Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η τραγική ομοιότης των λατινόφρονων–Ενωτικών του 13ου αιώνα με τους λατινόφρονες– Οικουμενιστές του 21ου αιώνα! (Κείμενο του π. Ευθ. Τρικαμηνά)



Τῇ ΚΒ' τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τῶν ἁγίων εἴκοσιν ἓξ ὁσιομαρτύρων Ζωγραφιτῶν, τῶν ἐλεγξάντων τοὺς Λατινόφρονας Μιχαὴλ τὸν βασιλέα Παλαιολόγον Η' καὶ τὸν πατριάρχην Ἰωάννην τὸν Βέκκον, ἄνωθεν τοῦ πύργου πυρὶ τελειωθέντων.


Σήμερα, ἑορτὴ τῶν Ἁγίων 26 Ζωγραφιτῶν Πατέρων, ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ ἀρνούμενος λόγοις καὶ ἔργοις τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως (ἀφοῦ ἀποδέχεται ἐκτὸς τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἑνὸς βαπτίσματος καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες καὶ ἄλλα βαπτίσματα —πέραν τῶν ἄλλων κακοδοξιῶν του), γίνεται δεκτὸς ἀπὸ τοὺς «ὀρθόδοξους» Ἐπισκόπους τῆς Θράκης!
Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται. Οἱ σύγχρονους λατινόφρονες Οἰκουμενιστὲς ἀγνοοῦν τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τὴν μαγαρίζουν, ἀλλοιώνουν τοῦς Ἱ. Κανόνες καὶ τὰ Δόγματα καὶ περιφρονοῦν, ἐκφοβίζουν καὶ ἀπειλοῦν ὅσους ἐμμένουν στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη! Σαφεῖς οἱ ὁμοιότητες τῆς ἐπὶ Βέκκου ἐποχῆς μὲ τὴν σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση.
Παραθέτουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ βιβλίο τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ, ποὺ παρουσιάζει τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς τῶν Ἁγιορειτῶν ἐπὶ Βέκκου Πατέρων, παραλληλίζοντάς τα μὲ τὴ σημερινή.


Ἡ ἀποτείχισις τῶν Ἁγιορειτῶν
ἐπί Πατρ. Ἰωάννου τοῦ Βέκκου
τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ

«Ἡ ἀποτείχισίς των ἀπό τόν λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη τόν Βέκκο πρό συνοδικῆς κρίσεως, ὅ,τι δηλαδή ὑπαγορεύει καί ἐπιβάλλει διά κάθε ὀρθόδοξο ὁ 15ος ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου».

Ἀφήνοντας τό σχίσμα θά ἀναφέρομε ὀλίγα τινά διά τήν ἀποτείχισι τῶν ἁγιορειτῶν ὁσιομαρτύρων ἐπί Πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Βέκκου. Ὡς γνωστόν μετά τό σχίσμα ὁ μόνιμος ἐχθρός τῆς Ὀρθοδοξίας ἦτο ὁ Παπισμός καί  ὁ μετέπειτα  ἐξ αὐτοῦ προελθών Προτεσταντισμός. Οἱ ἅγιοι ὅμως τῆς μετά τό σχίσμα περιόδου δέν ἐφοβήθησαν τόσο τόν Παπισμό ὡς αἵρεσι, ἀλλά κυρίως ὡς κατακτητική διάθεσι. Καί τοῦτο διότι ὁ Παπισμός ὡς ἐγκόσμιο καί ἀνθρώπινο κατασκεύασμα χρησιμοποιοῦσε πάντοτε τήν κοσμική δύναμι καί ἐξουσία διά τήν ὑποταγή τῆς Ὀρθοδοξίας καί οἱουδήποτε ἀνθίστατο εἰς αὐτόν. Εἰς τήν Ἀνατολή δέ μετά τό σχίσμα ὑπῆρχε ραγδαία αὔξησι τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν καί συγχρόνως ἀποδυνάμωσις τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, λόγῳ ἀνικανότητος καὶ ἀνηθικότητος τῶν ἀρχόντων καί διαφόρων ἐσωτερικῶν διενέξεων. Ἡ μεγαλύτερη ὅμως πληγή, ἡ ὁποία ἐπέδρασε καθοριστικά εἰς τήν ἀποδυνάμωσι καί τελική πτῶσι του ἦταν οἱ Σταυροφορίες, οἱ ὁποῖες καί αὐτές ὄχι μόνον ὑποκινοῦντο ἀπό τούς Πάπες, ἀλλά καί ἐχρησιμοποιήθησαν καθαρά ὡς τρόπος ὑποταγῆς τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τόν Παπισμό.
Ἔτσι λοιπόν μέσα εἰς τό Βυζάντιο ἐδημιουργήθησαν μετά τό σχίσμα δύο τάσεις καί ρεύματα, θά λέγαμε, θεολογικά, τά ὁποῖα ἐχαρακτηρίζοντο ἀπό τήν διάθεσί των ἀπέναντι στόν Παπισμό. Ἦταν δηλαδή οἱ λατινόφρονες καί οἱ Ὀρθόδοξοι οἱ ὁποῖοι ὠνομάζοντο Ἑνωτικοί καί Ἀνθενωτικοί ἀντιστοίχως. Ὅλοι δέ οἱ ἅγιοι τῆς μετά τό σχίσμα περιόδου, μηδενός ἐξαιρουμένου, ἦσαν ὄχι ἁπλῶς Ὀρθόδοξοι καί ἀνθενωτικοί, ἀλλά καί σφοδροί πολέμιοι τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ. Ἀπεναντίας οἱ λατινόφρονες καί Ἑνωτικοί ἦσαν ἄνθρωποι μέ μειωμένα ὀρθόδοξα αἰσθητήρια, μέ τάσεις συμβιβασμοῦ καί συγχωνεύσεως

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Μετά την υποδοχή του Οικουμενιστή Πατριάρχη, τώρα υποδοχή και του Πατριάρχου των αιρετικών Αρμενίων κ. Αράμ του Α΄.



Οἱ Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι ἀνενόχλητοι ἀπὸ Ἱ. Σύνοδο, ἀπὸ σιωπῶντες ἢ ἀντι-Οἰκουμενιστές συνεπισκόπους τους, ἀρνοῦνται τὴν Ὀρθοδοξία, γιὰ νὰ ἀρέσουν στὸν Οἰκουμενιστὴ Πατριάρχη, ποὺ ἤδη ἐπισκέπτεται τὶς Μητροπόλεις τους! Ὄχι μόνον δὲν ἀποφεύγουν τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἀρχι-Οἰκουμενιστὴ Πατριάρχη, ὄχι μόνο τὸν ὑποδέχονται μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων στὶς Μητροπόλεις τους, ἀλλὰ ἑτοιμάζουν ὑποδοχὴ καὶ στὸ οἰκουμενιστικὸ ταῖρι του, τὸν αἱρετικὸ μονοφυσίτη Πατριάρχη Ἀράμ!
Φανταστεῖτε (ὅσοι ἤδη μορφάζετε γιὰ τὴν «ἀσέβεια» πρὸς τοὺς τάχα Ὀρθόδοξους Ἐπισκόπους τῆς Θράκης), νὰ ἐπισκεπτόταν ὁ Ἄρειος, ὁ Νεστόριος, ὁ Βαρλαὰμ κάποια τοπικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ οἱ τότε ὁμολογητὲς Ἐπίσκοποι νὰ τοῦ ἑτοίμαζαν τέτοια ὑποδοχή!


 

Οι δογματικές διαστάσεις της Άρσεως των Αναθεμάτων και οι προοπτικές των Οικουμενιστών



Πρό ἡμερῶν ἔφτασε στά χέρια μου τό ἐπίσημο φυλλάδιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ» μέ ἡμερομηνία 31-10-13. Ἡ καθυστέρησίς του ὀφείλεται εἰς τό ὅτι ἄν καί μηνιαῖα τά φυλλάδια τά στέλνουν στούς παραλῆπτες ὅλα μαζί ἀνά ἑξάμηνο, προφανῶς γιά οἰκονομικούς καί πρακτικούς λόγους.
Εἰς αὐτό τό φυλλάδιο, τό ὁποῖο φέρει τόν ὑπότιτλον «δελτίον εἰδήσεων», ἀναγράφεται ἡ εἴδησις ὅτι εἰς τό Ὀρθόδοξο κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης τήν 17η  καί 18η  Ὀκτωβρίου 2013, ἔγινε ἕνα συνέδριο μέ συνεργασία Παπικῶν, Προτεσταντῶν καί Ὀρθοδόξων μέ θέμα: «Ἡ Β΄ Βατικανή Σύνοδος καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία».
Εἰς αὐτό τό συνέδριο μίλησαν Παπικοί, Πρoτεστάντες καί Ὀρθόδοξοι καί ἐξῆραν τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο γιά τά ἀνοίγματα πού ἔκανε πρός τίς ἄλλες Ἐκκλησίες καί γιά τίς ριζικές ἀλλαγές στήν μέχρι τότε νοοτροπία τῶν Παπικῶν.
Θά ἐθεωροῦσα ἀνάξια κάθε ἀναφορά εἰς αὐτό τό συνέδριο, ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι τέτοια γίνονται πλέον πολλά καί δέν μᾶς προξενοῦν ἐντύπωσι, ἐπειδή ἔχουμε ὅλοι μας ἐθιστῆ, κατά τόν μέγα Φώτιο, σάν μέ ναρκωτικό στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἐπειδή ἐπιλέξαμε τήν εὔκολη ὁδό τοῦ συμβιβασμοῦ καί τοῦ βολέματος καί ὄχι τῆς ὁμολογίας καί τοῦ διωγμοῦ.
 Θεώρησα ὅμως ἀναγκαῖο νά ἐνημερώσω τούς ἀδελφούς μου γιά τό θέμα τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ὑπό τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα τό 1965, διότι νομίζω ὅτι τίς διαστάσεις αὐτῆς τῆς πράξεως τοῦ Ἀθηναγόρα καί τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου μέ τήν συμφωνία τῶν ὑπολοίπων, τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν τίς ἔχουμε κατανοήσει καί λίγο-λίγο τώρα οἱ Οἰκουμενιστές τίς ἀποκαλύπτουν.

Ὁ συντάκτης λοιπόν τοῦ περιοδικοῦ «Ἐπίσκεψις» ἀναφέροντας περιληπτικά τά θέματα τῶν εἰσηγητῶν τοῦ ἐν λόγῳ συνεδρίου σημειώνει τά ἐξῆς:
«Ὁ καθηγητής καί κοσμήτωρ τοῦ Ἰνστιτούτου Βλάσιος Φειδᾶς ἐτόνισε τήν σημασίαν τῆς ἄρσεως τῶν Ἀναθεμάτων τοῦ 1054, τό 1965, ἀπό κανονικῆς ἐπόψεως καί ὑπέμνησεν ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπέστρεψαν εἰς τό καθεστώς τοῦ Σχίσματος τῶν δύο Σεργίων (1014), ἤτοι εὑρίσκονται πλέον ὑπό καθεστώς ὄχι τετελεσμένου σχίσματος, ἀλλά διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας (ἀκοινωνησία), διό καί τό γεγονός αὐτό ἀνοίγει νέας προοπτικάς εἰς τόν διμερῆ Θεολογικόν διάλογον μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νά ὁδηγήσῃ καί εἰς τήν ἀποκατάστασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας» (ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ, 44-755 σελ. 20).
Τήν παλαιότερη περίοδο μᾶς ἔλεγαν οἱ Οἰκουμενιστές ὅτι ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων δέν σημαίνει τίποτα καί ἔγινε, μόνο καί μόνο, γιά νά φύγουν οἱ προκαταλήψεις καί οἱ ἐμπάθειες καί νά ξεκινήση οἱ θεολογικός διάλογος εἰς τόν ὁποῖο θά ὁμολογήσωμε τήν Ὀρθοδοξία καί δέν θά ὑποχωρήσωμε «οὐδέ βῆμα ποδός». Διότι, μᾶς ἐτόνιζον, πῶς μπορεῖς νά διαλεχθῆς μέ κάποιον τόν ὁποῖον ἐκ τῶν προτέρων τόν θεωρεῖς ἀναθεματισμένο; Αὐτά μοῦ τά ἔλεγε καί προσωπικῶς ὁ τότε μητροπολίτης Δημητριάδος καί μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χριστόδουλος. 
Τώρα λοιπόν, ὁ Ὀρθόδοξος Οἰκουμενιστής καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς μᾶς δηλώνει ὅτι ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων ἔχει βαθύτατες διαστάσεις, δογματικές καί κανονικές, διότι ἐφ’ ὅσον δέν ὑπάρχουν τά ἀναθέματα, ἐπανερχόμεθα αὐτομάτως εἰς τήν πρό τοῦ σχίσματος περίοδο, εἰς τήν ὁποία ὑπῆρχε διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Ἡ διακοπή ὅμως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, χωρίς τά ἀναθέματα, σημαίνει μία διάστασι καί ἀκοινωνησία χωρίς νά ὑπάρχη αἵρεσις, κάτι δηλαδή σάν τήν πρόσφατη διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων καί Ἀντιοχείας γιά τό θέμα τοῦ Κατάρ, ἤ τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἐπίσης πρόσφατα, μεταξύ Ἱεροσολύμων καί Ρουμανίας γιά τήν ἀνέγερσι μονῆς ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας στήν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύμων, χωρίς τήν ἄδεια τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, ἤ κάτι τέλος πάντων, σάν τήν ἀκοινωνησία πού ἔθεσε ἡ Σύνοδος στόν μητροπολίτη Λαρίσης Θεολόγο καί στούς ὑπολοίπους ἐπιζῶντας ἐκ τῶν δώδεκα μητροπολίτες, πού ἐκδιώχθηκαν ἀναιτίως καί ἄνευ δίκης ἀπό τίς Ἐπισκοπές των.
Ἡ σημερινή λοιπόν ἐξέλιξις τῆς ἀκοινωνησίας καί τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν δέν ἔχει οὔτε κἄν τά δείγματα τῆς ἀκοινωνησίας καί διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῶν προαναφερθεισῶν περιπτώσεων μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων, τήν στιγμή πού ὑπάρχει (μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν) ἡ συμπροσευχή καί συνιερουργία, ἡ ἀλληλοαναγνώρισις τῆς ἱεροσύνης καί τῶν μυστηρίων, ἡ ἀπό κοινοῦ πορεία καί οἱ ἐπί μέρους συμφωνίες βάσει κοινοῦ προγράμματος, ἡ δέ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ, λέγω, Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν ὑφίσταται μόνο ἐξωτερικῶς διά τόν φόβο τῶν Ἱουδαίων καί μέχρι νά χωνέψουν οἱ ἀφελεῖς Ὀρθόδοξοι ὅτι εἴμαστε ἀδελφάκια καί ἐνσωματωμένοι μέ τούς Παπικούς ἀπό τότε πού ἔγινε ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων.
Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο σήμερα δέν ὀνομάζομε τούς Παπικούς αἱρετικούς, ἀλλά σχισματικούς, τίς δέ πλάνες των καί αἱρέσεις τίς ὀνομάζομε «θεολογούμενα θέματα» καί μάλιστα ἰσχυριζόμαστε ὅτι ὑπῆρχαν καί πρό τοῦ σχίσματος (πχ. τό FILIΟQUE) καί παρ’ ὅλα αὐτά εἴμεθα ἑνωμένοι. Ἄν δέ κάποιοι Μητροπολίτες (πχ. ὁ Πειραιῶς) τούς ὀνομάζουν αἱρετικούς, αὐτό γνωρίζουν ἅπαντες (καί ὁ Πειραιῶς) ὅτι δέν ἔχει καμμιά σημασία, οὔτε δημιουργεῖ πρόβλημα στήν ἐξέλιξι καί προώθησι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐφ΄ ὅσον οἱ ἀποφάσεις καί ἡ γραμμή καί πορεία λαμβάνονται καί χαράσσονται συνοδικῶς καί, ἐφ’ ὅσον, συνοδικῶς ἀναιροῦμε αὐτά πού ἐκφράζουμε προσωπικῶς.
Νομίζω μάλιστα ὅτι οἱ παλληκαρισμοί αὐτῶν τῶν Μητροπολιτῶν βοηθοῦν τήν προαγωγή τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι χρησιμοποιοῦνται σάν βιτρίνα καί σάν νέο μοντέλο Ὀρθοδοξίας, κατά τό ὁποῖο μέ τά λόγια ὁμολογῶ καί μέ τά ἔργα συμφωνῶ καί συνοδοιπορῶ. Χρησιμοποιοῦνται αὐτοί οἱ παλληκαρισμοί, καί οἱ ὀρθοδοξολογίες τῶν Μητροπολιτῶν αὐτῶν, καί σάν ναρκωτικό γιά τούς ἀφελεῖς Ὀρθοδόξους, διότι νομίζουν ὅτι ὑπάρχουν σκοποί (Ἐπίσκοποι) γιά τήν προστασία τοῦ ποιμνίου. Περιττό νά ποῦμε ὅτι οἱ ὀρθοδοξολογοῦντες καί ὀρθοδοξοφανεῖς αὐτοί Μητροπολίτες ἀποτελοῦν  καί τή σημαία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί ἔχουν τόν ρόλο τοῦ κυματοθραύστη, προκειμένου νά μήν ξυπνήσουν καί ἐξεγερθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι.
Θά ἀναφέρωμε καί κάποια πράγματα γιά τά ἀναθέματα καί τήν θέσι των μέσα στήν Ἐκκλησία.
Τό ἀνάθεμα δέν εἶναι ἐπινόησις ἤ αὐστηρότης καί φανατισμός κάποιων ἀκραίων Ὀρθοδόξων μοναχῶν, ἀλλά εἶναι διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τό ἀναφέρει δυό φορές στό ἴδιο σημεῖο τοῦ λόγου του, γιά νά δείξη, σύμφωνα μέ τόν Χρυσόστομο ἅγιο, τό σίγουρο καί ἀμετάθετο καί τό ὅτι δέν τό ἀνέφερε ἐκ παραδρομῆς ἤ ὅπως λέμε στήν ρύμη τοῦ λόγου: «ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. ὡς προειρήκαμεν, καί ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,8-9). Ἀνάθεμα σημαίνει τόν αἰώνιο χωρισμό ἀπό τόν Χριστό καί τήν παράδοσι στόν διάβολο. Ὁ ἀναθεματισμός ἰσχύει ὅταν εἶναι δίκαιος, δι’ αὐτό χάνει τήν ἀξία του καί σάν ἔκφρασι, ὅταν τόν ἀναφέρουν οἱ αἱρετικοί πρός τούς Ὀρθοδόξους, σύμφωνα μέ τόν μέγα Φώτιο.
Ὁ ἀναθεματισμός ἀκολουθεῖ κάθε αἵρεσι καί κάθε αἱρετικό, ἔστω καί ἄν δέν ἐκφωνήθηκε ἐπίσημα ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἤ ἔστω καί ἄν ἐκφωνήθηκε καί κατόπιν ἔγινε ἄρσις τοῦ ἀναθέματος. Δηλαδή τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἰσχύουν παντοῦ καί πάντοτε, καί σέ οἱονδήποτε ἐτεροδιδασκαλεῖ, καί ἔχουν διαχρονική σημασία καί ἔννοια· καί δέν εἶναι σάν τά ἐπιτίμια πού βάζομε γιά οἱαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία (ἐκτός δηλαδή τῶν θεμάτων τῆς πίστεως), τά ὁποῖα ἐπιτίμια γιά νά ἰσχύουν πρέπει νά τά θέσωμε στό συγκεκριμένο πρόσωπο καί ἄν δέ τά ἐπιβάλλωμε δέν ἰσχύουν, ἔστω καί ἄν προβλέπωνται ἀπό τοῦ ἱερούς Κανόνες.
Δι’ αὐτό, ἡ ἐπιβολή τῶν ἀναθεμάτων στούς αἱρετικούς ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, δέν σημαίνει τήν ἐνεργοποίησί των, ἤ τό ὅτι ἀπό τήν στιγμή αὐτή εἶναι ἀναθεματισμένοι, ἀλλά σημαίνει τήν ταύτησι τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἁγία Γραφή καί, κυρίως, τήν ἐξαγγελία των διά τήν κατάδειξι τῶν αἱρετικῶν καί τήν προστασία τῶν Ὀρθοδόξων.
Δι’ αὐτό τά ἀναθέματα εἴτε ἐξαγγελθοῦν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἀρθοῦν ἀπό κάποιους Ἐπισκόπους, αὐτά ἰσχύουν, διότι ἡ ἴδια ἡ φύσις τῆς αἱρέσεως εἶναι ἐκείνη πού σέ ἀπομακρύνει πάραυτα, ἀπό τόν Θεό καί σέ οἰκειοποιεῖ μέ τόν διάβολο.
Περιττό νά ἀναφέρωμε ὅτι εἶναι ἀδιανόητη ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων, χωρίς νά προηγηθῆ ἡ ἄρσις τῆς αἱρέσεως. Εἶναι σάν νά ἀποκαθιστοῦμε κάποιον μεταξύ τῶν τιμίων ἀνθρώπων, χωρίς νά ἀποδώση τά κλοπιμαῖα, νά ζητήση συγχώρησι κ.λπ.
Στό Συνοδικό τῆς Ζ΄  Οἰκουμενικῆς, πού διαβάζομε τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, γίνεται σαφής ἀναφορά καί διδασκαλία γιά τό ὅτι ἡ ἴδια ἡ αἵρεσις σέ καθιστᾶ καταραμένο καί ἀναθεματισμένο. Ἀναφέρει τό Συνοδικό τά ἑξῆς: «...καί τάς ἀράς δέ, αἷς ἑαυτούς ὑποβάλλουσι οἱ παρανομοῦντες, δίκαιόν τε καί ὀφελόμενον δεῖν ᾠήθημεν ἀναγράψαι»· καί ὀλίγο κατωτέρω: «διό κοινῇ πάντες ὅσον εὐσεβείας πλήρωμα, οὕτως αὐτοῖς τήν ἀράν, ᾗ αὐτοί ἑαυτούς ὑπεβάλοντο, ἐπιφέρομεν». Δηλαδή ἀναφέρει, τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ αἱρετικοί ὑποβάλλουν τούς ἑαυτούς των μέ τήν αἵρεσι στήν κατάρα καί στό ἀνάθεμα.
Δι’ αὐτό παρεπιπτόντως εἶναι ἀφελές, ἄν μή ἀσεβές, νά περιμένουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές σήμερα νά καταδικαστῆ ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί μετά νά ἀποτειχιστοῦν. Διότι ἔτσι θεωροῦν ἀνενέργητα τά λόγια τῆς ἁγίας Γραφῆς καί τίς συνοδικές ἀποφάσεις γιά τούς αἱρετικούς καί ἐπί πλέον θεωροῦν ὅτι ἡ αἵρεσις δέν σέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλά χρειάζεται ἀπόφασις τῆς Συνόδου.
Ἐν συνεχείᾳ στό Συνοδικό τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς ἀφοῦ ἀναφέρονται καί ἀναθεματίζονται οἱ αἱρέσεις καί οἱ αἱρετικοί, ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «Ὅλοις τοῖς Αἱρετικοῖς. Ἀνάθεμα (γ)»· καί ἀκόμη κατωτέρω: «Ὅλοις τοῖς Εὐτυχιανισταῖς καί Μονοθελίταις, καί Ἰακωβίταις, καί Ἀρτζιβουρίταις, καί ἁπλῶς πᾶσιν Αἱρετικοῖς. Ἀνάθεμα (γ)».
Αὐτά τά λόγια τοῦ Συνοδικοῦ «ὅλοις τοῖς Αἱρετικοῖς» καί «πᾶσιν τοῖς Αἱρετικοῖς» σημαίνει τόν  διαχρονικό ἀναθεματισμό τῶν αἱρετικῶν ἀπό τήν ἁγία Γραφή, τήν συμφωνία τῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων μέ τήν ἁγία Γραφή καί τό ὅτι ὁ κάθε Ὀρθόδοξος, γιά νά εἶναι Ὀρθόδοξος, πρέπει νά ἀναθεματίζη εὐκαίρως ἀκαίρως κάθε αἵρεσι καί κάθε αἱρετικό καί νά μήν ἀναμένη τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου.
Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἐνσωματωμένος ἀπόλυτα εἰς τήν διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς καί τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, σέ ἐπιστολή του γιά τήν μοιχειανική αἵρεσι πρός τόν Πάπα Ρώμης Λέοντα ἀναφέρει ἐπί τοῦ θέματος τά ἑξῆς μετά τόν ἀναθεματισμό κάποιων αἱρετικῶν: «...ἀλλά καί ἄλλος εἴ τις εἴη τούτοις ὁμώνυμος, ὅμως αἱρετικός κατά τήν ἐκείνων αἵρεσιν ἤ ἑτέραν, κἄν ἐπίσκοπος, κἄν ἀσκητής, κἄν ὁστισοῦν, ἀνάθεμα ἔστω. ἀλλά καί εἴ τις μή ἀναθεματίζοι εὐκαίρως κατά τό ἀναγκαῖον πάντα αἱρετικόν, εἴη τῆς αὐτῶν μερίδος» (Φατ. 34, 99, 1389- P.G. 99, 1028 Β).
Ἐδῶ ὁ ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ὅποιος δέν ἀναθεματίζει κάθε αἵρεσι καί κάθε αἱρετικό, ἀνήκει στήν κατηγορία τῶν ἀναθεματισμένων αἱρετικῶν. Σύμφωνα λοιπόν μέ τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου, μέ τήν λεγομένη ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων δέν κατορθώσαμε τίποτε περισσότερο, ἀπό τό νά ὑποβάλλωμε τούς ἑαυτούς μας στό ἀνάθεμα, ἐπειδή ἐγίναμε ἐμεῖς αἱρετικοί.
Σέ ἄλλη ἐπιστολή του, ἐπίσης ὁ ὅσιος, ἀναφερομένη καί αὐτή στή μοιχειανική αἵρεσι, αἰτιολογώντας τήν καθυστέρησι τῶν ἀνατολικῶν Ἐπισκόπων νά ἀναθεματίσουν τόν αἱρετικό Θεόδωρο Μοψουεστίας ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα, πάντα αἱρετικόν δυνάμει, κἄν οὐ ρῆμα, ἀναθεματίζει» (Φατ. 49, 142, 84- PG 99, 1088 Β).
Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι γιά τόν ὅσιο δέν ὑπάρχουν μεσοβέζικα, κατά τό δή λεγόμενο, πράγματα, ὅπως συμβαίνει σήμερα στούς Ἀντιοικουμενιστές. Ἢ δηλαδή καταδικάζουμε τόν Οἰκουμενισμό καί ἀπομακρυνόμεθα ἀπό τούς Οἰκουμενιστές, ἤ τόν ἀποδεχόμεθα καί συνοδοιποροῦμε. Ἤ καταδικάζουμε τό Π.Σ.Ε. καί ἀπομακρυνόμεθα ἀπό ὅλους, ὅσοι εἶναι μέλη του, ἤ τό ἀναγνωρίζουμε, εἴμεθα μέλη του καί συνοδοιποροῦμε μέ αὐτό. Ἡ μεσοβέζικη λεγόμενη Ὀρθοδοξία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, ἡ ὁποία καταδικαζει τίς αἱρέσεις καί συγχρόνως ἀκολουθεῖ καί ἐνσωματώνεται μέ τούς αἱρετικούς δέν εἶναι διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων, ἀλλά δημιούργημα καί ἐπινόησις τῶν ἐσχάτων χρόνων μέ σκοπό τόν ἐφησυχασμό καί τό βόλεμα.
Καί ἕνα τελευταῖο κείμενο τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου θά ἀναφέρωμε, γιά νά δείξωμε ὅτι ὁ ὅσιος ἐστηρίζετο πάντοτε στίς Γραφές καί στούς Ἁγίους. Αὐτό τό κείμενο εἶναι ἀπό ἐπιστολή τοῦ ὁσίου τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως: «καί παρ’ ὅ ἐκ τοῦ εὐαγγελίου παρελάβομεν, ἐάν τις εὐαγγελίζεται ἕτερον, μέχρι καί ἀγγέλου ἀναθέματι ὑποβάλλεται, καθά βοᾶ ὁ μακάριος Ἀπόστολος» (Φατ. 443, 624, 44. –P.G. 99, 1660Α).
Ὁ ἀναθεματισμός λοιπόν τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἰσχύει παντοῦ καί πάντοτε γιά κάθε αἵρεσι καί κάθε αἱρετικό. Αὐτό ὅμως δέν τό δέχονται οὔτε οἱ Οἰκουμενιστές, οὔτε οἱ Ἀντιοικουμενιστές. Διότι οἱ μέν ἔκαναν τήν λεγομένη ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων, οἱ δέ, περιμένουν νά καταδικαστῆ ἡ αἵρεσις καί μετά νά ἀποτειχιστοῦν καί, μέχρι τότε, θεωροῦν τούς ἑαυτούς των Ὀρθοδόξους καί διακριτικούς.
Μέ τήν λεγομένη λοιπόν ἄρσι τῶν ἀναθεμάτων οἱ Οἰκουμενιστές ἀναφέρουν ὅτι ἔκαναν ἕνα βῆμα καλῆς θελήσεως, διευκόλυναν τήν ἔναρξι τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, ἀπομάκρυναν τίς προκαταλήψεις κ.λπ. Μετά βέβαια τό πῆγαν πιό μακρυά, ἄρχισε ὁ χορός καί τό θέατρο τῶν συμπροσευχῶν, τῶν συνιερουργιῶν, ἡ ἀναγνώρισις τῶν μυστηρίων ἑκατέρωθεν, ἡ ἀπάλειψι τῆς λέξεως αἱρετικοί καί τῶν αἱρέσεων ὡς θεολογουμένων ζητημάτων, ἡ θεωρία τῆς συνυπάρξεως καί ὄχι τῆς μετανοίας τῶν αἱρετικῶν καί τῆς προσελεύσεως στήν Ὀρθοδοξία, ἡ θεωρία τῶν δύο πνευμόνων (Ἀνατολῆς καί Δύσεως) στό ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεωρία τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητος καί ὄχι τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως (τοῦ πρωτοστάτου καί πρωτεργάτου βετεράνου Οἰκουμενιστῆ Ἰωάννου Ζηζιούλα), ὁ ἀναθεματισμός τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι δημιούργησαν τό σχίσμα καί τό διαιώνισαν καί ὑπῆρξαν θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως (τοῦ διαβόλου), κατά τόν σημερινό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, οἱ κοινές συμφωνίες καί δηλώσεις, ὅτι προχωροῦμε πρός τήν πλήρη ἑνότητα καί βέβαια ὅ,τι ἄλλο μυστικῶς ἔχει συμφωνηθῆ καί δρομολογηθῆ ἐλλείψει Ὀρθοδόξων ὁμολογητῶν.
Οἱ Γραφές, οἱ Πατέρες καί τά Συνοδικά διακηρύσσουν ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι ἀναθεματισμένοι καί οἱ Οἰκουμενιστές, ἀγαλλομένῳ ποδί, βαδίζουν ἀπό κοινοῦ σάν ἀδελφάκια μέ τούς αἱρετικούς ἀλληλοαμνηστευόμενοι καί ἀλληλοαναγνωριζόμενοι. Καί τό τραγελαφικό στήν ὅλη ὑπόθεσι εἶναι ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές περιμένουν νά καταδικαστῆ ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὁποία ὀνομάζουν Παναίρεσι καί καταγράφουν ἐπακριβῶς τήν πορεία της καί τήν ἐξέλιξί της.
Καί κάτι τελευταῖο θά ἀναφέρωμε, πρός ἀφύπνισι τῶν ἀφελῶν Ὀρθοδόξων, ἀπό τό ἴδιο ἐπίσημο δελτίο εἰδήσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Στό τέλος τῆς περιγραφῆς αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου στό Σαμπεζύ, πού σκοπό εἶχε τήν ἀποθέωσι τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, ὁ συντάκτης ἀναφέρει τά ἑξῆς:
«Τό γεγονός νά ζῶμεν ἀπό κοινοῦ ἐπιτρέπει νά ἀνακαλύψωμεν ποῖοι εἴμεθα καί νά εὕρωμεν τόν χρόνον διά τήν ἐπίλυσιν τῶν παρεξηγήσεων, ἐπί τῇ βάσει τῆς κοινῆς Παραδόσεως τῶν πρώτων αἰώνων» (ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ, 44-755 σελ. 22).
Ἐδῶ ἀδελφοί οἱ αἱρέσεις δέν θεωροῦνται ἀπό τούς Οἰκουμενιστές οὔτε κἄν «θεολογούμενα ζητήματα», ἀλλά ἁπλῶς «παρεξηγήσεις», ἡ δέ «κοινή Παράδοσις τῶν πρώτων αἰώνων» γιά τούς Οἰκουμενιστές σημαίνει ὅτι καί τότε ὑπῆρχαν αὐτές οἱ «παρεξηγήσεις» καί ὅμως εἴμαστε ἑνωμένοι. Ὁ νοῶν νοείτω.

Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΕΒ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ» [ΚΕΙΜΕΝΟ & ΒΙΝΤΕΟ]

ΕΝΑΣ ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ἢ ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΟΜΕΝΟΣ
ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ;



Ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφεὶμ μᾶς ἔχει ἀπασχολήσει πολλάκις. Ἔχουμε καταγγείλει ἀρκετὲς φορὲς τὶς ἀνακολουθίες του, τοὺς θεατρινισμούς του, τὴν κακόδοξη διδασκαλία του, ἡ ὁποία συνίσταται στὴν ἑξῆς θέση: Ὅσες αἱρετικὲς δοξασίες κι ἂν διαπιστώσουμε νὰ διδάσκουν καὶ νὰ ἐφαρμόζουν ἐντὸς τοῦ Ὀρθοδόξου χώρου οἱ παναιρετικοὶ Οἰκουμενιστές («ὀρθόδοξοι» Πατριάρχες, Ἐπίσκοποι καὶ λαϊκοὶ ἀκαδημαϊκοὶ θεολόγοι), ἐμεῖς θὰ συνεχίσουμε νὰ ἔχουμε κοινωνία μαζί τους, ἕως τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ προχωρήσουν στὸ κοινὸ ποτήριο!
Αὐτὴ ἡ θέση του ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλους τοὺς Πατέρες, μὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀφοῦ οἱ Πατέρες, ὅταν ὑπῆρχε αἵρεση, ἀπεμακρύνοντο ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, χωρὶς ποτὲ καὶ κανένας ἅγιος Πατὴρ νὰ διδάξει τὴν παραπάνω μετα-πατερικὴ διδασκαλία τοῦ Μητροπολίτη Πειραιῶς.
Αὐτῆς τῆς κακόδοξης θέσης ἐξαγωγὴ ἔκανε ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς καὶ στὴν Κωνστάντζα Ρουμανίας, ὅπου μετέβη γιὰ Προσκυνηματική ἐπίσκεψη, προσκεκλημένος ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Τόμιδος.
Ἐξέθεσε σὲ κήρυγμά του ἐκεῖ μὲ καταπληκτικὴ ἐνάργεια καὶ σαφήνεια τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι παναίρεση. Ἐπανέλαβε τὴν διαπίστωση ὅτι συνεχῶς «ἀμβλύνονται τὰ ὀρθόδοξα κριτήρια» τῶν πιστῶν, ὅτι ἀναγνωρίζονται καὶ νομιμοποιοῦνται οἱ αἱρέσεις ὡς Ἐκκλησίες, ἐπιβραβεύεται ἡ Οὐνία, ὑπογράφονται «ἀντορθόδοξα ἀνακοινωθέντα» ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς αἱρετικούς, «γκρεμίζονται τά ὅρια μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, Ὀρθοδοξίας και αἱρέσεως καί ἐπιδίδονται ἄριστα στό ἀγώνισμα τῆς κατεδαφίσεως τῆς Ὀρθοδοξίας»!
Καὶ ἐνῶ, ὅταν συνέβαινε ἔστω καὶ μιὰ μόνο ἀπ’ ὅλες αὐτὲς τὶς κακοδοξίες, οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ὅλων τῶν αἰώνων ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ τὶς διέπρατταν, ὁ κ. Σεραφεὶμ προτείνει νὰ ἀποδεχόμαστε τὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές, ἕως ὅτου συγκληθεῖ  Σύνοδος (ἡ σύνθεση τῆς ὁποίας γνωρίζουμε ὅτι θὰ εἶναι οἰκουμενιστική) γιὰ νὰ καταδικάσει τὸν ἑαυτό της!!!
Καὶ βρῆκε τὴν εὐκαιρία κι ἐκεῖ (στὴ Ρουμανία) ὁ κ. Σεραφείμ, νὰ κατηγορήσει τὴν Διακοπὴ Μνημόνευσης τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν, τὴν μόνη ἐκκλησιαστικὴ πράξη ποὺ μπορεῖ νὰ φρενάρει τὴν ἐξάπλωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!
Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴν ὁμιλία τοῦ κ. Σεραφείμ, σκέφτηκα: Ὁ Πειραιῶς εἶναι, ἄραγε, ἕνας τραγικὸς Ἐπίσκοπος, ποὺ ἐνῶ διαπιστώνει καὶ νιώθει στὸ πετσί του ὅτι ἡ φωτιὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατακαίει τὰ πάντα, περιμένει, κατακαιόμενος μετὰ τοῦ ποιμνίου του, ΠΟΤΕ θὰ ἔρθει ἡ πυροσβεστικὴ γιὰ νὰ τὴν κατασβέσει; Τί τὸν ἐμποδίζει νὰ διακόψει τὴν κοινωνία μὲ τοὺς ἐμπρηστὲς Οἰκουμενιστές;
Ἢ μήπως γίνεται ἄθελά του ἢ καὶ ἠθελημένα ἕνας περιφερόμενος πράκτορας τοῦ Φαναρίου καὶ τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὡς νὰ ἔχει ἀναλάβει πλέον ἐργολαβικῶς τὴν κατασπίλωση καὶ κατασυκοφάντηση τῆς Ὀρθόδοξης Παραδόσεως, ποὺ εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς;
Παραθέτουμε παρακάτω τὰ κύρια σημεῖα τῆς ὁμιλίας του, σημειώνοντας ὅτι ξέχασε νὰ σημειώσει ἀνάμεσα στὶς αἱρετικὲς θεωρίες ποὺ ἀναφέρει, τὴν αἱρετικὴ δοξασία περὶ «διηρημένης Ἐκκλησίας» τοῦ μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου Σαββάτου, τὴν ὁποία κατήγγειλε ἐν Συνόδῳ! Γιατί; Μήπως ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ συμβιβάστηκε μετὰ τοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας; (Πρόσφατο ἐνημερωτικὸ ἄρθρο ἐδῶ).
Σημάτης Παναγιώτης


Ὁ κ. Σεραφεὶμ δηλαδή, ἐπανέλαβε ὅτι οἱ Οἰκουμενιστὲς μὲ «τούς συγχρόνους μεθοδευμένους καί ἐπιτηδευμένους ἀτέρμονες οἰκουμενιστικούς θεολογικούς διαλόγους», στοὺς ὁποίους παρατηρεῖται ἀκόμα καὶ «παραποίηση τῶν Γραφικῶν χωρίων», «ἀμβλύνονται τὰ ὀρθόδοξα κριτήρια» τῶν πιστῶν, γίνεται «ἀμοιβαία ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος» (ἀναγνωρίζουμε τοὺς αἱρετικοὺς ὡς Ἐκκλησίες). Μὲ αὐτοὺς «ἀθωώνουμε καὶ ἐπιβραβεύουμε τὴν Οὐνία, συμμετέχουμε στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν ἢ μᾶλλον τῶν αἱρέσεων» καὶ ὑπογράφουμε (οἱ “ὀρθόδοξοι” ἀντιπρόσωποί μας) «ἀντορθόδοξα ἀνακοινωθέντα καὶ κείμενα δίχα Συνοδικῆς διαγνώμης καὶ ἀποφάσεως, (Λίμα Περοῦ 1982..., Πουσὰν Νοτίου Κορέας 2013)». (σ.σ. Ἐφ’ ὅσον ἐπὶ σαράντα χρόνια ἡ Σύνοδος, κ. Σεραφείμ, δὲν τὰ καταδικάζει, παρότι παρεκλήθη πολλὲς φορὲς γι’ αὐτό, δὲν τὰ ἔχει ἀποδεχθεῖ διὰ τῆς σιωπῆς της Συνοδικά; Γνωρίζετε ἄλλη περίοδο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τέτοια -κραυγαλέως κακόδοξα κείμενα- νὰ τὰ ἀνέχονταν οἱ Ἅγιοι Πατέρες;).
Ἐπανέλαβε ὅτι «ὁ Οἰκουμενισμός υἱοθετεῖ καί νομιμοποιεῖ ὅλες τίς αἱρέ­σεις ὡς “Ἐκκλησίες” καί προσβάλλει τό δόγμα τῆς Μιᾶς, Άγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Άνα­πτύσσει, διδάσκει καί ἐπιβάλλει νέο δόγμα περί Ἐκκλησίας, νέα ἐκκλησιολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία καμμία Ἐκκλησία δέν δικαιοῦται νά διεκδικήση ἀποκλειστικά γιά τόν ἑαυτό της τόν χαρακτήρα τῆς Καθολικῆς καί ἀληθινῆς Ἐκκλησίας... Μέ τόν τρόπο, ὅμως, αὐτό γκρεμίζει τά ὅρια μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, Ὀρθοδοξίας και αἱρέσεως καί ἐπιδίδεται ἄριστα στό ἀγώνισμα τῆς κατεδαφίσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ Οἰκουμενισμός, διά νά ὑλοποιήση τούς στόχους του, ἐφευρίσκει διάφορες θεωρίες, ὅπως τίς κακοδοξίες περί “Διευρημένης Ἐκκλησίας, ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, βαπτισματικῆς θεολογίας, Παγκοσμίου ἀοράτου Ἐκκλησίας, τῶν κλάδων, τῶν δύο πνευμόνων, τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ καί μαξιμαλισμοῦ, τῆς μεταπατερικῆς, νεοπατερικῆς, συναφειακῆς αἱρέσεως, τῆς μετακανονικῆς αἱρέσεως, τῆς εὐχαριστηριακῆς θεολογίας, τῆς μετασυνοδικῆς θεολογίας, τῶν ἐλλειματικῶν καί μή πλήρων “Ἐκκλησιῶν”, τῆς περιεκτικότητος, τῆς ἐλλειματικῆς καί μή πλήρους μυστηριολογίας, τῆς μετατροπῆς τῆς οἰκονομίας σέ ἀκρίβεια καί δόγμα, τῆς θεωρίας ὅτι ὁ Πατριάρχης Κων/λεως εἶναι πρῶτος δίχως ἴσον (primus sine paribus)”, οἱ ὁποῖες, βεβαίως, τυγχάνουν ξένες καί ἀλλότριες τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διδασκαλίας καί θεολογίας.
Ὁ Οἰκουμενισμός ἐξισώνει ὅλες τίς θρησκεῖες μέ τήν μοναδική, θεόθεν ἀποκαλυφθεῖσα ἀπό τόν Ἀναστάντα Χριστό θεοσέβεια, θεογνωσία καί κατά Χριστόν ζωή. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ἀναιρεῖ τό δόγμα τῆς μοναδικῆς ἐν τῶ κόσμω σωτηριώδους ἀποκαλύψεως καί οἰκονομίας τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ...
Ὡς ἐκ τούτου συνεπάγεται ἀναμφιβόλως ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός καθίσταται στίς ἡμέρες μας ἡ μεγαλυτέρα ἐκκλησιολογική αἵρεσις ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδή ἐξισώνει ὅλες τίς θρησκεῖες καί τίς πίστεις».
Παρακάτω στὸ λόγο του διαπιστώνει ὅτι «ἡ ἐξάρτηση ἀπό τόν Οἰκουμενισμό συνεχίζει νά αὐξάνεται, διότι ὑπάρχει α) ἀπουσία κατηχήσεως τῶν πιστῶν σέ θέματα πίστεως, β) τρομερή ἔλλειψη μέσων γνησίας καί ἀντικειμενικῆς ἐνημερώσεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί γ) ἐκκοσμίκευση κλήρου καί λαοῦ.
Ὁ Οἰκουμενισμός ἀμφισβητεῖ ἔμπρακτα τήν ὀρθοδοξοπατερική μας παράδοσι καί Πίστι, σπέρνει τήν ἀμφιβολία καί τήν σύγχυση στίς καρδιές τοῦ ποιμνίου καί κλονίζει πολλούς φιλοθέους ἀδελφούς, ὁδηγώντας σέ διαιρέσεις καί σχίσματα (π.χ. παλαιοημερολογιτισμός, ἀποτείχιση) καί παρασύρει ἕνα μέρος τοῦ ποιμνίου στήν πλάνη καί δι’ αὐτῆς στόν πνευματικό ὄλεθρο.
Ὁ Οἰκουμενισμός ἐντέλει ἀποτελεῖ μέγιστο ποιμαντικό καί σωτηριολογικό πρόβλημα, διότι κλονίζει συνθέμελα, ἀκυρώνει τήν σωτηρία καί τήν κατά Χάρη θέωση τοῦ ἀνθρώπου.... Μέ πόνο καί θλίψη διαπιστώνεται ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει αἰχμαλωτίσει μέ ἁλυσίδες καί δεσμά ὅλες σχεδόν τίς τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί τίς Ἱεραρχίες τους, οἱ ὁποῖες λατινοφρονοῦν καί οἰκουμενίζουν».
 Σ’ ἕνα ἀκόμα σημεῖο τοῦ λόγου του λέγει: «Τό τραγελαφικόν ὅμως γιά τούς Ὀρθοδόξους οἰκουμενιστάς εἶναι ὅτι ἐνῶ ἀποδίδουν τίτλους ἐκκλησιαστικότητας στούς πρόδηλα κακοδόξους αἱρετικούς δέν τολμοῦν, συνεπεῖς πρός τίς διακηρύξεις τους, τήν μαζί τους μυστηριακή διακοινωνία γιατί γνωρίζουν ὅτι ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς θά ἀπωλέσουν ἄμεσα τήν ἐκκλησιαστική τους ἰδιότητα. (σ.σ. Ξεχνᾶ σκοπίμως ὁ κ. Σεραφείμ, ὅτι ἡ διακοινωνία ἤδη πραγματοποιεῖται στὰ Πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας καὶ Ἀλεξάνδρειας; Ἀποκρύπτει ὅτι ἡ καθυστέρηση μιᾶς εὐρύτερης διακοινωνίας ὀφείλεται στὶς ἐλάχιστες, ἔστω, ἀκόμα ἀντιδράσεις· ἀποκρύπτει ὅτι μιὰ δυναμικὴ κίνηση ἀποτείχισης, ποὺ θὰ καθοδηγεῖτο ἀπὸ κάποιους Ἐπισκόπους καὶ θὰ ἦταν σύμφωνη κατὰ πάντα μὲ τοὺς Ιεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, θὰ τίναζε στὸν ἀέρα τὴν πραγματοποίηση τῆς Ἑνώσεως ὑπὸ τὸν Πάπα).
 Αὐτό δέν ἀποτελεῖ τήν πλέον κραυγαλέα ἀπόδειξη τῆς κακοδοξίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;». (σ.σ. Καὶ ἐκ παραλλήλου, αὐτὴ ἡ θέση περὶ διακοινωνίας, δὲν ἀποτελεῖ τὴν πλέον κραυγαλέα ἀπόδειξη τῆς κακοδοξίας τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν;).
Καὶ ποιά λύση προτείνει; Τὴν λύση ποὺ γνωρίζει πὼς δὲν πρόκειται νὰ φέρει κανένα ἀποτέλεσμα, ἀκόμα κι ἂν πραγματοποιηθεῖ. Προτείνει «τὴν σύγκληση Ὀρθοδόξου Συνόδου, γιά νά ἐξετάση ...καί νά λάβη καταδικαστική ἀπόφαση ἐναντίον τόσο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὅσο καί τῶν ἀκολουθούντων, διδασκόντων καί μεταλαμπαδευόντων τήν παναίρεση αὐτή, ὥστε νά παύσουν τά σκάνδαλα καί ἡ σύγχυση κλήρου καί λαοῦ»!




«Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ» [ΚΕΙΜΕΝΟ & ΒΙΝΤΕΟ]
Πηγή: "Κατάνυξις"

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΑΤΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 7 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014 ΣΤΗ ΜΑΓΓΑΛΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: «Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ»
Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Τόμιδος κ.κ. Θεοδόσιε,                                                           Σεβαστοί Πατέρες,                                                                                                            Ἀγαπητοί ἀδελφοί,                                                                                            
Ὅταν ἐμφανίζεται νέα αἵρεσις, πού δημιουργεῖ σύγχυσιν στά τῆς πίστεως, οἱ ποιμένες κάθε ἐποχῆς, ἐπιβεβαιοῦντες ὅσα κατά τήν χειροτονία τους ὑποσχέθηκαν, προβαίνουν στήν ἀντιμετώπισιν αὐτῆς τῆς αἱρέσεως, διά νά περιχαρακώσουν καί ὁριοθετήσουν τήν Ὀρθόδοξο πίστι, ὥστε νά διακρίνεται ἀπό τήν πλάνη τῶν αἱρετικῶν καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά προφυλάξουν τούς πιστούς ἀπό τήν λύμη τῆς κακοδοξίας. Στίς ἡμέρες μας ἐμφανίσθηκε ὡς ἕνα ἀπό τά σημεῖα τῶν ἐσχάτων καιρῶν και ὡς «λύκος βαρύς μή φειδόμενος τοῦ ποιμνίου»[1] ἡ παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ Οἰκουμενισμός, ὡς γνωστόν, ἔχει καταγνωστεῖ ὡς παναίρεση ὑπό τοῦ συγχρόνου ἁγίου γέροντος τῆς ἀδελφῆς Ἁγιοσαββιτικῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς καί Οἰκουμενικοῦ Διδασκάλου Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός Ἰουστίνου Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος στό ἐξαίρετο σύγγραμμά του «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός» σημειώνει: «Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι κοινόν ὄνομα διά τούς ψευδοχριστιανισμούς, διά τάς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὐμανισμῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν Παπισμό. Ὅλοι δέ αὐτοί οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τήν ἄλλην αἵρεσιν. Τό κοινόν εὐαγγελικόν ὄνομά τους εἶναι ἡ παναίρεσις»[2].
Πηγή καί μήτρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τυγχάνει ἡ Μασωνία, πού προωθεῖ δι’ αὐτοῦ τήν παγκόσμια θρησκεία τοῦ Ἐωσφορισμοῦ, ὅπως καί τῆς Μασωνίας πηγή καί μήτρα εἶναι ὁ φρικώδης διεθνής Σιωνισμός[3], ὁ ὁποῖος μετήλλαξε τόν θεϊσμόν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τῶν Προφητῶν σέ αἴσχιστο Ἑωσφορισμό μέ τήν δαιμονική Καμπαλά καί τό χυδαῖο Ταλμούδ, ἔργα τῶν διαμονιώντων Ραββίνων τοῦ ἐκπεσόντος Ἰουδαϊσμοῦ καί τῆς ἰδεοληψίας τους περί τῆς διά τοῦ ἀναμενομένου εἰσέτι ψευδομεσσίου παγκοσμίου κυριαρχίας καί διακυβερνήσης.
Ὁ Οἰκουμενισμός κινεῖται σέ δύο ἐπίπεδα˙ σέ διαχριστιανικό καί σέ διαθρησκειακό. Ἔτσι, διαμορφώνεται ὁ διαχριστιανικός οἰκουμενισμός καί ὁ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν δύο ἀπό τίς βασικές κατευθύνσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ μέν διαχριστιανικός οἰκουμενισμός προωθεῖ τήν ἕνωση τῶν διαφόρων χριστιανικῶν αἱρέσεων (Παπικῶν, Προτεσταντῶν, Ἀγγλικανῶν, Μονοφυσιτῶν) μέ τήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία μέ τό κριτήριο τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Σύμφωνα μέ τήν οἰκουμενιστική ἀρχή τοῦ «διαχριστιανικοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ» οἱ δογματικές διαφορές μεταξύ αἱρετικῶν καί Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἁπλῶς τυπικές παραδόσεις καί πρέπει νά παρακάμπτωνται γιά τό καλό τῆς ἑνότητας τῆς «Ἐκκλησίας», ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἐκφράζεται μέ τήν ποικιλία διαφόρων μορφῶν καί θέσεων. Ὁ δέ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός, θεωρώντας ὅτι σέ ὅλες τίς θρησκεῖες ὑπάρχουν θετικά στοιχεῖα, προωθεῖ τήν ἕνωση μεταξύ αὐτῶν καί κυρίως μεταξύ τῶν λεγομένων τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου, τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ Μουσουλμανισμοῦ καί τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, δηλ. προωθεῖ τήν λεγομένη «πανθρησκεία». Σύμφωνα μέ τήν οἰκουμενιστική ἀρχή τοῦ «διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ» πρέπει νά προβάλλωνται τά δῆθεν «κοινά θεολογικά σημεῖα», πού ὑπάρχουν σέ ὅλες τίς «μονοθεϊστικές θρησκεῖες», ὥστε νά οἰκοδομηθῆ ἡ θρησκευτική ἑνότητα τῆς Οἰκουμένης.
Ὁ Οἰκουμενισμός, διά νά ὑλοποιήση τούς στόχους του, ἐφευρίσκει διάφορες θεωρίες, ὅπως τίς κακοδοξίες περί «Διευρημένης Ἐκκλησίας, ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, βαπτισματικῆς θεολογίας, Παγκοσμίου ἀοράτου Ἐκκλησίας, τῶν κλάδων, τῶν δύο πνευμόνων, τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ καί μαξιμαλισμοῦ, τῆς μεταπατερικῆς, νεοπατερικῆς, συναφειακῆς αἱρέσεως, τῆς μετακανονικῆς αἱρέσεως, τῆς εὐχαριστηριακῆς θεολογίας, τῆς μετασυνοδικῆς θεολογίας, τῶν ἐλλειματικῶν καί μή πλήρων «Ἐκκλησιῶν», τῆς περιεκτικότητος, τῆς ἐλλειματικῆς καί μή πλήρους μυστηριολογίας, τῆς μετατροπῆς τῆς οἰκονομίας σέ ἀκρίβεια καί δόγμα, τῆς θεωρίας ὅτι ὁ Πατριάρχης Κων/λεως εἶναι πρώτος δίχως ἴσον (primus sine paribus)», οἱ ὁποῖες, βεβαίως, τυγχάνουν ξένες καί ἀλλότριες τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διδασκαλίας καί θεολογίας[4].

Ὁ Οἰκουμενισμός προβάλλει τούς συγχρόνους μεθοδευμένους καί ἐπιτηδευμένους ἀτέρμονες οἰκουμενιστικούς θεολογικούς διαλόγους, στούς ὁποίους κυριαρχεῖ ἡ ἔλλειψη ὀρθοδόξου ὁμολογίας, ἡ ἔλλειψη εἰλικρινείας τῶν ἑτεροδόξων, ὁ ὑπερτονισμός τῆς ἀγάπης καί ὁ ὑποτονισμός τῆς ἀληθείας ἡ ἀπόκρυψη καί ἡ παραποίηση τῶν Γραφικῶν χωρίων ἰδίᾳ τῶν κατά Ἰωάννην «ἵνα ἕν ὧσιν καθώς ἡμεῖς»[5] καί «τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ»[6], ἡ πρακτική τοῦ νά μή συζητοῦνται αὐτά, πού χωρίζουν, ἀλλά αὐτά, πού ἑνώνουν, ἡ ἄμβλυνση τῶν ὀρθοδόξων κριτηρίων, ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος, ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἱερωσύνης, Χάριτος, μυστηρίων, ὁ διάλογος ἐπί ἴσοις ὅροις, ἡ ἀμνήστευση, ἀθώωση καί ἐπιβράβευση τοῦ Δούρειου Ἴππου τοῦ Παπισμοῦ, τῆς ἐπαράτου καί δαιμονικῆς Οὐνίας, ἡ συμμετοχή στό παμπροτεσταντικό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» ἤ μᾶλλον τῶν αἱρέσεων, ἡ ὑπογραφή κοινῶν ἀντορθοδόξων ἀνακοινωθέντων, δηλώσεων καί κειμένων δίχα Συνοδικῆς διαγνώμης καί ἀποφάσεως, (π.χ. Λίμα Περοῦ Νοτίου Ἀμερικῆς 1982, Balamand Λιβάνου 1993, Σαμπεζύ Ἐλβετίας 1994, PortoAlegre Βραζιλίας 2006, Ραβέννας 2007, Πουσάν Νοτίου Κορέας 2013 κ.ἄ.) καί οἱ παράνομες καί ἀντικανονικές συμπροσευχές[7].
Ὁ Οἰκουμενισμός υἱοθετεῖ καί νομιμοποιεῖ ὅλες τίς αἱρέ­σεις ὡς «Ἐκκλησίες» καί προσβάλλει τό δόγμα τῆς Μιᾶς, Άγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Άνα­πτύσσει, διδάσκει καί ἐπιβάλλει νέο δόγμα περί Ἐκκλησίας, νέα ἐκκλησιολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία καμμία Ἐκκλησία δέν δικαιοῦται νά διεκδικήση ἀποκλειστικά γιά τόν ἑαυτό της τόν χαρακτήρα τῆς Καθολικῆς καί ἀληθινῆς Ἐκκλησίας. Κάθε μία εἷναι ἕνα κομμάτι, ἕνα μέρος, ὄχι ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Ὅλες μαζί ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία. Μέ τόν τρόπο, ὅμως, αὐτό γκρεμίζει τά ὅρια μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, Ὀρθοδοξίας και αἱρέσεως καί ἐπιδίδεται ἄριστα στό ἀγώνισμα τῆς κατεδαφίσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ Οἰκουμενισμός ἐξισώνει ὅλες τίς θρησκεῖες μέ τήν μοναδική, θεόθεν ἀποκαλυφθεῖσα ἀπό τόν Ἀναστάντα Χριστό θεοσέβεια, θεογνωσία καί κατά Χριστόν ζωή. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ἀναιρεῖ τό δόγμα τῆς μοναδικῆς ἐν τῶ κόσμω σωτηριώδους ἀποκαλύψεως καί οἰκονομίας τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς καί τῆς ἐν συνεχεία πραγματώσεως τοῦ σωτηριώδους Αὐτοῦ ἔργου ἀπό τήν Μία καί Μοναδική, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, διά τοῦ ἐνεργοῦντος σέ Αὐτή Ἁγίου Πνεύματος. Ὡς ἐκ τούτου συνεπάγεται ἀναμφιβόλως ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός καθίσταται στίς ἡμέρες μας ἡ μεγαλυτέρα ἐκκλησιολογική αἵρεσις ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδή ἐξισώνει ὅλες τίς θρησκεῖες καί τίς πίστεις[8].
Μέ πόνο καί θλίψη διαπιστώνεται ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει αἰχμαλωτίσει μέ ἁλυσίδες καί δεσμά ὅλες σχεδόν τίς τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί τίς Ἱεραρχίες τους, οἱ ὁποῖες λατινοφρονοῦν καί οἰκουμενίζουν μέ φωτεινές ἐξαιρέσεις τά Σεπτά Πατριαρχεῖα τῆς Γεωργίας καί τῆς Βουλγαρίας, ὅπως ἐν τοῖς πράγμασι ἀποδεικνύουν ἀνήκουστες, ἀνιστόρητες, πρωτοφανεῖς καί καινοφανεῖς οἰκουμενιστικές πράξεις καί ἐνέργειες, πραχθέντα καί λεχθέντα τους[9].
Τό τραγελαφικόν ὅμως γιά τούς Ὀρθοδόξους οἰκουμενιστάς εἶναι ὅτι ἐνῶ ἀποδίδουν τίτλους ἐκκλησιαστικότητας στούς πρόδηλα κακοδόξους αἱρετικούς δέν τολμοῦν, συνεπεῖς πρός τίς διακηρύξεις τους, τήν μαζί τους μυστηριακή διακοινωνία γιατί γνωρίζουν ὅτι ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς θά ἀπωλέσουν ἄμεσα τήν ἐκκλησιαστική τους ἰδιότητα. Αὐτό δέν ἀποτελεῖ τήν πλέον κραυγαλέα ἀπόδειξη τῆς κακοδοξίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Ἄν πράγματι πιστεύουν τίς ἀπαράδεκτες καί προκλητικές τους διακηρύξεις ἄς τό τολμήσουν λοιπόν γιατί ἄλλως ἀποδεικνύουν μέ τήν στάση τους τήν ἀνυπαρξία τῶν τίτλων ἐκκλησιαστικότητος, πού ἀποδίδουν στούς ψευδεπισκόπους τῶν κακοδόξων.
Ὁ Οἰκουμενισμός, δυστυχῶς, ἐπέτυχε ἐσχάτως τήν ἀθρόα μεταβολή τῆς μακραίωνης καί δισχιλιετοῦς ἁγιοπατερικῆς καί ἱεροκανονικῆς πορείας τόσο τῆς Μητρός ἡμῶν Ἐκκλησίας, τοῦ Σεπτοῦ Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου[10] (ἀπό τό 1964), ὅσων καί ἄλλων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν σέ οἰκουμενιστική στάση ζωῆς. Ἀλλά, καί ἡ Κιβωτός τῆς Ὀρθοδοξίας, τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, τό Ἅγιον Ὄρος δέν παρέμεινε ἀλώβητο καί ἀνεπηρέαστο.
Ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει διαβρώσει καί τίς Θεολογικές Σχολές, στίς ὁποίες δέν διδάσκεται πλέον ἡ Ὀρθοδοξοπατερική Θεολογία, ἀλλά ἑδραιώνεται ἀνοικτά, πλέον, μέ τόν πιό πανηγυρικό καί ἐπίσημο τρόπο ἡ οἰκουμενιστική θεολογία.
Ἡ ἐξάρτηση ἀπό τόν Οἰκουμενισμό συνεχίζει νά αὐξάνεται, διότι ὑπάρχει α) ἀπουσία κατηχήσεως τῶν πιστῶν σέ θέματα πίστεως, β) τρομερή ἔλλειψη μέσων γνησίας καί ἀντικειμενικῆς ἐνημερώσεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί γ) ἐκκοσμίκευση κλήρου καί λαοῦ[11].
Ὁ Οἰκουμενισμός ἀμφισβητεῖ ἔμπρακτα τήν ὀρθοδοξοπατερική μας παράδοσι καί Πίστι, σπέρνει τήν ἀμφιβολία καί τήν σύγχυση στίς καρδιές τοῦ ποιμνίου καί κλονίζει πολλούς φιλοθέους ἀδελφούς, ὁδηγώντας σέ διαιρέσεις καί σχίσματα (π.χ. παλαιοημερολογιτισμός, ἀποτείχιση) καί παρασύρει ἕνα μέρος τοῦ ποιμνίου στήν πλάνη καί δι’ αὐτῆς στόν πνευματικό ὄλεθρο[12].
Ὁ Οἰκουμενισμός ἐντέλει ἀποτελεῖ μέγιστο ποιμαντικό καί σωτηριολογικό πρόβλημα, διότι κλονίζει συνθέμελα, ἀκυρώνει τήν σωτηρία καί τήν κατά Χάρη θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ κίνδυνος, βεβαίως δέν ἀφορᾶ στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δέν πρόκειται νά καταστραφῆ, ἀφοῦ εἷναι Σῶμα Χριστοῦ, ἔχει Κεφαλή τόν Χριστό, εἶναι ὁ Χριστός ὁ εἰς τούς αἰώνας ἐπεκτεινόμενος «καί πύλαι Ἅδου, οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς»[13], ἀλλά στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, στούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουν νά χαθοῦν, ὅταν χαθεῖ ἡ ὀρθή πίστη, ἡ Ὀρθοδοξία, καί ἐπικρατήσουν ἡ αἵρεση καί ἡ πλάνη[14].
Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Τόμιδος κ.κ. Θεοδόσιε,                                                               Σεβαστοί Πατέρες,                                                                                                            Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Μετά τήν ἀνωτέρω παρουσίαση τοῦ φαινομένου τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῶν κινδύνων καί τῶν τραγικῶν συνεπειῶν του τόσο στήν δογματική ὅσο καί στήν σωτηριολογική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, διαπιστώνομε ὅτι ὄντως τώρα κινδυνεύει σοβαρά ἡ Ὀρθοδοξία. Ταπεινῶς φρονοῦμε ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ὅσο τό δυνατόν συντομότερα σύγκληση Ὀρθοδόξου Συνόδου, γιά νά ἐξετάση καί ἐρευνήση τά ἀνωτέρω καυτά καί φλέγοντα θέματα, πάντοτε ὑπό τό φῶς τῆς Ἁγιογραφικῆς, Ἁγιοπατερικῆς καί Ἱεροκανονικῆς διδασκαλίας καί παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, καί νά λάβη καταδικαστική ἀπόφαση ἐναντίον τόσο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὅσο καί τῶν ἀκολουθούντων, διδασκόντων καί μεταλαμπαδευόντων τήν παναίρεση αὐτή, ὥστε νά παύσουν τά σκάνδαλα καί ἡ σύγχυση κλήρου καί λαοῦ.
Ἄς τολμήσουμε νά σπάσωμε τά οἰκουμενιστικά δεσμά, νά βγοῦμε ἀπό τήν οἰκουμενιστική φυλακή καί νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆ θεία δυνάμει καί Χάριτι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι». Δι’εὐχῶν Σας, Σεβασμιώτατε.
Μετά πατρικῶν εὐχῶν
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς Σεραφείμ
[1] Πράξ. 20, 29.
[2] ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 224.
[3] Ἡμετέρα Ποιμαντορική ἐγκύκλιος ἐπί τῆ Κυριακῆ τῆς Ὀρθοδοξίας 2013, ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ὁ Οἱκουμενισμός χωρίς μάσκα, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Τύπος, Ἀθήνα 1988, σσ. 43-45, 107-108, ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Διακήρυξις διά τήν Μασονίαν, http://www.impantokratoros.gr/67D9F5DF.el.aspx.
[4] Ἡμετέρα Ποιμαντορική ἐγκύκλιος ἐπί τῆ Κυριακῆ τῆς Ὀρθοδοξίας 2013.
[5] Ἰω. 17, 11
[6] Ιω. 3, 8
[7] Ὁ Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2004, σσ. 11-18.
[8] ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Ἰούλιος 2009, σσ. 23-24.
[9] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Κινδυνεύει τώρα σοβαρά ἡ Ὀρθοδοξία», Θεοδρομία Θ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2007) 94-98
[10] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Οἰκουμενισμός», ἐν Οἰκουμενισμός˙ Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Πρακτικά διορθοδόξου ἐπιστημονικοῦ συνεδρίου, Αἴθουσα Τελετῶν ΑΠΘ, τ. Α΄, ἐκδ. Θεοδρομία, σσ. 233-250.
[11] Ὅ.π. σσ. 124-126.
[12] ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Ἰούλιος 2009, σσ. 25-26.
[13] Ματθ. 16,18
[14] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Κινδυνεύει τώρα σοβαρά ἡ Ὀρθοδοξία», Θεοδρομία Θ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2007) 89-94.
μεταφραζει π. Ματθαιος Βοθλκανεσκος