Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

ΟI OYΡΑΝΙΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ

                        
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου


    Κόποι καὶ μόχθοι, ἀγαπητοί μου, συκοφαν­­τίες καὶ διωγμοί, καὶ τέλος μαρτυρικὸς θάνατος, νά πῶς διήνυσε τὸ στάδιο τῆς ἐπιγείου ζωῆς του Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπόστολοι δὲν θὰ διέφεραν· θὰ βάδιζαν κι αὐτοὶ τὴν «τεθλιμμένην ὁ­δόν» (Ματθ. 7,14), τὸ ματωμένο δρόμο, ποὺ πρῶ­τος βάδισε καὶ πότισε μὲ τὸ αἷμα του θεῖος Διδάσκαλός τους.

    Δυστυχισμένοι, οἱ πιὸ δυστυχισμένοι ἀπ᾽ ὅ­λους τοὺς ἀνθρώπους θὰ φαίνονταν οἱ ἀπόστολοι στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Γιατὶ ὁ κόσμος ἔ­βλεπε μόνο τὴν πορεία τους καὶ ὄχι τὸ τέρμα αὐ­τοῦ τοῦ δρόμου· ἔβλεπε μόνο τὴν ἀνηφοριά, τὰ κοφτερὰ λιθάρια ποὺ ματώνουν τὰ πό­δια, τ᾽ ἀγκάθια ποὺ πληγώνουν τοὺς διαβάτες, τὰ ἐπικίνδυνα περάσματα ποὺ τρομοκρατοῦν τοὺς δειλούς, τὸν καυστικὸ ἥλιο ποὺ καίει τὸ μέτωπο, τὶς θλίψεις ποὺ κάνουν νὰ τσακίζωνται ἀπ᾽ τὴν ὁδοιπορία καὶ οἱ πιὸ γεν­ναῖοι· ἔβλεπε τοὺς σταυρούς, τὶς φυλα­κές, τὰ σπαθιά, τοὺς τροχούς, τὶς ἀγχόνες, τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα βασανιστήρια τῶν ἀποστόλων καὶ μαρτύρων τῆς πίστεως.
   Ὅλα αὐτὰ θὰ ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου καὶ θὰ ἐλεεινολογοῦσαν τοὺς ἀποστόλους. Πόσο δυστυχισμένοι, πόσο ἀνόητοι, πό­σο ἠλίθιοι –θὰ ἔ­λεγαν– φάνηκαν οἱ ἀπόστο­λοι! Ἄφησαν μιὰ μαγεμένη λίμνη, μιὰ ἥ­συχη ζωή, φίλους καὶ συγγενεῖς, γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσουν ἕνα Ναζωραῖο καὶ γιὰ χάρι του ἀ­ποφάσισαν νὰ πεθάνουν!…
     Τέτοια θὰ ἔλεγαν οἱ σύγχρονοι τῶν ἀποστόλων. Ἀλλὰ τέτοια λένε καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ ἀφωσιωμένους ἀκολούθους τοῦ Κυρίου κάθε ἐποχῆς οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, γιατὶ κι αὐτοὶ βλέπουν μόνο τὴν πορεία τοῦ δρόμου καὶ ὄχι τὸ τέρμα.
     Ἂν ὅμως ὁ Κύριος τοὺς ἀξίωνε νὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως τὸ τέρμα, τί δηλαδὴ ἐ­πι­φυλάσσει ὁ Κύριος γιὰ τοὺς πιστοὺς ἀκολούθους του, ἄ τότε, τότε θὰ ἄλ­λαζαν σκέψεις καὶ ἄλλες κρίσεις θὰ ἔκαναν· θὰ ἔλεγαν μὲ πεποίθησι καὶ βεβαιότητα, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, τοὺς ἀ­πο­στόλους καὶ ἀκολούθους τοῦ Κυρίου, ἄλ­λοι πιὸ εὐτυχισμένοι ἄνθρωποι, καὶ θ᾽ ἀκολουθοῦ­σαν κι αὐτοὶ τὴν ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὁ­δηγεῖ στὴν θεία δόξα καὶ μακαριότητα.
    Τί εἶνε αὐτὴ ἡ θεία δόξα καὶ μακαριότης; Ποιός μπορεῖ νὰ τὴν περιγράψῃ, νὰ μᾶς τὴν παραστήσῃ; Μόνο κάποιος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ τὴν ζήσουν θὰ μποροῦσε νὰ δώσῃ κάποια πληροφορία. Ἕνας π.χ. ἀπὸ αὐ­τούς, ὅπως γνωρίζουμε, εἶνε ὁ ἀ­πόστολος Παῦ­λος ποὺ κάποτε «ἡρπάγη εἰς τὸν παράδει­­σον». Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς μετὰ τὴν ἁρπαγὴ ἐ­κεί­νη τὸ μόνο ποὺ εἶπε εἶνε, ὅτι «ἤκουσεν ἄρ­ρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆ­σαι» (Β΄ Κορ. 12,4), δὲν μπορεῖ δηλαδὴ ἄνθρωπος νὰ πῇ ἐκεῖνα ποὺ ἄκουσε ἐκεῖ. Δὲν ὑπάρχει λοι­πὸν κανένας τρόπος νὰ πάρῃ κανεὶς μιὰ ἰδέα τῆς ἁγίας ἐ­κείνης καταστάσεως;

* * *

    Μι εἰκόνα τῆς θείας δόξης καὶ μακαριότη­τος μᾶς δίνει, ἀγαπητοί μου, ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Ἡ Μεταμόρφωσις, τῆς ὁποίας τὸ ἱστορικὸ εἶνε γνωστὸ σὲ ὅ­λους, ἔγινε γιὰ νὰ δώσῃ στοὺς ἀ­ποστόλους, καὶ διὰ τῶν ἀποστόλων σὲ ὅλους τοὺς Χριστι­ανοὺς ὅλων τῶν αἰώνων, μιὰ εἰκόνα τῆς δόξης τοῦ Ἰησοῦ, τῆς μακαρι­ότητος ποὺ θ᾿ ἀπολαύσουν οἱ δίκαιοι κοντά του, ὅσοι σ᾽ αὐ­τὸ τὸν κόσμο ἀγωνίστηκαν, ἀγωνίζονται καὶ θ᾿ ἀγωνιστοῦν κάτω ἀπὸ τὴ σημαία τοῦ Εὐ­αγγελίου «τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως» (Α΄ Τιμ. 6,12 βλ. καὶ Β΄ Τιμ. 4,7) καὶ τῆς ἀρετῆς.
     Παρατηρῆστε πόσο εὐτυχισμένοι εἶνε οἱ τρεῖς ἐκλεκτοὶ μαθηταὶ (ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης) τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες τῆς ἐν­δόξου Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος μας, στι­γμὲς ποὺ θὰ τοὺς ἔμεναν πλέον ἀ­λη­σμόνητες σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς τους.
     Βρίσκονται στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Θαβώρ. Ἐκεῖ βλέπουν τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Βλέπουν τὸν Κύριο. Βλέπουν τὸ μὲν πρόσωπό του νὰ λάμπῃ «ὡς ἥλιος», τὰ δὲ ἱ­μάτιά του νὰ εἶνε λευκὰ «ὡς τὸ φῶς» (Ματθ. 17,2). Βλέπουν τὸ Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, τοὺς δύο μεγάλους καὶ ἔνδοξους ἄνδρες τῆς παλαιᾶς δι­αθήκης, γιὰ τοὺς ὁποίους πολλὰ εἶχαν ἀ­κούσει ἀπὸ τὴν παιδική τους ἡλικία. Ὤ! ὅταν οἱ ἀπόστολοι ἦταν μικρὰ παιδιὰ καὶ ἄκουγαν μὲ ἔκστασι ψυχῆς τοὺς γονεῖς τους καὶ τοὺς ἱερεῖς τους νὰ διηγοῦνται τὰ ἔνδοξα κατορθώματα τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν, πόσο θὰ τοὺς θαύμαζαν, πόσο θὰ ἐπιθυμοῦσαν νὰ τοὺς ἔ­βλεπαν μὲ τὰ μάτια τους, νὰ τοὺς ἄκουγαν μὲ τ᾽ αὐ­τιά τους! Καὶ νά τώρα, ὁ Μωυσῆς καὶ Ἠλίας εἶνε μπροστά τους «συλλαλοῦντες» με­τὰ τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπουν «νεφέλην φωτεινήν». Καὶ ὄχι μόνο βλέπουν Ἰησοῦ, Μωυσῆ, Ἠλία, νεφέλη φωτεινή, οὐράνια πρόσωπα καὶ πράγματα, ἀλλὰ καὶ ἀκοῦνε τὴ θεία φωνὴ «Οὗτός ἐστιν υἱός μου ἀγαπητός, ἐν εὐδόκησα· αὐ­τοῦ ἀκούετε» (ἔ.ἀ. 17,3-5).
   Τί θεσπέσιο ὅραμα, τί οὐράνιες ἀπολαύσεις, τί στι­γμὲς θείου μεγαλείου! Εἶνε τόση χαρὰ κ᾽ εὐτυχία ποὺ ζοῦν οἱ μαθηταὶ τὶς λίγες αὐ­τὲς στιγμὲς πάνω στὴ γυμνὴ κορυφὴ τοῦ ὄ­ρους, ὥστε ὁ πιὸ ἐνθουσιώδης ἀπὸ αὐτούς, ὁ Πέτρος, ὑποβάλλει στὸν Κύριο θερμὴ παράκλησι, νὰ παραταθῇ τὸ θαυμάσιο ὅραμα κι αὐ­τοὶ νὰ μείνουν ἐκεῖ διαρκῶς νὰ τὸ βλέπουν· «Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι…» (ἔ.ἀ. 17,4).
     Ὅ,τι λοιπὸν ἀπήλαυσαν οἱ τρεῖς μαθηταὶ τὶς λίγες ἐκεῖνες στιγμὲς τῆς ἐνδόξου Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, θὰ τὸ ἀπολαύσουν στὸν μέγιστο βα­θμὸ ὅλοι ὅσοι ζοῦν καὶ πεθαί­νουν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Γι᾿ αὐτοὺς Πατὴρ οὐ­ράνιος ἑτοίμασε «βασιλείαν ἀπὸ καταβο­λῆς κόσμου» (Ματθ. 25,34), ποὺ μπροστά της δόξα τοῦ Θαβὼρ εἶνε μιὰ μικρὴ γεῦσι. Ποιός θὰ μπορέ­σῃ ποτὲ νὰ περιγράψῃ τὸν πλοῦτο τῶν θεϊκῶν ἀπολαύσεων τῆς βασιλείας αὐτῆς; Ἐ­κεῖ θὰ ὑ­πάρχουν τρία πράγματα· θεωρία ὑψηλή, συν­τροφιὰ ἁγία, ἀτμόσφαιρα φωτεινὴ – ἀμίαντη.
    Θεωρία ὑψηλή! Ἐὰν στὴν κορυφὴ τοῦ ὄ­ρους Θαβὼρ οἱ τρεῖς μαθηταὶ ἔβλεπαν τὸν Ἰ­ησοῦ σὲ δόξα μαζὶ μὲ τὸ Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, ἐκεῖ, ἀπὸ τὰ θεωρεῖα τῆς βασιλείας τῶν οὐ­ρα­νῶν, οἱ δίκαιοι θὰ δοῦν τὸν Ἰησοῦ σὲ δόξα ἀ­φάνταστη νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὰ ἀναρίθμη­τα τάγματα τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ἐκεῖ θὰ βλέπουν τὴν Παναγία Παρθένο, τοὺς ἀποστόλους, τοὺς μάρτυρες· καὶ τί δὲν θὰ βλέπουν! Ἀπὸ τὴ σκοπιὰ ἐκείνη θὰ βλέπουν τὰ ἄπειρα καὶ θαυμαστὰ δημιουργήματα τῆς ἁγίας Τριάδος. Τί ὁράματα! ἀλλὰ καὶ τί
  Συντροφι ἁγία! Ἂν ἐδῶ στὴ γῆ μᾶς εὐ­χα­ριστῇ νὰ συναστρεφώμαστε μὲ πρόσωπα ἀ­­νώτερά μας καὶ ν᾿ ἀκοῦμε τὶς ὁμιλίες τους, πό­­ση εὐχαρίστησι καὶ ἀπόλαυσι θὰ προξενῇ στοὺς δικαίους συναναστροφὴ μὲ ὅλους τοὺς ἐκ­λεκτοὺς τοῦ Θεοῦ! Καὶ ἐκλεκτοὶ θὰ εἶνε ὅλοι ὅσοι θὰ βρίσκωνται ἐκεῖ. Ἐκεῖ θὰ «συλλαλοῦν», θὰ συνομιλοῦν γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα, ἐκεῖ θὰ εἶνε ἀνεξάντλητα τὰ θέματα καὶ οἱ ἀνακοι­νώσεις γιὰ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ οἱ δίκαιοι «γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς» (Μᾶρκ. 16,17). Τί συντροφιὰ λοιπὸν ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ τί
     Ἀτμόσφαιρα φωτεινή, ἀμόλυντη! Ὅπως σὲ κορυφὲς πανύψηλων βουνῶν ἀτμόσφαιρα εἶνε καθαρή, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὰ διάφορα μι­κρόβια ποὺ ζοῦν σὲ χαμηλὰ στρώματα καὶ σὲ μολυσμένα τενάγη τέλματα τῆς γῆς, ἔ­τσι καὶ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα, μέσα στὴν ὁποία θὰ ζοῦν οἱ δίκαιοι, θὰ εἶνε φωτεινή, διαυγής, καθαρή, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ ὅλα τὰ μικρόβια τῆς δαιμονικῆς μοχθηρίας καὶ τῆς ἀνθρώπινης κα­κίας. Ψυχικὴ ὑγεία ζηλευτὴ θὰ βασιλεύῃ ἀπ᾽ ἄκρη σὲ ἄκρη τῆς βασιλείας τῶν οὐρα­νῶν. Ἐκεῖ οἱ δίκαιοι θ᾿ ἀναπνεύουν τὸν ἀμόλυν­το ἀ­έρα τοῦ παναγίου Πνεύματος. Ἂν ἐ­δῶ πιά­νῃ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀσφυξία ἀ­πὸ τὰ διάφορα «ἀσφυξιογόνα» τοῦ σατανᾶ, ἐκεῖ οἱ δίκαιοι δὲν θὰ δοκιμάζουν τὴν στενοχωρία ποὺ δημιουργεῖ στὶς καθαρὲς ψυχὲς ὕπαρξι, ἡ διάδοσι καὶ μετάδοσι τοῦ κακοῦ. Ἐκεῖ… Ἀλλὰ τί νὰ συνεχίζουμε τὶς περιγραφές; Ἐκεῖ εἶνε ὅλα ἀπερίγραπτα.

* * *
   Ἕνα εἶνε τὸ συμπέρασμα, ἀγαπητοί μου. Οἱ θλίψεις, ποὺ δοκιμάζουν βαδίζοντας τὴν ὁ­δὸ τοῦ Κυρίου οἱ Χριστιανοί, δὲν εἶνε τίποτα μπροστὰ στὴν οὐράνια δόξα καὶ μακαριότητα ποὺ θ᾿ ἀπολαύσουν, ἐὰν μείνουν πιστοὶ σ᾽ Αὐ­τόν. Αὐτὸ ἔνιωσαν καὶ τὸ πῆραν ὡς μάθημα σπουδαιότατο οἱ τρεῖς ἐκλεκτοὶ μαθηταὶ σὰν σήμερα, ἡμέρα τῆς ἐν­δόξου Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ ἂς ἐντυπώσουμε κ᾽ ἐ­μεῖς στὴν καρδιά μας, γιὰ νὰ διαλαλοῦμε σὲ ὅ­λους αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡ­μᾶς» (Ρωμ. 8,18).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.