Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας
Τὴν προηγούμενη Κυριακὴ προσπάθησα νὰ ἀποκαλύψω τὸ μεγαλεῖο καὶ τὸ βάθος
τοῦ λόγου τοῦ ἀποστόλου Παύλου ποὺ τὸν ἑαυτὸ του ὀνομάζει σπονδὴ στὴ
Θυσία. Σᾶς ἔλεγα γιὰ τὶς ἀμέτρητες συμφορὲς καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑπόφερε σ'
ὅλη τὴ ζωή του γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος προσφέρθηκε Θυσία
γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Συμπληρώνοντας αὐτὰ ποὺ σᾶς ἔλεγα
τότε, γιὰ τὰ παθήματα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀποστόλου, θὰ σᾶς πῶ τώρα καὶ τί
ὑπέφερε σὲ μία πόλη τῆς Μακεδονίας, στοὺς Φιλίππους, γιὰ τὸ κήρυγμά
του.
Μὲ τὴν καταγγελία κάποιων, ποὺ δὲν τοὺς ἄρεσε τὸ κήρυγμά του, οἱ
ἄρχοντες τῆς πόλης ἔδωσαν διαταγὴ νὰ τὸν ραβδίσουν καὶ μετὰ τὸν ἔριξαν
στὴ φυλακὴ καὶ ἔσφιξαν τὰ πόδια του στὸ τιμωρητικὸ ξύλο. Ἔχασε τότε τὸ
θάρρος του ὁ ἀπόστολος; Ἄρχισε νὰ κλαίει; Ἀσφαλῶς ὄχι.