Στὸν εὐαγγελισμὸ τῆς πανυπέραγνης Δέσποινάς μας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας
(ΟΜΙΛΙΑ 14)
Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
1. O ψαλμωδὸς προφήτης, ἀπαριθμώντας τὰ εἴδη τῆς δημιουργίας καὶ καθορώντας τὴν ἀποτεθειμένη σʼ αὐτὰ σοφία τοῦ Θεοῦ, γεμάτος θαυμασμὸ ὁλόκληρος, ἐκεῖ ποὺ ἔγραφε ἀνεφώνησε· «πόσο μεγαλοπρεπῆ εἶναι τὰ ἔργα σου, Κύριε, ὅλα τὰ ἔπλασες μὲ σοφία!».
Σʼ ἐμένα τώρα, πού ἐπιχειρῶ νὰ ἐξαγγείλω κατὰ δύναμι τὴν σαρκικὴ ἐπιφάνεια τοῦ Λόγου πού ἔκτισε τὰ πάντα, ποιὸς λόγος θὰ μοῦ ἀρκέση γιὰ ἐξύμνησι; Ἐὰν πραγματικὰ τὰ ὄντα εἶναι γεμάτα θαῦμα καὶ τὸ ὅτι αὐτὰ προῆλθαν στὴν ὕπαρξι ἀπὸ μὴ ὄντα εἶναι θεῖο καὶ πολυύμνητο, πόσο θαυμασιώτερο καὶ θειότερο εἶναι καὶ πόσο ἀναγκαιότερο εἶναι νὰ ὑμνῆται ἀπὸ μᾶς τὸ νὰ γίνη κάποιο ἀπὸ τὰ ὄντα θεός, καὶ ὄχι ἁπλῶς θεός, ἀλλὰ ὁ ὄντως ὧν Θεός, καὶ μάλιστα ἡ φύσις μας ποὺ δὲν μπόρεσε ἢ δὲν θέλησε οὔτε τὸν χαρακτήρα κατὰ τὸν ὁποῖο ἔγινε νὰ φυλάξη καὶ γιʼ αὐτὸ δικαίως ἀπωθήθηκε στὰ κατώτατα μέρη τῆς γῆς; Διότι τόσο μεγάλο καὶ θεῖο, τόσο ἀπόρρητο καὶ ἀκατανόητο εἶναι τὸ ὅτι ἡ φύσις μας ἔγινε ὁμόθεος καὶ ὅτι δι' αὐτῆς μᾶς χαρίσθηκε ἡ ἐπάνοδος στὸ καλύτερο ὥστε τοῦτο καὶ στοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ στοὺς προφῆτες, ἂν καὶ αὐτοὶ βλέπουν διὰ Πνεύματος, νὰ μένη στὴν πραγματικότητα ἀνεπίγνωστο, μυστήριο ποὺ εἶναι κρυμμένο ἀπὸ τὸν αἰώνα. Καὶ γιατί ἀναφέρω μόνο
πρὶν πραγματοποιηθῆ; Διότι καὶ ὅταν ἔγινε, πάλι
μένει μυστήριο, ὄχι βέβαια ὅτι ἔγινε ἀλλὰ
πῶς ἔγινε· μυστήριο πιστευόμενο ἀλλὰ μὴ
γινωσκόμενο, προσκυνούμενο, ἀλλὰ μὴ πολυπραγμονούμενο,
προσκυνούμενο δὲ καὶ πιστευόμενο διὰ μόνου τοῦ
Πνεύματος· «διότι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἰπῆ
Κύριον Ἰησοῦ, παρὰ στὸ ἅγιο Πνεῦμα»,
καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι αὐτὸ διὰ
τοῦ ὁποίου προσκυνοῦμε καὶ διὰ τοῦ
ὁποίου προσευχόμαστε, λέγει ὁ ἀπόστολος.
2. Ὅτι δὲ τὸ μυστήριο τοῦτο εἶναι ἀκατανόητο, ὄχι μόνο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους, ἀποδεικνύει σαφῶς καὶ τὸ γεγονὸς ποὺ ἑορτάζεται ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα. Ὁ ἀρχάγγελος
εὐαγγελίσθηκε στὴν Παρθένο τὴ σύλληψι· ὅταν δὲ
αὐτὴ ἀναζητοῦσε τὸν τρόπο κι εἶπε
πρὸς αὐτόν, «πῶς θὰ μοῦ συμβῆ τοῦτο,
ἀφοῦ δὲν γνωρίζω ἄνδρα;», μὴ μπορώντας νὰ
ἑρμηνεύση τὸν τρόπο κατὰ κανένα τρόπο ὁ
ἀρχάγγελος, κατέφυγε καὶ αὐτὸς πρὸς τὸν
Θεό, λέγοντας «Πνεῦμα ἅγιο θὰ ἔλθη σʼ ἐσὲ καὶ δύναμις
Ὑψίστου θὰ σὲ ἐπισκιάση». Ὅπως δηλαδή, ἂν
κανεὶς ἐρωτοῦσε τὸν Μωυσῆ, πῶς
κατασκευάζεται ἀπὸ γῆ ἄνθρωπος, πῶς
ἀπὸ χῶμα προέρχονται ὀστᾶ καὶ νεῦρα
καὶ σάρκα, πῶς αἰσθητήρια ἀπὸ ἀναίσθητη
ὕλη, πῶς πάλι ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν
ἀδαμιαία πλευρά, πῶς τὸ ὀστοῦν διαπλώθηκε
καὶ διαιρέθηκε, ἑνώθηκε καὶ συνδέθηκε, πῶς
ἀπὸ τὸ ὀστοῦν προῆλθαν σπλάγχνα καὶ
χυμοὶ διάφοροι καὶ ὅλα τὰ ἄλλα; Ὅπως
λοιπόν, ἂν κάποιος ἐρωτοῦσε αὐτὰ τὸν
Μωυσῆ, δὲν θὰ ἔλεγε τίποτε περισσότερο πλὴν
τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ποὺ ἔλαβε
χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἔπλασε τὸν
Ἀδάμ, καὶ μία ἀπὸ τὶς πλευρὲς τοῦ
Ἀδὰμ καὶ κατασκεύασε τὴν Εὔα, ὥστε θὰ
ἔλεγε μὲν ποιὸς εἶναι ὁ κτίστης, ἀλλὰ
τὸν τρόπο κατὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν
ἐκεῖνα δὲν θὰ τὸν ἔλεγε· ἔτσι
καὶ ὁ Γαβριήλ, ὅτι τὸν ἄσπορο τόκο θὰ
κατασκευάσουν τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμις
τοῦ Ὑψίστου, τὸ εἶπε, τὸ πῶς ὅμως,
δὲν τὸ εἶπε. Ἂν μάλιστα, ὅταν ἐμνημόνευσε
προηγουμένως τὴν Ἐλισάβετ, ὅτι συνέλαβε σὲ
γηρατειὰ ἐνῶ ἦταν στεῖρα, δὲν εἶχε
νὰ εἰπῆ τίποτε παραπάνω πλὴν τοῦ ὅτι
δὲν εἶναι τίποτε ἀδύνατο γιὰ τὸν Θεό, πῶς
θὰ μποροῦσε νὰ εἰπῆ τὸν τρόπο στὴν
περίπτωσι αὐτῆς πού συνέλαβε κι ἐγέννησε παρθενικά;
3. Ἔχει ὅμως καὶ κάτι περισσότερο τὸ λεγόμενο ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο πρὸς τὴν Παρθένο, ποὺ ἐνέχει μεγαλύτερο μυστήριο· «θὰ ἔλθη», λέγει, «ἅγιο Πνεῦμα σʼ ἐσὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου θὰ σʼ ἐπισκιάση». Γιατί; Διότι καὶ τὸ











.jpg)

