Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Σήμερα με τον Οικουμενισμό, πού βρίσκεται αυτή η πηγή;

  Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πηγὴ ἀπ’ ὅπου τρέχουνε νὰ ξεδιψάσουνε ἄνθρωποι ποὺ δὲν εὑρήκανε τὴν ἀλήθεια σὲ καμμιὰ ἄλλη ἀπὸ τὶς μυριάδες αἱρέσεις ποὺ ὑπάρχουνε σήμερα



Φώτης  Κόντογλου

    ἄνθρωπος θὰ νοιώσει νὰ τὸν σκεπάζει ἡ θεϊκὴ εὐσπλαχνία ἐὰν ἀπελπιστεῖ ἀπὸ κάθε ἄλλη βοήθεια καὶ ταπεινωθεῖ καὶ δὲν λογαριάζει γιὰ τίποτα τὸν ἑαυτό του καὶ δέσει σφιχτὰ τὴν ἐλπίδα του στὸν Θεὸ μοναχά, τότε αὐτὴ ἡ θεϊκὴ εὐσπλαχνία θὰ τοῦ δίνει κάποια δύναμη ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτα πιὰ γιὰ νὰ τὸν φοβερίζει, κι’ οὔτε καμιὰ ἀνάγκη γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ τὴ συλλογιστεῖ.


Ὅλα του φαίνονται σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουνε, κι’ αὐτὸς ἐλαφρὸς σὰν πνοὴ γεμάτη δύναμη, χαρά, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη (γιατί ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη βγαίνει ἀπὸ τὴν πίστη κι’ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα), πετᾶ ὑψηλά, γλυτωμένος ἀπὸ τὸ βάρος τῆς σαρκὸς κι’ ἀπὸ τὶς μάταιες φροντίδες τὶς σαρκικῆς διάνοιας, ἤγουν τὴ φιλοδοξία, τὸν μωρὸ ζῆλο νὰ ἐρευνήσει τὸ μυστήριο τοῦ κόσμου, κι’ ὅλες τὶς ἄλλες...

μικρολογίες μὲ τὶς ὁποῖες εἶναι δεμένη ἡ ζωή μας.


Αὐτὴ εἶναι μία κατάσταση ἀλλόκοτη κι’ ἀπίστευτη, εἶναι ἡ εἴσοδος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγει ὁ Κύριος, καὶ ποὺ δὲν λέγεται μὲ λόγια, γιατί, δὲν εἶναι ἕνας σαρκικὸς ἐνθουσιασμὸς τῆς διάνοιας, ἀλλὰ μία λύτρωση ποὺ γίνεται μὲ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχουνε καὶ λόγια σὲ τοῦτον τὸν κόσμο μὲ τὰ ὁποία νὰ εἰπωθεῖ. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος, λέγοντας «βασιλεία τοῦ Θεοῦ» ἢ «βασιλεία τῶν οὐρανῶν», δὲν ἐξήγησε ποτὲ τί εἶναι αὐτὴ ἡ «βασιλεία», ἀλλὰ μᾶς δίδαξε μοναχὰ μὲ τί τρόπο θὰ τὴν ἀξιωθοῦμε.


Γιὰ νὰ γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὁ πνευματικὸς καὶ γιὰ νὰ βγεῖ στὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι, εἶναι ἀνάγκη νὰ βασανισθεῖ, ὅπως γίνεται μὲ τὴ γέννα τοῦ σαρκικοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Χριστός: «Στενὴ καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν». Καὶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων διαβάζει κανένας πὼς ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας ἐπῆγαν στὸ Ἰκόνιον καὶ στὴν Ἀντιόχεια «ἐπιστηρίζοντες τὰς ψυχᾶς τῶν μαθητῶν, παρακαλοῦντες ἐμμένειν τὴ πίστει καὶ ὅτι διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἠμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
Τὸ πνευματικὸ νήπιο πρέπει νὰ κλάψει σὰν τὸ σαρκικό, γιὰ νὰ βρεῖ γάλα γιὰ νὰ θραφεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἐλπίζει σὲ καμμιὰ βοήθεια ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ σὲ καμμιὰ ζωὴ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν, καὶ σὲ καμμιὰ ἄλλη χαρὰ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν, καὶ σὲ καμμιὰ δικαιοσύνη ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν, καὶ κρεμιέται μὲ δάκρυα μονάχα σ’ Ἐκεῖνον, ἔχοντας «μονογενῆ ἐλπίδα», αὐτὸς βρίσκει ἔλεος καὶ ἀναπαύεται ἀπὸ «τὰ τῆς ματαιότητος καὶ πολυμόχθου σαρκός». Γι’ αὐτὸν «ἡ ἀγάπη ἡ ἐν Χριστῷ ἰσχυροτέρα ἐστι τῆς ἐνταύθα ζωῆς», κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαάκ. Καὶ δὲν θέλει νὰ χωρισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ προτιμᾶ τὸν θάνατο ἀπὸ τοῦτον τὸν χωρισμό, γιατί νοιώθει καλὰ πὼς σωστὰ λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος ὅτι «θάνατος ἀληθὴς εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὄχι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα».
Σ’ αὐτὴ τὴ μακάρια κατάσταση βρίσκονται οἱ ἅγιοι, ὄχι λίγες ὧρες τῆς ζωῆς τους, ἀλλὰ παντοτεινά. Καὶ γιὰ τοῦτο νοιώθουνε πὼς ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο ἀπογευθήκανε σὰν ἕνα ἀρραβώνα τὴ μακαριότητα τῆς αἰωνίου ζωῆς. Καὶ ἀγαποῦνε κάθε ἄνθρωπο καὶ κάθε πλάσμα, ἐπειδὴ ἡ τέλεια ἀγάπη προέρχεται ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς πίστεως κι’ ἀπὸ τὴ βεβαιότητα κι’ ἀπὸ τὴ στερεὴ ἐλπίδα ποὺ ἔχουνε μέσα στὴν ψυχή τους.
Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ ἁμαρτωλοί, μπορεῖ νὰ ἐλεηθοῦνε καὶ νὰ ἀξιωθοῦνε γιὰ λίγο αὐτὴ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς φθορᾶς, ν’ ἀπογευθοῦνε λίγο ἀπὸ τὸν οὐράνιον ἄρτον. Μὰ ὕστερα πάλι, σὰν ἀδύνατοι ἄνθρωποι ποὺ εἶναι, ἀπὸ ἀμέλεια ξαναπέφτουνε στὶς μέριμνες τοῦ βίου, καὶ χάνουνε ἐκείνη τὴν εὐωδία τοῦ μυστικοῦ κόσμου στὸν ὁποῖον ζήσανε ἐκεῖνον τὸν σύντομον καιρό.
Καὶ ποθοῦνε θερμὰ νὰ ξαναμποῦνε πάλι στὴν οὐράνια ἐκείνη πολιτεία, καὶ τὴν ἀναθυμιοῦνται μὲ δάκρυα, κι’ ὁλοένα ἐλπίζουνε νὰ τὴν ξαναδοῦνε. Κι’ ἀποροῦνε πῶς τὴν χάσανε καὶ πῶς καταντήσανε πάλι δοῦλοι τῆς σαρκός, καὶ θρηνοῦνε σὰν τοὺς πρωτόπλαστους ποὺ καθήσανε ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο, μὴ μπορώντας νὰ ξαναμποῦνε μέσα.
Ξέρω πὼς πολλοί, διαβάζοντας αὐτὰ ποὺ γράφω, θὰ ποῦνε πὼς ἡ ζωή μας σήμερα δὲν σηκώνει τέτοια καλογερίστικα πράγματα. Μὰ δὲν ἔχουνε δίκιο. Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, ὅπως ἔγραψα κι’ ἄλλη φορᾶ, δὲν εἶναι ὅλοι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴ ζωὴ ποὺ ζοῦνε, ἂς ἔχουνε κάθε λογὴς ὑλικὲς ἀναπαύσεις καὶ ἀσχολίες. Ἴσια-ἴσια σήμερα ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ βρίσκεται σὲ παραζάλη καὶ σὲ ἀγωνία, γιατί εἶδε καλὰ πώς, ἐνῶ ἤλπιζε νὰ πιάσει τὴν εὐτυχία μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ μὲ τὴν ὑλικὴ καὶ διανοητικὴ δραστηριότητα, δὲν ἐπέτυχε αὐτὸ ποὺ ἤλπιζε.
Ὑπάρχουνε λοιπὸν πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ διψᾶνε γιὰ ἀληθινὴ τροφὴ τῆς ψυχῆς, καὶ γι’ αὐτοὺς γράφω. Κ’ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, μία τέτοια δίψα κατατρώγει ἑκατομμύρια κόσμο, κατὰ τὰ λόγια του Προφήτη ποὺ λέγει: «Νά, ἔρχονται ἡμέρες, λέγει Κύριος, καὶ θὰ στείλω ἐπάνω στὴ γῆ ὄχι πείνα γιὰ ψωμί, οὔτε δίψα γιὰ νερό, ἀλλὰ πείνα τοῦ ν’ ἀκούσετε λόγον Κυρίου»…
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πηγὴ ἀπ’ ὅπου τρέχουνε νὰ ξεδιψάσουνε ἄνθρωποι ποὺ δὲν εὐρήκανε τὴν ἀλήθεια οὔτε στὸν Καθολικισμό, οὔτε στὸν Προτεσταντισμό, οὔτε σὲ καμμιὰ ἄλλη ἀπὸ τὶς μυριάδες αἱρέσεις ποὺ ὑπάρχουνε σήμερα.
Ἔτσι ἀποδείχνεται πὼς ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πρώτη κι’ ἀναλλακτη Ἐκκλησία, ποὺ δὲν παραμορφώθηκε ἀπὸ κοσμικοὺς νεωτερισμούς, ἡ κιβωτὸς ποὺ κλείνει μέσα τῆς τὴν ἀληθινὴ ἀποκάλυψη τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας. Κ’ ἡ αὐστηρὴ παράδοσή της εἶναι τὸ μέσον ποὺ διατηρήθηκε αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, ὄχι σὰν ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλὰ σὰν ζωντανὴ πραγματικότητα. Στὸν πρόλογο τῆς «Φιλοκαλίας», ποὺ τυπώθηκε στὰ Ἐγγλέζικα ὁ Ρῶσσος Νίκων γράφει ἀνάμεσα στὰ ἄλλα: «Οἱ βάσεις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Παραδόσεις, ἄλλες προφορικὲς κι’ ἄλλες γραμμένες στὰ ἔργα τῶν Πατέρων».
Ἀλλοῦ γράφει: «Ἐπειδὴ στὶς ἡμέρες μας δὲν ἔχουμε πνευματικοὺς ὁδηγούς, γίνεται ἀπαραίτητη ἡ συνεχὴς μελέτη τῶν ἱερῶν αὐτῶν ἔργων, ὥστε ν’ ἀκολουθήσει κανένας ἀκίνδυνα αὐτὸν τὸν θαυμάσιον δρόμο ποὺ ἀνοίγει ἡ τέχνη τῶν τεχνῶν, ἡ ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν τῆς πνευματικῆς τελειοποιήσεως. Γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε σὲ τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχουμε γνήσια ταπείνωση, εἰλικρίνεια, ἐγκαρτέρηση καὶ ἁγνότητα».
Καὶ ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ποὺ ἔχουμε αὐτὸν τὸν θησαυρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, θέλουμε νὰ θραφοῦμε θρησκευτικὰ μὲ λογὴς-λογὴς ξένα ἄχερα. Ὁ πατὴρ Νίκων, σὲ κάποιον δικό μας ποὺ πῆγε στ’ Ἅγιον Ὅρος, εἶπε:«Πρέπει νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου πολὺ εὐτυχισμένον ποὺ εἶσαι ὀρθόδοξος. Γιατί πολυτιμότερο πράγμα ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο».
orthodoxia-ellhnismos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.