Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Επισημάνσεις σχετικές με σύγχρονες απόψεις των Αποτειχισμένων από την αίρεσι του Οικουμενισμού ως προς την διδασκαλία του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου



Τοῦ Ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ

     «Π.Π.»: Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἀνέκδοτο βιβλίο τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, “Στουδιτικὸν Ταμεῖον” (συμπληρωμένο-ἐπικαιροποιημένο).
    Ἀναφέρεται στὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου ὡς πρὸς τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τὴν διακοπὴ τῆς κοινωνίας, τὸ πότε ἐφαρμόζεται ἡ Ἀκρίβεια καὶ πότε ἡ Οἰκονομία, πότε ἐπιτρέπεται νὰ συλλειτουργοῦν οἱ ἱερωμένοι μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους καὶ πότε ὄχι, καὶ λοιπὰ ἐνδιαφέροντα θέματα. 

    1) Οὐδεμία ὑπόνοια ἀφήνεται ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου περὶ τῆς λεγομένης δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ 15ου  Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ὡς πρὸς τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου. Ἀπεναντίας ὁ Ὅσιος θεωρεῖ ἐπιβεβλημένη τὴν ὑποχρέωσι τῆς διακοπῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν, ἐφ’ ὅσον ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχουν βαρύτατες ποινὲς ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες σὲ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κάνουν συγκατάβασι γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο καὶ δὲν διακόπτουν τὴν μνημόνευσι τῶν αἱρετικῶν. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπάρχει θαυμασία διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, τὴν ὁποία προσαρτήσαμε στὸ θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, καὶ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
     «Ἡ δέ τρίτη ἐπιβολή τοῦ λόγου, ὅτι εἰσί τινες μοναχοί ὡς τό δοκεῖν τῆς ὀρθῆς πίστεως ἀντεχόμενοι, καί πολλούς διωγμούς ὑπέρ ἀληθείας ὑπομεμενηκότες, συναναστρεφόμενοι δέ ὅμως, καί συνεσθίοντες τοῖς αἱρετικοῖς, καί συγκαταβαίνοντες, καί ἀδιάφορον τό πρᾶγμα οἰόμενοι, ὡς παρά τινι Πατρί νενομοθετημένοι, τρία ταῦτα φυλάξασθαι·  μή εὐλογεῖσθαι ὑπό τῶν αἱρετιζόντων· μή συμψάλλειν αὐτοῖς προαρχομένοις· καί τό ἀπέχεσθαι τῆς κοινωνίας τοῦ ἄρτου αὐτῶν. Παρά τά διατεταγμένα τοῖς ἁγίοις Πατράσι τό λεγόμενον. Οὔτε γάρ συναναστρέφεσθαι, οὔτε συνεσθίειν, οὔτε συμψάλλειν, οὔθ' ὅλως ἔχειν τινά κοινωνίαν πρός αὐτούς καταδέχονται· ἀλλά καί τό οὐαί ἐπιφθέγγονται τοῖς μέχρι βρώματος, καί πόματος, καί σχέσεως κοινωνοῦσιν αὐτοῖς. Ὥστε ἐκκήρυκτος καί ἀλλοτριοδιδάσκαλος ὁ ἐκεῖνα λέγων, ὅστις ἄν εἴη ἐν ἀνθρώποις».
2. Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀπομονώνουμε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου καὶ μὲ βάσι αὐτὸ καὶ μόνο νὰ βγάζουμε συμπεράσματα γιὰ τὴν γραμμὴ καὶ τὴν στάσι τοῦ Ὁσίου ἀπέναντι στὴν αἵρεσι.
3) Τὸ θέμα τῆς Ὀρθοδοξότητος τοῦ Ἐπισκόπου δὲν ἐξετάζεται μόνο, σύμφωνα μὲ τὸν Ὅσιο, ἀπὸ τὸ ποῖον αὐτὸς μνημονεύει καὶ ἂν καταδικάζη κάποια αἵρεσι κ.λπ. Ἐξετάζεται κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου γενικὰ καὶ εἰδικά, σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς πίστεως καὶ ἰδίως, ἂν αὐτὸς συλλειτουργῆ μὲ αἱρετικούς, ἂν μεταδίδη τὰ μυστήρια σὲ αὐτούς, καὶ ἂν ἔχη οἱανδήποτε ἐκκλησιολογικὴ κοινωνία μὲ αὐτούς. Σήμερα π.χ. θὰ λέγαμε, ἂν ὁ Ἐπίσκοπος τὸν ὁποῖο λέμε Ὀρθόδοξο, ἐπειδὴ ἴσως καταδικάζει τὴν Σύνοδο τοῦ Κολυμβαρίου, ἂν αὐτὸς ἀνήκει στὸ λεγόμενο Π.Σ.Ε., ἂν συλλειτουργεῖ μὲ Οἰκουμενιστές, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν ἀναθεματίζη, ὄχι μόνο τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς Οἰκουμενιστὲς γενικὰ καὶ εἰδικά.
     Ἡ Ὀρθοδοξότητα κάποιου, σύμφωνα μὲ τὸν Ὅσιο κρίνεται μέχρι τοῦ σημείου, ἂν θὰ συμφάγη κάποιος μὲ δεδηλωμένους αἱρετικούς. Ἂν στὴν ἐποχή του ὁ Ὅσιος ἔλεγε ὅτι εἶναι σπάνιο νὰ εὕρης ἱερέα, ὁ ὁποῖος εἶναι τελείως καθαρὸς ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς («τοιοῦτον δὲ πρεσβύτερον, σπάνιον εὑρεῖν νῦν μὴ μιγνύμενον καὶ συγκοινωνοῦντα αἱρετικοῖς»), πόσο μᾶλλον αὐτὸ θὰ ἰσχύη σήμερα καὶ μάλιστα ὄχι γιὰ τοὺς ἱερεῖς, ἀλλὰ γιὰ τοὺς Ἐπισκόπους;
4) Δὲν φαίνεται πουθενὰ στὴν διδασκαλία καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Ὁσίου, νὰ ἐπιζητοῦσε καὶ νὰ ἐπεδίωκε νὰ εὕρη Ἐπισκόπους Ὀρθοδόξους ἐν καιρῷ αἱρέσεως, διότι δῆθεν χωρὶς αὐτούς (ἐν καιρῷ πάντοτε αἱρέσεως ὁμιλοῦμε), δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Ἀπεναντίας ἐδίδασκε ὅτι ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἡ Ἐκκλησία ὑφίσταται ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν τρεῖς μόνο ὀρθόδοξοι:
     «Μὴ θῶμεν σκάνδαλον τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστὶ καὶ ἐν τρισὶν ὀρθοδόξοις ὁριζομένη κατὰ τοὺς ἁγίους· ἵνα μὴ τῇ ἀποφάσει τοῦ Κυρίου καταδικασθῶμεν».
5) Ὁ Ὅσιος ἐδίδασκε ὅτι ἐν καιρῷ αἱρέσεως δὲν διακόπτομε μόνο τὴν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλὰ διακόπτομε καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτὸν καὶ μὲ ὅσους ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικὰ μὲ αὐτόν. Οἱανδήποτε μάλιστα ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τὴν θεωροῦσε πνευματικὴ μοιχεία:
     «Καί γε δεῖ τοὺς τὰ σώματα ἀνέπαφα ἔχοντας, καὶ κατὰ τὴν πίστιν παρθενεύειν. Μοιχεία γάρ ἐστιν, ὦ πανσύνετοι, καὶ τὸ τῆς κοινωνίας μετέχειν· ἧς ὑμᾶς ὁ Κύριος μέχρι τέλους διατηρήσειεν ἡμᾶς ἀψεύστους».
     Χρησιμοποιώντας μάλιστα ὁ Ὅσιος τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰωάνου τοῦ Χρυσοστόμου ἐδίδασκε τὰ ἑξῆς:
«Οὐδ' ἄν τά ὅλα χρήματα τοῦ κόσμου παρέξει τις καί κοινωνῶν εἴη τῇ αἱρέσει, φίλος Θεοῦ καθίσταται, ἀλλ' ἐχθρός.  Καί τί λέγω κοινωνίας; Κἄν ἐν βρώματι, καί πόματι, καί φιλίᾳ συγκάτεισι τοῖς αἱρετικοῖς ὑπεύθυνος. Τοῦ Χρυσοστόμου ἡ ἀπόφασις· ἐπεί καί παντός ἁγίου».
    Εἰς τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων γράφοντας ὁ Ὅσιος καὶ ἀναφερόμενος εἰς αὐτὴν τὴν κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον  μεσοβέζικην κατάστασι ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Οἱ μέν (αἱρετικοὶ Εἰκονομάχοι) τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δέ, εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται».
Τέλος ὁ Ὅσιος καὶ ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν μαρτύρια χάριν τῆς ὁμολογίας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἀπαιτοῦσε νὰ μὴν ἔχουν καμμία ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, μέχρι σημείου δόσεως καὶ λήψεως. Σὲ ἐπιστολή του λοιπόν, στὸν μοναχὸ Ἰάκωβο ἀναφέρει γιὰ κάποιον ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ εἶχε ὑποστῆ τὶς συνέπειες τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως, ὅμως δὲν εἶχε διακόψει τὸ δοῦναι καὶ λαβεῖν μὲ τοὺς αἱρετικούς:
    «Ἐγώ δέ οὐκ οἴομαι,  φίλτατε, ὅπερ ἐσήμανας πρόσωπον οὕτω καί λέγειν καί πράττειν. Καί πῶς γάρ ὁ ἐν βαθμῷ ἱεραρχίας ἀνηγμένος χαμαιζήλως ἄγοιτο; πῶς δέ καί ὁ ἠθληκώς δι' ὁμολογίας συνυποφέρεται τοῖς ἀζηλώτοις καί ἀνιέροις; Φῆς γάρ λέγειν αὐτόν, ὅτι τό καθέζεσθαι εἰς ἐπισκοπεῖον, ἐν ᾧπερ ἠσέβησεν ὁ κατέχων, τό κωλύον οὐδέν·  καί τό παρά συγκαταβατῶν ἀνεπισκόπων σιτίζεσθαι, οὐδέν μάχεται τῷ κανόνι τῆς εὐσεβείας. Καί πῶς τοῦτο οὐ μάχεται τῇ ἀληθείᾳ; τοῦ ἁγίου Δαυΐδ ψάλλοντος·  Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μή λιπανάτω τήν κεφαλήν μου.  Τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρός τούς αἱρετικούς, ἀλλά μήν μηδέ πρός τούς κοινωνοῦντας μετά τῶν ἀσεβῶν. Πῶς δέ οὐ κοινωνία, εἴπερ δεῖ καθέζεσθαι ἐν τόπῳ τοιούτῳ, κἀκ τῶν τοιούτων σιτίζεσθαι; οὐκ ἔχει φύσιν κἄν μή ἐκεῖσε κάθηταί τις, ἐκεῖθεν δέ τρέφοιτο, αὐτή ἡ δόσις καί λῆψις κοινωνίαν ἐργάζοιτο· φησί γάρ ὁ Ἀπόστολος.  Οἴδατε καί ὑμεῖς Φιλιππήσιοι ὅτι ἐξῆλθον ἀπό Μακεδονίας, οὐδεμία μοι Ἐκκλησία ἐκοινώνησε χάριν δόσεώς τε καί λήψεως, εἰ μή ὑμεῖς μόνον· ὅτι καί ἐν Θεσσαλονίκῃ ἅπαξ καί δίς εἰς  τήν χρείαν μοι ἐπέμψατε.  Εἰ οὖν τό ἅπαξ, καί δίς λαβεῖν, κοινωνίαν ἀπέφηνε τό φῶς τοῦ κόσμου·  τό ἀεί λαμβάνειν τίς ἄν εὖ φρονῶν οὐ φεύξοιτο ὡς ἀντίθετον φωτός;» (P.G. 99, 1392D).
     Ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἀναφέραμε, κατανοεῖ κανείς, σὰν ἐκ τοῦ ὄνυχος τὸν λέοντα, πόσο ἀπόλυτος ἦτο ὁ Ὅσιος εἰς τὸ θέμα τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μαζὶ μὲ τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὰ τὰ δύο (διακοπὴ μνημονεύσεως καὶ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας) εἶναι ἀλληλένδετα σὲ σημεῖο, ἂν τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο δὲν τηρῆται, νὰ καταργῆ κατ’ οὐσίαν καὶ τὸ ἄλλο.
    Ἐν κατακλεῖδι ἀναφέρομε ὅτι μέσα σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν συνάρτησι πρέπει νὰ ἰδοῦμε καὶ τὸ πῶς καὶ διατί ὁ Ὅσιος ἐπιτρέπει τὴν κατ’ οἰκονομίαν μνημόνευσι Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μνημονεύει τὸν αἱρετικὸ μητροπολίτη του.

ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΙΣ (Ἐπισκόπου
ἐν τῇ Θ. Λειτουργίᾳ)

    Ἕνα ἀπό τά σημαντικώτερα θέματα τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας καί παραδόσεως εἶναι καί τό θέμα τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου εἰς τήν Θ. Λειτουργία καί, γενικῶς, εἰς τά μυστήρια καί τίς ἀκολουθίες τῆς Λατρείας μας.  Καί εἶναι, σημαντικό, διότι διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου, σύμφωνα μέ τήν ἐπιστολή τῶν Ἁγιορειτῶν πρός τόν Λατινόφρονα βασιλέα, καταδεικνύεται ἐπισήμως ἡ ὑποταγή πρός τήν ἐκκλησιαστική ἡγεσία, ἡ ταύτισις μέ τήν πίστι τοῦ Ἐπισκόπου, τόν ὁποῖο μνημονεύουμε καί ἡ διαδοχή στά Θεῖα μυστήρια. Δηλαδή διά τῆς μνημονεύσεως ἑνωνόμεθα καί ταυτιζόμεθα μέ αὐτά τά ὁποῖα  πιστεύει ὁ Ἐπίσκοπος πού μνημονεύουμε καί, ἀκόμη, μέ τήν γραμμή πού ἀκολουθεῖ στά διάφορα θέματα  τῆς Ἐκκλησίας.   Ἄρα λοιπόν πρέπει νά ἐνδιαφέρη τόν κάθε λειτουργό καί ἱερέα τῆς Ἐκκλησίας, ποιόν Ἐπίσκοπο μνημονεύει, ὅπως ἐπίσης καί τούς λαϊκούς πού συμμετέχουν στά μυστήρια καί τίς ἀκολουθίες, διότι ὅλοι διαδηλοῦμε διά τῆς μνημονεύσεως ὅτι ἔχουμε τήν ἴδια πίστι καί πνευματική πορεία μέ τόν Ἐπίσκοπο πού μνημονεύουμε.
   Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σ' αὐτό εἰδικά τό θέμα τῆς μνημονεύσεως εἶναι ὁ πλέον διαφωτιστικός ἀπό τούς ἄλλους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, διότι, στήν ἐποχή πού ἔζησε, ὑπῆρξαν δύο αἱρέσεις πού ἕδρασαν στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες αἱρέσεις εἶχαν ὑποστηρικτάς πολλούς Ἐπισκόπους, ποὺ προσπάθησαν νά πείσουν τόν λαό τοῦ Θεοῦ νά τούς ἀκολουθήσουν, ὡς δῆθεν κεφαλές τῆς Ἐκκλησίας καί ἀντιπροσώπους τοῦ Χριστοῦ στή γῆ. Ὁ ὅσιος Θεόδωρος χρειάστηκε σέ τρία χρονικά διαστήματα νά διακόψη τήν μνημόνευσι τοῦ ἐπισκόπου καί κάθε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία, ἐπειδή τήν θέσι αὐτή τοῦ Ἐπισκόπου τήν κατεῖχον αἱρετικοί ἐπίσκοποι. Μᾶς ἐδίδαξε δέ μέ αὐτόν τόν τρόπο καί ἐμπράκτως ὅτι εἶναι ὁ πλέον ἐπίσημος καί ἐπιβεβλημένος τρόπος ἐνεργείας τοῦ κάθε ὀρθοδόξου κληρικοῦ καί λαϊκοῦ, ἡ διακοπή δηλαδή τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου, καί ἡ πλέον ἀσφαλής ὁδός προκειμένου νά ἀνήκη κανείς στήν Ἐκκλησία, ἐφ' ὅσον ὁ Ἐπίσκοπος δέν ὀρθοτομεῖ τόν λόγον τῆς ἀληθείας.
   Στίς ἡμέρες μας δέ οἱ θεολογικές αὐτές θέσεις τοῦ ὁσίου, ὅσον ἀφορᾶ στήν μνημόνευσι τοῦ Ἐπισκόπου, εἶναι πλέον πολύτιμες, ὄχι μόνον διότι ὑπάρχει καί δρᾶ στήν Ἐκκλησία ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἀποσπᾶ ἀπό τήν Ἐκκλησία τά μέλη της καί τά κατατάσσει στήν αἵρεσι, ὄχι μόνον διότι ὑπάρχουν πάμπολλοι αἱρετικοί Ἐπίσκοποι, ἀπό τούς ὁποίους πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀλλά καί διότι ὑπάρχει καί θεωρητική τοποθέτησις ἐπί τοῦ θέματος τούτου, τελείως διεστραμμένη καί βλάσφημος καί φυσικά ἀντίθετος ἀπό τίς θέσεις καί ἀντιλήψεις τοῦ Ὁσίου.
   Ἡ θεωρητική αὐτή τοποθέτησις, ἡ ὁποία, ἄς σημειωθῆ, ἐναρμονίζεται πλήρως μέ τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, λέγει ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νά μνημονεύεται ὁ Ἐπίσκοπος στά μυστήρια καί τίς ἀκολουθίες, ὅ,τι πίστι καί ἄν ἔχη, ἔστω καί ἄν δέν ὀρθοτομῆ τόν λόγον τῆς ἀληθείας· λέγει ἀκόμη ὅτι, ἄν δέν μνημονεύεται στήν Λειτουργία καί στά μυστήρια τό ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου, αὐτά εἶναι αὐτομάτως ἄκυρα, καί ἐπί πλέον ὅτι ἡ Θ. Λειτουργία δέν τελεῖται στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά στό ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου.
   Ἄς ἀναφέρωμε, λοιπόν, τά  τμήματα τῶν ἐπιστολῶν καί τά περιστατικά τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου, πού ἀφοροῦν στήν μνημόνευσι τοῦ Ἐπισκόπου γιά νά ἰδοῦμε πῶς ἐνεργοῦσαν οἱ ἅγιοι καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ σέ περίοδο αἱρέσεων, πῶς ἀντιμετώπιζαν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους καί ποιούς θεωροῦσαν ὁδηγούς καί ἀντιπροσώπους τοῦ Χριστοῦ καί, ἐπί πλέον, πόσο εὐαίσθητοι ἦταν τότε οἱ Χριστιανοί γύρω ἀπό αὐτά τά θέματα.

1. Ἐπιστολή ΛΘ (39) Θεοφίλῳ ἡγουμένῳ (Ρ.G. 99, 1048D).
    «...Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου·  ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς· τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς, μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας· ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτῇ μέχρι καί ἑστιάσεως.  Εἰ δέ λέγῃ ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ' ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι·  ἐκεῖνο γινωσκέτω·  ὅτι οὕπω σύνοδος ἦν, οὐδέ ἐκφωνητόν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα. Καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως, ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ.
    Ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσιν ὀρθοδόξοις παῤῥησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις, μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων, ἤ ὁμοφρονούντων αὐτῇ.  Καίγε δίκαιον, ὅσιε Πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως Θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν Θεόν. Ἐχθρούς γάρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο. Καί ἐάν ἡ σή στεῤῥότης οὐκ ἀσφαλίσηται, τίς λοιπόν σωθήσεται; καί ἐάν ὁ παῤῥησιασάμενος δυνάμει Θεοῦ, ὡς ἅγιος, πλήν τελείας αἱρέσεως, ἄρτι μετά τήν αἵρεσιν ὑποστείληται· πῶς ἕτερος τολμήσει γρύξαι; 

Ἑρμηνεία.
    Αὐτά λοιπόν, μαζί μέ τόν χαιρετισμό, θεώρησα ἀπαραίτητο νά ὑπενθυμίσω στήν ἁγιότητά σου, ὥστε γνωρίζοντας ὅτι ὑπάρχει αἵρεσις νά φεύγης μακριά ἀπό αὐτήν, μέ τό νά μήν ἐπικοινωνῆς μέ τούς αἱρετικούς, οὔτε νά τούς μνημονεύης κατά τήν τέλεσι τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Λειτουργίας στήν σεβάσμια μονή σου. Διότι ὑπάρχουν φοβερές ἀπειλές, οἱ ὁποῖες ἐκφωνήθησαν ἀπό τούς  ἁγίους, δι' αὐτούς πού ἐπικοινωνοῦν μαζί τους μέχρι τοῦ σημείου νά συμφάγουν. Ἐάν δέ ἐρωτᾶ ἡ ὁσιότης σου, πῶς δέν τό εἴπαμε αὐτό πρίν ἀπό τήν λεηλασία, ἀλλά καί ἐμεῖς ἐμνημονεύαμε τούς ἐπισκόπους τῆς Κων/πόλεως, πρέπει νά ξέρης τοῦτο. Ὅτι ἀκόμη δέν εἶχε γίνει σύνοδος, οὔτε ἐπίσημα εἶχε ἐκφωνηθῆ καί διατυπωθῆ τό αἱρετικό δόγμα καί ὁ ἀναθεματισμός σ' αὐτούς πού δέν τό ἐδέχοντο. Καί πρίν γίνουν αὐτά ἦταν ἐπικίνδυνο νά  χωριστοῦμε τελείως  ἀπό αὐτούς πού παρανομοῦσαν, ἀλλά μόνο τό νά ἀποφεύγουμε τήν φανερή ἐπικοινωνία μαζί τους  καί χάριν οἰκονομίας νά τούς μνημονεύουμε προσωρινά. Ἐπειδή ὅμως ἐκφωνήθηκε πλέον καί διατυπώθηκε ἡ αἱρετική διδασκαλία ὁλοφάνερα ἀπό τήν σύνοδο, πρέπει τώρα καί σύ μαζί μέ ὅλους τούς ὀρθοδόξους νά ὁμολογήσης μέ παρρησία, μέ τό νά μήν ἔχετε καμμία ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, οὔτε νά μνημονεύουμε στήν θεία λειτουργία ὅποιον παρευρέθηκε στή σύνοδο, ἤ ὅποιον συμφωνεῖ μέ τίς ἀποφάσεις  της. Γιατί εἶναι δίκαιο ὅσιε πάτερ, πού σύμφωνα μέ τό ὄνομά σου εἶσαι φίλος μέ τόν Θεό, νά ἀγαπᾶς καί μέ αὐτόν τόν τρόπο τόν Θεό. Ἐπειδή, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μέ δυνατή φωνή ἐχαρακτήρισε ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί αὐτούς πού ἐπικοινωνοῦν μαζί τους.  Καί ἐάν σύ πού φάνηκες στερεός προηγουμένως, τώρα μετά τή σύνοδο δέν ἀσφαλιστῆς, ποιός ἄλλος εἶναι δυνατόν νά σωθῆ; Καί ἐάν σύ πού μέ παρρησία καί δύναμι θεϊκή μίλησες σάν ἅγιος, πρίν ἐκδηλωθῆ τελείως ἡ αἵρεσις, τώρα, μετά τήν αἵρεσι ὑποχωρήσης, πῶς θά τολμήση κάποιος ἄλλος νά φέρη τήν παραμικρή ἀντίρρησι;

     2. Μ' (40) Ναυκρατίῳ τέκνῳ (Ρ.G. 99, 1057Α).
       ...ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές·  οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς Θεοῦ. Εἰ δέ πνεῦμα ζήλου Θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ καθηγουμένῳ, καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι· μηδέ λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ' αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ·  μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον. Καί μακάριος οὗτος, πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γενόμενος.

Ἑρμηνεία.
   Εὑρισκομένου δέ αὐτοῦ (τοῦ Ἐπισκόπου) μέσα στήν αἵρεσι, διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ, ἔστω καί ἄν λέγη ὅτι ἔχει ὑγιές καί ὀρθόδοξο φρόνημα, δέν εἶναι δυνατόν αὐτούς πού χειροτονεῖ νά εἶναι στήν πραγματικότητα λειτουργοί τοῦ Θεοῦ. Ἐάν ὅμως μέσα στήν καρδιά τοῦ Καθηγουμένου ἄναψε τό πνεῦμα τοῦ ζήλου τοῦ Θεοῦ καί ἐπιθυμεί νά λάβη τόν στέφανο τῆς ὁμολογίας, τότε δέν πρέπει καθόλου νά λειτουργῆ στήν ἐκκλησία αὐτή ἡ ὁποία ἐγκαινιάσθηκε ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο. Οὔτε ἐπίσης νά τόν μνημονεύη αὐτόν ὡς ἐπίσκοπο. Καί τότε θά εἶναι εὐτυχής καί μακάριος, ἐπειδή θά γίνη παράδειγμα γιά τήν σωτηρία πολλῶν ἀνθρώπων.

3. Τῷ αὐτῷ  (Ναυκρατίῳ τέκνῳ) (Ρ.G. 99, 1097Α)
     ...Τίς οὕτω ἀκήκοε σχεδόν παράνομα καί ἔκτοπα Χριστιανός, ἅ ὑπό τῶν δυσωνύμων Μοιχειανῶν γεγένηται, λεγομένων μέν ἱεραρχῶν, ὄντων δέ ἀνιέρων ὑπό πάσης ἀποστολικῆς καί Πατρικῆς φωνῆς, καί ἄνευ τῆς αἱρέσεως; Τύπτων οὕτω τίς τέτυφεν ἀνθρώπων, οὐ λέγω Χριστιανική χείρ, ἀλλά βαρβαρική· δίς ἑκατοντάσι πρός ἑξήκοντα καί ἕξ μαστίγων, εἶτα μετ' οὐ πολύ, δίς δύο ἑκατοντάσι βουνεύρων ἐπί τῶν νώτων· ὡς ὁ γενναῖος γε ἀρχιεπίσκοπος, μᾶλλον δέ ἀλλοτριοεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, καί οὐ τῶν ἀγελαίων τινά, ἀλλά μονάζοντα, καί τοῦτον ἡγούμενον, καί μάλα τόν εὐλαβέστατον, τοὔνομα Εὐθύμιον, τόν τῆς εὐθυμίας ὄντως φερώνυμον; Ἐξέστη ἐπί τούτῳ ὁ οὐρανός· καί ἔφριξα ἐγώ ὁ τάλας·  οἶμαι δέ καί πᾶς τις τῶν ἀνθρώπων τήν φυσικήν ἡμερότητα τε καί ἐλεημοσύνην ἔχων, καί ἀκούων. Ὅς εἰς τύπον Χριστοῦ ὀφείλων κεῖσθαι, καί τυπτόμενος μή ἀντιτύπτειν, καί τῶν θηρίων ὠμότερος γέγονεν, οὔ τί που ἴχνος Χριστιανικόν φέρων, πολλοῦ γε εἰπεῖν ἱεραρχικόν.
    Καί ὑπέρ τίνος ὁ δαρμός; ἵνα τόν τοῦ Χριστοῦ ἀθλητήν πείσῃ συνθέσθαι ἀναφέρειν αὐτόν ὡς ἱεράρχην.  Ἀλλ' ὤ τῆς γενναιότητος καί κραταιότητος τοῦ μάκαρος!  Οὕτω γάρ δίκαιον εἰπεῖν· ὅτι καί μετά τοσαύτας πληγάς καί αἵματος ἁγίου ῥύσιν,  ὡς φοινίσσεσθαι τά πέλματα τῶν ποδῶν τῶν ἐκεῖσε παρόντων, καί οἰονεί πηλοποιεῖσθαι τό πορφύρεον κονίαμα εἰς οἰκοδομήν τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας·  κείμενος ἤδη βραχύ ἄπνους καί ἄφωνος, καί ἐρωτηθείς παρά τῶν κολαστῶν μνημονεύειν τόν τύραννον φημι, ἀλλ' οὐκ ἀρχιεπίσκοπον·  Οὐ, φησίν ὁ μακάριος·  οὕτω μέχρι θανάτου σχεδόν οὐ παρατρέψας τόν νοῦν· οὐ παρεκκλίνας τι τῶν ὀρθοδόξως ἐγνωσμένων  αὐτῷ.

Ἑρμηνεία.
   Ποιός Χριστιανός ἄκουσε ποτέ τόσο παράνομα καί κακότροπα ἔργα, τά ὁποῖα ἔχουν γίνει ἀπό τούς δυσώνυμους Μοιχειανούς, οἱ ὁποῖοι λέγονται μέν Ἱεράρχες, στήν πραγματικότητα δέ εἶναι ἀνίεροι, σύμφωνα μέ τίς ἀποστολικές καί πατερικές φωνές, ἔστω κι ἄν δέν εἶχαν ὑποπέσει στήν αἵρεσι. Ποιό χέρι ἀνθρώπινο, δέν λέγω χριστιανικό ἀλλά βαρβαρικό, ἔφθασε σέ τέτοιο σημεῖο παραφροσύνης, ὥστε νά δώση διακόσια ἑξήντα ἕξι κτυπήματα  μέ τό μαστίγιο καί ἔπειτα ἀπό λίγο τετρακόσια κτυπήματα μέ βούνευρα στήν πλάτη.  Αὐτό τό ἔκανε ὁ γενναῖος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἤ μᾶλλον ἀλλοτριοεπίσκοπος. Αὐτός λοιπόν, δέν κτύπησε κάποιον τυχαῖο ἄνθρωπο, ἀλλά ἕναν μοναχό, καί μάλιστα  ἡγούμενο, κι ἐπιπλέον κατ' ἐξοχήν εὐλαβή ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Εὐθύμιος καί εἶναι συνώνυμος τῆς εὐθυμίας. Ἔφριξε δέ ἀπό τό γεγονός ὁ οὐρανός, καί ἔφριξα καί ἐγώ ὁ ταλαίπωρος. Νομίζω δέ ὅτι τό ἴδιο θά αἰσθανθῆ καί κάθε ἄνθρωπος πού  ἔχει ἐκ φύσεως τήν ἡμερότητα καί τήν εὐσπλαγχνία, ὅταν ἀκούση αὐτό τό γεγονός. Αὐτός μάλιστα, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ ἀξιώματος νά εἶναι τύπος Χριστοῦ καί ὅταν τόν κτυποῦν νά μήν ἀνταποδίδη τό κτύπημα, ἔγινε πιό ἄγριος ἀπό τά θηρία καί ἀπέβαλε κάθε ἴχνος Χριστιανικό, πολύ δέ περισσότερο Ἐπισκοπικό.
   Καί διά ποιό λόγο ὑπέστη αὐτό τό μαρτύριο; Γιά νά πεισθῆ ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ καί νά συμφωνήση νά τόν μνημονεύη αὐτόν ὡς ἱεράρχη.  Ἀλλά πόση ἦτο ἡ γενναιότης καί ἡ δύναμις τοῦ μακαρίου! Ἐπειδή ἔτσι εἶναι σωστό νά τόν ὀνομάζουμε. Διότι καί μετά ἀπό τόσες πληγές καί τήν ροή τοῦ ἁγίου του αἵματος, τό ὁποῖο ἦτο τόσο, ὥστε νά κοκκινίσουν τά πέλματα τῶν ποδιῶν, ὅσων ἦταν παρόντες ἐκεῖ, καί κατά κάποιον τρόπο, νά γίνεται τό κόκκινο ὑλικό, τό ὁποῖο χρειάζεται γιά τήν οἰκοδομή τῆς Ἐκκλησίας· ἐνῶ λοιπόν, ὁ ἀθλητής αὐτός εὑρίσκετο καταγῆς, σχεδόν χωρίς πνοή καί φωνή κι ὅταν ἐρωτήθηκε ἀπό τούς βασανιστές, ἄν δέχεται νά μνημονεύη, τόν τύραννο λέγω καί ὄχι ἀρχιεπίσκοπο, ὄχι ἀπάντησε ὁ μακάριος. Ἔτσι μέχρι σχεδόν στόν θάνατο ἔφθασε, χωρίς νά ἀλλάξη φρόνημα οὔτε νά παρεκκλίνη σέ κάτι ἀπό ὅλα ὅσα ἐγνώριζε ὅτι εἶναι ὀρθόδοξα.

4.  Μ' Ναυκρατίῳ τέκνῳ (Ρ.G. 99, 1053C)
    Περί τῶν ἑτέρων σου ἐρωτήσεων· ἡ πρώτη περί πρεσβυτέρου τοῦ ὀρθοδοξοῦντος, ἀλλ' ὅμως μνημονεύοντος φόβῳ διωγμοῦ τόν αἱρετικόν ἐπίσκοπον, προαποκρίθην σοι·  πλήν καί αὖθις· εἰ μή συλλειτουργεῖ αἱρετικῷ, καί εἰ μή μεταδιδοῖ τοῖς τοιούτοις, δεκτέον τόν τοιοῦτον εἰς συνεστίασιν, καί ψαλμῳδίαν, καί εὐλογίαν βρωμάτων, καί τοῦτο κατ' οἰκονομίαν, οὐ μέν τοι εἰς θείαν μετάληψιν. Δεῖ δέ ἐπερῳτᾶν τῆς αἱρέσεως κρατούσης πάντως·  ὁμολογίαν δέ δεχομένοις ἀρκεῖσθαι, οὐκ οἶδα εἰ μή προδήλως ψευδολόγος αὕτη. Τό γάρ φαίην σε διδάσκεσθαι ἡμᾶς παρά τῶν Πατέρων, μή ἐπερωτᾷν, περί καιροῦ οὗ μή ἔστιν αἵρεσις μαινομένη· καί περί τῶν μή προδήλως κατεγνωσμένων.  Τοιοῦτον δέ πρεσβύτερον, σπάνιον εὑρεῖν νῦν μή μιγνύμενον καί συγκοινωνοῦντα αἱρετικοῖς.
    Ἡ δευτέρα· περί φιλοχρίστου προσκαλουμένου εἰς τό εὐκτήριον αὐτοῦ ποιῆσαι παννυχίδα· καί εἰ δεῖ ἐν αὐτῷ λειτουργῆσαι· καί μεθ' ὧν χρή. Ὑπακουστέον, καί ἰτέον, καί συμψαλτέον δηλονότι εἰ ὀρθόδοξος ὁ προσκαλούμενος καί οἱ ψαλτῳδοί, φυλαττόμενοι ἀμφότεροι τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. Καί μή καί λειτουργητέον ἐν τῷ εὐκτηρίῳ, εἴ γε ὁμολογοίη ὁ κατέχων, μηκέτι ὑπό αἱρετικοῦ αὐτό λειτουργεῖσθαι. Προείρηται γάρ ἀναγκαῖον εἶναι τό ἐπερωτᾷν ἐν πᾶσι διά τήν λυττῶσαν αἵρεσιν.
   Ἡ τρίτη· εἰ λάβοι τις παρά τινος Ἐκκλησίαν ὀρθόδοξος, ἔστι δέ συνήθεια τοῦ κατ' ἐνιαυτόν ἅπαξ ἤ δίς συνηθροῖσθαι ἐν αὐτῇ λαόν, καί ἐν τῇ λειτουργίᾳ ἀναφέρεσθαι τόν αἱρετικόν· τοῦ μέν ψάλλειν ἐκεῖσε κατά ἀνάγκην συγχωρητέον· λειτουργεῖν δέ, οὔ. Εἰ δέ δυνατόν διακοπῆναι τήν συνήθειαν, καί λειτουργητέον.
   Ἡ τετάρτη· εἰ Ἐκκλησία ἐστίν ἐφ' ᾗ λειτουργῶν ἀναφέρει τόν αἱρετικόν·  ἔχει δέ ὁ ὀρθόδοξος θυσιαστήριον καθηγιασμένον ἐν σινδόνι, ἤ ἐν σανίσι· προσήκει αὐτό τεθῆναι ἐν τῇ αὐτῇ Ἐκκλησίᾳ, μή παρόντος τοῦ ἀναφέροντος, καί ἐν αὐτῷ συλλειτουργῆσαι τόν ὀρθόδοξον; οὐ προσήκει, ἀλλά μᾶλλον κατ' ἀνάγκην ἐν κοινῷ οἴκῳ, ἐκλελεγμένῳ τινί καθαρωτέρῳ τόπῳ.

Ἑρμηνεία.
    Ἀπαντῶ τώρα στίς ἄλλες σου ἐρωτήσεις.  Διά τήν πρώτη στήν ὁποία ἐρωτᾶς διά κάποιον ἱερέα, ὁ ὁποῖος ἔχει μέν ὀρθόδοξο φρόνημα, ἀλλά, ἐξ αἰτίας τοῦ φόβου τοῦ διωγμοῦ, μνημονεύει τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο, σοῦ ἀπάντησα προηγουμένως. Ὅμως σοῦ ἀπαντῶ καί τώρα. Ἐάν δέν συλλειτουργῆ μέ αἱρετικό καί ἐάν δέν μεταδίδη τά μυστήρια σέ αἱρετικούς, μποροῦμε αὐτόν τόν ἱερέα νά τόν δεχθοῦμε νά συμφάγουμε στό τραπέζι, νά συμψάλλουμε στήν προσευχή γιά τό γεῦμα καί νά εὐλογήση αὐτός τήν τράπεζα, καί ὅλα αὐτά βέβαια κατ'  οἰκονομία, ὄχι ὅμως στήν Θ. Κοινωνία. Πρέπει δέ νά ἐρωτοῦμε διά τά φρονήματα καί τήν πίστι κάποιου, ἐφ' ὅσον ἐπικρατῆ ἡ αἵρεσις. Ὅταν δέ πάρουμε τήν ὁμολογία αὐτοῦ πού ἐρωτοῦμε νά ἀρκούμεθα σ' αὐτήν, ἐφ' ὅσον βέβαια δέν εἶναι φανερά ψεύτικη. Αὐτό δέ πού ἐσύ λέγεις, ὅτι διδασκόμεθα ἀπό τούς πατέρες νά μήν ἐρωτοῦμε διά τήν πίστι κάποιου, αὐτό ἰσχύει τήν περίοδο κατά τήν ὁποία δέν ὑπάρχει σέ ἔξαρσι κάποια αἵρεσις καί, φυσικά, δι' αὐτούς πού δέν εἶναι φανερά καί δημόσια κατηγορημένοι.  Τέτοιον ὅμως ἱερέα εἶναι σπάνιο νά εὕρης, μή ἀναμεμιγμένον καί ἐπικοινωνοῦντα μέ τούς αἱρετικούς...
   Ἡ τρίτη ἐρώτησις.  Ἐάν κάποιος ὀρθόδοξος πάρη ἀπό κάποιον κάποια ἐκκλησία, ὑπάρχει δέ ἡ συνήθεια μία ἤ δύο φορές τόν χρόνο νά συγκεντρώνεται ὁ λαός καί κατά τήν λειτουργία νά μνημονεύεται ὁ αἱρετικός ἐπίσκοπος. Ὁ ὀρθόδοξος αὐτός ἱερέας μπορεῖ ἐκεῖ κατ' οἰκονομία νά ψάλλη, ὄχι ὅμως καί νά λειτουργήση. Ἐάν δέ εἶναι δυνατόν νά διακοπῆ αὐτή ἡ συνήθεια, τῆς μνημονεύσεως δηλαδή τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου, τότε μπορεῖ καί νά λειτουργήση.
   Ἡ τετάρτη ἐρώτησις. Ἐάν ὑπάρχη κάποια ἐκκλησία στήν ὁποία ὁ ἱερεύς πού λειτουργεῖ μνημονεύει τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο, ἔχει δέ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας ἕνα καθηγιασμένο ἅγιο ἀντιμήνσιο πάνω σέ ὕφασμα ἤ σέ ξύλο·  Ἁρμόζει αὐτό νά τό τοποθετήση σ' αὐτήν τήν ἐκκλησία, ἐνῶ ἀπουσιάζει αὐτός, ὁ ὁποῖος μνημονεύει τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο, καί πάνω σ' αὐτό τό ἀντιμήνσιο νά λειτουργήση ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας;  Ὄχι δέν πρέπει αὐτό νά τό κάνη, ἀλλά νά προτιμήση κατ' οἰκονομία ἕνα ἁπλό σπίτι καί νά διαλέξη σ' αὐτό τό καθαρώτερο μέρος.

5.  Ἐπιστολή ΜΘ Ναυκρατίῳ τέκνῳ  (Ρ.G. 99, 1088D)
     ...Περί  δέ τῶν ἄλλων πεύσεων· Εἰ ὁ ἐπίσκοπος οὐχ  εὕρηται εἰς τήν μοιχοσύνοδον, καλοίη δέ αὐτήν ψευδοσύλλογον· μνημονεύει δέ τόν ἐν αὐτῇ εὑρεθέντα μητροπολίτην αὐτοῦ· ἐκ τοῦ πρεσβυτέρου τοῦ ἐπισκόπου ὀρθοδοξοῦντος εἰ χρή κοινωνεῖν·  ἀπεκρίθην καί δι' ἑτέρων τῶν πρός Εὐόδιον γραμμάτων, ὅτι Ναί, οἰκονομίας χάριν·  μόνον μή συλλειτουργοῦντος αὐτοῦ αἱρετικοῖς. Εἰς οὐδέν γάρ ἐστι, μνημονευομένου τοῦ ἐπισκόπου ὀρθοδόξου ὄντος, κἄν ἐκείνου φόβῳ αἱρετικόν ἀναφέροντος τόν οἰκεῖον μητροπολίτην. Τοῦ τοιούτου πρεσβυτέρου καί εἰς παννυχίδα προσκαλουμένου, ἰτέον· καί Ἐκκλησίαν παρ' αὐτοῦ δεδομένην ληπτεόν·  καί εἰς αὐτήν ἐρχομένου αὐτοῦ λειτουργῆσαι, παραχωρητέον· ἤ καί μνημονεῦσαι νεκρόν, ὀρθόδοξον μέντοι, συγχωρητέον· καί ἐν αὐτῇ λειτουργεῖν τόν λαβόντα, οὐδέν κωλυτέον. Εἰ δέ αἱρετικόν ἀναφέρει ὄντα ἐπίσκοπον, κἄν μακαρίζῃ, κἄν ὀρθοδοξῇ, τῆς μέν θείας κοινωνίας ἀφεκτέον, τῆς δέ κοινῆς τραπέζης, ἐπ' ἄν ἐκεῖ δέοι μνημονεύειν. Ὧδε δεκτέον τάχα καί εὐλογοῦντα αὐτόν καί συμψάλλοντα· ἐάνπερ μήτε αἱρετικῷ, ἤ τῷ οἰκείῳ ἐπισκόπῳ, εἴτε τινί ἄλλῳ, συνιερουργῇ· ἤ ἐν γνώσει μεταδίδοι.

Ἑρμηνεία.
    Ὅσον ἀφορᾶ  στίς ἄλλες ἐρωτήσεις. Ἐάν ὁ ἐπίσκοπος δέν ἔλαβε μέρος στή μοιχοσύνοδο καί, ἐπιπλέον, τήν ὀνομάζει ψευδοσύλλογο, μνημονεύει ὅμως τόν μητροπολίτη του, ὁ ὁποῖος παρευρίσκετο στήν μοιχοσύνοδο. Ἐρωτάτε, ἐάν ἀπό τόν ἱερέα, ὁ ὁποῖος μνημονεύει αὐτόν τόν ἐπίσκοπο πού ἔχει ὀρθό φρόνημα, πρέπει νά κοινωνοῦμε.  Ἀπάντησα δι' αὐτό τό ζήτημα καί σέ ἄλλα γράμματα πού ἔστειλα στόν Εὐόδιο, ὅτι ναί, μποροῦμε νά κοινωνοῦμε χάριν οἰκονομίας. Μόνον νά μή συλλειτουργῆ αὐτός μέ αἱρετικούς. Διότι δέν ὑπάρχει πρόβλημα, ἐφ' ὅσον μνημονεύεται ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀρθόδοξος, ἔστω καί ἄν αὐτός ὁ ἐπίσκοπος μνημονεύη ἕνεκα φόβου τόν δικό του μητροπολίτη. Αὐτοῦ τοῦ πρεσβυτέρου καί σέ  ἀγρυπνία, ἐάν προσκληθῆ, νά πηγαίνη. Καί ἐκκλησία, ἐάν δοθῆ ἀπό αὐτόν τόν ἐπίσκοπο, νά τήν πάρη. Καί ἐάν ἔλθη νά λειτουργήση σ' αὐτήν, νά τήν παραχωρήση. Καί ἐάν τελέση μνημόσυνο σέ νεκρό ὀρθόδοξο, εἶναι δεκτό κατ' οἰκονομία. Καί ὁ ἱερεύς πού τήν ἔλαβε, ἐάν λειτουργήση σ' αὐτήν τήν ἐκκλησία, δέν ἐμποδίζεται. Ἐάν ὅμως μνημονεύη αἱρετικόν ἐπίσκοπο, ἔστω καί  ἄν κατά τά ἄλλα δοξολογῆ καί ἄν ὀρθοδοξῆ κατά τό φρόνημα, ἀπό αὐτόν πού μνημονεύει αἱρετικόν νά μήν κοινωνᾶτε, στήν κοινή ὅμως τράπεζα, ὅταν ἐκεῖ μνημονεύη ἐξ αἰτίας τοῦ φόβου, ἐδῶ ἴσως κατ' οἰκονομία νά τόν δεχθοῦμε καί νά εὐλογήση καί νά συμψάλλη, μέ τήν προϋπόθεσι ὅμως, ὅτι οὔτε συλλειτουργῆ μέ αἱρετικό, ἔστω καί ἄν αὐτός εἶναι ὁ δικός του ἐπίσκοπος ἤ κάποιος ἄλλος, ἤ μεταδίδη ἐν γνώσει σέ αἱρετικούς τά ἅγια μυστήρια.

6. Ἐπιστολή ΣΚ (220), Πρός Σπαθαρίᾳ Μαχαρά (Ρ.G. 99, 1668C)
 ...ἄν δέ διάπταισμά τις ἔχῃ τό ἀκοινώνητον, δηλονότι τότε ἐκεῖνος κοινωνήσῃ, ὁπότ' ἄν πληρωθῇ αὐτῷ τό ἐπιτίμιον.  Εἰ δέ διακρίνηται αὖ πάλιν δι' αἵρεσιν, τοῦτο ἀναγκαῖον.  Τό γάρ κοινωνοῖν παρά αἱρετικοῦ ἤ προφανοῦς διαβεβλημένου κατά τόν βίον, ἀλλοτριοῖ Θεοῦ, καί προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ. Σκέψαι οὖν, ὦ μακαρία, ᾧτινι τρόπῳ τῶν εἰρημένων εἴη σου ὁ σκοπός, καί κατ' αὐτό πρόσιθι τοῖς μυστηρίοις. Γνωστόν δέ πᾶσιν ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς Ἐκκλησίᾳ κατακρατοῦσα τῶν Μοιχειανῶν ἐστι. Φεῖσαι τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετά τῶν ἀδελφῶν καί τῆς κεφαλῆς. Ἔφης δέ μοι, ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου, μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην. Καί τί περί τούτου εἰπεῖν σοι τό παρόν, οὐ καθορῶ. Πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων.

Ἑρμηνεία.
   Ἄν κάποιος γιά κάποιο πταῖσμα δέν προσέρχεται στά ἅγια μυστήρια, εἶναι φανερό ὅτι τότε αὐτός πρέπει νά κοινωνήση, ὅταν τελειώση τό ἐπιτίμιο πού ἔχει. Ἐάν πάλι δέν κοινωνῆ ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως, αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο νά τό κάνη. Ἐπειδή τό νά κοινωνῆ κανείς ἀπό αἱρετικό ἤ φανερά κατηγορημένο, ὡς πρός τήν ζωή, αὐτό τόν ἀποξενώνει ἀπό τόν Θεό καί τόν συγκαταλέγει μέ τόν διάβολο. Σκέψου λοιπόν, ὦ μακαρία, σύμφωνα μέ ποιόν ἀπό τούς προαναφερθέντας τρόπους εἶναι ὁ σκοπός σου καί σύμφωνα μέ αὐτόν νά προσέλθης στά ἅγια μυστήρια. Εἶναι γνωστό σέ ὅλους ὅτι τώρα ὑπάρχει αἵρεσις στήν δική μας ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καί αὐτή εἶναι τῶν Μοιχειανῶν. Λυπήσου λοιπόν τήν πολύτιμη ψυχή σου μαζί μέ τίς ἀδελφές καί τήν ἐπικεφαλή. Μοῦ ἀνέφερες δέ ὅτι φοβήθηκες νά πῆς στόν ἱερέα πού λειτουργοῦσε, νά μήν μνημονεύση τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο. Καί δέν ἔχω πρόχειρο τώρα δι' αὐτό νά σοῦ πῶ κάτι. Μόνον αὐτό λέγω, ὅτι ἡ κοινωνία ἔχει μολυνθεῖ ἀπό μόνη τήν μνημόνευσι τοῦ ἐπισκόπου, ἔστω κι ἄν ὀρθόδοξος αὐτός πού τελεῖ τήν λειτουργία.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΙ

   Στήν πρώτη ἐπιστολή πού ἐπιλέξαμε διά νά παρουσιάσουμε τίς θέσεις τοῦ ὁσίου, ὅσον ἀφορᾶ στό σοβαρώτατο θέμα τῆς μνημονεύσεως, ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἐξηγεῖ τήν στάσι του στόν ἡγούμενο Θεόφιλο καί ἀναφέρει ὅτι δέν πρέπει νά μνημονεύωνται οἱ αἱρετικοί ἐπίσκοποι στήν Θ. Λειτουργία. Οἱ ἀπαγορεύσεις καί οἱ τιμωρίες, λέγει ὁ ὅσιος, φθάνουν στό σημεῖο ἀκόμη καί ὅταν ὁ ὀρθόδοξος θά συμφάγη μαζί τους.
   Ἐν συνεχείᾳ ἑρμηνεύει θαυμάσια καί μᾶς διαφωτίζει στό πότε πρέπει νά διακόπτουμε τήν μνημόνευσι τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπισκόπου. Πρέπει λέγει νά γίνεται ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως, ὅταν ἐπίσημα τοποθετηθῆ ὁ ἐπίσκοπος ἤ ἡ σύνοδος καί ἀποδεχθῆ κάποιο αἱρετικό δόγμα ἤ θέμα τῆς πίστεως. Πρίν γίνει αὐτή ἡ ἐπίσημη καί ὁλοφάνερη τοποθέτησις, εἶναι ἐπικίνδυνο νά χωρισθῆ κανείς τελείως ἀπό αὐτούς. Στά θέματα τῆς πίστεως ἀνάγεται καί κάθε ἐπίσημη καί ὁλοφάνερη παράβασις κάποιας εὐαγγελικῆς ἐντολῆς, ἤ ἀθέτησις κανόνος ἤ παραδόσεως, ὅπως ἡ ἐντολή τοῦ γάμου, τῆς μοιχείας, ὁ ἀναθεματισμός ὅλων τῶν αἱρετικῶν κλπ. Λέγει ἐπίσης, ὁ Ὅσιος, ὅτι δέν πρέπει νά μνημονεύεται στή Θ. Λειτουργία καί ὅποιος συμφωνεῖ μέ ὅ,τι διεστραμμένο καί αἱρετικό ἐκφωνήθηκε ἤ ἀποφασίστηκε. Χρησιμοποιεῖ δέ ὁ Ὅσιος καί τήν διδασκαλία τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι, δέν εἶναι ἐχθροί τοῦ Θεοῦ μόνον οἱ αἱρετικοί, ἀλλά καί ὅσοι συμφωνοῦν καί ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικά μαζί τους. Εἶναι δέ χαρακτηριστική ἡ θέσις τοῦ Ὁσίου στό σημεῖο αὐτό, διά τήν κατ' οἰκονομία μνημόνευσι, ἡ ὁποία πρέπει νά γίνεται μέχρι νά φανῆ ξεκάθαρα ἡ πίστις του σέ κάποιο θέμα πού ἀφορᾶ τήν πίστι. Δηλαδὴ οἰκονομία κάνουμε, ὅταν δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ἂν ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι αἱρετικός. Ὅταν ὅμως αὐτὸς ἐπισήμως τοποθετηθῆ ὑπὲρ τῆς αἱρέσεως, τότε ἀμέσως διακόπτουμε τὴν μνημόνευσί του καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία.
   Στό  δεύτερο ἀπόσπασμα, ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ ὁσίου πρός τόν Ναυκράτιο, ὁ ὅσιος Θεόδωρος ἀναφέρει κάτι φοβερό. Ὅτι δηλαδή, ἡ ἀναφορά τοῦ ὀνόματος αἱρετικοῦ ἐπισκόπου καθιστᾶ αἱρετικό καί αὐτόν πού τό ἀναφέρει, ἔστω κι ἄν αὐτός ἔχη ὀρθόδοξο φρόνημα. Ἐπίσης ἡ μνημόνευσις τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου ἐνεργεῖ ἔτσι, ὥστε νά εἶναι ἄκυρα καί ἀνενέργητα τά μυστήρια πού ἐπιτελεῖ αὐτός πού τόν μνημονεύει. Ἡ ἐπανατοποθέτησις στόν χῶρο τῆς ὀρθοδοξίας καί τῆς Ἐκκλησίας λέγει ὅτι εἶναι ἡ ὁμολογία, ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως καί ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό αὐτά πού ἐπετέλεσε ὁ ἐπίσκοπος αὐτός, ὅπως ὁ ἐγκαινιασμός τοῦ ναοῦ κ.λπ.
   Στήν τρίτη ἐπιστολή τοῦ ὁσίου πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο, ἀναφέρει ὁ Ὅσιος ὅτι εἶναι ἀνίερος, ὅποιος ἐπίσκοπος χρησιμοποιεῖ βία, προκειμένου νά ἐπιβληθῆ καί νά ἐπιβάλλη τήν μνημόνευσι τοῦ ὀνόματός του στούς ἱερεῖς του. Ἐδῶ ἐπίσης, φαίνεται ἡ ἀντίστασις τῶν ὀρθοδόξων ἱερέων καί ὁ τρόπος αὐτῆς τῆς ἀντιστάσεως, πού εἶναι ἡ διακοπή τῆς μνηνονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου. Ὁ ἐπίσκοπος αὐτός πού χρησιμοποιεῖ βία, καί μάλιστα προκειμένου νά μνημονεύεται τό ὄνομά του, χαρακτηρίζεται σ' αὐτήν τήν ἐπιστολή ἀπό τόν ὅσιο Θεόδωρο ἀνίερος, ἀλλοτριοεπίσκοπος, μαθητής τοῦ διαβόλου κ.λπ. Αὐτό δείχνει ὅτι ἐπαφίεται στήν συνείδησι τοῦ κάθε λειτουργοῦ τό θέμα τῆς μνημονεύσεως, ἡ δέ συνείδησις πρέπει νά λειτουργῆ ἐλεύθερα καί ἀβίαστα καί νά κινεῖται σέ ὀρθόδοξα πλαίσια, ἔχοντας ὡς βάσι ὅλη τήν ὀρθόδοξη παράδοσι.
Στήν ἐπιστολή αὐτή φαίνεται ἀνάγλυφη ἡ νοοτροπία τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων, ὅσον ἀφορᾶ στήν μέ κάθε τρόπο ἐπιβολή τῆς μνημονεύσεως, καθώς ἐπίσης ὅτι τό μόνο πού τούς ἐνδιαφέρει εἶναι τό νά μνημονεύεται τό ὄνομά τους στίς ἀκολουθίες καί τά μυστήρια.
Στήν τετάρτη ἐπιστολή αὐτῆς τῆς ἑνότητος, ἡ ὁποία ἀναφέρεται πάλι στόν μοναχό Ναυκράτιο, ὁ ὅσιος  Θεόδωρος ἀπαντώντας σέ ἀπορίες τοῦ Ναυκρατίου σχετικές μέ τήν μνημόνευσι τοῦ ἐπισκόπου, λέγει ὅτι τόν ἱερέα πού ἔχει μέν ὀρθόδοξο φρόνημα, ἀλλά ἀπό φόβο μνημονεύει τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο, ἐφ' ὅσον δέν συλλειτουργῆ μέ αἱρετικούς καί δέν μεταδίδη σέ αἱρετικούς τά ἅγια μυστήρια, μποροῦμε νά τόν δεχθοῦμε κατ' οἰκονομία στό νά συμφάγουμε, νά συμψάλλουμε κατά τήν διάρκεια τοῦ φαγητοῦ, στό νά εὐλογήση αὐτός τήν τράπεζα.  Ὄχι ὅμως στό νά κοινωνήσουμε ἀπό αὐτόν.
Βλέπουμε ἐδῶ τά ὅρια τῆς οἰκονομίας πού ἀσκεῖ ὁ ὅσιος, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἔξω ἀπό τά μυστήρια.  Αὐτά τά ὅρια ἔχουν ὁπωσδήποτε ἄμεση σχέσι μέ τήν προαίρεσι τοῦ ἀνθρώπου, ἐφ' ὅσον ἀναφέρεται ἡ ὀρθόδοξος πίστις τοῦ ἱερέως καί ὁ φόβος ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου μνημονεύει τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο. Ἐφ' ὅσον ὑπάρχει σέ ἔξαρσι κάποια αἵρεσις, ἀπαιτεῖ ὁ ὅσιος τό νά ἐρωτοῦμε διά τήν πίστι κάποιου καί μετά νά ἐπικοινωνοῦμε ἐκκλησιαστικά μαζί του.
Σέ ἄλλη ἐρώτησι πάλι τῆς ἰδίας ἐπιστολής ὁ ὅσιος ἀπαγορεύει νά λειτουργήση ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας σέ ἐκκλησία, στήν ὁποία μία ἤ δύο φορές τόν χρόνο, μνημονεύεται ὁ αἱρετικός ἐπίσκοπος. Πρόκειται προφανῶς γιά κάποιες πανηγύρεις, στίς ὁποῖες συγκεντρώνεται ὁ λαός. Σ' αὐτές τίς περιπτώσεις μπορεῖ, κατ' οἰκονομία, ὁ ὀρθόδοξος ἱερεύς νά ψάλλη. Ἐπιτρέπεται ὁ ὀρθόδοξος νά λειτουργήση μόνον στήν περίπτωσι πού σταματήση τελείως ἡ μνημόνευσις τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου.
Σέ κάποια ἄλλη ἐρώτησι τοῦ Ναυκρατίου ὁ ὅσιος ἀπαντᾶ ὅτι στήν ἐκκλησία, στήν ὁποία μνημονεύεται αἱρετικός ἐπίσκοπος, ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας ἀπαγορεύεται νά λειτουργήση, ἔστω καί μέ δικό του ἀντιμήνσιο, ἔστω καί ἄν ἀπουσιάζη αὐτός πού μνημονεύει τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο.  Στήν περίπτωσι δέ αὐτή πού δέν ὑπάρχει ναός, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει βεβηλωθεῖ διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου, λέγει ὁ ὅσιος ὅτι μπορεῖ νά τελεσθῆ ἡ  Θ. Λειτουργία σέ ἕνα καθαρό χῶρο ἑνός ὀρθοδόξου σπιτιοῦ.
Ὑπενθυμίζουμε ὅτι οἱ αἱρέσεις πού ἐπικρατοῦσαν τότε τήν ἐποχή τοῦ ὁσίου ἦταν δύο, ἡ μοιχειανική καί εἰκονομαχία. Ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού σήμερα μαστίζει τήν ἐκκλησία, εἶναι τόσο φοβερώτερη ἀπό αὐτές, ὅσον περίπου φοβερώτερος εἶναι ὁ καρκίνος ἀπό τό κρυολόγημα. Καί τοῦτο ἐπειδή, ὅλες οἱ ἄλλες αἱρέσεις,  ἀφοροῦσαν καί διέστρεφαν μία διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας, ἐνῶ ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ἡ ἀθέτησις καί ἰσοπέδωσις τῶν πάντων, ἡ ἀμνήστευσις κάθε αἱρέσεως καί ἡ συμπόρευσις καί ταύτησις τῆς ἀληθείας μέ τήν πλάνη καί ψεῦδος. Ἀπό αὐτά μπορεῖ κανείς νά καταλάβη πόσο σημαντικές εἶναι οἱ θέσεις τοῦ ὁσίου γιά τήν δική μας ἐποχή καί γιά τίς δικές μας ἀνάγκες.
Προχωρώντας ἐν συνεχείᾳ στήν πέμπτη ἐπιστολή αὐτῆς τῆς ἑνότητος, ἡ ὁποία ἔχει πάλι παραλήπτη τόν μοναχό Ναυκράτιο, ὁ Ὅσιος λύνοντας ἀπορίες τοῦ Ναυκρατίου λέγει ὅτι κατ' οἰκονομίαν μποροῦμε νά κοινωνοῦμε ἀπό τόν ἱερέα, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ἐπίσκοπο ἔχοντα ὀρθόδοξο φρόνημα, ἀλλά μνημονεύει τόν μητροπολίτη του, ὁ ὁποῖος εἶναι αἱρετικός. Κατ' ἀρχάς, λέγει ὁ ὅσιος, ὅτι ἀπό αὐτόν τόν ἱερέα μποροῦμε νά δεχθοῦμε τά πάντα, ἀρκεῖ αὐτός νά μήν συλλειτουργῆ μέ αἱρετικούς. Ὅταν ὅμως μνημονεύη τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο, δέν μποροῦμε νά κοινωνοῦμε ἀπό αὐτόν,  ἔστω καί ἄν κατά τά ἄλλα εἶναι ὀρθόδοξος. Μπορεῖ κατ' οἰκονομία νά τόν δεχθῆ ὁ ὀρθόδοξος νά ψάλλη μαζί του καί νά εὐλογήση τήν τράπεζα, ὑπό τήν προϋπόθεσι πάλι ὅτι δέν συλλειτουργεῖ μέ αἱρετικό ἤ μεταδίδει σέ αἱρετικούς τά μυστήρια.
Βλέπουμε ἐδῶ, ὅπως καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, χαρακτηριστικά τόν ὅσιο νά θέτη προϋποθέσεις ὄχι γιά τήν Θ. Λειτουργία, ἀλλά ἀκόμη καί γιά τό νά συμφάγη ὁ ὀρθόδοξος μέ κάποιον στήν κοινή τράπεζα. Ἐπίσης ὅτι ἡ βάσις καί προϋπόθεσις γιά τήν πίστι κάποιου ἱερέως ἤ ἐπισκόπου εἶναι τό ποιόν μνημονεύει, ἐπειδή μέ αὐτόν πνευματικά ταυτίζεται, ἔστω καί ἄν ἀπό φόβο τόν μνημονεύη, ἔστω καί ἄν κατά τά ἄλλα ἔχη ὀρθόδοξο φρόνημα.
Στήν ἕκτη καί τελευταία ἐπιστολή τοῦ ὁσίου πρός τήν σπαθαρία Μαχαρά, ὁ Ὅσιος ἐκτός τῶν ἄλλων θεμάτων πού διδάσκει σχετικά μέ τήν θεία μετάληψι, ἐλέγχει τήν δειλία της, ἐπειδή αὐτή φοβήθηκε νά πῆ στόν ἱερέα, νά μήν μνημονεύση τόν αἱρετικό ἐπίσκοπο. Προσθέτει δέ ὅτι ἡ κοινωνία αὐτή εἶναι μολυσμένη ἀπό μόνη τήν ἀναφορά τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου, ἔστω καί ἄν εἶναι ὀρθόδοξος καθ' ὅλα ὁ λειτουργός ἱερέας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΙ.
1. Ἀπαγορεύεται ἡ μνημόνευσις σέ μυστήρια καί ἀκολουθίες αἱρετικοῦ ἐπισκόπου.
2. Ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως γίνεται, ὅταν ἐπίσημα καί ξεκάθαρα ὁ ἐπίσκοπος ἀποδεχθῆ κάποια αἱρετική διδασκαλία.
3. Δέν μνημονεύεται, ἐπίσης, καί ὅποιος ἐπίσκοπος ταυτίζεται εἰς τὴν πίστι  μέ τούς αἱρετικούς ἤ μέ αὐτά πού αὐτοί ἀπεφάσισαν.
4. Κατ' οἰκονομία μνημονεύεται ὁ ἐπίσκοπος σέ μυστήρια καί ἀκολουθίες, ὅταν ἀκόμη δέν εἶναι ξεκάθαρη ἡ θέσις του ὡς πρός τήν αἵρεσι.
5. Ἡ μνημόνευσις αἱρετικοῦ ἐπισκόπου καθιστᾶ αἱρετικόν καί αὐτόν πού ἔχει ὀρθόδοξο φρόνημα.

6.  Ἡ μνημόνευσις αἱρετικοῦ ἐπισκόπου καθιστᾶ ἄκυρη τήν χειροτονία καί τά λοιπά μυστήρια, ἔστω καί ἄν τελοῦνται ἀπό ὀρθόδοξο ἱερέα ἤ ἐπίσκοπο.
7. Δέν λειτουργοῦμε σέ ἐκκλησία ἡ ὁποία ἐγκαινιάσθηκε ἀπό αἱρετικό ἐπίσκοπο.
8. Εἶναι ἀνίερος ὁ ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ βία ἔστω καί ἄν δέν ἔχη στήν πίστι ἄλλες πλάνες.
9. Ἡ μνημόνευσις τοῦ ἐπισκόπου ἐπαφίεται στήν συνείδησι τοῦ κάθε ἱερέως, ἡ ὁποία πρέπει νά λειτουργῆ ἀβίαστα καί σέ ὀρθόδοξες βάσεις.
10. Δέν κοινωνοῦμε ἀπό τόν ἱερέα πού μνημονεύει αἱρετικό ἐπίσκοπο.
11. Τόν ἱερέα, ὁ ὁποῖος μνημονεύει αἱρετικό ἐπίσκοπο κατ' οἰκονομία μποροῦμε νά τόν δεχθοῦμε σέ κοινή τράπεζα καί νά εὐλογήση τό γεῦμα.
12. Πρέπει νά ἐρωτοῦμε διά τήν πίστι κάποιου πρίν δεχθοῦμε ἀπό αὐτόν τά ἅγια μυστήρια.
13. Δέν λειτουργεῖ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας σέ ἐκκλησία  στήν ὁποία ἔστω δύο φορές τόν χρόνο μνημονεύεται ὁ αἱρετικός ἐπίσκοπος.
14. Στήν ἐκκλησία πού μνημονεύεται ὁ αἱρετικός ἐπίσκοπος δέν πρέπει νά λειτουργῆ ὁ ὀρθόδοξος, οὔτε μέ δικό του ἀντιμήνσιο. Πρέπει νά προτιμᾶ τόν καθαρώτερο χῶρο ὀρθοδόξου σπιτιοῦ.

15. Κοινωνοῦμε καί δεχόμεθα κατ' οἰκονομία τίς ἱερατικές πράξεις τοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο, ἔστω καί ἄν αὐτός ὁ ἐπίσκοπος ἀπὸ φόβο  μνημονεύη αἱρετικό μητροπολίτη.

5 σχόλια:

  1. Ανώνυμος15/6/18, 6:28 π.μ.

    Όποιος διαβάσει προσεκτικά τα κείμενα που παραθέτει ο π. Ευθύμιος θα διαπιστώσει ότι τα συμπεράσματα ως προς τη διδασκαλια του Οσίου δεν είναι δικά του αλλά αποτελούν θέσεις του Οσίου Θεοδώρου. Τώρα οποίος θέλει να διαστρεβλώνει την αλήθεια τότε κατηγορεί αυθαίρετα τον π. Ευθύμιο ως δημιουργό σχίσματος και πλανεμενο. Τα συμπεράσματα δικά σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος15/6/18, 10:30 π.μ.

    Οι οπαδοί του Οικονομισμού είναι ως επί το πλείστον άνθρωποι ημιμαθείς που όμως παρά την εμφανή άγνοια τους αποφαίνονται σε θέματα Πίστεως με ύφος χιλίων Καρδιναλίων! Τα επιχειρήματά τους ειναι τα εξής:
    "Ο Αγιος Παΐσιος γιατι δεν αποτειχιστηκε από τον Βαρθολομαιο; Το Άγιο Φως γιατι εξακολουθει να βγαινει ενω ο Ιεροσολύμων ειναι Οικουμενιστης; Γιατί ο Αυγουστίνος Καντιωτης δεν αποτειχιστηκε απο τον Βαρθολομαίο; Μπορεί να πλανάται ενας θεολογος του κύρους του π. Θ. Ζήση;".
    Λόγος και επιχειρήματα απο Πατερικες Διδαχές κανένας!!!
    Γιατί απλά δεν υπάρχουν Πατερικές διδαχές να υποστηρίζουν τις ανοησίες τους.
    Εκεί αφήνουν τον π. Θ. Ζήση να αποφανθεί κατα την βούληση του γιατι τον θεωρούν αυθεντία.
    Μετά οι ίδιοι υιοθετουν τα λεγόμενά του και παπαγαλίζουν χωρις να κατανοούν καλα καλα το νόημα των λεγομένων τους. Για να ελέγξουν και να διασταυρώσουν τα λεγόμενά του ούτε λόγος! Δεν αμφισβητείται ποτέ ο π. Θ. Ζήσης. Και αν ποτέ διαπιστωθεί οτι φάσκει κι αντιφάσκει διαγράφεται απο το μνημονικό τους ως δια μαγείας σαν να επρόκειτο απλα για ένα κακό όνειρο!
    Τις ελάχιστες φορές που επικαλούνται λόγια Αγίων Πατέρων τα διαστρεβλώνουν ή τα παραθέτουν αποσπασματικά έξω από την συνολική συνάφειά τους.
    Αρέσκονται να μιλάνε για αγαπολογία, προσευχή και μετάνοια και εξαιρετικά πολύ για τους αγώνες που έχουν κάνει στο Αντι-οικουμενιστικό μέτωπο.
    Εκεί συγκινούνται πολύ. Θαυμάζουν τους εαυτούς τους και τους ονομάζουν διακριτικούς και κυρίως ανθρώπους με αγάπη που κάνουν Οικονομία (Βέβαια η αγάπη τους και η οικονομια εξαντλειται οταν αμφισβητούνται τα επιχειρήματά τους. Εκεί χάνουν την ψυχραιμία τους και ονομάζουν τον συνομιλητή τους κακοπροαίρετο και σχισματικό.).
    Η αντιμετώπισή τους στις καταστάσεις που βιώνουμε είναι απλή: Αγνοήστε τους.
    Πρόκειται για άτομα με απωθούμενα συναισθήματα ενοχής (διαβάστε λίγο τον μακαριστό Ιωαν. Κορναράκη) και καλά επικαλυμένα συμπλέγματα μειονεξίας.

    Α.Να.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος15/6/18, 2:29 μ.μ.

    Έχετε απόλυτο δίκιο αγαπητέ Α.Να. Ας τους αγνοήσουμε, όπως θα τους αγνοήσουν κι όλοι οι άλλοι όταν διαπιστώσουν την τραγική στάση τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανώνυμος15/6/18, 5:24 μ.μ.

      Τολμούν να μιλούν για σχίσμα,την στιγμή που αν τους ρωτήσεις ποιός/ποιοί είναι οι ορθόδοξοι αντιοικουμενιστές επίσκοποι με τους οποίους οφείλουμε να παραμείνουμε σε κοινωνία,παθαίνουν ...αμνησία,μπερδεύουν τα λόγια τους και αλλάζουν θέμα.Πώς να τολμήσουν να πούνε ότι ο τάδε επίσκοπος είναι ορθόδοξος αντιοικουμενιστής? Και γιατί οι άλλοι δεν είναι? Με ποιό κριτήριο έβγαλαν αυτήν την απόφαση?

      Διαγραφή

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.