκλησιαστικὰ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς ἢ ἔστω μὲ μερικοὺς ἀπ’ αὐτούς.
     Θὰ ἤθελα τριτολογώντας νὰ ἀναφέρω κάτι ἀκόμη σχετικὰ μὲ τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση, ὅσον ἀφορᾶ κάποιες κατηγορίες ἐναντίον τῶν Ἀποτειχισμένων καὶ τὴν περίπτωσι τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας.
Ἱερομόναχος
Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς