Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Εικόνα και Οικουμενισμός (Λεωνίδας Οὐσπένσκυ)

   
    Λεωνίδας Οὐσπένσκυ δὲν εἶχε περγαμηνὲς θεολογίας νὰ ἐπιδείξει κι ὅμως τὸ συγγραφικό του ἔργο λίγοι θεολόγοι μποροῦν νὰ τὸ φτάσουν. Δὲν ἦταν ρήτορας, οὔτε ἱεροκήρυκας· κι ὅμως τὰ ἄρθρα του, τὰ βιβλία του, οἱ εἰκόνες του μετέστρεφαν συνειδήσεις καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπανέρχονταν στὴν Ἐκκλησία, τόσο ποὺ τὸ Βατικανὸ ἀπαγόρεψε τὴν ἐπανέκδοση τῆς «θεολογίας τῆς εἰκόνας» γιὰ 23 χρόνια. Ὁ Λ. Οὐσπένσκυ δὲν εἶχε πλούτη, ὑψηλὲς γνωριμίες, κύκλο ὀπαδῶν· εἶχε μόνο τὴν ἀκλόνητη πίστη του στὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ποὺ ἦταν ὁ Χριστός. Μπροστὰ στὸ αὐθεντικό, ἐκκλησιαστικό του βίωμα ὑποκλήθηκαν ἀκόμα καὶ οἱ ἀντίπαλοί του. Τὸ θέμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, διαπραγματεύεται ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκυ, στὸ τελευταῖο κεφάλαιο τῆς Θεολογίας τῆς εἰκόνας μέσα στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ φέρει τὸ ἐνδεικτικὸ ἐρώτημα, «πρὸς τὴν ἑνότητα;». Πρὶν ὅμως ἀναφερθοῦμε στὶς περὶ οἰκουμενισμοῦ θέσεις τοῦ Οὐσπένσκυ, ἄς δοῦμε κάποια ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς του.
    Ὁ Λεωνίδας Ἀλεξάντροβιτς  Οὐσπένσκυ (8/8/1902-11/12/1987) γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Ρωσία, στὴν ἰδιοκτησία τοῦ πατέρα του στὸ σημερινὸ Γκολόσνοβκα, βόρεια τῆς ἐπαρχίας τοῦ Βορονέζ. Τὸ μεγαλύτερο διάστημα τῆς ζωῆς του ὡστόσο δὲν τὸ ἔζησε στὴν πατρίδα του, ἀλλὰ στὸ Παρίσι. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες στὴν ἐπαναστατικὴ Ρωσία, ποὺ λίγο ἔλλειψαν νὰ τοῦ κοστίσουν τὴν ἴδια του τὴ ζωή, θὰ σταλεῖ, νεαρὸς ἀκόμα μὲ τὸν λευκὸ στρατὸ νὰ δουλέψει στὰ μεταλλεῖα κάρβουνου στὴ Βουλγαρία. (Ἐκεῖ ἀπὸ τὴν πεῖνα θὰ μείνει γιὰ ἕνα διάστημα τυφλός, ἐνῶ θὰ τραυματισθεῖ δύο φορὲς σοβαρά). Τὸ 1926 θὰ κατορθώσει νὰ φύγει γιὰ τὴ νότια Γαλλία, ὅπου θὰ δουλέψει ὡς ἐργάτης στὶς ὑψικαμίνους τῶν ἐργοστασίων Σνάϊντερ στὸ Κρεζώ. Τὸ 1929, μετὰ ἀπὸ σοβαρὸ ἀτύχημα θὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἐργοστάσιο μετάλλων καὶ θὰ ἐγκατασταθεῖ στὸ Παρίσι κάνοντας περιστασιακὲς δουλειές.
Ἡ γνωριμία του μὲ τὸ ζωγράφο Γεώργιο Κροὺγκ (μετέπειτα μοναχὸ Γρηγόριο) θὰ τὸν ὁδηγήσουν πρὸς τὴ ζωγραφική. Θὰ γραφτοῦν, ὅπως καὶ ἄλλοι ρῶσοι ἐμιγκρέδες στὴν Ἀκαδημία ζωγραφικῆς, ποὺ εἶχε ἀνοίξει στὸ Παρίσι ἡ κόρη τοῦ Λέοντα Τολστόϊ, Τατιάνα Λβόβνα Σουκοτίνα. Παράλληλα, ἡ ἔνταξή τους στὴν ὀρθόδοξη ἀδελφότητα τοῦ ἁγίου Φωτίου τοῦ ὁμολογητοῦ θὰ τοὺς στρέψουν στὴν παραδοσιακὴ ζωγραφική, τὴν εἰκόνα. Ἡ τέχνη τῆς εἰκόνας θὰ τοὺς αἰχμαλωτίσει καὶ τοὺς δύο ἀμέσως. Ἀρχίζουν νὰ μελετοῦν πρῶτα μὲ τὸν διάσημο εἰκονογράφο, ποὺ ζοῦσε στὸ Παρίσι, τὸν Φεντόρωφ καὶ στὴ συνέχεια, ὅταν αὐτὸς σταματήσει νὰ διδάσκει, θὰ μαθητεύσουν ἀντιγράφοντας παλιὲς ρώσικες εἰκόνες, ποὺ ἔβρισκαν στὰ παλαιοπωλεῖα τοῦ Παρισιοῦ. Ὅλη τους ἡ ζωὴ θὰ ἔχει ὡς κέντρο τὴ μελέτη καὶ τὴ ζωγραφική τῶν εἰκόνων. Ὁ Οὐσπένσκυ θὰ μάθει νὰ καθαρίζει ἐπίσης παλαιὲς ρώσικες εἰκόνες καὶ θὰ σκαλίζει σὲ μέταλλο ἢ ξύλο εἰκονογραφικὰ θέματα, τέχνη ποὺ δὲν θὰ ἐγκαταλείψει μέχρι καὶ τὸ θάνατό του. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ μοναχὸς Γρηγόριος Κρούγκ[1].
  Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκυ ἔγινε εὐρύτερα γνωστός, ὄχι μόνο ἀπὸ τὶς εἰκόνες του, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄρθρα του καὶ κυρίως τὸ ἔργο του «ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας». Παρʼ ὅλη τὴ φήμη του, ἔζησε στὸ Παρίσι μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα του Λυδία μὲ μεγάλη ἀνέχεια, γιατί πάνω ἀπὸ τὴν τέχνη καὶ τὴν γνώση τῆς εἰκόνας τοποθετοῦσε τὴν ὀρθόδοξη πίστη του στὸν Θεό. Τὸ ἔργο του, ἡ ζωή του, ἡ ταυτότητά του δὲν στηρίζονταν στὰ ἰδιαίτερα χαρίσματα τῆς προσωπικότητάς του, ποὺ ἦταν πολλά. Ὅλη του ἡ βιοτή μᾶς δείχνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πίστη του καὶ ἡ ζωὴ του ταυτίζονταν. Ἔτσι, ὅταν μέσα στὰ πλαίσια ἀνοίγματος τοῦ ρωμαιοκαθολικισμοῦ πρὸς τὴν ὀρθοδοξία διὰ τοῦ οἰκουμενισμοῦ
θὰ προτείνουν στὸν Οὐσπένσκυ, ἔναντι μεγάλης ἀμοιβῆς (κέντρα γνωστὰ γιὰ τὸν οἰκουμενισμό τους, ὅπως τὸ μοναστήρι τοῦ Σεβτόνιε), νὰ εἰκονογραφήσει παρεκκλήσια τους, ὁ Οὐσπένσκυ θʼ ἀρνηθεῖ, λέγοντας πὼς δὲν μπορεῖ νὰ εἰκονογραφήσει ναοὺς στοὺς ὁποίους δὲν συμμετέχει λειτουργικά. (Ἀντίθετα, Ἕλληνες ἁγιογράφοι τὸ ἔπραξαν).
Ἡ τέχνη τοῦ Οὐσπένσκυ δὲν ἦταν ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν πίστη του, ἀλλὰ ταυτιζόταν μʼ ἐκείνη. Οἱ εἰκόνες του ἦταν μία ὁμολογία πίστης, γιʼ αὐτὸ καὶ προϋπέθεταν τὴν λειτουργικὴ κοινωνία. Παρʼ ὅτι ἱστορικοί τῆς τέχνης καὶ θεωρητικοί τῆς Δύσης, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀνατολῆς τὸν ἀναγνώριζαν ὡς τὸν εἰσηγητὴ τῆς σύγχρονης ὀρθόδοξης εἰκονογραφίας στὴ δυτικὴ Εὐρώπη καὶ ὡς τὸν κατεξοχὴν θεωρητικό της, -ἡ ρωσικὴ Ἐκκλησία μάλιστα, τοῦ εἶχε ἀπονείμει τὸ μετάλλιο τοῦ Τάγματος τοῦ Ἁγίου Βλαδίμηρου- ὁ Οὐσπένσκυ δὲν πρόβαλε ποτὲ τὸν ἑαυτό του· ἐνῶ τὸν καλοῦσαν συνεχῶς νὰ δώσει ὁμιλίες σχετικὰ μὲ τὴν τέχνη τῶν εἰκόνων, ἐλάχιστες φορὲς ἐνέδωσε, γιατί οὐσιαστικά, δὲν τοῦ ἄρεσε νὰ μιλᾶ καὶ νὰ προβάλλεται. Μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του παρέμεινε ἕνας πραγματικὰ ταπεινὸς ἄνθρωπος. Ἡ μαρτυρία τῆς γυναίκας του μᾶς βεβαιώνει ὅτι λίγο πρὶν πεθάνει λυπόταν ποὺ δὲν εἶχε μπορέσει νὰ πεῖ τὸ οὐσιαστικότερο γιὰ τὶς εἰκόνες, κι ὅπως μοῦ ἔγραψε ἡ ἴδια σὲ ἐπιστολή της, ὁ Λεωνίδας λυπόταν ἐπίσης ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ κάνει μιὰ πραγματικὰ καλὴ εἰκόνα.
 Αὐτὸς ἦταν ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκυ. Ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ἐργαζόταν 13 μὲ 15 ὧρες τὴν ἡμέρα ἐναλλάσσοντας τὴν ζωγραφική τῶν εἰκόνων, μὲ τὴν συντήρηση, τὴν μικρογλυπτικὴ στὸ ξύλο ἢ στὸ μέταλλο κι ἀφιερώνοντας τὶς βραδιές του καὶ τὶς ἑορτὲς στὴ συγγραφὴ τῶν ἄρθρων του[2]. Ἡ πρώτη μου ἐπαφὴ μὲ τὸ ἔργο «ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας» ἦταν ἕνα χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Λεωνίδα Οὐσπένσκυ, ὅταν μαθήτευα σὲ ἐργαστήριο ὀρθόδοξης εἰκονογραφίας στὸ Παρίσι. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν μαθημάτων, κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητὲς ποὺ δὲν ἐργαζόταν, διάβαζε τὸ ἔργο τοῦ Οὐσπένσκυ. Ἡ ἀνάγνωση αὐτή, ὅπως γίνεται συνήθως στὶς τράπεζες τῶν μοναστηριῶν, ἀπέτρεπε τὶς συζητήσεις κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐργασίας τῶν εἰκόνων. Ἡ γνωριμία μου μὲ τὸ κείμενο τῆς «θεολογίας τῆς εἰκόνας» καὶ οἱ συζητήσεις πάνω σʼ αὐτό, εἶχαν γίνει πλέον γιὰ μένα βίωμα πολὺ ἰσχυρό.
Τὸ «πρὸς τὴν ἑνότητα;» γράφτηκε γιὰ νʼ ἀποτελέσει τὸ τελευταῖο κεφάλαιο τῆς «θεολογίας τῆς εἰκόνας μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Ἡ γαλλικὴ ἔκδοση τὸ ἀπέρριψε, γιατί ἀποτελοῦσε κόλαφο πρὸς τὸν ρωμαιοκαθολικισμὸ ἐνῶ συγχρόνως ἀποκάλυπτε τὴν αἵρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ὅταν μεταφράστηκε ἡ «θεολογία τῆς εἰκόνας» σὲ ἄλλες γλῶσσες, (ἀγγλικά, πολωνικά, ρουμανικά, ἰταλικὰ) δὲν συμπεριελήφθη τὸ κεφάλαιο αὐτὸ στὸ ἔργο. Τὸ «πρὸς τὴν ἑνότητα;» ἐκδόθηκε αὐτόνομα στὰ γαλλικά, ἀπὸ τὸν μικρὸ ρωσικὸ οἶκο YMCA –Press τὸν Ἰούλιο τοῦ 1987. Ὅταν διάβασα τὸ κείμενο μὲ ἐνθουσίασε καὶ πίστευα ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταφραστεῖ, ὅπως καὶ ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας. Τελικά, τὸ μικρὸ καὶ σημαντικότατο αὐτὸ κείμενο, τὸ «πρὸς τὴν ἑνότητα;» κυκλοφόρησε, δυὸ χρόνια μετὰ τὴν γαλλικὴ ἔκδοσή του χάρη στὴν κ. Σοφία Ὀρφανίδου τῶν ἐκδόσεων Ἑπτάλοφος τό 1989. Ἦταν τὸ πρῶτο μεταφραστικό μου ἔργο. Ἀργότερα, ὅταν ἐκδόθηκε ὁλόκληρο τό ἔργο τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἁρμός, (1998) συμπεριέλαβα τό «πρὸς τὴν ἑνότητα;», ὅπως ἦταν ἡ ἐπιθυμία τοῦ συγγραφέα, ὡς τὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ ἔργου. Προνόμιο ποὺ ἔχει, ἀπʼ ὅσο γνωρίζω, μόνον ἡ ἑλληνικὴ ἔκδοση.
    Οἱ θέσεις τοῦ Οὐσπένσκυ στὸ κείμενο αὐτὸ εἶναι συγκλονιστικὰ ἐπίκαιρες, γιατί ἀκριβῶς ἡ ἐκκοσμίκευση πάνω στὴν ὁποία φύεται τοσο τὸ πνεῦμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὅσο καὶ τοῦ μοντερνισμοῦ (ὅπως κι ἂν τὸν ὀνομάσουμε αὐτόν: νεοπατερικὸ ἢ μεταπατερικό, μετανεωτερικὸ κ.ἄ.) εἶναι ἕνας συνεχὴς κίνδυνος γιὰ τὸν χριστιανὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη παράγραφο ὁ Οὐσπένσκυ δίνει ἕνα γερὸ ράπισμα σʼ ὅλους ἐκείνους τοὺς θεολόγους, ποὺ βλέπουν στὸν οἰκουμενισμὸ τὴν ἑνοποιὸ δύναμη τοῦ χριστιανισμοῦ. Μιλᾶ χωρὶς περιστροφὲς γιὰ τὶς πνευματικὲς συνέπειες, ποὺ ὁδηγοῦν στὸν οἰκουμενισμὸ καὶ ἔχουν τὴν ρίζα τους στὸ ψήλωμα τοῦ νοῦ, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης, τὴν ὑπερηφάνεια… Οἰκουμενισμὸς σημαίνει κατάργηση τῶν κανόνων, κατάργηση τῆς Πατερικῆς θεολογίας κι ἑπομένως τῆς βιωμένης ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, γιʼ αὐτὸ καὶ εἶναι σαφής: «Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ τὸ δόγμα χάνει τὴν ἔννοια καὶ τὴν σημασία του, φθάνουμε στὴν πλήρη περιφρόνηση τῶν κανόνων. ʻΚαταλάβαμεʼ ξαφνικὰ αὐτὸ ποὺ οἱ ἅγιοι Πατέρες δὲν καταλάβαιναν, δηλαδὴ ὅτι οἱ κανόνες δὲν εἶναι παρὰ ʻἀνθρώπινες ἐπινοήσειςʼ καὶ ὄχι ἡ ἐφαρμογὴ στὴ ζωὴ τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας. ʻΟἱ σύνοδοι, οἱ κανόνες, ὅλʼ αὐτά, εἶναι παραγεγραμμέναʼ. Τὸ προνόμιο τῆς Συνόδου ʻἄρεσε στὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ σὲ μᾶςʼ, τὸ διεκδικεῖ σήμερα ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ τὸν ἑαυτό του»[3]. Μέσα σὲ λίγες σελίδες ὁ Οὐσπένσκυ καταφέρνει μὲ θεολογικὰ κριτήρια καὶ κυρίως μὲ βάση τὸ τριαδικὸ δόγμα, ἔτσι ὅπως τὸ βιώνει ὁ ὀρθόδοξος πιστὸς λειτουργικὰ κι ὄχι ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τοῦ διανοούμενου θεολόγου, νὰ ὑπογραμμίσει ὅτι οἱ κανόνες, οἱ Πατέρες καὶ γενικὰ ὁ θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, δὲν εἶναι ἕνας παραδοσιακὸς τύπος ἄνευ οὐσίας, ἀλλὰ ἀποτελεῖ αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁμοίωση τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁμοίωση κατὰ τὴν ὁποία οἱ πολλοὶ γίνονται ἕνας. Κι ἀφοῦ αὐτὸ τὸ μοναδικὸ ὄν ἐφάνη, ἀποδεικνύεται σκάνδαλο καὶ τρέλλα γιὰ τὶς ἄλλες θρησκεῖες καὶ γιὰ τὸν κόσμο, ποὺ τὸ περιβάλλει. Ἡ συνείδηση τῶν συγχρόνων μας συνεχίζει νὰ μὴ τὸ δέχεται»[4]. Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα βλέπει καὶ τὶς ὀρθόδοξες εἰκόνες: «Ἡ πιστότητα στὴν ἀποστολικὴ Παράδοση, ἡ ὁμολογία τῆς πίστης, ἡ ζωὴ καὶ ἡ δημιουργία, ὅλα προστατεύονται καὶ διευθύνονται ἀπὸ τοὺς κανόνες. Ἔξω ἀπὸ τοὺς κανόνες δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἱερὴ εἰκόνα οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξει»[5]. Γιατί, «ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει τὸ δόγμα τῆς προσκύνησης τῶν εἰκόνων καὶ ὄχι τοῦ ἔργου τέχνης»[6].
Ὁ Οὐσπένσκυ ζοῦσε μέσα σʼ ἕνα κόσμο βασικὰ ἄθεο, ποὺ ταύτιζε τὴν πίστη μὲ τὴν θρησκεία καὶ ἀγνοοῦσε πλήρως τὴν Ἐκκλησία. Ὁ διαχωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ θρησκείας, πού κάνει στὴν ἀρχή του «πρὸς τὴν ἑνότητα;» κατὰ τὴν γνώμη μου εἶναι ἀπὸ τὶς περιεκτικότερες ἀναλύσεις. Μὲ χαρισματικὸ τρόπο διαχωρίζει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν θρησκεία καὶ δείχνει, πώς, ὅσο ἡ Δύση παρέμενε στοὺς κανόνες καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας, παρέμενε ἑνωμένη μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅμως ποὺ εἰσῆλθαν αἱρετικὰ στοιχεῖα, ὅπως τὸ Φιλιόκβε, στὴ δογματικὴ πίστη της, ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα καὶ ἀπὸ Ἐκκλησία ἔγινε μία ἀπὸ τὶς πολλὲς χριστιανικὲς θρησκεῖες ἢ ὁμολογίες, ὅπως ἀποκαλοῦνται στὴ Δύση.
Τὸν ἴδιο δρόμο ἀκολούθησε καὶ ἡ τέχνη. Ἡ εἰκόνα ἔγινε θρησκευτικὴ ζωγραφικὴ καὶ ἡ θεολογία της μία θρησκευτικὴ ἰδεολογία. Γιατί σὲ τελικὴ ἀνάλυση, θὰ πεῖ, «δὲν εἶναι μιὰ νέα θρησκεία, ποὺ ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ προσθέσει στὶς ἤδη πολυάριθμες.Ἦρθε γιὰ νὰ ἐγκαθιδρύσει τὴν Ἐκκλησία Του ʻκαὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαʼ (Ματθ. 16, 18)»[7]. Ὁ Οὐσπένσκυ δὲν μασάει τὰ λόγια του: «Ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ρωμαιοκαθολικισμὸς βεβαιώνουν, ὁ καθένας ἀπʼ τὴν μεριά του, τὴν ἑνότητά του καὶ τὴν μοναδικότητά του σὰν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ ἡ μετοχὴ στὴν Ἐκκλησία προσδιορίζεται στὴ μιὰ ὅπως καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση, ἀπὸ τὴν συμμετοχὴ στὸ Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν “δύο Εὐχαριστίες ποὺ δὲν κοινωνοῦν μεταξύ τους”, ἔτσι ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν δύο Ἐκκλησίες οὔτε δύο Χριστοί. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ μιὰ ἢ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὶς δύο Εὐχαριστίες δὲν πραγματοποιεῖ ὁλοκληρωτικὰ τὴν Ἐκκλησία σὰν Σῶμα Χριστοῦ».
Τελικά τό κείμενο πού φέρει τὸν ἐρωτηματικὸ τίτλο «πρὸς τὴν ἑνότητα;» μπορεῖ νʼ ἀποτελεῖ μία ἐπιτομὴ τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας, ὡστόσο ἀπαντᾶ σὲ φλέγοντα ζητήματα, ποὺ ζοῦσε ἔντονα ὁ συγγραφέας μέσα σʼ ἕνα ἐκκοσμικευμένο περιβάλλον, ἕνα περιβάλλον, ποὺ μιλοῦσε θρησκευτικὰ κι ὄχι ἐκκλησιολογικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Κι αὐτὸ τὸ φλέγον ζήτημα, ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς κοινωνίας, δὲν ἦταν ζήτημα φιλολογικὸ, ἀλλὰ σωτηριολογικὸ γιὰ τὸν χριστιανό. Στὸ κείμενο αὐτό, ὁ Οὐσπένσκυ συνοψίζει καίρια δογματικὰ σημεῖα, ὅπως τὸ τριαδικὸ δόγμα καὶ μέσα ἀπὸ τὸ καθοριστικὸ εἰκονολογικὸ θέμα τῆς Πεντηκοστῆς, δὲν ξεσκεπάζει ἁπλὰ τὴν αἵρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ διατρανώνει συγχρόνως τὴν μοναδικότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς ἑνότητας.
Ἂν καὶ πέρασαν ἤδη εἰκοσιδύο χρόνια ἀπὸ τὴν ἔκδοση τῆς μετάφρασης αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ἔργου φαίνεται νὰ ἔχει περάσει ἀπαρατήρητο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ θέμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ὁ λόγος του ἄφθορος, ὅπως ὁ λόγος τῶν Πατέρων, θὰ παίρνει θέση καὶ θὰ μᾶς ἀπαντᾶ ἐσαεὶ στὸ ἐρώτημα τοῦ σύγχρονου χριστιανικοῦ κόσμου: «πρὸς τὴν ἑνότητα;». Ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκυ μέσα ἀπὸ τὸ κύκνειο ἆσμα του θὰ μᾶς ὑπενθυμίζει πάντοτε, ὅτι «ἡ αὐθεντικότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀναγνωρίζεται οὔτε ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν πιστῶν οὔτε ἀπὸ τὴν τελειότητα ὀργάνωσής της οὔτε ἀπὸ κάποιαν ἄλλη ποιότητα, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τὴν πιστότητά της στὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση, μέσα στὴν ὁμολογία καὶ μέσα στὴ ζωή της. ʻΟἱ διαχωρισμοὶ ἀνάμεσα σέ ὀρθοδοξία καὶ ἑτεροδοξία δὲν συνίστανται σὲ κάποιες διαφωνίες ἢ κάποιες ἀνακρίβειες πάνω σε εἰδικὰ σημεῖα, ἀλλὰ κυρίως στὴν βάση: στὸ γεγονός, ὅτι ἡ μία εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ἄλλης»[8].
Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος http://www.orthodoxostypos.gr/Photos/Pages/1887.pdf

Στη σελίδα του  Οροδόξου Τύπου, διατηρούνται, διαρκώς, 21 φύλλα αναρτημένα. Όταν δηλαδή φτάσουμε στο φύλλο 1909, το 1887, δεν θα υπάρχει άλλο εκεί. Στη περίπτωση αυτή μπορείτε να το διαβάσετε, ή και να το κατεβάσετε από εδώ: Φύλλο 1887


[1] Τὸ ἔργο του «Σημειώσεις ἑνὸς εἰκονογράφου», ποὺ μετέφρασα στὰ  ἑλληνικά, ἐκδόθηκε ἀπὸ τὶς ἐκδ. τοῦ Νεκτ. Παναγόπουλου, τὸ 1999.
[2] Τὸ σύνολο σχεδὸν αὐτῶν τῶν ἄρθρων συνέλεξα σὲ ἕνα τόμο μὲ τὸν τίτλο «Ἡ εἰκόνα στὸ φῶς τῆς ὀρθόδοξης ἑρμηνείας» ποὺ ἐξέδωσε ὁ Νεκτ. Παναγόπουλος τὸ 1999.
[3] Βλ. σ. 14 τῆς ἔκδοσης τῆς Ἑπταλόφου, ἡ ὁποία διατίθεται ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις “Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας” καὶ σ. 660 στὴν ἐπίτομη Θεολογία τῆς εἰκόνας, ἐκδ. Ἁρμός, 1998.
[4] σ. 16 (καὶ 661).
[5] σ. 25 (καὶ 666).
[6] σ. 56-57 (καὶ 687).
[7] σ.15 (καὶ σ. 660).

[8] σ. 67 (καὶ 694).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.