Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΣ ΕΚ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ


 καὶ  ἡ  ΑΛΛΟΙΩΣΗ  (ἕως τὴν  ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ της)
ἀπὸ  ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ  ΠΟΙΜΕΝΕΣ  καὶ  ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ

  Δυστυχῶς οἱ σύγχρονοι «ἀχρικαιρίστες» καὶ «οἰκονομιστές» πατέρες, ἀδιαφοροῦν πλήρως ἢ καὶ ἔχουν διαγράψει τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ φροντίδα της
    α) γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς μολύνσεως τῶν πιστῶν ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετίζοντες
καὶ
   β) (τὴν φροντίδα) γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ καὶ σωτηρία ὅσων ἤδη ἔχουν μολυνθεῖ παραμένοντες ἀνεκτικοὶ πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἢ ἀποδέχονται θετικὰ τὴν οἰκουμενιστικὴ ἰδεολογία, ὡς μιὰ πραγματικότητα ἀναπόφευκτη τῆς παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας μας, καὶ οἱ ὁποῖοι ταυτόχρονα (λόγῳ τῆς δολιότητος τῆς παναιρέσεως καὶ τῆς συγχύσεως ποὺ ἐπικρατεῖ) νομίζουν πὼς εὑρίσκονται σὲ ὀρθόδοξο ἔδαφος.   

   Δυστυχῶς, οἱ πατέρες αὐτοί, ὡς μετα-πατερικοί, κηρύττουν ἄλλο Εὐαγγέλιο. Διδάσκουν πρακτικά-οὐσιαστικὰ ὅτι ἡ ἐπι-κοινωνία μὲ αἱρετικοὺς «μὴ καταδικασμένους» δὲν μολύνει. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἴδιοι κοινωνοῦν μὲ τοὺς κοινωνοῦντες μὲ αἱρετικούς (ἐνῶ ἔχουν ἀποτειχιστεῖ καὶ μποροῦσαν νὰ μὴν κοινωνοῦν μαζί τους). Καὶ φέρονται ἔτσι γιατὶ ἡ Ἀκρίβεια τοῦ Εὐαγγελίου κοστίζει, καὶ προσπαθοῦν νὰ βολέψουν τὰ πράγματα!
    
    Παραθέτουμε ἀπόσπασμα ἀπὸ σχετικὸ βιβλίο στὸ ὁποῖο φαίνεται ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία αὐτοί (ὡς «ἀντι-Οἰκουμενιστές) μὲ τὴν διδασκαλία τους καὶ τὶς πράξεις τους τὴν καταργοῦν.

8. ΑΠΟΦΥΓΗ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ  ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕ  ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ

    α) Ἐλευθερία στὶς καθημερινές μας σχέσεις, πάντα μὲ διάκριση
    Τὸ πρόβλημα, ὅμως, δὲν ἔγκειται μόνο στὸ ἂν κάποιος ποιμένας εἶναι δυνατὸς ἢ ὄχι, ὅπως ἰσχυρίστηκε ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ὅταν οἱ ἅγιοι συμβούλευαν νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, δὲν τὸ ἔκαναν ἐπειδὴ αἰσθάνονταν δυνατοὶ ἢ ἀδύνατοι στὴν πίστη, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀκολουθοῦσαν τὴν δοκιμασμένη καὶ θεόπνευστη Παράδοση καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶχαν κοινὴ γραμμή, δὲν ἔσπερναν τὴν σύγχυση, δὲν δημιουργοῦσαν σκανδαλισμὸ στοὺς πιστούς, δὲν προετοίμαζαν νέα σχίσματα καὶ διαιρέσεις.
   Εἶναι σημαντικὸ κάθε ποιμαντικὴ πράξη τῶν Ποιμένων της Ἐκκλησίας, νὰ ἀκολουθεῖ τὶς ἀρχὲς τῆς ὅλης θεολογίας καὶ τοῦ
δόγματος. Ἀκριβῶς, ὅπως ἡ θεολογία «ἐξαίρει ἔντονα τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης» καὶ στηρίζεται στὴν βιωμένη Ποιμαντικὴ τῶν Πατέρων, τὴν Παράδοση στὸ σύνολό της, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ σύγχρονη ποιμαντικὴ πρακτική, ἀπαντώντας βέβαια στὶς προκλήσεις τῶν καιρῶν, πρέπει νὰ ἀποδεικνύει στὴν πράξη τὴν συνέχεια τῆς πρακτικῆς τῶν Πατέρων. Οἱ καινοτόμες πρωτοβουλίες γιὰ τοὺς Πατέρες ἦταν πάντα κάτι τὸ ὕποπτο. Ἐθεωρεῖτο ὕβρις γι’ αὐτοὺς ἡ διαπίστωση ὅτι καινοτομοῦν, ὅτι κάνουν κάτι καινούργιο ποὺ δὲν ὑπῆρχε στὴν Παράδοση. «Οὐδεὶς ἐκ τῶν Πατέρων θὰ ἐδέχετο νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς καινοτόμος… Ἡ Παράδοσι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ζωὴ καὶ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συσσώρευσι τῶν ἁγιοπνευματικῶν ἐμπειριῶν, ποὺ ἐβίωσαν οἱ ἅγιοι μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας»[1]. Γι’ αὐτὸ πάντα ἐστήριζαν τὶς ἐνέργειές τους στοὺς προηγούμενους, ξεκινώντας πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη καὶ φτάνοντας ὡς τοὺς σύγχρονούς τους πνευματικοὺς ὁδηγούς.
     Ἡ στάση τῶν Πατέρων ἔναντι τῶν αἱρετικῶν ἦταν ἀνέκαθεν ἡ ἴδια. Ὁ Πατριάρχης Κων/λεως Ταράσιος ἔγραφε: «κατ’ οὐδὲν τοὺς πατέρας εὑρίσκομεν διαφωνοῦντας, ἀλλ' ὡς τοῦ αὐτοῦ πνεύματος ὄντες, πάντες τὸ αὐτὸ κηρύττουσι καὶ διδάσκουσι». Καὶ αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ ἐρώτημα: ὅσοι Πατέρες δὲν εἶναι “τοῦ αὐτοῦ πνεύματος” μὲ τοὺς Ἁγίους, πόσο «Πατέρες» εἶναι; Ἀξιοῦνται τὸν τίτλο τοῦ πνευματικοῦ Πατρὸς ἢ πλησιάζουν πρὸς τὴν κατηγορία ἐκείνη τῶν ψευδοπροφητῶν, ποὺ ὁ Χριστός, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ γνήσιοι Πατέρες μᾶς ἔχουν προειδοποιήσει πὼς θὰ ἔρθουν, γιὰ νὰ τὸ γνωρίζουμε καὶ νὰ φυλλαγόμαστε;
    Κατ’ ἀρχάς, ὅπως ὁ χριστιανὸς μὲ διάκριση καὶ ἀγάπη ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς συνανθρώπους του, τὸ ἴδιο θὰ κάνει καὶ στὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἑτερόδοξους, ἀλλόθρησκους καὶ τοὺς ἄθεους. Ὁμιλῶν ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις γιὰ τὶς καθημερινὲς σχέσεις μας πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς γράφει:
    «Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τούτων στρέφεται εἰς μόνα τὰ πνευματικά· τὰ δ’ ἄλλα ἐπιεικῶς καὶ φιλανθρώπως μεταχειριζόμεθα ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ τὴν ἐξωτερικὴν μετὰ τούτων συνδιατριβήν τε καὶ κοινωνίαν, φυλάττοντες πρὸς αὐτοὺς τὴν πολιτικὴν σχέσιν, διατηροῦντες πρὸς αὐτοὺς πάντα τὰ ἀνθρώπινα δίκαια καὶ καθήκοντα, ἀγαπῶντες αὐτοὺς καὶ τιμῶντες καὶ φιλοφρονούμενοι ὡς μέλη τοῦ κοινοῦ πολιτεύματος».

β) «Τοὺς δὲ ἑτέρως ἔχοντας ἀποστρέφου»
    Ὅμως, ὅταν ὁ διδάσκαλος τοῦ γένους Εὐγένιος καὶ Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁμιλεῖ γιὰ τὶς σχέσεις μας σὲ ἐπίπεδο πίστεως, διαφοροποιεῖται καὶ συμβουλεύει: «Φεῦγε μόνην τὴν μετὰ τῶν τοιούτων πνευματικὴν κοινωνίαν, ἀγκαλά (μολονότι) ὁ βίος ὁ πολιτικὸς σὲ ὑποχρεώνει νὰ διασώζῃς τὴν κοσμικὴν οἰκειότητα καὶ συνάφειαν. Ἀποστρέφου τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν αἵρεσιν καὶ τὸ σχίσμα, ὄχι τὸν ἄπιστον καὶ τὸν αἱρετικόν...»[2]. Ἀκολουθεῖ ἔτσι τὴν Πατερικὴ στάση στὸ θέμα, ὅπως τὴ συναντήσαμε σὲ πολλὰ ὡς τώρα κείμενα καὶ ὅσα ἀκολουθοῦν.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γράφει Πρὸς Φιλαδελφεῖς: «Ὡς τέκνα οὖν φωτὸς ἀληθείας φεύγετε τὸν μερισμὸν τῆς ἑνότητος καὶ τὰς κακοδιδασκαλίας τῶν αἱρεσιωτῶν, ἐξ ὧν μολυσμὸς ἐξῆλθεν εἰς πᾶσαν τὴν γῆν»[3].
    Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διδάσκει, ὅτι πρέπει νὰ ἀποστρεφόμαστε τοὺς αἱρετικούς, ὡς ἀλλοτρίους τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας: «Τοὺς οὖν» ὀρθοδόξως «φρονοῦντας καὶ διδάσκοντας ἔχε κοινωνικούς, ἐπεὶ καὶ ἡμεῖς· τοὺς δὲ ἑτέρως ἔχοντας ἀποστρέφου καὶ ἀλλοτρίους ἡγοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας»[4].
    Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς στὴν «Ἐγκύκλιον Ἐπιστολὴν» ἀποτρέπει ἀπὸ πάσης κοινωνίας μετὰ τῶν ἑνωτικῶν. «Φευκτέον ατούς, ς φεύγει τις π φεως…, ς χριστοκαπήλους κα χριστεμπόρους· οτοι γάρ εσι, κατ τν θεον πόστολον, ο πορισμν γούμενοι τν εσέβειαν”»[5].
    Θὰ ἀκολουθήσουν στὴ συνέχεια πολλὰ κείμενα γιὰ τὴ στάση μας ἀπέναντι στοὺς ἑτερόδοξους, ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα πίστεως. Ἐδῶ νὰ δοῦμε καὶ δυό-τρεῖς τοποθετήσεις Πατέρων ὄχι γιὰ τὶς συζητήσεις μὲ αἱρετικούς, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ ἕπονται αὐτῶν τῶν ἀδιάκριτων συζητήσεων: τὶς συμπροσευχές, τὸ συνεκκλησιασμὸ καὶ τὴ διακοινωνία.
    Κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης ἀπαγορεύεται καὶ ὁ συνεκκλησιασμὸς μὲ τοὺς αἱρετικούς (ἑρμην. Περὶ τοῦ θείου ναοῦ, κεφ. κη΄). Τὸ μνημόσυνο τοῦ αἱρετικοῦ εἶναι μολυσμός: «...Εἴτε πατὴρ εἴτε μήτηρ εἴτε ἀδελφὸς ἢ ὁστισοῦν ἄλλος κατελείφθη μέχρι θανάτου κοινωνῶν τῇ αἱρέσει, ...μὴ μνημονεύεσθαι ἐν τῇ λειτουργίᾳ...· πῶς γὰρ ἂν ὁ ἔτι ζῶν μετέχων τε τῆς αἱρετικῆς κοινωνίας καὶ οὕτως ἐκκομισθεὶς ληφθήσεται ἐν μνημοσύνοις κατὰ τὴν μυσταγωγίαν τῶν ὀρθοδόξων; οὐδαμῶς»[6].
    Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς παραγγέλλει νὰ μὴ δίνουμε τὴν Θ. Μετάληψη στοὺς αἱρετικούς, οὔτε νὰ λαμβάνουμε τὴ δική τους[7], καὶ ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης λέγει, ὅτι ἡ μετάληψη τῶν αἱρετικῶν εἶναι φάρμακο «μελαῖνον καὶ σκοτίζον» τὴν ψυχή[8].
    Γράφει ὀδυρόμενος ὁ Μ. Βασίλειος τὰ παρακάτω, καὶ εἶναι σὰν νὰ περιγράφει τὴν σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὶς ἡμέρες μας καὶ τὴν ἐκκοσμικευμένη σύγχρονη νοοτροπία:
    «Γίνεται ἄρνησις (τῆς Θεότητος) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπομακρύνεται (σ.σ. διώκεται) ὅποιος δύναται νὰ ἀποδείξῃ ψευδῆ τὴν ἄρνησιν… Ἀλλὰ "ποιός θὰ δώσῃ εἰς τὰ βλέφαρά μου πηγὴν δακρύων, διὰ νὰ κλαύσω" ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ αὐτὰς τὰς πονηρὰς διδασκαλίας σπρώχνεται εἰς τὴν καταστροφήν; Παρασύρονται (καὶ τείνονται εὐήκοα) τὰ ὦτα τῶν ἁπλουστέρων. Ἤδη πλέον ἔχει ἐξοικειωθεῖ (ὁ λαός) μὲ τὴν αἱρετικὴν δυσσέβειαν. Τὰ μικρὰ παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας (ἀπὸ νήπια) ἐκπαιδεύονται (καὶ μεγαλώνουν)  μὲ τὰ ἀσεβῆ λόγια (τῆς αἱρέσεως). Ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς τελοῦνται οἱ βαπτίσεις, οἱ κηδεῖες τῶν νεκρῶν, οἱ ἐπισκέψεις τῶν ἀσθενῶν, ἡ παρηγορία τῶν θλιβομένων, ἡ βοήθεια τῶν ταλαιπωρουμένων... Καθὼς ὅλα αὐτὰ τελοῦνται ἀπ’ αὐτούς, γίνονται μέσο συνδέσεως τῶν λαῶν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ὥστε νὰ ἔχουν ὅλοι τὸ ἴδιο φρόνημα. Συνεπῶς ἔπειτα ἀπὸ λίγο καιρό –καὶ ἂν ἀκόμα ἐπικρατήσῃ κάποια ἐλευθερία– δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἐλπίδα νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας, ὅσοι ἔχουν κυριευθῆ ἀπὸ τὴν πολυχρόνια αὐτὴ ἀπάτη»[9].
    Καὶ ὅπως λέγει ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις γιὰ τὸν αἱρετικό: «Τὸν τοιοῦτον, ἀφ’ οὗ τοιουτοτρόπως ἐξέστραπται, καὶ ἀνιάτως οὕτως ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος, ...ὅσον εἶναι δυνατόν, τὸν ἀποστρεφόμεθα· καὶ τοῦτο διὰ δύο αἰτίας: πρῶτον, διὰ νὰ μὴ δίδωμεν εἰς αὐτὸν εὐκολίαν μὲ τὴν ἀδιάφορον καὶ ἀπαραφύλακτον συναναστροφὴν νὰ διαστρέφῃ τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλούστερων, καὶ νὰ διαδίδῃ τὴν κακὴν ζύμην εἰς τὸ λοιπὸν εἰλικρινὲς φύραμα· καὶ δεύτερον, διὰ νὰ τόν... συστείλωμεν μὲ τὴν τοιαύτην ἀποστροφήν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ γένη ἐπιστροφῆς ἀφορμὴ καὶ ἀνανήψεως, γίνεται δὲ πάντως (ἂν ἐκεῖνο δὲν ἀκολουθήση) μία ποινὴ πρὸς αὐτὸν τῆς ἀποστασίας δικαία καὶ πρέπουσα.
    » Ἔχομεν περὶ τούτου σαφῆ τὴν Δεσποτικὴν παραγγελίαν. "Εἰ ἡ χείρ σου... σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτά, καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ" (Ματθ. ΙΗ΄ 8)... Ἔχομεν τὴν Ἀποστολικὴν διαταγήν. "Αἱρετικὸν ἄνθρωπον ...παραιτο"... "Δεῖ τῶν πονηρῶν ἀπέχεσθαι, ὡς σεσηπότα μέλη ἀφ’ ἑαυτῶν ἐκβαλεῖν" (Χρυσοστόμου ἐκ τῆς Σειρ. εἰς Ματθ.).  Ἔστω ἀπόβλητος, ἵνα μὴ τῆς ἰδίας κακίας μεταδῷ καὶ τοῖς ἄλλοις"[10] (Θεοφύλ. Ὑπόμν. εἰς τὸ Ματθ. ΙΗ΄). Καὶ τὸ αὐτὸ πάντοτε οἱ θεοφιλεῖς ἄνδρες, καὶ τὴν εὐσέβειαν ἀκριβῶς  τηροῦντες ἔπραττον»[11].
     Ἀπαντώντας ὁ Μ. Βασίλειος, στὴν ἐρώτηση «πῶς χρὴ διακεῖσθαι τοὺς πάντας περὶ τὸν ἀπειθῆ" μᾶς λέγει, πὼς «πρῶτον μὲν συμπάσχειν πάντας χρὴ ὡς νενοσηκότι μέλει»· ἕπειτα πρέπει νὰ προσπαθήσει ὁ Ἐπίσκοπος ἢ ὁ ἱερέας «αὐτοῦ τὴν ἀρρωστίαν ἐπανορθοῦσθαι», ἀρχικὰ κατ’ ἰδίαν. Ἂν δὲν διορθωθεῖ ὁ ἔλεγχος νὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὅμως ὁ ἀπειθεὶς ἀρνεῖται τὴν θεραπεία καὶ τὴν διόρθωση ποὺ ἡ Ἐκκλησία τοῦ προσφέρει, («τῷ μέντοι ὀκνηρῶς διακειμένῳ πρὸς τὴν ὑπακοὴν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου») πρέπει ὁ Ἐπίσκοπος (ἢ ὁ ἱερέας) μὲ αὐστηρότερο τρόπο νὰ τὸν ἐλέγχει μπροστὰ σὲ ὅλους· «μὴ ἐντρεπόμενον δὲ μετὰ πολλὴν νουθεσίαν», καὶ μὴ ἀποδεικνύοντα ὅτι θεραπεύεται «ἐν τοῖς ἔργοις, ὡς αὐτὸν ἑαυτοῦ λυμεῶνα ὄντα, κατὰ τὴν παροιμίαν, μετὰ πολλῶν μὲν δακρύων καὶ θρήνων, ὅμως δ' οὖν ὡς διεφθαρμένον μέλος καὶ παντελῶς ἄχρηστον, κατὰ τὴν τῶν ἰατρῶν μίμησιν, τοῦ κοινοῦ σώματος ἀποκόπτειν… ὡς μὴ ἐπὶ πολὺ χυθῆναι τὴν βλάβην κατὰ τὸ συνεχὲς τὰ παρακείμενα διαφθείρουσαν...
   » Ὅπερ καὶ ἡμῖν ἐπὶ τῶν ἐχθραινόντων ἢ ἐμποδιζόντων ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Κυρίου ἐξ ἀνάγκης ἐστὶ ποιεῖν, κατὰ τὸ πρόσταγμα αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰπόντος· Ἐὰν ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζῃ σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· γρ π τν τοιοτων φιλανθρωπα παραπλησα στ τ παιδετ χρησττητι το λεί, περ π τν υἱῶν παρ τ ρσκον τ Θε χρησμενος λγχεται. Προδοσία οὖν ἐστι τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιβουλὴ τοῦ κοινοῦ καὶ ἐθισμὸς πρὸς ἀδιαφορίαν κακῶν, ἡ πρὸς τοὺς πονηρευομένους ἐσχηματισμένη χρηστότης, μηκέτι μὲν γινομένου τοῦ γεγραμμένου· Διὰ τί οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας; συμβαίνοντος δὲ ἐξ ἀνάγκης τοῦ ἐπιφερομένου, ὅτι Μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Τοὺς δὲ ἁμαρτάνοντας, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, ἐνώπιον πάντων ἔλεγχε· καὶ τὴν αἰτίαν εὐθὺς ἐπάγει, λέγων· Ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι»[12].
    Ὡς μόνη ἐλπίδα νὰ διορθωθοῦν τὰ κακὰ στὴν Ἐκκλησία, θεωρεῖ ὁ ἱ. Χρυσόστομος, τὴν ἐμμονὴ στὴ διακοπὴ τῆς κοινωνίας μὲ  τοὺς παρανομοῦντας Ἐπισκόπους, ποὺ εἶχαν πάρει στὰ χέρια τους τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία.
    «Καὶ παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, καθάπερ καὶ ἔμπροσθεν ἐποιήσατε, κοσμοῦντές τε ἑαυτοὺς καὶ τὰς Ἐκκλησίας ἀσφαλιζόμενοι, οὕτω καὶ νῦν ποιήσατε, καὶ τοὺς τοσαύτας ταραχὰς ἐμβαλόντας εἰς τὴν οἰκουμένην ἅπασαν, καὶ τὰς Ἐκκλησίας διαταράξαντας ἀποστρέφεσθε μετὰ τῆς προσηκούσης ὑμῖν ἀνδρείας. Τοῦτο γὰρ ἀρχὴ τῆς λύσεως τοῦ χειμῶνος, τοῦτο ἀσφάλεια ταῖς Ἐκκλησίαις, τοῦτο τῶν κακῶν διόρθωσις, ὅταν τοὺς τὰ τοιαῦτα πονηρευσαμένους ὑμεῖς οἱ ὑγιαίνοντες ἀποστρέφησθε καὶ μηδὲν κοινὸν ἔχητε πρὸς αὐτούς»[13].
     Οἱ πιστοὶ τῆς Ἀλεξάνδρειας (τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Ἀθανασίου) δὲν πήγαιναν στὶς ἐκκλησίες ποὺ λειτουργοῦσαν οἱ αἱρετικοὶ ψευδεπίσκοποι, ἀλλὰ καὶ ἔφευγαν μακρυὰ ἀπ’ αὐτούς: «Οἱ γὰρ λαοὶ πάντες εἰδότες τὴν παρανομίαν τῶν αἱρετικῶν οὔτε συνεχώρησαν αὐτοῖς εἰς τὰς ἐκκλησίας εἰσελθεῖν, ἀλλὰ μακρὰν ἀπ' αὐτῶν ἀνεχώρησαν…
    Τατα συνορντες ς ληθεας ντες πρμαχοι κα κρυκες βρισθναι κα ξορισθναι μλλον ελοντο κα πμειναν κατ' ατο πογρψαι κα τος ρειομανταις κοινωνσαι... διὰ τοῦτο καλὸν ἀρκεσθῆναι τῇ θείᾳ γραφῇ …ἔστι δὲ αὐτῆς τὸ παράγγελμα τοῦτο· “ἀπόστητε, ἀπόστητε, …ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε”. τοῦτο γὰρ πρὸς διδασκαλίαν ἀρκεῖ πᾶσιν, ἵν', εἰ μέν τις ἠπατήθη παρ' αὐτῶν ἐξελθὼν ὡς ἀπὸ Σοδόμων, μηκέτι πρὸς αὐτοὺς ἐπιστρέψῃ …εἰ δέ τις καθαρὸς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τῆς ἀσεβοῦς ταύτης αἱρέσεως διέμεινεν, ἔχῃ τὸ καύχημα ἐν Χριστῷ»[14].
    Ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἐπίσης, ἀγανακτοῦσε ἐπειδὴ μερικοὶ ἀπὸ ἄγνοια ἢ ὑποκρισία τοὺς τὰ αἱρετικὰ «φρονοῦντας Χριστιανοὺς ὀνομάζουσι»· καὶ δίδασκε  ὄχι μόνον νὰ φεύγουμε ἀπό τήν αἵρεσι «ὡς ἀπό προσώπου ὄφεως» ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ κοινωνοῦσαν μὲ τοὺς αἱρετικούς (Κατά ἀρειανῶν, λόγος α, PG 26, 13C).
     Ὁ ἱερός Ἐπιφάνιος συνιστᾶ νὰ ἀποστρεφώμεθα «πάσας τὰς αἱρέσεις ὡς θηρία μετὰ ἰοῦ θανασίμου» (Βίος τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου, κεφ. ξδ΄, PG 41).

γ) Ὁ συμφυρμὸς μὲ τοὺς αἱρετικοὺς μᾶς ΣΤΕΡΕΙ τῆς παρρησίας ἐνώπιον Χριστοῦ

     Ὁ Μ. Βασίλειος λέγει, ὅτι ὁ συμφυρμὸς μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἡ ἀδιαφορία στὰ θέματα ἐπικοινωνίας μαζί τους «μᾶς στερεῖ τὴν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ»:
    «Ἐπειδὴ ὅμως ἔφθασε ἕως ἐμὲ ἡ διάδοσις ὅτι μερικοὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μένουν μαζί μὲ τὴν ἀγάπην σου εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν ἀσθένειαν τῶν λογισμῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι παραχαράσσουν τὸ ὀρθὸν δόγμα περὶ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου μὲ διεστραμμένας γνώμας (των), ἔκρινα ἀναγκαῖον νά… περιέχῃ ἡ ἐπιστολή μας κάτι σχετικόν, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται καὶ νὰ οἰκοδομήσῃ τὰς ψυχάς… Διὰ τοῦτο λοιπὸν παρακαλοῦμεν ἀφ’ ἑνὸς αἱ ἰδέαι αὐταὶ νὰ τύχουν ἐκκλησιαστικῆς διορθώσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀπέχετε ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι ἡ εἰς αὐτὰ ἀδιαφορία μᾶς στερεῖ τὴν παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ»[15].
     Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος: «Οὗτοι τὴν πρὸς Χριστὸν οἰκειότητα παρωθούμενοι, γεγόνασι κατὰ τὸ ἀληθὲς ἀνθρώποις ἀλλογενέσι, καὶ σπερμάτων ἠνέσχοντο διαβολικῶν, καρποφοροῦντες ἐν πλάνῃ τὰ πλάνης ἔργα καὶ ἀπωλείας»[16].
    Ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης συνιστοῦσε οἱ πιστοί  –ἰδιαιτέρως δὲ οἱ ἱερεῖς– νὰ μὴ “κοινωνοῦν” μὲ τοὺς ἐκείνους ποὺ ἐξ αἰτίας τῆς κοινωνίας τους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἀκοινώνητοι: «προσοχὴν περὶ τοῦ μὴ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις καὶ μάλιστα τῶν ἄλλων οἱ ἱερεῖς»[17].
◊ ◊ ◊
     Ἔτσι, ἡ φροντίδα τῶν Πατέρων ἦταν μήπως οἱ ἁπλοὶ χριστιανοὶ ἐπηρεάζονταν καὶ βλέποντας τοὺς ποιμένες νὰ συγχρωτίζονται μὲ αἱρετικούς (οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ ἐχρησιμοποίουν αὐτὸ προπαγανδιστικά), ἔκαναν κι αὐτοὶ τὸ ἴδιο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγαν αὐτὰ τὰ ἀποτρεπτικά.
     Γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε πόση μεγάλη σημασία δίνουν οἱ Πατέρες στὶς μετὰ τῶν αἱρετικῶν σχέσεις μας, ἂς ἀναθυμηθοῦμε –ποιμένες καὶ ποιμαινόμενοι– ὅτι οἱ ἅγιοι ἀποφεύγουν διὰ τῆς “παραιτήσεως”, ὄχι μόνο τοὺς ζώντας αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς τεθνεώτας! Τοῦτο μάλιστα ἀποτέλεσε καὶ θέμα τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γράφει ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος: «Ἀκριβῶς δὲ ἐπειδὴ ὁ ἁγίας μνήμης Κύριλλος ἠκολούθησε τὰ ἀποστολικὰ λόγια, “αἱρετικὸν ἄνθρωπον..παραιτοῦ”, διετύπωσε τὴν διδασκαλίαν, ὅτι ”φευκτέοι εἰσὶν οἱ τοιοῦτοι, εἴτε ἐν τοῖς ζῶσίν εἰσιν, εἴτε μή”». Εἰς δὲ τὸ «ἐρώτημα, πῶς δεῖ ”φεύγειν τοιούτους”», ἡ Σύνοδος ἀπαντᾷ διὰ τῆς ”παραιτήσεως”, δηλαδὴ διὰ πλήρους ἀποκοπῆς τους ἀπὸ κάθε Ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν»[18].
    Ἂς παραχωρήσουμε, ἐδῶ, τὸ λόγο σ’ ἕνα σύγχρονο θεολόγο νὰ συνοψίσει: «Ἡ αἵρεσις καὶ οἱ αἱρετικοὶ συνιστοῦν μέγαν κίνδυνον, δι’ ὃ καὶ δέον νὰ διασφαλιστοῦν ἔναντι αὐτῶν οἱ πιστοί, ἰδίᾳ διὰ τῆς ἀποφυγῆς οἱασδήποτε μετ’ αὐτῶν ἐπικοινωνίας, ἐπιτρεπομένης μόνον εἰς τοὺς ἔχοντας τὰς προϋποθέσεις ἀναλήψεως τοῦ κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν αἱρετικῶν ἀγῶνος καὶ τέλος καταπολεμήσεως δι’ ὅλων τῶν μέσων τῆς αἱρέσεως ὡς καὶ ἀσκήσεως δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων ἰδίᾳ δὲ διὰ τῆς πρὸς αὐτοὺς ἀγάπης τοῦ ἔργου τῆς ἐπαναφορᾶς τους» στὴν ΜΙΑ Ἐκκλησία.
     Καὶ κατακλείει: Ὅμως «ἀποκλειστικὸς καὶ μοναδικὸς δεσπόζων παράγων εἰς τὴν ρύθμισιν τῶν σχέσεων τῶν ὀρθοδόξων πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ εἰς τὴν ὀρθοδοξίαν»[19].
     Κατανοοῦμε ἐξ αὐτῶν, ὅτι οἱ Πατέρες γνώριζαν καλὰ τὸ κίνδυνο ἐκ τῶν αἱρετικῶν. Ἡ ἀγάπη τους ἀπέβλεπε στὴ διαφύλαξη τῶν πιστῶν ἀπὸ τὴν κακὴ ἐπίδραση ποὺ ἐξασκεῖ πάντα τὸ κακὸ στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ ἀρνοῦνται τὴν προσπάθεια γιὰ ἐπάνοδο καὶ τῶν αἱρετικῶν στὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ σωτηρία, ἀλλὰ μὲ τρόπο καὶ μέθοδο ἀσφαλῆ.
Πληροφορεῖ κάποιο πνευματικό του παιδὶ ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, πὼς καὶ τὰ ὀρθόδοξα κείμενα οἱ αἱρετικοί, τὰ παρουσιάζουν διαστρεβλωμένα (σ.σ.: ἀκριβῶς ὅπως ἔκανε προχθὲς οἰκουμενιστῆς Ἐπίσκοπος, ἐδῶ) καὶ γι’ αὐτὸ ἀποτρέπει τὴν ἐπικοινωνία μαζί τους, στηριζόμενος στὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ὧν ο δε ς τυχεν προσεσθαι φωνν οτε μν συναρειν λγον αρετικος παρ τν ποστολικν νομοθεσαν. Τ λοιπν σζοιο, τκνον, κα με σζεσθαι προσεχου»[20].
     Καὶ τέλος ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: «Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ διδάσκαλοι τῆς ἐκκλησίας, ὅλες οἱ θεῖες γραφές, μᾶς προτρέπουν νὰ φεύγουμε τοὺς ἑτερόφρονες καὶ νὰ μὴ ἔχουμε κοινωνία μὲ αὐτούς»[21].
Σημάτη Π., Ἡ Πατερικὴ στάση στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος




[1] Ζήση Θεοδώρου, πρωτοπρ.,  Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι, σελ. 50-51.
[2] Βουλγάρεως Εὐγενίου, Σχεδίασμα περὶ τῆς Ἀνεξιθρησκείας, σελ. 49-50.
[3] Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Ἐπιστολὴ 6η, [Sp.], c. 2, s. 1, l. 2.
[4] Γρηγορίου Θεολόγου, Πρὸς Κληδόνιον πρεσβύτερον, ἐπιστ. β΄, s. 3, l. 3-4.
[5] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. ΙΙ, σελ. 439-440.
[6] Θ. Στουδίτου, Ἐπιστολαί, 552, Λύσεις διαφόρων κεφαλαίων., l. 140-146.
[7] Δαμασκηνοῦ Ἰω., Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, Περὶ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων…μυστηρίων, κεφ. ιγ΄ (πς΄): «Πάσῃ δυνάμει τοίνυν φυλαξώμεθα, μὴ λαμβάνειν μετάληψιν αἱρετικῶν μήτε διδόναι. “Μὴ δῶτε γὰρ τὰ ἅγια τοῖς κυσίν”, φησὶν ὁ Κύριος, “μηδὲ ρίπτετε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων”, ἵνα μὴ μέτοχοι τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς αὐτῶν γενώμεθα κατακρίσεως».
[8] Θ. Στουδίτου, ἐπιστ. κδ΄, Ἰγνατίῳ τέκνῳ, l. 9-10: « παρ τν αρετικν κοινωνα ο κοινς ρτος, λλ φρμακον, ο σμα βλπτον, λλ ψυχν μελανον κα σκοτζον».
[9] Μ. Βασιλείου, Πρὸς Ἰταλοὺς καὶ Γάλλους Ἐπισκόπους περὶ τῆς καταστάσεως καὶ συγχύσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐπιστ. σμγ΄, κεφ. 4, στιχ. 18-19 καὶ 25-39, τομ. 7ος, Ἔκδ. «Ὡφελίμου Βιβλίου», σελ. 62-63. Ἡ μτφρ. τοῦ ἁγιορείτου μοναχοῦ Νικοδήμου Μπιλάλη.
[10]  Σχετικὰ γράφει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (στὸ Περ τς ν Πνεύματι κα ληθεί προσκυνήσεως, τ. 2ος, Λόγος Η΄, ὅπ. παρ., σελ. 212).: «Τοτ τοι δρν θος τος παιδετοις αρετικος. Πεπλνηνται μν γρ μολογουμνως, ο τς νοσης ατος μαθας γεγοντες καθηγητα· λεψανα δ σπερ τς αυτν δυσσεβεας τος δοις παρακατθεντο μαθητας· ο δέ, κα λαν σμνως προσεντα τε κα εσοικζονται κατ νον, κα δυσαπνιπτον χουσι μολυσμόν, θνησιμαων σπερ κρεν παφμενοι, δυσωδας στ τς σχτης κα καθαρσας μπλεω». Μτφρ.: «Ατ συνηθίζουν ν τ κάνουν ο παίδευτοι αρετικοί. μολογουμένως βρίσκονται σ πλάνη ατο πο γιναν καθηγητς τς μαθείας πο πάρχει σ’ ατούς, κα πο χουν φήσει κάποια λείψανα τς σεβείας τους ς παρακαταθήκη στος μαθητές τους... Κα ο μαθητς τ δέχονται μ μεγάλη εχαρίστηση κα τ γκαθιστον μέσα στ νο τους, παντώντας τσι στ μολυσμ πο δύσκολα μπορον ν τν καθαρίσουν, σν ν χουν γγίξει κρέατα θνησιμαα».
[11] Βουλγάρεως Εὐγενίου, Σχεδίασμα περὶ τῆς Ἀνεξιθρησκείας, σελ. 43-44.
[12] Μ. Βασιλείου, Κεφαλ. τῶν κατὰ Πλάτος Ὅρων, Ἐρώτ. κηʹ, v. 31, p. 988, l. 40-p. 989, l. 16.
[13] Χρυσοστόμου Ἰω., Ἐπιστολὴ πθʹ, Θεοδοσίῳ ἐπισκόπῳ Σκυθοπόλεως, vol 52, pg 655, ln 15-ln 25.
[14] Μ. Ἀθανασίου, Τοῦ αὐτοῦ πρὸς ἁπανταχοῦ μοναχοὺς περὶ τῶν γεγενημένων παρὰ τῶν Ἀρειανῶν ἐπὶ Κωνσταντίου, c. 3, s. 3, l. 1.
[15] Μ. Βασιλείου, Οὐρβικίῳ μονάζοντι, ἐπιστ. σξβ΄, Ἔκδ. «Ὡφελίμου Βιβλίου» (ἡ μτφρ. Μπιλάλη Νικοδήμου,   ἁγιορείτου μοναχοῦ).  Τὸ κείμενο: «Ἐπειδὴ δὲ ἦλθεν εἰς ἐμὲ ἡ φήμη ὅτι τινὲς τῶν μετὰ τῆς ἀγάπης σου ἐν τῇ ἀσθενείᾳ ταύτῃ τῶν λογισμῶν εἰσιν*, τοῦ Κυρίου τὸ δόγμα ἐν διαστρόφοις ὑπολήψεσι παραχαράσσοντας,** ἀναγκαῖον ἡγησάμην …ἔχειν τι τὴν ἐπιστολὴν ἡμῶν τοιοῦτον ὃ δύναται καὶ οἰκοδομῆσαι τὰς ψυχάς… Ταῦτα οὖν παρακαλοῦμεν διορθώσεώς τε τυχεῖν ἐκκλησιαστικῆς καὶ τῆς πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς κοινωνίας ὑμᾶς ἀπέχεσθαι, εἰδότας ὅτι τὸ ἐν τούτοις ἀδιαφορεῖν τὴν ἐπὶ Χριστοῦ παρρησίαν ἡμῶν ἀφαιρεῖται***».
         (* κεφ. 2, στ. 14-15, **κεφ. 1, στιχ. 14-22, ***κεφ. 2, στιχ. 16-22).
[16] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περὶ τῆς ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καὶ λατρείας, v. 68, p. 804, l. 53 - p. 805, l. 5. –Στὸ ἴδιο: «Ψυχαῖς βεβήλοις καὶ ἀνοσίαις, ἀσυναφὴς ὁ Χριστός· ταῖς δὲ πανάγνοις καὶ καθαραῖς, οἷάπερ παρθένοις, σύνεστι πνευματικῶς καὶ ἐγκάρπους ἀποτελεῖ καὶ γένος αὐτὰς οἰκεῖον ἀποκαλεῖ. “Ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου», φησί, «τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὗτος καὶ ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ μού ἐστιν”» (v. 68, p.817, l. 27).
[17] Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Ἑρμηνεία περί τε τοῦ θείου ναοῦ..., κεφ. ογ΄, P.G. 155, 725B.
[18] Μελετίου Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, σ. 342 καὶ ὑποσ. 56α.
[19] Μουρατίδου Κ., Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 66-67.
[20] Στουδίτου Θ., Ἐπιστολαί, Ναυκρατίῳ τέκνῳ, P.G. 99, 1224Β.
[21] P.G. 160, 1097AB, 105C.

2 σχόλια:

  1. Χαίρε Πατερική Παράδοση διότι μας αναφέρεις ως νέος ομολογητής την αλήθεια της πίστεως μας.Ευχαριστω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ26/5/18, 11:25 μ.μ.

    ΓΝΗΣΙΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Το περιεχόμενο των επώνυμων άρθρων ενδέχεται να μη συμπίπτει με τις απόψεις και θέσεις του Ιστολογίου.