Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νούσης Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νούσης Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Ἡ «Οἰκουμενιστικη εὐωδία» τοῦ κ. Νούση!



Ἀσφαλῶς ὁ κ. Νούσης δὲν ἔχει συγγένεια ὁμολογιακὴ μὲ τοὺς «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ». Δυστυχῶς ὅμως, μιμεῖται τὴν μέθοδό τους. Τὴν γνωστὴ τακτικὴ τῶν «Μαρτύτων τοῦ Ἰεχωβᾶ», ποὺ ὅταν δυσκολεύονται ἢ δὲν ἔχουν τί νὰ ἀπαντήσουν, μεταθέτουν ἀλλοῦ τὴν συζήτηση. Ἔτσι κι ὁ κ. Νούσης. Ἔγραψε ἕνα ἄρθρο στὸ www.amen.gr/article18277 ποὺ ὄζει «Οἰκουμενιστικῆς εὐωδίας» μὲ τίτλο «Διάλογος Ορθοδόξων και Καθολικών: βήματα ένωσης ή κίνδυνος έκπτωσης στο σύνηθες;».
Τὸ δημοσιεύσαμε σχολιάζοντας τὶς μεγάλες ἀντιφάσεις ποὺ περιεῖχε.
Ὁ κ. Νούσης, ἐπανῆλθε καὶ πάλι στὸ www.amen.gr/article18322 γιὰ νὰ καταστήσει σαφῆ τὴν Οἰκουμενιστικὴ του ταυτότητα (μήπως καὶ τὸν παρεξηγήσαμε) καὶ μὲ ἄρθρο ποὺ τιτλοφορεῖ «Ξαναχτύπησαν οι “αντιοικουμενιστές”...», ἐπιτίθεται μὲ ποταποὺς χαρακτηρισμοὺς ἐναντίον μας, ἐνῶ ἀποφεύγει τὸ «πικρὸ ποτήριο» τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ μεταθέτει δικολαβίστικα καὶ παραπλανητικὰ τὸ θέμα σὲ ἀνούσιες ἐπεξηγήσεις, χρησιμοποιώντας ἀγαπητικὲς ὕβρεις ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν οἰκουμενιστική του ἀγάπη.
Φυσικὰ καὶ δὲν θὰ ἀνταπαντήσουμε, ὅπως θὰ ἤθελαν κάποιοι ἀναγνῶστες ποὺ ἐντόπισαν τὴν ἀνταπάντηση τοῦ κ. Νούση. Τὸ πρῶτο ἄρθρο ποὺ ἀναρτήσαμε, ἀπαντᾶ καὶ στὴ δευτερολογία τοῦ κ. Νούση καὶ βρίσκεται στὴ διεύθυνση:
μὲ τίτλο: "Διάλογος Ορθοδόξων-Καθολικών, Κ. Νούση. Σχόλια".
______________
Δεοντολογικὰ ἀναμενόμενα! Τὸ ἱστολόγιο "Αmen" ὄχι μόνο δὲν δημοσίευσε τὴν ἀπάντησή μας, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ κ. Νούσης τοὺς ἔστειλε τὴν δευτερολογία του, τὴν δημοσίευσαν χωρὶς οὔτε ὁ κ. Νούσης νὰ γράφει σὲ ποιούς ἀπαντᾶ, οὔτε τὸ "Αmen" νὰ κάνει μνεία σὲ ποιούς ἀπευθύνεται ἡ ἀπάντηση! Ἴσως "ἵνα μὴ μιανθῶσι"! Ἔτσι φαίνεται ἀντιλαμβάνονται τὴν δημοσιογραφικὴ δεοντολογία καὶ τὴν ἔντιμη ἀρθρογραφία!

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Διάλογος Ορθοδόξων-Καθολικών, Κ. Νούση. Σχόλια.



Ὁ κ. Νούσης τίποτα δὲν ἔχει διδαχθεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Παπισμοῦ· τίποτα δὲν ἔχει διδαχθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τὴν Οὐνιτικὴ πρακτικὴ τῶν Παπικῶν, οἱ ὁποῖοι δέχονται νὰ θυσιάσουν ἀκόμα καὶ τὸ filioque γιὰ τὴν Παγκυριαρχία τους στὸ θρησκευτικὸ χῶρο, τὴν ἐντάσσει «στην πραγματική διάθεση αμφοτέρων των διαλεγομένων για μια ρεαλιστική και εν Κυρίω κοινωνία και επανένωση της διηρημένης χριστιανοσύνης»! Ὅσους δὲ ἐπικαλοῦνται τὶς θέσεις τῶν Ἁγίων, τοὺς ἐντάσσει «στον χώρο της αντιρρητικής θεολογίας και παραφιλολογίας (καί) στην καχύποπτη και στείρα απολογητική νοοτροπία του παρελθόντος»!
Παραθέτουμε τὶς οὐρανοβάμονες θέσεις τοῦ κ. Νούση, ποὺ λειτουργοῦν ὑπὲρ τῆς Πανθρησκείας, γιὰ τὴν ὁποία ἐργάζεται ὁ Πάπας, ὁ Πατριάρχης καὶ ἡ Νέα Τάξη πραγμάτων, ὄχι γιατὶ περιμένουμε νὰ τὸν πείσουμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐτὲς οἱ θέσεις ὅλο καὶ περισσότερο διακινοῦνται ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστικοὺς κύκλους καὶ ὅσους νομίζουν ὅτι μὲ νηφαλιότητα ἀσκοῦν ἀμερόληπτη κριτική.
Στὴ συνέχεια παρουσιάζουμε κάποιες θέσεις συγχρόνων θεολόγων καὶ ἱερωμένων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες γίνεται κατανοητὸ ὅτι δὲν εἶναι μόνο τὸ filioque (ἂν καὶ ἦταν μία ἀπὸ τὶς πρῶτες αἰτίες), οὔτε μόνο τὸ πλῆθος τῶν ἄλλων αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ, ποὺ κάνει ἀδύνατη τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Παπικῶν στὴν Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ κυρίως, ἐκεῖνο ποὺ δὲν βλέπει ὁ κ. Νούσης, εἶναι ὅτι λείπει ἡ μετάνοια καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ Βατικανοῦ· ἀπὸ τὴν μεριὰ δὲ τοῦ Φαναρίου ἐφαρμόζεται μιὰ βλάσφημη πορεία πρὸς «Ἕνωση», ποὺ ἀντιστρατεύεται τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, Ἁγίων καὶ Μαρτύρων.
Καὶ μόνο ἡ ἐπιμονὴ νὰ ὁμιλοῦν γιὰ «ἀδελφὲς Ἐκκλησίες» καὶ «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» (ὅπως ἀποδέχεται ὁ αἱρετίζων Πατριάρχης Βαρθολομαῖος), ἀντὶ γιὰ τὴν ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία, ἀποδεικνύει ὅτι ἀποκλείεται νὰ ὁδηγηθοῦν σὲ καλὸ ἀποτέλεσμα οἱ πορευόμενοι σὲ δρόμους ἀντίθετους ἀπὸ ἐκείνους ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐχάραξαν μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

1. Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ κ. Νούση:

«Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγχρονη θρησκευτική πραγματικότητα, θα δούμε οπωσδήποτε σημαντικά βήματα τα οποία κατά το παρελθόν μάλλον θα ήταν αδιανόητα... Θα ήθελα να σημειώσω περισσότερο κάποιες «δογματικές υποχωρήσεις» από την πλευρά των ρωμαιοκαθολικών, οι οποίες, αν δεν δοθεί η δέουσα προσοχή, θα υπάρξει κίνδυνος να εκπέσουν στον χώρο του έθους και να τις αντιπαρέρχονται αμφότεροι οι συζητητές σαν κάτι το επουσιώδες: το πρώτο είναι το Filioque και το δεύτερο ο τρόπος μυστηριακής κοινωνίας των πιστών.

Δεν πρόκειται όσον αφορά τα ανωτέρω για ουνιτική πρακτική, κάτι βέβαια που θα μπορούσε ευλόγως να τεθεί εν προκειμένω ως ένσταση. Αν αναλογιστούμε εδώ την ύψιστης εκκλησιολογικής σημαντικής παράμετρο ότι η εν Ελλάδι αυτή πρακτική (της αφαίρεσης του φιλιόκβε και της μετάληψης εξ οίνου και άρτου) τυγχάνει της «ευλογίας» και γίνεται εν γνώσει της Ρωμαϊκής Καθέδρας και συνυπολογίσουμε τις εισηγήσεις σύγχρονων ρωμαιοκαθολικών θεολόγων για επίσημη αφαίρεση του Filioque σε παγκόσμιο επίπεδο, δούμε δε ταυτόχρονα και την επέκταση της πρακτικής τής εξ αμφοτέρων των ευχαριστιακών ειδών (οίνου και άρτου) κοινωνίας των Καθολικών πιστών σε οικουμενικό επίπεδο, τότε θα διαισθανθούμε πόσο έχουν αλλάξει οι καιροί και τους νέους ορίζοντες που ανοίγονται στη διομολογιακή προσέγγιση. Οι «προκλητικές» αυτές φιλενωτικές ενέργειες – προτάσεις των Λατίνων δεν πρέπει να βαλτώσουν στον χώρο της αντιρρητικής θεολογίας και παραφιλολογίας ούτε στην καχύποπτη και στείρα απολογητική νοοτροπία του παρελθόντος. Θα πρέπει να ληφθούν σαν αφορμές και ευκαιρίες αληθινής κοινωνίας και υπέρβασης και των «δευτερευόντων» προσκομμάτων, είτε δογματικών είτε λειτουργικών.

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός εντοπίζει στο Filioque την αιτία του σχίσματος: «τν μν ον ατίαν το σχίσματος κενοι δεδώκασι, τν προσθήκην ξενεγκόντες ναφανδόν, ν π’ δόντα πρότερον λεγον· μες δ ατν σχίσθημεν πρότεροι, μλλον δ σχίσαμεν ατος κα πεκόψαμεν το κοινο τς κκλησίας σώματος» (από την επιστολή «τος πανταχο τς γς κα τν νήσων ερισκομένοις ρθοδόξοις Χριστιανος»). Ορίστε, λοιπόν!  Εκείνοι έδωσαν την αιτία τότε, εκείνοι φαίνεται τώρα να την αίρουν από μόνοι τους. Αν το καλοσκεφτούμε και εφόσον ήδη η Λατινική Εκκλησία το έχει σχεδόν επίσημα αφαιρέσει από τη δογματική της διδασκαλία, ειλικρινά απορεί ένας αντικειμενικός ή εξωτερικός απαθής παρατηρητής των τεκταινομένων τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό ακόμη που πραγματικά χωρίζει θεολογικά Ορθοδόξους και Καθολικούς ή και απλά βραδύνει τις διαδικασίες μιας επίσημης ένωσης. Από τα λόγια του Αγίου προκύπτει απλά, καθαρά και ξάστερα ότι η άρση της αιτίας επιφέρει φυσικά, λογικά και αυτόματα την ένωση.  Μήπως, λοιπόν, τα πράγματα δεν είναι τόσο αυτονόητα και εύκολα, όσο εκ πρώτης όψεως φαίνονται και προωθούνται τελευταία τοιουτοτρόπως;».

(Κωνσταντίνου Νούση, Διάλογος Ὀρθοδόξων καὶ Καθολικῶν: βήματα ἕνωσης ἢ κίνδυνος ἔκπτωσης στὸ σύνηθες;).



2. Θέσεις ἱερωμένων καὶ θεολόγων ποὺ ἀποδεικνύουν:

ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς «ἀπαθὴς παρατηρητὴς τῶν τεκταινομένων» ἐκεῖνος ποὺ δὲν βλέπει τὴν δολιότητα καὶ ὑποκρισία τῶν δύο πλευρῶν, Βατικανοῦ καὶ Φαναρίου, ἀλλὰ καὶ ποῦ ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία μας ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος· ποὺ βλέπει μόνον τὸ filioque καὶ ἀγνοεῖ τὶς πλέον τῶν εἴκοσι αἱρετικῶν δοξασιῶν ποὺ ἔχουν οἱ Παπικοί, ἀλλὰ καὶ τὶς ἄπειρες τῶν Προτεσταντῶν.

Ἤδη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παρομοιάζει (καὶ ἡ διαρρεύσασα ἱστορία ἔχει ἐπιβεβαιώσει) τὴν πτώση τῶν Παπικῶν μὲ αὐτὴ τοῦ ἐλέφαντα, ὁ ὁποῖος, ἂν πέσει, δὲν μπορεῖ μετὰ νὰ σηκωθεῖ λόγῳ τοῦ πάχους του καὶ χρειάζεται βοήθεια. Ὁ δὲ παπισμός, ἔπεσε εἰς τὴν αἵρεση ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό καὶ τὴν ὑπερηφάνεια τῶν Παπῶν («ἐπηρμένην ὀφρὺν τῶν Δυτικῶν», κατά τήν ἔκφραση τοῦ Μ. Βασιλείου) καὶ δὲν δέχεται βοήθεια γιὰ νὰ σηκωθεῖ, ἀλλὰ μεθοδεύει αἰῶνες τώρα, τὴν ὑποδούλωση τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὸ Βατικανό.

Οἱ αἱρέσεις τοῦ Πάπα, τὶς ὁποῖες ἀπαριθμεῖ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης εἶναι πλέον τῶν εἴκοσι. Γράφει σχετικά, ἀναφέροντας κάποιες:

«Δυστυχώς το φως που έδωσε η πατριαρχική θεία λειτουργία στο Φανάρι με την λειτουργική συμμετοχή του πάπα δεν ήταν το αληθινό Φως, η αληθινή πίστις, αλλά το σκότος και η πλάνη των αιρέσεων του filioque, του πρωτείου, των αζύμων, του καθαρτηρίου πυρός, της κτιστής Χάριτος, της κακοποιήσεως όλων των μυστηρίων, της κοσμικής εκκλησίας του Βατικανού που υπέκυψε στους πειρασμούς του Διαβόλου, για να αποκτήσει πλούτη και εξουσία, να γίνει κοσμικό κράτος και ουσιαστικά να παύσει να έχει σχέση με τον Χριστό και τον Χριστιανισμό κατά τον Ντοστογιέφσκυ».

(π. Θεοδώρου Ζήση, Μακρὰν τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡ συνάντησις Βαρθολομαίου καὶ πάπα Ρώμης Βενεδίκτου).

Δυστυχῶς, ἡ Ὀρθόδοξη πλευρὰ συνεχῶς ὑποχωρεῖ καὶ ἀποδέχεται αἱρετικὲς θέσεις τῶν Παπικῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ ποὺ ἀρνοῦνται τὶς δογματικὲς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ὁδηγήσουν τοὺς αἱρετικοὺς σὲ σωτήριους δρόμους;

Ἤδη ἀπὸ τὸ 1980-90, πρὶν ἀκολουθήσουν οἱ ἄλλες ταπεινώσεις καὶ προδοσίες στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε καὶ τὸ Πουσάν, τὰ συλλείτουργα καὶ τὸ ὄργιο τῶν σύγχρονων συμπροσευχῶν, ὁ ἀείμνηστος ἤδη π. Γεώργιος Καψάνης ἔγραφε:

«Ὁ ΡΚαθολικισμὸς  ἀναγνωρίζεται  ὡς ἰσότιμος Ἐκκλησία μὲ τὴν καθ’ ἡμᾶς Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία...  Μετὰ τὴν ψευδο-σύνοδο Φερράρας... εἶναι ἡ δεύτερη φορὰ ποὺ Ὀρθόδοξοι ἀμνηστεύουν τὶς σοβαρὲς αἱρέσεις» τοῦ παπισμοῦ. «Καὶ ὁ μὲν παπισμὸς ἐπέτυχε  ...ὅ,τι  μὲ  τὸν  Διάλογο “ἀγάπης  καὶ ἀλήθειας”  ἐστόχευε, ἡ δὲ Ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία …ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν διάλογο τετρωμένη» (Καψάνη Γ., Ὀρθοδοξία καὶ Οὐμανισμός, Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός, 1995, σ. 7-8).

«Ἡ ἀνεκτικὴ στάσις τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τοῦ παπισμοῦ δὲν δικαιολογεῖται  γιὰ σοβαροὺς λόγους: α) Διότι τὸ Βατικανὸ ὄχι μόνο δὲν ἀρνεῖται ἢ τουλάχιστον ἀποσιωπᾶ τὰ αἱρετικά του δόγματα, ἀλλὰ τὰ ἀνανεώνει καὶ διακηρύττει…, β) Διότι τὸ Βατικανὸ ἐργάζεται κατὰ τῶν ὀρθοδόξων λαῶν μὲ τὴν οὐνία καὶ τὶς πολιτικοοικονομικές του ἐπεμβάσεις…, δ) Διότι πολλοὶ δυτικοὶ χριστιανοὶ ἀπογοητευμένοι ἀπὸ τὴν ἔκπτωση τοῦ ΡΚαθολικισμοῦ ἀναζητοῦν τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ τελικῶς δὲν τὴν εὑρίσκουν, διότι οἱ διαλεγόμενοι... λέγουν: “Μείνατε ὅπου εἶστε. Εἴμαστε τὸ ἴδιο. Ἡ ἕνωσις ἐπίκειται”. Ἔτσι κλείνεται θύρα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν σὲ πολλὲς ψυχὲς ποὺ ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ σωτηρία τους» (Καψάνη Γ., Ὀρθοδοξία καὶ Οὐμανισμός, Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός, 1995, σ. 8).

Καὶ ἐπειδὴ πλέον ὅλα σχετικοποιοῦνται καὶ τὸ ὀρθόδοξο αἰσθητήριο ἔχει ἀλλοιωθεῖ τρομερά, νὰ ὑπενθυμίσουμε τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας στὸ πρόσφατο παρελθόν, κι ὄχι στὰ χρόνια τοῦ Μεσαίωνα, για τὶς συμπροσευχές: «Μᾶς ἐρωτοῦν –γράφει τὸ ἐπίσημο περιοδικὸ  τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος “Ἐκκλησία” (τὸ 1956)– «ἐὰν κανονικῶς ἐπιτρέπονται συλλειτουργίαι καὶ συμπροσευχὴ» μετὰ ἑτεροδόξων «ὡς τοῦτο φέρεται ἐπισυμβαῖνον ἐν Ἀμερικῇ. Ἀπαντῶμεν καθηκόντως, ὅτι τοῦτο καὶ ἄηθες εἶναι καὶ ἀντικανονικόν, ...καὶ συντελούμενον ἀσκεῖ ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν…’’».

Ἀλλὰ ὄχι μόνο τὸ περιοδικὸ Ἐκκλησία, μὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὅταν τὸ 1999 διαμαρτύρονταν ἀκόμα θεοφιλῶς οἱ Ἁγιορεῖτες γιὰ τὶς πανάθλιες συμπροσευχές του, γιὰ νὰ τοὺς καθησυχάσει, ἔστειλε ἐπιστολὴ πρὸς αὐτοὺς καὶ ψευδόμενος αἰσχρά -ὁ «εἰλικρινὰ ἐνδιαφερόμενος» γιὰ τὴν Ἀλήθεια καὶ τοὺς ἑτερόδοξους Πατριάρχης(!)- δήλωνε ὅτι ἀποκηρύττει  τὶς συμπροσευχές, τάχα. Ἔγραφε ὁ κ. Βαρθολομαῖος:

«Περί των συμπροσευχών μετά των ετεροδόξων υπενθυμίζομεν υμίν ότι ήδη από του έτους 1952 το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δια της από 31.1.1952 Εγκυκλίου αυτού εδήλου ότι φρονεί ότι …δέον ίνα οι Ορθόδοξοι Κληρικοι Αντιπρόσωποι ώσιν όσω το δυνατόν εφεκτικοί εν ταις λατρευτικαις μετά των ετεροδόξων συνάξεσιν, ως αντικειμέναις προς τους Ιερούς κανόνας και αμβλυνούσαις την ομολογιακήν ευθιξίαν των Ορθοδόξων, επιδιώκοντες ίνα τελώσιν, ει δυνατόν, καθαρώς ορθοδόξους ακολουθίας και τελετάς"… Συνεπώς, είναι άδικον να αποδίδωνται ευθύναι εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον διά, τυχόν, παραβιάσεις της συστάσεως αυτού αυτής υπό διαφόρων κληρικών και δη κατά το πλείστον ανηκόντων εις άλλας Εκκλησίας… Σημειωτέον ότι… κατά την Διορθόδοξον Συνάντησιν της Θεσσαλονίκης της 29/4-2/5/ 1998 απεφασίσθη, κατόπιν πρωτοβουλίας της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καίτοι καί τινες άλλοι ηθέλησαν να οικειοποιηθούν την πατρότητα της προτάσεως, όπως οι ορθόδοξοι Σύνεδροι, οι μέλλοντες να συμμετάσχουν εις την εν Χαράρε Η' Γενικήν Συνέλευσιν του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, μη συμμετάσχουν εις οικουμενικάς λατρευτικάς συνάξεις, κοινάς προσευχάς, λατρείας και άλλας θρησκευτικάς τελετάς διαρκούσης της Συνελεύσεως, τούτο δε αποτελεί εκδήλωσιν της ισχύος της σταθεράς γραμμής της ως άνω Εγκυκλίου του 1952, η οποία ουδέποτε ανεκλήθη, έστω και αν, άνευ συναινέσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παρεβιάσθη ενίοτε, η ηρμηνεύθη άλλοτε συσταλτικώς ως αφορώσα μόνον εις την μη συμμετοχήν εις την εν στενή έννοια λατρείαν (θείαν Λειτουργίαν)».

Ξεχνοῦν, λοιπόν, οἱ οἰκουμενίζοντες θεολόγοι, ὅτι ἐργώδης προσπάθεια τοῦ Πάπα δὲν εἶναι ἄλλη, ἀπὸ τὸ νὰ ἀπορροφήσει τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μὲ τὴ συνεργασία τῶν ἐξωνημένων ἡγετῶν της.

 Ἔγραφε τὸ περιοδ. «Ὅσιος Γρηγόριος» τὸ 2001, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ π. Γεωργίου Καψάνη: «Ἐπιτρέπεται νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Πάπα  γίνεται χωρὶς δόλο καὶ χωρὶς ἀπώτερους κινδύνους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας;  Ὀρθῶς παρετηρήθη ὅτι ἡ παπικὴ διπλωματία κάνει κάποια ἐνέργεια σήμερα, γιὰ νὰ ἀποδώση καρποὺς μετὰ ἀπὸ ἑκατὸ καὶ  διακόσια χρόνια…
Δὲν εἶναι ἄγνωστο ὅτι ἡ Δύσις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναδείξη τὸν Πάπα ὡς τὸν θρησκευτικὸ ἡγέτη ὅλης τῆς χριστιανοσύνης καὶ τῆς ἑνωμένης Εὐρώπης. Νομίζουμε ὅτι καὶ ὁ διάλογος ἀγάπης ποὺ ἄρχισε πρὶν ἀπὸ μερικὲς δεκαετίες, ἐνῶ δὲν σημείωσε καμμιὰ πρόοδο στὸ θεολογικὸ πεδίο, ἄνοιξε τὸν δρόμο γιὰ τὴν διείσδυση τοῦ πάπα στὶς Ὀρθόδοξες χῶρες καὶ τὴν προβολή του ἀκόμη καὶ μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ μάλιστα τῶν πολιτικῶν ὡς παγχριστιανικοῦ καὶ πανθρησκειακοῦ ἡγέτου. Ὡς ἐκ τούτου,  θὰ ἦταν ἄστοχο  νὰ μὴ συσχετισθῆ  ἡ ἔλευσις τοῦ Πάπα στὴν Ἑλλάδα μὲ τὶς ἱστορικὰ βεβαιωμένες ἐπιδιώξεις τοῦ Βατικανοῦ στὴν Ἀνατολή» («Ὅσιος Γρηγόριος», περίοδος Β΄, 2001, ἀρ. 26, σ. 97-98).

Καὶ σὲ προγενέστερο τεῦχος: «Σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς ἐνδείξεις (τὸ Βατικανό) ...προετοιμάζει μιὰ “ἕνωση” οὐνιτικοῦ τύπου. Στὴν ἀρχὴ θὰ συμφωνηθῆ νὰ διατηρήση κάθε ἐκκλησία τὶς ἰδικές της παραδόσεις (τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο νὰ ἰσχύει γιὰ τὴ δύσι), οἱ δὲ ἄλλες δογματικὲς διαφορὲς νὰ θεωρηθοῦν ὡς θεολογούμενα ζητήματα. Σιγά-σιγὰ ὅμως τὸ Βατικανὸ θὰ ἀποκτᾶ τὴν αὐξανόμενη ἐπιβολὴ τῆς Ρωμαϊκῆς κυριαρχίας στὴν Ἀνατολή, μέχρι τελείας ἐπικρατήσεώς της» (Περιοδ. «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», 1981, ἀρ. 6).  

Στὸ ἴδιο συμπέρασμα ἔχει καταλήξει καὶ ὁ καθηγητὴς Δογματικῆς Μ. Φαράντος:  «Αὐτὸ  θὰ εἶναι τὸ μοντέλο ‘‘ἑνώσεως’’ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν: τὸ  Οὐνιτικόν.  Ἡ  Ὀρθοδοξία θὰ παραμείνει ἀλώβητη καὶ ὡς ἔχει, ὅπως οἱ Οὐνιτικὲς Ἐκκλησίες, ἀλλὰ θὰ προσαρμοσθεῖ στὰ δυτικὰ δεδομένα, δηλ. θὰ οἰκειοποιηθεῖ τὸ ‘‘χριστιανικὸ’’ φρόνημα τῶν  ‘‘πολιτισμένων’’ δυτ. Ἐκκλησιῶν… ποὺ συνοδοιποροῦν στὴν νοοτροπία καὶ στὴν πολιτικὴ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς βίας τῶν Δυτικο-Ευρωπαίων». Καί: «Ὅλοι οἱ "διάλογοι" μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν γίνονται ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης βάσεως: στὸ πόσα εἶναι διατεθειμένοι νὰ  "ἐκχωρήσουν"  οἱ ὀρθόδοξοι στοὺς δυτικοὺς ἐκ τῶν κυριαρχικῶν των δικαιωμάτων» (Φαράντου Μ.,  Ἀντί-φωνα,  σ. 27, 28).

Καὶ ὁ π. Γ. Μεταλληνός: Ὁ διάλογος «νοεῖται  ὡς "ἀμοιβαία ἀναγνώριση"  καὶ ὄχι συνάντηση στὴν ἀλήθεια...  Αὐτὸ ὅμως συνιστᾶ "οὐνιτισμόν"» (Μεταλληνοῦ Γ., Οἱ Διάλογοι χωρὶς Προσωπεῖον).

Καὶ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης: «Συνοπτικὰ παρατηροῦμε ὅτι ἀπὸ τὴν πεῖρα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ ἱστορίας ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ αἵρεση καὶ ἡ πλάνη ἔχουν σύμφυτα τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ τὴν ὑπερηφάνεια· εἶναι οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τους.  Οἱ αἱρετικοὶ δὲν ταπεινώνονται, δὲν μετανοοῦν...» (Ζήση Θ., ἐφ. “Ὀρθ. Τύπος”, 27-4-2001, φ. 1409).

Ἐπίσης ἔγραφε ὁ Κ. Μουρατίδης τὴ δεκαετία τοῦ 1980: «Ὁ παρὼν θεολογικὸς διάλογος δὲν φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ  στὴν ποθητὴ  ἑνότητα,  ἀλλὰ στὴν "ἕνωση" τῶν "ἐκκλησιῶν".  Οἱ προβλέψεις ὅσων ἔλεγαν ὅτι ἡ Ρώμη δὲν ἔχει διάθεση  γιὰ διάλογο “ἐν τῇ ἀληθείᾳ”, ἀλλὰ μᾶς παραπλανᾶ καὶ στοχεύει σὲ ἕνωση ὑπὸ τὸν Πάπα, ἐπαληθεύονται. Ἀντίθετα, ὅσοι ἀπὸ ἐνθουσιασμό, κακὸ ὑπολογισμὸ ἢ ἄλλα κίνητρα μᾶς ἔσυραν στὸ διάλογο,  ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἡ ἐκκλησία βγαίνει τραυματισμένη,  καὶ μᾶς διαβεβαίωναν γιὰ τὶς καλὲς προθέσεις τῶν παπικῶν,  ἀστόχησαν».
Ὁ Μουρατίδης ἐπίσης ἔγραφε, ὅτι ὅσοι συμμετέχουν στὸ διάλογο πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι διὰ τῆς συμμετοχῆς των «καλοῦνται νὰ συγκαλύψουν... τὴν πλεκτάνην τοῦ Βατικανοῦ πρὸς ἐξαπάτησιν...τοῦ Λαοῦ διὰ τὸν δῆθεν θεολογικὸν διάλογον… Κατὰ τὸ Παπικὸν σχέδιον… οἱ Ὀρθόδοξοι βλέποντες αὐτὸν τὸν συνεχῆ συγχρωτισμὸν Ὀρθοδοξίας καὶ Παπισμοῦ, τὴν συμπροσευχήν… θὰ περιέλθουν σὺν τῷ χρόνῳ καὶ βαθμιαίως εἰς πλήρη σύγχυσιν» (Μουρατίδη Κ., Ἡ ἀλήθεια διὰ τὸν «Θεολογικὸν» διάλογον, “Κοινωνία”, 1980, τ. 2ο, σελ. 145-146).

Θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κάποιος –μετὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἐνδεικτικά– ὅπως ὅσοι σιγοντάρουν τοὺς Οικουμενιστὲς ἰσχυρίζονται, ὅτι βλέπουμε τὰ πράγματα μὲ καχυποψία;

Ὄχι, δὲν βλέπουμε συνωμοσίες. Ἁπλὰ ἀντιμετωπίζουμε τὰ πάντα, κάτω ἀπὸ το πρῖσμα τοῦ Εὐαγγελίου: «Μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι»; Γιατὶ «πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον»; (1Ιω. 4,1).  Ἔβλεπε συνωμότες ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης, ὅταν ἔγγραφε αὐτά; Χωρὶς συνωμοτικὴ ψυχολογία ἐξετάζουμε τὰ πάντα μὲ τὸ βλέμμα τῶν Ἁγίων μας, οἱ ὁποῖοι –ὡς οἱ κατ’ ἐξοχὴν “βλέποντες”–  μᾶς ὑποβοηθοῦν νὰ βλέπουμε, καθόσον τοὺς ἀκολουθοῦμε, τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου.

Ἔτσι καταλαβαίνουμε καλύτερα, γιατὶ πολλοὶ Πατέρες, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὁ Rose Seraphim κ.ἄ., χαρακτηρίζουν τὸν Οἰκουμενισμό (Βατικάνειο, Προτεσταντικὸ καὶ Ὀρθόδοξο) ὡς Παναίρεση. «Tὸ χαρακτηριστικὸ πιστεύω τῆς αἵρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι αὐτό: ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ· ὅτι ἡ χάρη τοῦ θεοῦ εἶναι παροῦσα καὶ σὲ ἄλλες “χριστιανικὲς” ὁμολογίες..., ἀκόμα καὶ στὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες· ὅτι ἡ στενὴ ὁδὸς πρὸς τὴ σωτηρία σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία... τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι μόνο “ἕνας δρόμος ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς”...».

Θὰ θυμήσω πάλι τὸ ἐρώτημα τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου: Ἐκεῖνος, ποὺ «ὄχι μόνον δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὸν "αἱρετικὸν ἄνθρωπον", ἀλλὰ δίδει εἰς τοῦτον καὶ Αὐτὸν τὸν Κύριον ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, οὗτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀποστολικὴν ...πίστιν;» (Πόποβιτς Ἰουστίνου, Ὀρθόδοξος  Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός, σελ. 230).

Καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁρίζει ὡς «Μισανθρωπίαν» καὶ «ἀγάπης θείας χωρισμὸν» τὸ νὰ ἐκλαμβάνουμε καὶ νὰ ἀποκαλοῦμε τὴν πλάνη ὡς Ἐκκλησία, ἁπλούστατα, γιατὶ ἔτσι τὴν ἰσχυροποιοῦμε.
Γράφει: “Οὐ θέλων δὲ τοὺς αἱρετικοὺς θλίβεσθαι, οὐδὲ χαίρων τῇ κακώσει αὐτῶν γράφω ταῦτα, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τῇ ἐπιστροφῇ μᾶλλον χαίρων καὶ συναγαλλόμενος… Πρὸς μόνον τὸ καθοτιοῦν αἱρετικοῖς συνάρασθαι εἰς σύστασιν τῆς φρενοβλαβοῦς αὐτῶν δόξης, σκληροὺς παντελῶς εἶναι ὑμᾶς καὶ ἀμειλήκτους βούλομαί τε καὶ εὔχομαι. Μισανθρωπίαν γὰρ ὁρίζομαι ἔγωγε καὶ ἀγάπης θείας χωρισμὸν τὸ τῇ πλάνῃ πειρᾶσθαι διδόναι ἰσχὺν εἰς περισσοτέραν τῶν αὐτῇ προκατειλημμένων φθοράν”» (Πόποβιτς Ἰουστίνου, ὅπ. παρ., σελ. 228).
Καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ κείμενο αὐτὸ ἔγραφε ὁ π. Σπυρ. Μπιλάλης: «Ἡ ἀνοχὴ καὶ ἀμνηστία τῆς αἱρέσεως εἶναι κακέκτυπον ἀγάπης καὶ συγκεκαλυμμένον μῖσος… Εἰς τὸν Οἰκουμενισμὸν …τὸν ἀμνηστεύοντα τὸν παναιρετικὸν παπισμόν, κρύπτεται ἡ βαρυτέρα μορφὴ τῆς μισανθρωπίας», ὅπως τοῦτο χαρακτηριστικὰ φαίνεται ἀπὸ τὴν (παραπάνω διακήρυξη) τοῦ ἁγ. Μάξιμου (Μπιλάλη Σπ., Ἡ αἵρεσις τοῦ Filioque, σ. 476-477).

Εἶναι πασιφανές, λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεση μετανοίας ἀπὸ τοὺς Παπικούς, δυστυχῶς δέ, οὔτε ἀπὸ τοὺς «ὀρθόδοξους» Οἰκουμενιστὲς τοῦ Φαναρίου καὶ ὅσους συμπορεύονται. Ἔγραφε –ὡς Καθηγούμενου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων– ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης: «Ἕνας ΡΚαθολικὸς μπορεῖ νὰ βαπτισθεῖ καὶ νὰ γίνει ὀρθόδοξος ...τὸ Βατικανό, δὲν βαπτίζεται (=δὲν μετανοεῖ)... Αὐτὸ φανερώνεται ξεκάθαρα σήμερα, μὲ τὶς ἀλλαγὲς στὶς ἀνατολικὲς χῶρες καὶ μὲ τὴν πρoώθηση μὲ μεσαιωνικὸ τρόπο τῆς οὐνίας ἐκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ. Ὁπότε φάνηκε τί εἶναι οἱ θεολογικοὶ διάλογοι τῆς ἀγάπης οἱ ὁποῖοι διεξάγονται ἐκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ»! (Γοντικάκη Βασ., , στὸ συλλογ. τόμο: Ἀναζητώντας τὴν Ταυτότητά μας, 1997, σ. 101-102).


Ἴσως ὑπάρξει ὁ ἀντίλογος: Ἀποκλείεται ἡ μετάνοια;

Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ μετάνοια εἶναι ἔμπρακτη. Καὶ συνίσταται (στὴν περίπτωση ποὺ ἐξετάζουμε) στὴν ἀποκήρυξη τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν Μία Ἐκκλησία. Ὄχι στοὺς συμβιβασμούς· ὄχι στὰ καραγκιοζιλίκια τῶν συμπροσευχῶν· ὄχι στὶς πολυποίκιλες φιέστες· ὄχι στὴν ἐξαπάτηση τοῦ ὀρθόδοξου Λαοῦ καὶ στὶς δόλιες τακτικές.
Σημάτης Παναγιώτης

Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ κ. Νούση:

Διάλογος Ορθοδόξων και Καθολικών: βήματα ένωσης ή κίνδυνος έκπτωσης στο σύνηθες;
του θεολόγου-φιλολόγου Κωνσταντίνου Νούση
8 Ιουνίου 2014, 09:10

Ζούμε τις τελευταίες μέρες έναν οργασμό διαχριστιανικών επαφών ανάμεσα σε Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς. Μια έντονη κινητικότητα στην οποία κάποιοι ίστανται με θεμιτή ή όχι αισιοδοξία και φιλενωτική διάθεση, άλλοι με σκεπτικισμό και επιφυλακτικότητα, έτεροι δε με ανησυχία, απολογητική επιθετικότητα
και μία εν γένει αρνητικότητα, η οποία συνήθως αγγίζει τα όρια του φονταμενταλισμού. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν εντοπίζεται σε καμιά εκ των παραπάνω τάσεων, όσο στην πραγματική διάθεση αμφοτέρων των διαλεγομένων για μια ρεαλιστική και εν Κυρίω κοινωνία και επανένωση της διηρημένης χριστιανοσύνης.
Αν θα μπορούσαμε να δούμε εκπροσωπούμενες τις δύο ενάντιες τάσεις μέσα από επισκοπικές φωνές, θα βρίσκαμε αφενός στην αποσταλείσα στον Πάπα Ρώμης «επιστολιμαία διατριβή» κατά του καθολικισμού υπό των επισκόπων Κονίτσης και Πειραιώς τη «σκληρή και αυστηρή» γραμμή και αφετέρου στην πρόσφατη εγκύκλιο του Μεσογαίας τη διαλλακτικότερη και συνθετική τάση, η οποία ωστόσο αναλυόμενη δεν απέχει της εκπεμπόμενης ουσίας από την πρώτη επιστολή. Εν ολίγοις η στάση της ορθόδοξης συνείδησης έναντι των ρωμαιοκαθολικών, όπως αντικατοπτρίζεται στις εν λόγω επισκοπικές επίσημες ανακοινώσεις, είναι εν γένει αμυντική και πόρρω απέχουσα της οιασδήποτε υπεραισιόδοξης φιλενωτικής προοπτικής.
Και όλο τούτο, διότι πρόκειται για δυο διαφορετικούς κόσμους, για έτερες νοοτροπίες, για ξέχωρες και απομακρυσμένες στο διάβα των αιώνων ιστορικοπολιτισμικές
και θρησκευτικές παραδόσεις. Το θέμα, όμως, δεν είναι τα ανθρώπινα παράγωγα των θρησκευτικών αυτών μεγεθών, αλλά η πεμπτουσία του χριστιανισμού, του οποίου διατείνονται πως είναι φορείς τόσο πνευματικοί, όσο και ιστορικοί οι προκείμενες κοινότητες πιστών. Και η βαθύτερη τούτη ουσία δεν μπορεί παρά να είναι η εν Χριστώ αγαπητική κοινωνία, πάνω στην πέτρα της Τριαδικής πίστεως και στο βίωμα της Χάρης της Πεντηκοστής.
Το άλλο πρόβλημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο η ένωση αυτή πρέπει να γίνεται «στα χαρτιά», τουτέστιν μέσα από διαλόγους και φόρουμ εξειδικευμένων θεολόγων και κληρικών συνδαιτυμόνων ή μέσα από μια προσέγγιση εν τοις πράγμασι, όπως εμμέσως πλην σαφώς υπογράμμισε τελευταία ο ρωμαίος Ποντίφηκας. Επίσης, ένα συναφές θέμα είναι η προσπάθεια αφομοίωσης ή συμβίωσης δύο διαφορετικών κόσμων, το οποίο είναι κάτι εξαιρετικά δυσχερές, αν αναλογιστούμε τη μακραίωνη τοπική, πολιτισμική και νοοτροπική πλέον απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές που απομακρύνθηκαν για πλείστους όσους λόγους, εξάπαντος όχι μόνο θρησκευτικούς.
Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγχρονη θρησκευτική πραγματικότητα, θα δούμε οπωσδήποτε σημαντικά βήματα τα οποία κατά το παρελθόν μάλλον θα ήταν αδιανόητα. Δεν αναφέρομαι τόσο στην άρση των Αναθεμάτων κατά τον περασμένο αιώνα ούτε στις αυτονόητες πια επαφές των Ορθοδόξων Προκαθημένων μετά του Λατίνου ομολόγου τους. Αυτά όλα μπορεί να αποδειχτούν με την πάροδο του χρόνου «λίγα» στην πραγματική προσέγγιση των Εκκλησιών. Θα ήθελα να σημειώσω περισσότερο κάποιες «δογματικές υποχωρήσεις» από την πλευρά των ρωμαιοκαθολικών, οι οποίες, αν δεν δοθεί η δέουσα προσοχή, θα υπάρξει κίνδυνος να εκπέσουν στον χώρο του έθους και να τις αντιπαρέρχονται αμφότεροι οι συζητητές σαν κάτι το επουσιώδες: το πρώτο είναι το Filioque και το δεύτερο ο τρόπος μυστηριακής κοινωνίας των πιστών.
Δεν πρόκειται όσον αφορά τα ανωτέρω για ουνιτική πρακτική, κάτι βέβαια που θα μπορούσε ευλόγως να τεθεί εν προκειμένω ως ένσταση. Αν αναλογιστούμε εδώ την ύψιστης εκκλησιολογικής σημαντικής παράμετρο ότι η εν Ελλάδι αυτή πρακτική (της αφαίρεσης του φιλιόκβε και της μετάληψης εξ οίνου και άρτου) τυγχάνει της «ευλογίας» και γίνεται εν γνώσει της Ρωμαϊκής Καθέδρας και συνυπολογίσουμε τις εισηγήσεις σύγχρονων ρωμαιοκαθολικών θεολόγων για επίσημη αφαίρεση του Filioque σε παγκόσμιο επίπεδο, δούμε δε ταυτόχρονα και την επέκταση της πρακτικής τής εξ αμφοτέρων των ευχαριστιακών ειδών (οίνου και άρτου) κοινωνίας των Καθολικών πιστών σε οικουμενικό επίπεδο, τότε θα διαισθανθούμε πόσο έχουν αλλάξει οι καιροί και τους νέους ορίζοντες που ανοίγονται στη διομολογιακή προσέγγιση. Οι «προκλητικές» αυτές φιλενωτικές ενέργειες – προτάσεις των Λατίνων δεν πρέπει να βαλτώσουν στον χώρο της αντιρρητικής θεολογίας και παραφιλολογίας ούτε στην καχύποπτη και στείρα απολογητική νοοτροπία του παρελθόντος. Θα πρέπει να ληφθούν σαν αφορμές και ευκαιρίες αληθινής κοινωνίας και υπέρβασης και των «δευτερευόντων» προσκομμάτων, είτε δογματικών είτε λειτουργικών.
Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός εντοπίζει στο Filioque την αιτία του σχίσματος: «τν μν ον ατίαν το σχίσματος κενοι δεδώκασι, τν προσθήκην ξενεγκόντες ναφανδόν, ν π’ δόντα πρότερον λεγον· μες δ ατν σχίσθημεν πρότεροι, μλλον δ σχίσαμεν ατος κα πεκόψαμεν το κοινο τς κκλησίας σώματος» (από την επιστολή «τος πανταχο τς γς κα τν νήσων ερισκομένοις ρθοδόξοις Χριστιανος»). Ορίστε, λοιπόν!  Εκείνοι έδωσαν την αιτία τότε, εκείνοι φαίνεται τώρα να την αίρουν από μόνοι τους. Αν το καλοσκεφτούμε και εφόσον ήδη η Λατινική Εκκλησία το έχει σχεδόν επίσημα αφαιρέσει από τη δογματική της διδασκαλία, ειλικρινά απορεί ένας αντικειμενικός ή εξωτερικός απαθής παρατηρητής των τεκταινομένων τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό ακόμη που πραγματικά χωρίζει θεολογικά Ορθοδόξους και Καθολικούς ή και απλά βραδύνει τις διαδικασίες μιας επίσημης ένωσης. Από τα λόγια του Αγίου προκύπτει απλά, καθαρά και ξάστερα ότι η άρση της αιτίας επιφέρει φυσικά, λογικά και αυτόματα την ένωση.  Μήπως, λοιπόν, τα πράγματα δεν είναι τόσο αυτονόητα και εύκολα, όσο εκ πρώτης όψεως φαίνονται και προωθούνται τελευταία τοιουτοτρόπως;
Οι Ορθόδοξοι επιθυμούν την ένωση με τους εκ Δυσμών αδερφούς τους και προσεύχονται για τον Πάπα «πως ναλβη ς ρθδοξος ππας κατ τ πρεσβεα τιμς τς Πενταρχας κα δυνμει τν Θεων καίἉγων καίἹερν Καννων τν τιμητικν προεδραν τν Ατοκεφλων ρθοδξων κκλησιν ς ‘primus inter pares’» (εκ της επιστολής των Πειραιώς και Κονίτσης). Οι κινήσεις αμφοτέρων από δω και πέρα πρέπει να γίνονται κατά τη γνώμη του γράφοντος στην πράξη περισσότερο παρά στα λόγια. Όπως θα έχει γίνει κατανοητό από τα παραπάνω, οι λέξεις μπορούν να εκπέσουν στον χώρο της συνήθειας, του ευχολογίου, της ψιλής τους εκπόρευσης άνευ πνευματικού ερείσματος και αντικρίσματος. Αυτό πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία. Υπάρχουν πεδία στα οποία η πράξη και η καλή θέληση έχουν χώρο άφθονης δράσης και υλοποίησης, όπως για παράδειγμα είναι το καυτό πρόβλημα της Ουνίας. Σε τέτοια επίπεδα θα δοκιμαστεί η αντοχή των λόγων και των προθέσεων αμφοτέρων των πλευρών.
Είναι γεγονός ότι, αν κάτι είναι γνήσιο και επιθυμητό ανάμεσα στους ανθρώπους, καθίσταται τελικά αναπόφευκτο να πραγματωθεί. Στη περίπτωση της προσέγγισης Καθολικών και Ορθοδόξων τα πράγματα είναι ακόμη πιο εύκολα, αν λάβουμε υπόψη και τη συνδρομή της Χάρης του Θεού. Σε κάθε άλλη περίπτωση και δη στο προσεχές μέλλον, αν δηλαδή οι επαφές εκπέσουν σε ατέρμονες, άκαρπες, ατελέσφορες και ψιλές συζητήσεις, δεν θα μπορούν εξάπαντος οι δυο πλευρές να επικαλούνται άλλο λόγους διακριτικής και σταδιακής προσέγγισης, καθώς θα πέφτουν τα προσωπεία, όπου υπάρχουν, και θα δίνεται εύλογη λαβή στους αντιφρονούντες να μιλάνε - πράγμα που κάνουν εξάπαντος διαχρονικά – για παιχνίδια εξουσίας και μόνο. Και τούτο είναι ανεπίτρεπτο για εν Χριστώ αδερφούς, των οποίων μέλημα (πρέπει να) είναι μονάχα η άμιλλα στην ταπείνωση και την αγάπη.
Οι μέρες είναι λίαν πονηρές και τα πράγματα συγκεχυμένα. Τούτη η αλλοπρόσαλλη πνευματική παγκόσμια ατμόσφαιρα θα επιτείνεται μέρα με τη μέρα παρά θα θεραπεύεται. Τα κριτήρια έχουν αλλοιωθεί μέσα στο χάος αυτού που καλούμε συμβατικώς μετανεωτερικότητα. Οι προφητικές και άλλες φωνές που έρχονται από τα στόματα των Oρθοδόξων Αγίων δεν είναι τόσο ελπιδοφόρες. Ο τελευταίος στάρετς της Όπτινα Νεκτάριος φέρεται να προφήτευσε πως «δεν θα γίνει ένωση των Εκκλησιών προ της Δευτέρας Παρουσίας». Από την άλλη ο σύγχρονός μας όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης έλεγε πως «όσο πλησιάζει κάποιος την αλήθεια, έρχεται στην Ορθοδοξία. Και μια μέρα όλοι θα γίνουν Ορθόδοξοι». Η προσέγγιση της «σιβυλλικής» τούτης φράσης του δεν είναι εύκολη. Ίσως εννοεί πως θα γίνουν άπαντες μια Εκκλησία στο τέλος, στα Έσχατα, στην κοινή ανάσταση. Η νυν Εκκλησία, ωστόσο, δεν θα πάψει ποτέ να εύχεται, να αγωνιά και να μάχεται για το ποθούμενο: την εν Χριστώ ένωση του παντός. Η όποια αισιοδοξία της απορρέει εξάπαντος από το ιστορικό και μυστηριακό δεδομένο της έκχυσης του Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, που γιορτάζουμε τις μέρες τούτες. Η προσευχή όλων πρέπει να συνεχίζεται με ένταση: «λθ κα σκήνωσον ν μν»…

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Περί αγιοκατατάξεως Χρυσ. Σμύρνης, 2η απάντηση εις κ. Νούση από π. Ευθ. Τρικαμηνά


πειδή τά κείμενα τά ὁποῖα δημοσιεύομε πρέπει ν’ ἀφήνωμε νά τά ἀξιολογοῦν καί νά τά χαρακτηρίζουν οἱ ἀναγνῶστες, καί ἐπειδή εἰς τό δημοσιευθέν κείμενο τοῦ κ. Κ. Νούση ὑπάρχει ὄχι μόνο σύγχυσις, ἀλλά καί ἀποπροσανατολισμός καί διαστρέβλωσις τῆς ἀληθείας, καί προσέτι, ἐπειδή ἔχω ἀσχοληθῆ ἐπί εἰκοσαετία μέ τό θέμα τῆς ἁγιοποιήσεως τοῦ ἐθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, θεώρησα ἀναγκαῖο νά συνεχίσω αὐτόν τόν διάλογο· παρ’ ὅτι βλέπω πώς στά ἐπιχειρήματα πού προβάλλει ὁ κ. Νούσης, οὐδέν ἀναφέρει ἀπό τήν ζωή, τήν διδασκαλία καί τά «πιστεύω» το Χρυσ. Σμύρνης, προκειμένου νά ὑποστηρίξη τίς ἀπόψεις του, ἀλλά καλύπτεται πίσω ἀπό τήν συνοδική ἀπόφασι το 1992 περί τῆς ἁγιοκατατάξεώς του καί, βεβαίως, μέ τόν ὀρθολογισμό καί κάποια σκόρπια παραδείγματα πού προέρχονται ἀπό μελέτες νεωτέρων θεολογούντων καί ὄχι ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, προσπαθεῖ νά ἀναιρέση τήν σωρεία τῶν κειμένων καί τῶν πράξεων πού κατέθεσα καί ἀφοροῦν τήν προσωπικότητα τοῦ ἐν λόγῳ ἐθνομάρτυρος.   Στό κείμενο αὐτό πού δημοσιεύω, δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τήν ἐπιχειρηματολογία τοῦ κ. Νούση, διότι δέν νομίζω ὅτι ἔχει κάτι νά παρουσιάση ἀξιόλογο, τό ὁποῖο νά συνηγορῆ ὑπέρ τῆς ἁγιότητος τοῦ ἐθνομάρτυρος (ἐκτός ἄν ἐρωτηθῶ ἀπό αὐτόν σέ κάτι συγκεκριμένο) καί θά ἀπαντήσω στίς τρεῖς ἐρωτήσεις πού μοῦ ὑπέβαλε σχετικά μέ τήν ἐν λόγῳ ἁγιοποίησι. Στό τέλος δέ, θά ἐπαναλάβω τήν ἐρώτησι τήν ὁποίαν τοῦ ὑπέβαλα καί στήν ὁποία ἐντέχνως καί φιλολογικῶς δέν ἀπάντησε.
Στήν πληθώρα τῶν προηγουμένων ἐρωτήσεων δέν ἀπήντησα, διότι αἰσθάνθηκα ὅτι ὑποβάλλει ἐρωτήσεις ὡς καθητητής πρός τούς μαθητές του, ἤ ὅπως ὑποβάλλονται οἱ ἐρωτήσεις στά διάφορα τέστ ἤ στίς πανελλαδικές ἐξετάσεις. Ἐπειδή ἴσως κατάλαβε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὑπέβαλε τίς ἐρωτήσεις, στό τελευταῖο κείμενό του ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Θα επαναλάβω, επομένως, με τη σειρά μου και κατά τη δική του εισαγωγική επισήμανση, όχι τις λεπτομέρειες των αποσταλέντων πρότινος ερωτημάτων μου, αλλά την περιεκτική τους ουσία με περιληπτικότατο τρόπο». Καί ἐν συνεχείᾳ θέτει τρεῖς ἐρωτήσεις σχετικές μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου τό 1992, περί τῆς ἁγιοκατατάξεως τοῦ Χρ. Σμύρνης καί τῶν σύν αὐτῷ.
          Τίς δύο πρῶτες λοιπόν ἐρωτήσεις, θά τίς ἀναφέρω μαζί, διότι νομίζω συνδέονται, ἄμεσα καί ἐκ τῆς τῆς πρώτης ἐξαρτᾶται καί ἡ δευτέρα:  «α) ανεξάρτητα από τον Χρυσόστομο, αναγνωρίζει την αγιότητα των υπολοίπων; β) Αν ναι, γιατί δεν το αναφέρει, αλλά προσβάλλει συλλήβδην τη Συνοδική πράξη της εν λόγω αγιοκατάταξης;» (σελ. 2).
Εἰς αὐτά ἀπαντώντας ἀναφέρω ὅτι, ὅπως πάσχει ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου Παραδόσεως ἡ ἁγιοκατάταξις τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, διότι οὐδέν στοιχεῖον ἁγιότητος ὑπάρχει εἰς τήν ζωή του καί τό μαρτύριό του, ἀπεναντίας ὑπάρχουν πολλά στοιχεῖα τά ὁποῖα μᾶς προβληματίζουν γιά τό ἄν ἦταν πραγματικά Ὀρθόδοξος Χριστιανός καί δή Ἐπίσκοπος, ἔτσι, κατά παρόμοιον τρόπο, πάσχει καί ἡ ἁγιοκατάταξις τῶν ὑπολοίπων ἀναιρεθέντων ἀπό τούς Τούρκους κατά τήν Μικρασιατική καταστροφή.  Διότι ποτέ δέν ἁγιοποιοῦμε κάποιους, ἐπειδή ἐθανατώθηκαν καί δέν ἠδυνήθησαν νά διαφύγουν ἀπό τήν μανία καί τήν θηριωδία τῶν ἐχθρῶν.
          Τέτοιο παράδειγμα, ἀπό ὅσα γνωρίζω δέν ὑπάρχει στό Ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο. Ἄν γνωρίζη κάτι παρόμοιο ὁ κ. Νούσης, δηλαδή ἁγιοποίησι ἀγνώστων καί γνωστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθανατώθηκαν κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου, καί ἀμάχου πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐναγωνίως ἐπροσπαθοῦσε νά διαφύγη στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, σέ σημεῖο μάλιστα πού, ὅπως ἀναφέρουν αὐτόπτες μάρτυρες, νά πέφτουν ἀπό ἀπελπισία στή θάλασσα καί νά προσπαθοῦν κολυμπώντας νά σωθοῦν, ἐνῶ ἄλλοι νά πατοῦν  ἐπί τῶν πτωμάτων, τά ὁποῖα ἐπέπλεαν  στόν κόλπο τῆς Σμύρνης καί νά φτάνουν στά συμμαχικά  πολεμικά πλοῖα (τά ἑλληνικά εἶχαν ἤδη ἀναχωρήσει μέ τόν ἐπιζήσαντα στρατό καί ὅσους πρόσφυγες μπόρεσαν νά χωρέσουν) κι ἐκεῖ νά ἀντιμετωπίζουν  τήν ἀπάθεια καί ἀδιαφορία τῶν λεγομένων συμμάχων, οἱ ὁποῖοι τούς ἐγκατέλιπον διά νά πνιγοῦν, ὅπως καί οἱ ἄλλοι πάνω στούς ὁποίους πατοῦσαν, οἱ δέ εἰς τήν ξηρά εὑρισκόμενοι εἶχαν τέτοιο πανικό σέ σημεῖο πού νά μπαίνουν στούς τάφους τῶν νεκρῶν γιά νά κρυφτοῦν καί ἄλλα παρόμοια, τά ὁποῖα ἔπραξε ὁ ἀπελπισμένος λαός τῆς Σμύρνης, ἄν ἐπαναλαμβάνω, βρῆ κάποιο παρόμοιο γεγονός ἁγιοποιήσεως στό Ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο ὁ κ. Νούσης νά μᾶς τό παρουσιάση καί τότε δέν ἔχω ἀντίρρησι νά ζητήσω συγνώμη  γιά τήν ἀντίδρασί μου εἰς αὐτήν τήν ἁγιοκατάταξι καί νά προσκυνήσω τήν εἰκόνα τῶν νέων ἁγίων.
      Ἐδῶ πρέπει νά γίνουν κάποιες ἀναγκαῖες διευκρινίσεις στό θέμα τῆς ἁγιότητος, γιά νά κατανοηθῆ τό γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν ἁγιοκατέταξε ποτέ κάποιους, οὔτε ἐδέχθη οἱοδήποτε μαρτύριο, χωρίς νά ὑπάρχουν οἱ ἀποδείξεις ὅτι αὐτό ἔγινε γιά τόν Χριστό καί ὄχι γιά οἱονδήποτε ἄλλον λόγο (π.χ. γιά τήν πατρίδα,

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Ένα κείμενο τραγικών αντιφάσεων και παραλογισμού του κ. Κ. Νούση





Εἶναι γνωστὸς ὁ σύνδεσμος τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἱστολογίου μὲ τὸν π. Εὐθύμιο. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ π. Εὐθύμιος λαμβάνει γνῶσιν ὅσων κατ’ αὐτοῦ γράφονται συνήθως μὲ καθυστέρηση κάποιων ἡμερῶν, καὶ οἱ ἀσχολίες του, ἡ μὴ χρῆσις ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ internet ἢ ὑπολογιστὴ καὶ ἄλλων μέσων ἐπικοινωνίας, δὲν ἐπιτρέπουν (ἀκόμα καὶ ὅταν λαμβάνει γνῶσιν τῶν γραφομένων) νὰ δακτυλογραφηθοῦν καὶ νὰ κυκλοφορήσουν ἄμεσα οἱ ἀπαντήσεις του.

Γι’ αὐτό, χωρὶς νὰ προκαταλαμβάνουμε τὶς ἀπαντήσεις του, ἐνίοτε δίνουμε ἀπαντήσεις δικές μας σὲ θέματα ἐπίκαιρα. Ἀπαντᾶμε καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ἀτυχέστατη «μικρὴ ἁγιολογικὴ μελέτη» τοῦ κ. Νούση (ὅπως ὁ ἴδιος τὴν χαρακτήρισε) καὶ ἂν καὶ ὅταν ὑπάρξει ἡ ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθύμιου, θὰ τὴν ἀναρτήσουμε. Τὸ ἄρθρο-ἀπάντηση τοῦ κ. Νούση δημοσιεύτηκε μὲ τίτλο: «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ» στὴν διεύθυνση:

http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2013/10/blog-post_4.html


Ὁ προκατειλημμένος μιλᾶ γιὰ προκατάληψη καὶ γράφει:

Κ. Νούσης: «Όταν ξεκινάς έναν διάλογο για τέτοια ζητήματα, ευθύς αμέσως προβληματίζεσαι για το ατελέσφορον αυτού, τη στιγμή που προγνωρίζεις την προΰπαρξη συγκεκριμένης και προκατειλημμένης στάσης από την αντίπερα όχθη».

Ὁ π. Εὐθύμιος μετὰ ἀπὸ μελέτη πλέον τῶν εἴκοσι χρόνων ἐπάνω στὸν Χρυσόστομο Σμύρνης, διατυπώνει μία θέση, τὴν ὁποία ἔχει ἐπαρκῶς ἀποδείξει. Ὁ κ. Νούσης ποὺ ξεκίνησε αὐτὴ τὴ συζήτηση μαζί του, γιατί τὸν κατηγορεῖ γιὰ «προκατειλημμένη στάση», χωρὶς νὰ ἔχει μελετήσει, ὅσα μελέτησε ὁ π. Εὐθύμιος, πρὶν ἀποδείξει μὲ στοιχεῖα τὸ ἀντίθετο, πρὶν πάρει τὶς ὅποιες ἀπαντήσεις ἀπὸ τὸν π. Εὐθύμιο (ἀφοῦ ἡ ἀντιπαράθεση στοιχείων συνεχίζεται) καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνταλλαγὴ ἑνὸς μόνο ἄρθρου; Ποιός λοιπόν εἶναι ἐξ ἀρχῆς προκατειλημμένος καὶ ἐμπαθῶς διακείμενος; Ἡ ἐμπάθεια φαίνεται σὲ πολλὰ σημεῖα, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀμέσως ἑπόμενη φράση τοῦ κ. Νούση.

Κ. Νούσης: «Ωστόσο, επειδή» δεν έχω «ουδεμία προκατάληψη κατά του π. Ευθυμίου», θα προβώ «σε απάντηση επιστολής» του προς εμέ, όχι  «σαν αφορμή εκτόνωσης προσωπικών παθών και προσπάθεια αυτοδικαίωσης» (σ.σ. ἄριστη ἀλλ’ ὑπολανθάνουσα αὐτοκριτική), αλλά ως μια μικρή αγιολογική μελέτη, αποδεικτική της άκυρης, άλογης, σφοδρής, άκοσμης, αδικαιολόγητης, αθέμιτης, βλάσφημης, (αγιομάχου) και (από εκκλησιολογική υποχονδρία) επίθεσης που δέχεται τα τελευταία χρόνια ο Άγιος, καθώς και των σκοτεινών, δαιμονιωδών, δυσσεβών και άνομων (εξ αγνοίας ή όχι) προθέσεων των μετά θάνατον διωκτών και νεοφανών “δημίων” του».

Ὁ π. Εὐθύμιος, στὸ δικό του πρῶτο ἄρθρο πρὸς τὸν κ. Νούση, δὲν διετύπωσε κανένα χαρακτηρισμὸ κατὰ τοῦ κ. Νούση, ἁπλῶς μὲ εὐγένεια τὸν προσκάλεσε νὰ «καταθέσει ἀνάλογα στοιχεῖα σχετικά μέ τήν προσωπικότητα τοῦ Χρυσοστόμου Σμύρνης, τά ὁποῖα νά συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς ἁγιότητός του ἤ νά διαψεύδουν τά ἰδικά μας». Ἐδῶ, ὅπως βλέπουμε, ὁ κ. Νούσης στὴν ἴδια παράγραφο δηλώνει μὲν ἀπροκατάληπτος καὶ ἀπαθής, καὶ στὴ συνέχεια περιλούει τὸν π. Εὐθύμιο μὲ πληθώρα ἄμεσων καὶ ἔμμεσων κοσμητικῶν ἐπιθέτων ἀφάνταστα ὑβριστικῶν! Εἶναι καὶ αὐτὰ μέρος τῆς "μικρῆς του ἁγιολογικῆς μελέτης";

Κ. Νούσης: «Ένα ακόμα επί της ουσίας καίριο και χρήζον άμεσης απάντησης ερώτημα είναι πλέον το κατά πόσο ο π. Ευθύμιος γνωρίζει την ηθική ποιότητα των ιστολογίων που φιλοξενούν τα κείμενά του... Τον προκαλώ να μας ξεκαθαρίσει δημόσια τη θέση του απέναντι στους απαράδεκτους ιστότοπους με τον διαχωρισμό της θέσης του» από το «φονταμενταλιστικό ιστολόγιο» (σ.σ. τὸ δικό μας) «και από έτερο πάντη χυδαίο και συκοφαντικό, στο οποίο έχει χαθεί όχι απλά κάθε έλεγχος και αιδώς, αλλά και η υποτιθέμενη χριστιανική του ταυτότητα».

Ἐδῶ σηκώνουμε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ ἐπισημάνουμε τὴν αὐταπόδεικτη τυφλότητα, τὸν ἀμοραλισμό, τὴν ὑποκρισία, τὸν φαρισαϊσμὸ καὶ τὴν ἐμπάθεια τοῦ κ. Νούση. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι σωστὸς ὁ χαρακτηρισμός του γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας. Πῶς καλεῖς, κ. Νούση, νὰ διαχωρίσει τὴ θέση του ἀπὸ τὸ ἱστολόγιό μας, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐσὺ γράφεις σὲ ἕνα ἱστολόγιο, ποὺ διακινεῖ «ὁμοφυλοφιλικὲς» ἰδέες, εἰκόνες καὶ ἦθος; Δὲν γνωρίζεις ὅτι ἡ ὁμοφυλοφιλία θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς τὸ αἰσχρότερο ἁμάρτημα, ὡς ἐκφράζον ψηλαφητὸ καὶ σκοτεινότατο βάθος ἐγωϊσμοῦ; «Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς;» (Λουκ. 6, 41).

Κ. Νούσης: «Ισχυρίζεται ο π. Ευθύμιος ότι η “ἁγιοποίησις αὐτή εἶναι ...ἀσυμβίβαστη κατά πάντα μέ ὅλο τό Ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο”. Αλλά προφανώς δεν έχει δίκιο, διότι αν του παραθέσω αδρομερώς και απλώς ενδεικτικά μερικές “σκανδαλώδεις” αντίστοιχες ή και “χείριστες” περιπτώσεις, είμαι σιγουρότατος ότι δεν θα έχει να απαντήσει. Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Τον Μ. Κωνσταντίνο; Και δεν αναφέρομαι απλά στο θέμα των εγκλημάτων που τον βαρύνουν αναπόφευκτα ως Ρωμαίο αυτοκράτορα, αλλά και στο ζήτημα της βάπτισής του πιθανώς υπό αρειανιστή Επισκόπου». Στὴ συνέχεια ἀναφέρεις καὶ περὶ τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου, .

Νά, λοιπόν, κ. Νούση ποιός εἶναι ἁγιομάχος καὶ προσβάλλει τοὺς Ἁγίους, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀποδείξει τὶς ἀρρωστημένες θέσεις του. Ἐσύ, ποὺ παραθέτεις ἀνακρίβειες γιὰ αἰωνόβιους Ἁγίους! Καὶ μόνο αὐτὸ σὲ καθιστᾶ ἀναξιόπιστο. Λές, πὼς τάχα δὲν ἀναφέρεσαι στὰ «ἐγκλήματα ποὺ βαρύνουν τὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο», ἀναφέρεις ὅμως αὐτὲς τὶς ἱεροκατηγορίες ἀθέων ἐναντίον τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ λειτουργήσει αὐτὸ συνειρμικὰ ὡς ἡ πρώτη ἔμμεση μομφὴ κατὰ τοῦ Ἁγίου καὶ νὰ στηρίξει τὴν ἀμέσως ἑπόμενη ἀστήρικτη ἀναφορά σου, ὅτι «ὁ Ἅγιος ἐβαπτίστη πιθανῶς ὑπὸ ἀρειανιστὴ Ἐπισκόπου». Ἐφ’ ὅσον λοιπόν αὐτό, ὁ ἴδιος τὸ θεωρεῖς  ἁ π λ ῶ ς  πιθανό,  ἐφ’ ὅσον ξέρεις ὅτι διὰ τοῦ βαπτίσματος ἐκαθαρίσθησαν ὅλα τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου, γιατί ἀναφέρεις αὐτό τὸ παράδειγμα; Ποιός λοιπὸν προσβάλλει τὴ μνήμη τῶν Ἁγίων;

Πρόσεξε τολμητία κ. Νούση, γιατὶ μὲ αὐτὸ προσβάλλεις ἕναν καταξιωμένο Ἅγιο μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖς τὸν κατασκευασμένο «ἅγιο» τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τῶν Μασόνων!

Παραθέτω πρόχειρα σημερινὸ σχετικὸ σχόλιο τοῦ ἄρθρου σου ἀπὸ τὸν «sotirio»:

«Λέει ο κ. Νούσης “Ερωτώ, λοιπόν, και πάλι: ο Μ. Κων/νος πώς είναι Άγιος, αφού βαπτίστηκε από αρειανιστή Επίσκοπο;”. Η απάντηση στην ερώτηση του εκ του Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου: “Ου λέγει όμως ο Δοσίθεος, ότι εβάπτισε τον Άγιον Κωνσταντίνον ο Aρειανός Ευσέβιος. Όχι. Καθότι ουδέ αυτός ο Ευσέβιος αναφέρει τούτο. Ει γαρ αυτός εβάπτισε τον Μέγαν Κωνσταντίνον, βέβαια ήθελεν ειπή τούτο εις καύχημά του. Αλλ’ ουδέ εν Νικομηδεία εβαπτίσθη, αλλ’ εν προαστείω της Νικομηδείας, υπό της κοινότητος των Επισκόπων. Ήτις ουκ ην αιρετική, αλλ’ ορθόδοξος και ομόπιστος αυτώ. Και μάλιστα οι έγκριτοι των εν Κωνσταντινουπόλει παρευρεθέντων Επισκόπων ήσαν οι ακολουθήσαντες αυτώ....”.

Και για το ερώτημα του κ. Νούση: “Πώς κρατάει η Εκκλησία έναν Άγιο Αυγουστίνο με τόση κακόδοξη προβληματική;”. Η απάντηση είναι απλή! Ο Θεός τους φώτισε και αποτειχίστηκαν και όταν παρέδωσαν το πνεύμα δεν ήταν αιρετικοί. Ο δε Άγιος Αυγουστίνος ναι μεν έσφαλε σε θεολογούμενο ζήτημα πλήν όμως επι αυτού του ζητήματος δεν είχε καταγνωστεί ως αίρεση. ΕΝΩ η αναθεματισμένη μασωνία είχε καταγνωστεί πριν την καταστροφή της Σμύρνης.

Λέει ο κ. Νούσης “Θα πρόσθετα εδώ ένα επιπλέον στοιχείο συγκριτικά υπέρ του Σμύρνης: δεν είχε επισήμως και συνοδικώς καταγγελθεί εισέτι η φιλανθρωπική οργάνωση της Μασονίας”. Σε απάντηση αναφέρω: Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στό ἑλληνόφωνο τμῆμά της, ἔλαβε ἐνωρίς θέση ἀπέναντι στόν Τεκτονισμό, ὑπογραμμίζοντας τόν σκοτεινό ρόλο του καί τήν ἀντιχριστιανικότητά του. Ἡ πρώτη θεωρητική καταδίκη τοῦ Τεκτονισμοῦ στό κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔγινε σχεδόν σύγχρονα μέ τήν ἵδρυση Στοῶν στήν “καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολήν. Μαρτυρία ἁγιορειτικοῦ χειρογράφου ἀναφέρει τήν ἔκδοση συνοδικοῦ καταδικαστικοῦ γράμματος κατά τῆς Μασονίας τό 1745”. Αρα ΠΡΙΝ την καταστροφή της Σμύρνης...».

(apotixisi.blogspot.gr/2013/10/blog-post_3675.html#comment-form).

πάρχει ὅμως καὶ ἀφορισμόςκαταδίκη κατὰ τῆς Μασονίας τοῦ Ἐθνομάρτυρος Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ (ἀπαγχονισθέντος ὑπὸ τῶν Τούρκων στὴ Λευκωσία τὸ 1821) ὁ ὁποῖος κατεδίκασε κι ἀφώρισε τὴν Μασονία τὸ 1815 (2 Φεβρουαρίου) καὶ τὸν ὁποῖο παρεμπιπτόντως δὲν ἁγιοκατέταξαν, ἀκριβῶς διότι ἦτο κατήγορος τῆς  σατανικῆς φαρμασονίας (καὶ κρυφιομύστου διδασκαλίας τοῦ διαβόλου σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενά του)  στὴν ἐποχή του.

Καὶ συνεχίζει ὁ κ. Νούσης: «Ο Ευθύμιος προβάλλει “λογικά” και πομπώδη επιχειρήματα. Ημείς το κατά δύναμιν “υπερλογικά”, θεολογικά... (Στὸν π. Εὐθύμιο) δεν υφίστανται οι ορθόδοξες θεολογικές υπερβατικές και υπερλογικές προϋποθέσεις του αποφατισμού και της χαρισματικής εμπειρίας, καθώς και η εσχατολογική θεώρηση και οντολογία της αγιότητας, κάτι για το οποίο μίλησε πολύ ωραία και ικανά ο επί πολλών κατηγορούμενος Περγάμου...».

Ὅλο τὸ μυστικὸ εἶναι ἐδῶ. Ὁ π. Εὐθύμιος δὲν ἔχει «προϋποθέσεις καὶ ἐπιχειρήματα “υπερλογικά”, θεολογικά», ἀντίθετα δυσσεβῆ και άνομα (κατὰ τὸν κ. Νούση), ἐνῶ ὁ κ. Νούσης, ὅλα αὐτὰ τὰ κατέχει ἢ τὰ κατανοεῖ ἄριστα καὶ τὰ βιώνει! Καὶ αὐτὸ εἶναι εὐεξήγητο. Ἔχει αὐτὲς τὶς «πνευματικὲς» ἐπιδόδεις ὁ κ. Νούσης, γιατὶ ὁ κ. Νούσης ἔχει μαθητεύσει καὶ τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὸν θεωρητικὸ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος διαθέτει καὶ διδάσκει τὴν «εσχατολογική θεώρηση και οντολογία της αγιότητας»!

Ἄρα, ὅλα τὰ βλέπει ὁ κ. Νούσης κάτω ἀπὸ τὸ ἐσχατολογικὸ πρῖσμα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πρᾶγμα ποὺ ὁ π. Εὐθύμιος δὲν διαθέτει! Ὅτι ἔτσι εἶναι τὸ πρᾶγμα τὸ λέει ξεκάθαρα ἀμέσως παρακάτω ὁ κ. Νούσης. «Φαίνεται όμως ότι ο π. Ευθύμιος, έχων πνεύμα εκκλησιομαχικής πολιτείας, χρησιμοποίησε και το αγιομαχικό όχημα της πρωτοφανούς κατ’ αυτόν Συνοδικής πράξης των «Οικουμενιστών» επισκόπων του 1992, κυρίως για να στοιχειοθετήσει τις ευρύτερες εγκλήσεις του κατά της Εκκλησίας και να εξέλθει αυτής».

Ἔτσι λοιπόν. Τί παραπάνω ζητᾶμε; Ποιά περαιτέρω συζήτηση νὰ γίνει μὲ τὸν κ. Νούση; Ἡ Ἐκκλησία γι’ αὐτὸν εὑρίσκεται ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ αἵρεση. Ὅποιος μιμεῖται τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ ἐφαρμόζει τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα ὅποιος ἀκολουθεῖ τὴν «εσχατολογική θεώρηση και οντολογία της αγιότητας» τοῦ Οἰκουμενιστὴ Ζηζιούλα, εἶναι ἐντὸς τῆς νεοφανοῦς «ἐκκλησίας» τῶν Οἰκουμενιστῶν!



 «Πατερικὴ Παράδοση»

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Φιλικό ιστολόγιο του Πατριάρχη συκοφαντεί τους αποτειχισμένους

 





κ. Ανδριόπουλος, καιρό τώρα, δημοσιεύει στὸ ἱστολόγιό του «Ἰδιωτικὴ Ὁδός», κείμενα τοῦ ἀνεπιτυχῶς θεολογοῦντος φιλολόγου-θεολόγου κ. Νούση.
Ὁ κ. Νούσης ἐπιτίθεται τελευταίως στὸν π. Εὐθύμιο καὶ τοὺς ἀκολουθοῦντας τὴν ὁδὸ τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Ἐπισκόπους, καὶ ἀποδίδει θέσεις ποὺ ὁ π. Εὐθύμιος δὲν πρεσβεύει. Καὶ τὸ κάνει αὐτό, ἢ ἐπειδὴ δὲν ἔχει διαβάσει τὰ βιβλία του, ἢ -ἂν τὰ ἔχει διαβάσει- ἐπειδὴ τὰ ἔχει διαβάσει ἀποσπασματικὰ καὶ τὰ ἔχει ἀφομοιώσει στρεβλά.
Εἴτε τὸ ἕνα συμβαίνει, εἴτε τὸ ἄλλο, ἀπὸ τὰ γραπτὰ τοῦ κ. Νούση, ἀπουσιάζουν Πατερικὰ κείμενα ποὺ νὰ ἀντικρούουν τὶς θέσεις τῶν Πατέρων, ἑκατοντάδες κείμενα τῶν ὁποίων  χρησιμοποίησε ἕως τώρα ὁ π. Εὐθύμιος στὶς περίπου 1000 (χίλιες) σελίδες ποὺ ἀφιέρωσε γιὰ τὸ θέμα.
Τὰ κείμενα τοῦ κ. Νούση, ὡς ἐκ τούτου, κυριαρχοῦνται ἀπὸ ἕνα μεταπατερικὸ πνεῦμα, ἀφοῦ κάτω ἀπὸ μιὰ ἐπίπλαστη ἐκκλησιαστική-θεολογικὴ γλῶσσα, ὑποκρύπτεται ἡ ἄγνοια τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων, τὴν ὁποία προσπαθεῖ νὰ καλύψει μὲ ὡραιόλογα λεκτικὰ κατασκευάσματα καὶ ἀκροβατικὲς ὀρθολογικὲς ἑρμηνευτικὲς κατασκευές.
Δὲν κατάλαβε ὁ κ. Νούσης, ὅτι στὴν περίπτωση τῶν συγγραφῶν τοῦ π. Εὐθυμίου, δὲν πρόκειται ἀκριβῶς περὶ ἑρμηνείας τῶν Πατερικῶν κειμένων, ἀλλὰ περὶ παραθέσεως τῆς ἰδίας τῆς διδασκαλίας τους (θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς) κατοχυρωμένης καὶ δικτυωμένης μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ ἐκφράζεται ἡ "συμφωνία τῶν Πατέρων" (consensus patrum) στὸ θέμα τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἡ δὲ ἀναίρεσή τους, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μὲ ἄλλο τρόπο, παρὰ μόνο μὲ τὴν παράθεση πατερικῶν κειμένων ποὺ νὰ ἀναιροῦν τὰ ἀνάλογα πατερικὰ κείμενα.
Ἂν δηλαδὴ γιὰ κάτι δὲν μπορεῖ νὰ κατηγορηθεῖ ὁ π. Εὐθύμιος, εἶναι ὅτι χρησιμοποιεῖ "τσιτάτα" ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ἀποφθέγματα καὶ ἐπιλεγμένες φράσεις, ἀποκομμένες ἀπὸ τὴν ἐννοιολογικῆς τους συνάφεια· ἀντίθετα παρουσιάζει τὸ πνεῦμα τους, ὅπως ἐνσαρκώνεται στοὺς λόγους τους. Γι' αὐτὸ καὶ κανεὶς ἕως τώρα, παρὰ τὶς παρακλήσεις του, δὲν ἐπεχείρησε νὰ ἐλέγξει τὶς θέσεις του συστηματικά. Οἱ ἀντιτιθέμενοι ἀρκοῦνται σὲ ἀπαξίωση καὶ σπίλωση τοῦ προσώπου του καὶ στὴν δαιμονοποίησή του.
Ἔχοντας ὑπ' ὄψιν μας ὅλα αὐτά, ἀποφύγαμε ἕως τώρα νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸν κ. Νούση καὶ τὸ ἱστολόγιο ποὺ τὸν φιλοξενεῖ, γιὰ πολλοὺς λόγους.
Σημερινό, ὅμως, δημοσίευμα τῆς "Ἰδιωτικῆς Ὁδοῦ" μᾶς ἀνάγκασε νὰ μιλήσουμε, γιατὶ ἐπιτίθενται πλέον μὲ ἀνοίκειο καὶ συκοφαντικὸ τρόπο ἐναντίον μας. Γι’ αὐτὸ ἀποφασίσαμε νὰ ἀπαντήσουμε (χωρὶς διάθεση συνεχείας), ὑποσημειώνοντας ὅτι δικαίωμά τους εἶναι νὰ ἐξασκοῦν κριτικὴ στὶς θέσεις μας (τὸ ἐπιζητοῦμε), ἀλλὰ δὲν εἶναι δικαίωμά τους νὰ συνεχίσουν νὰ μᾶς συκοφαντοῦν καὶ διαβάλλουν ἔμμεσα ἢ ἄμεσα. Στὴν τελευταία περίπτωση ἐπιφυλασσόμεθα παντὸς νομίμου δικαιώματός μας.
Δημοσιεύουμε τὸ σχόλιο ποὺ ἔστειλε μέλος μας στὴν «Ἰδιωτικὴ Ὁδό», τὸ ὁποῖο καὶ ἀνάρτησε, παρὰ τὶς διαφορετικὲς δηλώσεις της.

κ. νδριόπουλε
πειδ κ. Νούσης κα σες προσωπικ μς συκοφαντετε κα μς διασύρετε, παρακαλ ν δημοσιεύσετε ατ τ σχόλιό μου.
πορ κατ’ ρχάς, μ τν νοοτροπία το στολογίου σας. π τ μία χετε δηλώσει πανειλημμένως τι δν θέλετε διάλογο μ τος ποτειχισμένους κα δν φιλοξενετε σχόλιά τους στ στολόγιό σας. (Πράγματι, δοκίμασα κα εδα τι ατ σχύει, φο σς στειλα να σχόλιο σχετικό, κα δν τ δημοσιεύσατε).
π τν λλη, φιλοξενετε ρθρα το κ. Κ. Νούση ναντίον μας, κα πιπλέον το πιτρέπετε ν μς προκαλε κα διασύρει, σχυριζόμενος τι μες τν ποτιμομε δν χουμε τί ν παντήσουμε, γι’ ατ κα «δν παντμε στ ρθρα πο γράφει ναντίον μας», τ στιγμ πο κατ δήλωση το στολογίου δν πρόκειται ν δημοσιεύσετε τ ρθρα μας!!!
σον μ φορ προσωπικά, χετε δημοσιεύσει 2 3 ρθρα στ ποα μ ναφέρει κ. Νούσης νομαστικά. ξηγ τι δν πάντησα, διότι θεώρησα τι τ ρθρα το κ. Νούση εναι ωλα γιοπατερικά, στηρίζονται στν ρθολογισμό, κφράζουν μι ρρωστημένη χθρότητα ναντίον μας κα διαστρέφουν σα γράφουμε. Δυ φορς πο στειλα κάποιο νώνυμο σχόλιο (σχετο μ τος ποτειχισμένους) κα τ δημοσιεύσατε, διαπίστωσα τι πάντηση πο δωσε κ. Νούσης, δν φοροσε τν οσία το θέματος, λλ’ πως ο Χιλιαστές, πηδοσε π τ να θέμα στ λλο μ παντώντας γι τ δι τατα. ταν ναγκάστηκα ν πιμείνω, ζητώντας συγκεκριμένη πάντηση, γινα δυσάρεστος σ σς, κα τ σχόλιό μου ...λογοκρίθηκε, δν ναρτήθηκε!
Κάτι παρόμοιο κάνει κ. Νούσης κα στ τελευταο ρθρο, στ ποο γράφει γι τος ποτειχισμένους κα τν π. Εθύμιο, χωρς νθρωπος ν χει διαβάσει ν χει καταλάβει ,τι διάβασε π τ συγγράμματά του, ποδεικνύοντας τσι, τι δν χει καταλάβει, τί ννοε π. Εθύμιος μ σα γράφει.

λα ατ ναγκάζομαι ν σς τ γράψω προλογικ-πεξηγηματικά, γι ν μιλήσω γι τν τελευταία νάρτησή σας. Σ’ ατν προλογίζοντας τ ρθρο το κ. Νούση, περβαίνετε τ σκαμμένα, μς ταυτίζετε μ τος «Χρυσαυγίτες», παρόλο πο πιμελς ποφεύγουμε ν πάρουμε πολιτικ θέση πρ κομμάτων, χουμε διαφωνήσει δέ, μ θέσεις το στολογίου «ποτείχιση» σ’ ατ τ συγκεκριμένο θέμα (κα εναι παράδεκτο ν μς ταυτίζετε μαζί του, πειδ ς ποτειχισμένος ναδημοσιεύει τ κείμενά μας). Παρόλα ατ σες μς ταυτίζετε κα μς συκοφαντετε νεπίτρεπτα, γράφοντας γι λους τος ποτειχισμένους, τι «ο χαρακτηρισμο πο κσφενδονίζουν δηλώνουν τς δολοφονικς προθέσεις τους»!
Τοτο εναι φανερ συκοφαντικ κα παρακαλ, σον φορ τ πρόσωπό μου, ς να κ τν διαχειριστν το στολογίου "Πατερικ Παράδοση" ν τ διορθώσετε.
Σημάτης Π.

Υ.Γ.: κ. Νούσης, πο δν χει καταλάβει τς θέσεις τν Πατέρων περ το θέματος, κα δν χει διάθεση ν διαλεχθε μαζί μας (γράφοντας π να στολόγιο πο ποκλείει τ Διάλογο μ τος ποτειχισμένους), σημειώνει:
 «Διευκρινίζοντας, μάλιστα, (ννοε κ. Νούσης τν π. Εθύμιο Τρικαμην) μ ποκλειστικ προσωπικ τρόπο τς προϋποθέσεις νέργειας τς Χάρης στος Οκουμενιστς (τουτέστιν λους μας σχεδόν), μο δίνει τ δυνατότητα κα τ δικαίωμα ν τν ρωτήσω ελόγως μ τ σειρά μου: φο πάρχει Χάρη, στω κα οκονομικς, γιατί ν ξέλθει κα ν μν πολεμήσει π μέσα, ντς τν τειχν;».
ν εχε διαβάσει τ βιβλία το π. Εθύμιου κα τ κείμενα πο δημοσιεύουμε, θ καταλάβαινε τι ο γιοι Πατέρες κα ο πιστοί, πο ν τος αἰῶνες πομακρύνθηκαν π τος αρετικος (δήλ. διέκοψαν τ μνημόσυνο ποτειχίστηκαν), δν σχυρίστηκαν τι θεία χάρη νεργοσε μόνο σ’ ατούς. ν δέ, θέλει ν μιλήσουμε σ πίπεδο Κανόνος (το ΙΕ΄), Κανόνας δν λέγει κάτι τέτοιο, οτε π. Εθύμιος σχυρίστηκε ποτ κάτι τέτοιο. Κανόνας λέγει πλά: ταν πάρχουν ψευδο-ποιμένες πομάκρυνση π ατος τουλάχιστον πιτρέπεται (δν πεισέρχομαι δ στ δυνητικ προαιρετικό)· τι σοι ποτειχίζονται πράττουν καλά, χουν τν ελογία τς κκλησίας, εναι ντός της κκλησίας, λλ χωρίζονται π τν κηρύττοντα αρεση πίσκοπο, στω κα τν παραμικρ αρεση. Κι ν πιτρέπει τν ποτείχιση, κτς π τ παράδειγμα τν γίων, κα κάποιος Κανόνας (πο ρμηνεύει, κωδικοποιε κα πισημοποιε τ στάση τους), γιατί θ μς τ παγορεύσει κ. Νούσης;
Κι χει ποδειχθε μ συγκεκριμένα στοιχεα τι Οκουμενισμς εναι Παναίρεση κι χι μ τάχα «ρευστς ρμηνευτικς δηλώσεις κα συμπροσευχητικ πεπραγμένα», πως σχυρίζεται κ. Νούσης. Οκουμενισμς χαρακτηρίστηκε ς παναίρεση, π τν γ. ουστνο Πόποβιτς πο κοιμήθηκε, πρν γίνουν γνωστς ο υοθετούμενες π τ Φανάρι αρετικς δοξασίες το Ζηζιούλα κα παρκς καταδειχθον! (σχάτως μάλιστα, ο ΡΙΖΕΣ τν αρέσεων πισημαίνονται κα νευρίσκονται σ Παπικ κα φιλοπαπικ κείμενα -κατ’ ξοχν σ ατ τς Β΄ Βατικανς- κα παρουσιάζονται π στολόγο).
Κλείνοντας, θ θυμήσω τι πικαλεται π. Εθύμιος κα τ παράδειγμα το γ. Μαξίμου το μολογητο (κα μ μς πε κ. Νούσης, τι δν μπορομε ν τ πικαλεσθομε, πειδ δν εμαστε γιοι πως κενος), πο ρνιόταν τι κφράζουν τν κκλησία ο τότε κανονικο Πατριάρχες (πως σήμερα ο Οκουμενιστς Πατριάρχες), φόσον βρίσκονταν στν αρεση το Μονοθελητισμο κα εχε διακόψει τν κοινωνία μ ατούς!