Τὸ σχίσμα τῶν τεσσαρεςκαιδεκατιτῶν καὶ οἱ ἀναλογίες
του μὲ τὴν σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση
Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου
Ἀποτελεῖ κοινὴ ὁμολογία, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς κύριους παράγοντες ἀδυναμίας μιᾶς
ἐπιτυχοῦς καταπολέμησης τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀποτελεῖ τὸ ἡμερολογιακὸ
ζήτημα. Τὸ παλαιοημερολογίτικο σχίσμα ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὸν τρόπο ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου
καὶ ἀπὸ τὴν ἀνάδειξή του σὲ δογματικὸ θέμα καὶ σὲ κριτήριο ὀρθοδόξου πίστεως,
παραμένει ἕως σήμερα καὶ διχάζει τὸ ποίμνιο.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία μᾶς διδάσκει, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς τρόπους νὰ λύσουμε
αὐτὸ τὸ θλιβερὸ κατεστημένο (πιά) εἶναι ἡ διδαχὴ γιὰ παρόμοιες περιπτώσεις καὶ τὴν
ἐπίλυσή τους ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία. Γιατὶ μόνο ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία,
ἡ ἐμπειρία καὶ διδαχὴ τῶν Πατέρων, ἀποτελοῦν τὸν μοναδικὸ ἀσφαλῆ ὁδοδείκτη ποὺ μᾶς
ἐπιτρέπει νὰ πορευθοῦμε μέσα στὸ σωτήριο θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Πολλὰ εἶναι τὰ ἀνάλογα παραδείγματα. Ἕνα παράδειγμα ποὺ θὰ μᾶς ὠφελοῦσε ἀφάνταστα
εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν τεσσαρεσκαιδεκατιτῶν (ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος τὴν
περιλαμβάνει στὸ σύγγραμμά του «Πανάριον» ὡς τὴν 50η αἵρεση), οἱ ὁποῖοι μολονότι
ἀκολουθοῦσαν μία ἡμερολογιακὴ παράδοση, ποὺ τοὺς παραδόθηκε ἀπὸ Ἀποστόλους καὶ ἀπὸ
Ἁγίους, λόγῳ τῆς ἄρνησής τους νὰ συμμορφωθοῦν τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες μὲ τὸν ἑορτασμὸ
τοῦ Πάσχα τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τὴν σχετικὰ μὲ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα ἀπόφαση
τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, ἀποσχίσθηκαν καὶ τελικὰ καταδικάσθηκαν ὡς αἵρεση καὶ τέθηκαν
ἐκτὸς Ἐκκλησίας.
Ὡς τεσσαρεσκαιδεκατῖτες, λατ. Quartodecimani (στὴν συνέχεια
τοῦ κειμένου θὰ ἀναφέρονται ὡς Τ.) ὀνομάζονταν οἱ Χριστιανοὶ τῶν πέντε πρώτων αἰώνων,
ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς καὶ κυρίως τῶν ἐνοριῶν τῆς δυτικῆς Μικρᾶς
Ἀσίας (ὁ Εὐσέβιος, Ἐκκλησ. Ἱστορ. 5,23,1, γράφει «τῆς Ἀσίας ἁπάσης») καὶ μέρους τῆς Συρίας (κοινότητες
τεσσαρεσκαιδεκατιτῶν ὑπῆρχαν καὶ στὴν Ρώμη). Οἱ Τ. γιόρταζαν ἤδη ἀπὸ τὸν 1ο
αἰ. μ.Χ. τὸ σήμερα λεγόμενο «Σταυρώσιμο»1 Πάσχα,
—δηλ. γιόρταζαν τὸ Ἰουδαϊκὸ Πάσχα μὲ χριστιανικὸ περιεχόμενο, τὴν Σταύρωση τοῦ
Κυρίου— σὲ ὁποιαδήποτε μέρα καὶ ἂν ἔπεφτε αὐτό, στὶς 14 τοῦ ἑβραϊκοῦ μήνα Νισάν.
Ὅταν ὁ ἑορτασμὸς τῆς Ἀναστάσεως ἀπέκτησε μεγαλύτερη σημασία τελοῦσαν τὸ πασχάλιο
δεῖπνο καὶ τὴν Θεία Εὐχαριστία τὰ ξημερώματα τῆς ἑπόμενης ἡμέρας, δηλ. στὶς 15 Νισάν
(Στεφανίδης, σελ. 111). Νήστευαν μάλιστα διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους Χριστιανοὺς
καὶ ἔτρωγαν ἄζυμα (γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἀπόψεις τῶν Παπικῶν γιὰ τοὺς Τ. τείνουν νὰ εἶναι
θετικές, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν δηλ. τὴν αἱρετική τους πρακτικὴ τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ
Πάσχα καὶ τῶν ἀζύμων, βλ. καὶ εἰσαγωγὴ τοῦ Köstlin).
Οἱ ὑπόλοιποι χριστιανοὶ γιόρταζαν τὸ λεγόμενο «Ἀναστάσιμο» Πάσχα (γιόρταζαν
δηλ. τὴν ἀνάσταση κι ὄχι τὴν Σταύρωση τοῦ Κυρίου) κάθε Κυριακὴ καὶ κυρίως τὴν πρώτη
Κυριακὴ μετὰ τὶς 14 τοῦ μήνα Νισάν.
Οἱ Τ. ἀντλοῦσαν καὶ ἀπέδιδαν τὴν ἡμερολογιακή τους παράδοση στὸν Ἀπόστολο Ἰωάννη
καὶ τὸ Εὐαγγέλιο του καθὼς καὶ στὸν μαθητή του Ἅγ. Πολύκαρπο Σμύρνης:
«Ζητήσεως δῆτα κατὰ τούσδε οὐ σμικρᾶς ἀνακινηθείσης, ὅτι δὴ
τῆς Ἀσίας ἁπάσης αἱ παροικίαι ὡς ἐκ παραδόσεως ἀρχαιοτέρας σελήνης τὴν
τεσσαρεσκαιδεκάτην ᾤοντο δεῖν ἐπὶ τῆς τοῦ σωτηρίου πάσχα ἑορτῆς παραφυλάττειν, ἐν
ᾗ θύειν τὸ πρόβατον Ἰουδαίοις προηγόρευτο, ὡς δέον ἐκ παντὸς κατὰ ταύτην, ὁποίᾳ
δἂν ἡμέρᾳ τῆς ἑβδομάδος περιτυγχάνοι, τὰς τῶν ἀσιτιῶν ἐπιλύσεις ποιεῖσθαι, οὐκ ἔθους
ὄντος τοῦτον ἐπιτελεῖν τὸν τρόπον ταῖς ἀνὰ τὴν λοιπὴν ἅπασαν οἰκουμένην ἐκκλησίαις,
ἐξ ἀποστολικῆς παραδόσεως τὸ καὶ εἰς δεῦρο
κρατῆσαν ἔθος φυλαττούσαις, ὡς μηδ' ἑτέρᾳ προσήκειν παρὰ τὴν τῆς ἀναστάσεως τοῦ
σωτῆρος ἡμῶν ἡμέρᾳ τὰς νηστείας ἐπιλύεσθαι, σύνοδοι δὴ καὶ συγκροτήσεις ἐπισκόπων
ἐπὶ ταὐτὸν ἐγίνοντο, πάντες τε μιᾷ γνώμῃ δι’ ἐπιστολῶν ἐκκλησιαστικὸν δόγμα τοῖς
πανταχόσε διετυποῦντο ὡς ἂν μὴ ἄλλῃ ποτὲ τῆς κυριακῆς ἡμέρᾳ τὸ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως
ἐπιτελοῖτο τοῦ κυρίου μυστήριον, καὶ ὅπως ἐν ταύτῃ μόνῃ τὴν κατὰ τὸ πάσχα
νηστειῶν φυλαττοίμεθα τὰς ἐπιλύσεις» (Εὐσέβιος ἐκκλ. ἱστορ. 5,23,1f. καὶ 5,25,16f.).
Αὐτή τους ἡ πεποίθηση ἀποτελεῖ καὶ τὸ πρῶτο πρόβλημα γιὰ τοὺς ἐρευνητές.
Διότι στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος χρονολογεῖται τὸ βράδυ τῆς
13ης τοῦ μηνὸς Νισὰν καὶ ἡ Σταύρωση τοῦ Κυρίου τὸ μεσημέρι τῆς 14ης,
πρὶν λοιπὸν τελεσθεῖ τὸ παραδοσιακὸ γεῦμα μὲ τὰ ἄζυμα (γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία
μας καταδίκασε τὴν χρήση τῶν ἀζύμων στὴν Θεία Λειτουργία). Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἀντλοῦσαν
οἱ Τ. τὴν παράδοσή τους; Οἱ ἐρευνητὲς καταλήγουν στὸ συμπέρασμα, ὅτι μᾶλλον ἡ
παράδοση τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισὰν δὲν τοὺς παραδόθηκε ἀπὸ
τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, ἀλλὰ ἀπὸ κάποιον ἄλλο Ἰωάννη, μᾶλλον τὸν Ἰωάννη τὸν
Πρεσβύτερο. Σὲ αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία συναινεῖ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῶ ὁ Ἅγ. Εἰρηναῖος
τῆς Λυὼν θεωρεῖ τὸν Ἅγ. Πολύκαρπο μαθητὴ τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννη (Adversus
haereses 2,22,5; 3,3,4), ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος (ἐπιστ. πρὸς Πολύκαρπο καὶ πρὸς Ἐφεσίους)
δὲν ἀναφέρει καθόλου τὸν Ἀπόστολο Ἰωάννη καὶ ὁ Παπίας τῆς Ἱεραπόλεως, φίλος τοῦ
Πολυκάρπου μιλάει γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρεσβύτερο:


