Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
ΑΥΤΟΣ
ὁ στίχος, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἀκούσατε πρὸ ὀλίγου νὰ ψάλλῃ ὁ ἱερεύς, ἐνῷ
κρατοῦσε κάνιστρο καὶ σκορποῦσε σ᾿ ὅλο τὸ ναὸ φύλλα δάφνης, ὡς σύμβολα
νίκης καί θριάμβου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶνε παρμένος ἀπὸ τὸ
Ψαλτήρι. Ψάλλεται εἰδικῶς κατὰ τὴ λειτουργία τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Δὲν
ψάλλεται ἄλλοτε, μόνο σήμερα, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, καὶ ἔχει κάποιο σκοπό.
Ποιός λοιπὸν ὁ σκοπός; Ἔχει μεγάλη σημασία.
Ὁ στίχος αὐτὸς εἶνε τὸ προανάκρουσμα τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ποὺ θά ἑορτάσουμε σὲ λίγο, τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θὰ μιλήσω ἁπλᾶ πάνω σ᾿ αὐτόν.
ΘΑ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
«Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις
ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν» (Ψαλμ. 81,8)
Ὁ στίχος αὐτὸς εἶνε τὸ προανάκρουσμα τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ποὺ θά ἑορτάσουμε σὲ λίγο, τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θὰ μιλήσω ἁπλᾶ πάνω σ᾿ αὐτόν.
* * *
«Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν…». Ποιητὴς τοῦ ψαλμοῦ αὐτοῦ εἶνε ὁ Δαυΐδ· αὐτὸς ἔφτειαξε τὸ στίχο αὐτό. Λυπᾶται ὁ Δαυΐδ. Γιατί; Διότι βασιλεύει ἡ ἀδικία.
Λυπᾶται ὁ Δαυΐδ, γιατὶ διαβάζοντας τὴν ἱστορία βλέπει, ὅτι στὸν κόσμο αὐτὸν βασιλεύει ὄχι ἡ δικαιοσύνη ἀλλὰ ἡ ἀδικία, ὄχι ἡ ἀλήθεια ἀλλὰ τὸ ψεῦδος, ὄχι ἡ ἀγάπη ἀλλὰ τὸ μῖσος, ὄχι τὸ φῶς ἀλλὰ τὸ σκότος· δὲ᾿ βασιλεύει ὁ Χριστός, ἀλλὰ βασιλεύει ὁ σατανᾶς. Τὸν Ἄβελ, ποὺ ἦταν σὰν τὸ ἀρνί, τὸν σκότωσε ὁ ἀδελφός του ὁ Καΐν. Ὁ Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν τὸ πιὸ διαλεχτὸ παιδὶ τῆς οἰκογενείας, πουλήθηκε καὶ κλείστηκε μέσ᾿ στὴ φυλακή, ἐνῷ οἱ μὲν ἀδελφοί του ζοῦσαν ἀμέριμνοι, ἐκείνη δὲ ἡ αἰσχρὰ γυναίκα τοῦ Πετεφρῆ, ποὺ μὲ τὰ ψέματά της ἔγινε ἡ αἰτία νὰ φυλακισθῇ, γλεντοκοποῦσε μὲ τοὺς ἐρωμένους της.
Λυπᾶται ἀκόμα ὁ Δαυΐδ, γιατὶ καὶ στὴ ζωή, στὸ σύγχρονο κόσμο, βλέπει τὴν ἀδικία. Βλέπει νὰ τυραννιοῦνται οἱ φτωχοὶ ἀπὸ τοὺς πλουσίους, οἱ ἀδύνατοι ἀπὸ τοὺς ἰσχυρούς,
Λυπᾶται ὁ Δαυΐδ, γιατὶ διαβάζοντας τὴν ἱστορία βλέπει, ὅτι στὸν κόσμο αὐτὸν βασιλεύει ὄχι ἡ δικαιοσύνη ἀλλὰ ἡ ἀδικία, ὄχι ἡ ἀλήθεια ἀλλὰ τὸ ψεῦδος, ὄχι ἡ ἀγάπη ἀλλὰ τὸ μῖσος, ὄχι τὸ φῶς ἀλλὰ τὸ σκότος· δὲ᾿ βασιλεύει ὁ Χριστός, ἀλλὰ βασιλεύει ὁ σατανᾶς. Τὸν Ἄβελ, ποὺ ἦταν σὰν τὸ ἀρνί, τὸν σκότωσε ὁ ἀδελφός του ὁ Καΐν. Ὁ Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν τὸ πιὸ διαλεχτὸ παιδὶ τῆς οἰκογενείας, πουλήθηκε καὶ κλείστηκε μέσ᾿ στὴ φυλακή, ἐνῷ οἱ μὲν ἀδελφοί του ζοῦσαν ἀμέριμνοι, ἐκείνη δὲ ἡ αἰσχρὰ γυναίκα τοῦ Πετεφρῆ, ποὺ μὲ τὰ ψέματά της ἔγινε ἡ αἰτία νὰ φυλακισθῇ, γλεντοκοποῦσε μὲ τοὺς ἐρωμένους της.
Λυπᾶται ἀκόμα ὁ Δαυΐδ, γιατὶ καὶ στὴ ζωή, στὸ σύγχρονο κόσμο, βλέπει τὴν ἀδικία. Βλέπει νὰ τυραννιοῦνται οἱ φτωχοὶ ἀπὸ τοὺς πλουσίους, οἱ ἀδύνατοι ἀπὸ τοὺς ἰσχυρούς,
