Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Οι Άγιοι πάντες

Αποτέλεσμα εικόνας για ακολουθίες αγιο παντες 

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου,
Εγκώμιο στους άγιους πάντες


ς σκεφτοῦμε καί ἐμεῖς σάν αὐτούς πού λαμπροστολίζουν τά σπίτια τους καί κρεμᾶνε σ᾽ ὅλα τά σημεῖα ὄμορφες ζωγραφιές. Ἄς ζωγραφίσουμε στούς τοίχους τῆς δικῆς μας ψυχῆς τίς τιμωρίες τῶν μαρτύρων. Γιατί ἐκεῖνες οἱ ζωγραφιές εἶναι ἀνώφελες, αὐτές ὅμως ἐπικερδεῖς.

Δυό ξεχωριστές Ημερίδες των αποτειχισμένων! Απομακρύνεται η ενότητα ή θα γίνουν αφορμή να συνειδητοποιήσουν οι διοργανωτές ποιό είναι το καλό της Εκκλησίας;!



           Ἕνα ἀπὸ τὰ σχόλια:
    Αν κοιτάξει κανείς την ανακοίνωση της ημερίδας του π. Θεοδώρου και τα σχόλια της Κατάνυξης διαπιστώνει
   Ότι θα μιλήσουν  μη αποτειχισμένοι  για αποτείχιση(!),  μη διωγμένοι για διωγμό(!), μνημονεύοντες  για διακοπή μνημόνευσης(!).
    Ότι τα πνευματικοπαίδια τους, ιδίως της σχολής του συνδικαλισμού, καλά σπουδαγμένα ήδη, έχουν καταδικάσει εις το όνομα της οικονομίας, όλους τους άλλους. Φυσικά αυτοδικαιωμένοι.
   Τελικά σε ένα δείχνουν τουλάχιστον ακρίβεια: Ό,τι έκαναν πριν την "αποτείχισή "τους κάνουν και τώρα.
     Ότι η ημερίδα πιθανόν θα εξελιχθεί εις το όνομα της "αγάπης" σε εκκλησιαστικό πρωτοδικείο.
    Καημένο ποίμνιο, πόση άλλη σύγχυση θα αντέξεις!!!

Ριτουαλισμός, ένα ακόμη κεφάλι τῆς Λερναίας Ύδρας του Οικουμενισμού

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

«Τὸν «ριτουαλιστή» πιστὸ καὶ ἱερέα δὲν θὰ τὸν ἐνοχλήσει ἡ παρουσία αἱρετικοῦ στὸν ναό, ἡ ὑποταγὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴν παγκοσμιοποίηση, ἀφοῦ αὐτὸ ποὺ τὸν ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ λειτουργηθεῖ καὶ νὰ πάει στὸ σπίτι του μὲ τὴν ἱκανοποίηση, ὅτι ἔπραξε τὸ καθῆκον του ὡς Χριστιανός».


Εἶναι πιὰ ἀποδεδειγμένο, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς δικαίως παρομοιάζεται μὲ μία λερναία ὕδρα, τὰ κεφάλια τῆς ὁποίας δροῦσαν ἀνεπαίσθητα δεκαετίες ὁλόκληρες μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀλλοίωναν χωρὶς νὰ γίνονται ἀντιληπτά —ἢ ὅταν γίνονταν κανεὶς δὲν ἄκουγε τὶς λίγες φωνὲς ποὺ τὰ κατεδείκνυαν— τὸ φρόνημα τοῦ ποιμνίου. Ἀκόμη κι ἂν προσπαθήσεις νὰ κόψεις ἕνα ἀπὸ αὐτά, ἐμφανίζεται ἕνα καινούργιο στὴν θέση του. Ἕνα ἀπὸ τὰ κεφάλια αὐτὰ εἶναι ὁ Ριτουαλισμός. Μὲ τὸν ὅρο Ριτουαλισμὸ ἐννοοῦμε τὴν θρησκευτικὴ αὐτὴ στάση, στὴν ὁποία ὁ σκοπὸς τῆς Πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ξεχνιέται καὶ τὰ πρωτεῖα ἀντ’ αὐτοῦ παίρνουν μόνο τὰ μέσα καὶ οἱ πρακτικὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς (π.χ. ὁ ἐκκλησιασμὸς χωρὶς τὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἀπαιτούμενο ἐκκλησιαστικὸ βίωμα καὶ φρόνημα). Ὁ πιστὸς ἐξαντλεῖται τότε σὲ ἐξωτερικὰ σχήματα καὶ σὲ ἀνούσιες μιμήσεις, χάνοντας τὴν σωτήρια οὐσία.
Ἱστορικὰ ὁ ριτουαλισμὸς ξεκίνησε καὶ γεννήθηκε ὡς ὅρος στὴν Ἀγγλία τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅταν στὴν Ὀξφόρδη ἄρχισαν νὰ εἰσάγουν μεγαλοπρεπεῖς τελετὲς τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ παρελθόντος (μουσικὴ καλαισθησία, ἀστραφτερὰ ἄμφια, ὑπερβολικὸ θυμιάτισμα, ἀκριβὴ τήρηση τοῦ τυπικοῦ κλπ.) μὲ σκοπὸ τὴν ἕλξη τοῦ μὴ πιὰ γιὰ τὸν Ἀγγλικανισμὸ ἐνδιαφερομένου ποιμνίου καὶ τὴν ἐπιστροφή του στὸν Ρωμαιοκαθολικισμό. Παράλληλα ὀργανώθηκε καὶ προβλήθηκε ἕνα ἔντονο κοινωνικὸ ἔργο ποὺ δυνάμωσε ἀκόμα περισσότερο αὐτὴν τὴν ἕλξη (Gladstone, The Church of England and ritualism London, 1875; Jelf, Ritualism, Romanism and the English reformation London, 1876).
Πρὶν ὄμως ἀνακαλυφθεῖ ὡς ὅρος ὑπῆρξε ὡς τάση ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται περὶ αὐτοῦ στὴν ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Κολοσσαεῖς ἐπικρίνοντας τοὺς ἰουδαΐζοντες Χριστιανοὺς ποὺ ἔμεναν στὰ ἐξωτερικὰ κοσμικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ στοὺς τύπους καὶ ξέχναγαν τὴν οὐσία τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου:
«Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν·... ἐξαλείψας τὸ καθ᾿ ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν, καὶ αὐτὸ ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῷ·... Μὴ οὖν τις ὑμᾶς κρινέτω ἐν βρώσει ἢ ἐν πόσει ἢ ἐν μέρει ἑορτῆς ἢ νουμηνίας ἢ σαββάτων... ἅ ἐστι πάντα εἰς φθορὰν τῇ ἀποχρήσει- κατὰ τὰ ἐντάλματα καὶ διδασκαλίας τῶν ἀνθρώπων;» (πρὸς Κολ. 2, 6-18).
Πολλοὶ μεταφράζουν γι’ αὐτὸ τὸ λόγο τὸν ριτουαλισμὸ μὲ τὴν τυπολατρεία. Αὐτὸ ὅμως ἀποτελεῖ λάθος, διότι ὁ ριτουαλισμός λειτουργεῖ βαθύτερα, ξεπερνάει τα ὅρια τῆς τυπολατρείας καὶ κινεῖται μεταξὺ ἐκκοσμίκευσης, αὐταπάτης, εὐσεβοφανείας, ἀθεολόγητου ἠθικισμοῦ καὶ ἐπιφανειακῆς μυστηριακῆς ζωῆς.

Ιερώνυμος για Σκοπιανό: Έργο της Βουλής και όχι της Εκκλησίας το θέμα της ονομασίας

Ἐμ, βέβαια· ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἱερώνυμου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἔχουν νὰ πραγματοποιήσουν τόσα ἄλλα ἐγκόσμια ἔργα, καὶ κυρίως νὰ προωθήσουν τὸν Οἰκουμενισμό! 


   «Δεν γινόμαστε Έλληνες μόνο μία στιγμή ή μία ημέρα. Έλληνες είμαστε κάθε μέρα, κάθε ώρα», είναι το μήνυμα που έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος για το Μακεδονικό ζήτημα από τον Αυλώνα όπου βρέθηκε, για να παραστεί στα εγκαίνια της Λαογραφικής έκθεσης στο Πνευματικό Κέντρο. 
   Σημείωσε δε ότι «η Εκκλησία πήρε θέση. Είπε ξεκάθαρα ότι δεν δίνουμε πουθενά το όνομά μας» και πρόσθεσε ότι «αυτό δεν είναι έργο της Εκκλησίας».

Φέρομε το όνομα του Χριστού, δεν ακολουθούμε όμως την διδασκαλία του Ευαγγελίου!

Αγίου Ιωάννου Κρονστάδης

    Την ζωή μας την έχουμε κάνει παιδικό παχνίδι· όχι όμως αθώο, αλλά αμαρτωλό. Γιατί, ενώ γνωρίζουμε τον σκοπό της ζωής μας, τον παραμελούμε και ασχολούμαστε με μάταια και άσκοπα ζητήματα.



   Παραδινόμαστε στην απόλαυση των ενδυμάτων, αντί να σκεπάζουμε άνετα και ευπρεπώς το σώμα μας· και έτσι να το προστατεύουμε από επιβλαβείς επιδράσεις.
   Παραδινόμαστε στην απόλαυση του χρυσού και του αργύρου, θαυμάζοντάς τα στα θησαυροφυλάκια. Αντί να το χρησιμοποιούμε μόνον για τις πραγματικές μας ανάγκες και να δίνουμε τα τυχόν περισσεύματα σε όσους έχουν ανάγκη.
   Παραδινόμαστε στην απόλαυση των κατοικιών μας. Αντί να έχουμε απλώς ασφαλή, άνετη και ευπρεπή στέγη για την προστασία μας από τα στοιχεία της φύσης.

   Παραδιδόμαστε στην απόλαυση των διανοητικών μας χαρισμάτων, του νού και της φαντασίας· και τα μεταχειριζόμαστε για να υπηρετήσουμε απλώς την αμαρτία και την ματαιότητα του κόσμου τούτου. 
   

Ο Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


  Ἅγιος Νικηφόρος, ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ 758 μ.Χ., ἀπὸ περιφανεῖς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸ βασιλικὸ γραμματέα καὶ νοτάριο Θεόδωρο καὶ τὴν Εἰρήνη. Ὁ πατέρας του ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τὸν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) στὰ Μύλασσα τῆς Καρίας καὶ μετὰ στὴ Νίκαια, ὅπου μετὰ ἑξαετία ἀπέθανε, διότι ἦταν ὑπέρμαχος τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
Ὁ Νικηφόρος εἶχε καλὴ ἐκπαίδευση καὶ ἐχρημάτισε βασιλικὸς γραμματέας, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶχε κλίση στὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀποσύρθηκε σὲ κάποιο λόφο ἀπέναντι τοῦ Θρακικοῦ Βοσπόρου, ὅπου μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχοὺς διήνυε τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως.
Γενόμενος γνωστὸς γιὰ τὶς ἀρετές του στὴν Κωνσταντινούπολη, προσκλήθηκε καὶ ἀνέλαβε τὴ διεύθυνση κάποιου πτωχοκομείου τῆς πόλεως. Ὅταν ἐκοιμήθηκε ὁ Ἅγιος Ταράσιος ( 25 Φεβρουαρίου), ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου Α’ τοῦ Λογοθέτου (803–811 μ.Χ.), μὲ τὴν ψῆφο τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, ἐξελέγη, στὶς 5 Ἀπριλίου 806 μ.Χ., Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐχειροτονήθηκε στὶς 12 τοῦ ἰδίου μηνὸς κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πάσχα.